Βίτσια στην κατασκήνωση κοριτσιών (7ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Ο Μπίλυ συνέχισε να τη μαστιγώνει αλύπητα. Μια απ' τις πρώτες βουρδουλιές τη χτύπησε στο μάγουλο και ήταν τόσο δυνατή που την έκανε να τινάξει το κεφάλι της προς τα πίσω. Το κορμί της άρχισε να κοκκινίζει και να χαράζεται από βαθιές κόκκινες γραμμές.

Image
ΕΞΩΦΥΛΛΟ
Μια άλλη βουρδουλιά την πέτυχε στο στόμα κι αμέσως άρχισε να τρέχει αίμα απ' τα χείλια της. Τα πλευρά της την πονούσαν φριχτά και κάθε βουρδουλιά που έπεφτε πάνω τους νόμιζε ότι θα της τα σπάσει και θα την άφηνε σακάτισσα. Η Νάντια προσπαθούσε να καλύψει τις ευαίσθητες επιφάνειες των μουνόχειλών της και την κλειτορίδα της με το να ανασηκώνει πότε το ένα και πότε το άλλο πόδι της.

"Βλέπω ότι εσύ μωρή τσούλα δεν το βάζεις εύκολα κάτω. Αντίθετα η φίλη σου έγινε αρνάκι με την πρώτη", είπε αφρισμένος απ' το θυμό του ο Μπίλυ.

Η Νάντια ξέχασε τους πόνους που ένιωθε στα χέρια και τους ώμους της που την πονούσαν απ' το σχοινί γιατί Τώρα είχε άλλους χειρότερους πόνους που τη βασάνιζαν σ' ολόκληρο το κορμί της. Ο Μπίλυ συνέχισε το ανελέητο μαστίγωμά της σαν να μην είχε ούτε ίχνος ψυχής μέσα του. Πότε-πότε άφηνε κι ένα σαρκαστικό γέλιο που τρυπούσε τα’ αφτιά της Νάντιας που υπέμενε καρτερικά το μαρτύριό της. Κάποια στιγμή της έδωσε μια δυνατή βουρδουλιά στη μια της ρώγα που την έκανε να της κοπεί η ανάσα απ' τον πόνο. Μετά, χωρίς καθυστέρηση σημάδεψε καλά για να πετύχει και την άλλη, και τελικά τα κατάφερε. Η Νάντια τώρα κρεμόταν απ' το σχοινί σαν να ήταν κανένα τσουβάλι γεμάτο άμμο.

Έσφιγγε τα δόντια της για να μην πονάει αλλά της ήταν αδύνατο να μη βογκήξει. Κάποια στιγμή σκέφτηκε να τον χτυπήσει με το πόδι της στ' αρχίδια αν την πλησίαζε να τη χτυπήσει από κοντά. Μετά το ξανασκέφτηκε και μετάνιωσε γιατί φοβήθηκε ότι αν έκανε κάτι τέτοιο ίσως να μην έβγαινε ποτέ ζωντανή από κει μέσα.

"Λοιπόν μανάρι μου... Μήπως έχεις να πεις καμιά άλλη μαλακία τώρα;" τη ρώτησε κάποια στιγμή ειρωνικά.

Ο Μπίλυ της έδινε απανωτά μπατσάκια στα μάγουλα και προσπαθούσε να την κάνει να νευριάσει, να τον βρίσει για να βρει την αφορμή να την ξαναμαστιγώσει αλύπητα. Η Νάντια όμως ήταν μουγκή. Ο πόνος δεν της επέτρεπε ν' αρθρώσει λέξη παρά μόνο να βογκάει και να λέει "ωχ"!

Ο Μπίλυ τσαντίστηκε που δεν του έδινε σημασία κι άρχισε να τη μαστιγώνει και πάλι. Οι βουρδουλιές είχαν κατακοκκινίσει το σώμα της και σε πολλά σημεία της το είχαν χαράξει τόσο βαθιά που τα δέρμα είχε σκιστεί κι έτρεχε αίμα απ' την πληγή.

Ο αφαλός της είχε ματώσει κι έσταζε στο πάτωμα αίμα. Ο Μπίλυ συνέχιζε να τη μαστιγώνει και να χαχανίζει εκνευριστικά. Η Νάντια έκλαιγε ασταμάτητα. Άρχισε και πάλι να σκέφτεται στα σοβαρά να του ρίξει μια δυνατή κλωτσιά στ' αρχίδια και να τον ρίξει ψόφιο στο πάτωμα.

"Γουστάρω να σε βλέπω να βασανίζεσαι να πονάς και να τρέχουν απ' τις πληγές σου αίματα. Αυτή είναι η σωστή τιμωρία για τις καριόλες σαν του λόγου σου", της είπε αγριεμένος,

Η Νάντια το πήρε τελικά απόφαση. Ανασήκωσε το γόνατό της και δοκίμαζε τις δυνάμεις της για να τον χτυπήσει στ' αρχίδια. Πριν όμως προλάβει να τον κλωτσήσει ο Μπίλυ άπλωσε το χέρι του, την άρπαξε δυνατά απ' τις ξανθιές της μουνότριχες κι άρχισε να την τραβάει από κει με λύσσα μέχρι που τις της μάδησε. Η Νάντια ούρλιαξε και τσίριξε απ τον πόνο. Στο μεταξύ εκείνος βρήκε την ευκαιρία να την αρχίσει στα δυνατά χαστούκια με το άλλο του χέρι επειδή κατάλαβε την πουστιά που πήγαινε να του κάνει.

"Νόμιζες ότι θα μπορούσες να με χτυπήσεις! Ξεγελάστηκες μωρή παλιοκαριόλα! θα σε σαπίσω στο ξύλο", της είπε αφρισμένος.

Η επόμενη βουρδουλιά του την πέτυχε στο πρόσωπο, της χάραξε τα χείλια και μερικές απ' τις λουρίδες του μαστιγίου την χτύπησαν δυνατά πάνω στα φουσκωτά και πεταχτά βουναλάκια των βυζιών της. Στο μεταξύ το μουνί της την έτσουζε μετά το ξερίζωμα που της έκανε στις μουνότριχές της. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκε αν η Μαρία, η φίλη της, άκουγε τα τσιρίγματα και τα βογκητά της.

Κάθε προσπάθειά της να αμυνθεί απέναντι σ' αυτό το κτήνος την έκανε να παθαίνει χειρότερα. Οι απότομες κινήσεις του κορμιού της την έκαναν να πονάει στους καρπούς των χεριών της που ήταν σφιχτοδεμένοι με σχοινιά. Στο μεταξύ ο θηριώδης Μπίλυ συνέχιζε να τη μαστιγώνει κυρίως στα βυζιά και τις ρώγες της. Μετά άρχισε να της τσιμπάει τα μουνόχειλα και να της σφίγγει την κλειτορίδα με τα δάχτυλά του τόσο δυνατά που νόμιζε ότι θα την έσπαγε. Η Νάντια έχασε τελείως το ηθικό της. Πίστευε ότι η Μαρία είχε πέσει θύμα αυτών των τομαριών κι από στιγμή σε στιγμή θα πέθαινε κι αυτή για να πάνε παρέα στην κόλαση.

Μετά παρατήρησε και κάτι άλλο. Κατά βάθος αυτός ο πόνος που ένιωθε σ' ολόκληρο το κορμί της ήταν παράξενα γλυκός. Μέσα της είχε αρχίσει και πάλι να φουντώνει μια φωτιά που την έκαιγε. Δεν ήξερε τι να υποθέσει. Άραγε έχω γίνει τόσο μαζόχα και τη βρίσκω με το ξύλο και τα βασανιστήρια; Αναρωτήθηκε.

Ο Μπίλυ συνέχισε να της χτυπάει τα βυζιά και τις βυζόρωγες. Τα δάχτυλά του πότε τσιμπούσαν, πότε τραβούσαν και πότε πίεζαν τα μουνόχειλά της, κι άλλες φορές χώνονταν μέσα στη μουνότρυπά της. Η Νάντια όμως δεν ξέχασε ούτε λεπτό το αρχικό της σχέδιο: να δώσει μια γερή κλωτσιά στ' αρχίδια του Μπίλυ και να τον ξαπλώσει νεκρό στο πάτωμα. Από κάποια στιγμή και μετά το αγριωπό ύφος του Μπίλυ υποχώρησε και αντικαταστάθηκε από ένα ειρωνικό χαμόγελο, ένα χαμόγελο που έκρυβε μέσα του τον πόθο και την ηδονή. Τα χτυπήματά του λιγόστεψαν κι έγιναν και πιο ελαφριά από πρώτα. Μετά από λίγο σταμάτησε τελείως το μαστίγωμα κι άρχισε να της γλείφει τις ρώγες.

Η Νάντια άρχισε να νιώθει μεγάλες καύλες μέσα στο μουνί της και τα ζουμιά του άρχισαν να κυλούν έξω απ' τα μουνόχειλα και να μουσκεύουν τα μπούτια της. Κάποια στιγμή που βρήκε την ευκαιρία να σηκώσει το πόδι της και να τον χτυπήσει στ' αρχίδια, η πατούσα της καρφώθηκε πάνω στο ατσάλινο καυλί του που είχε τεντωθεί σαν λοστός. Μετά όμως το μετάνιωσε. Αντί να έχει κι αυτή άγριες διαθέσεις εναντίον του, έγινε πιο ήρεμη κι άλλαξε τελείως. 'Άρχισε να προσπαθεί να του φέρει πιο κοντά στο στόμα του τις βυζάρες της για να τον βοηθήσει να τις γλείψει πιο άνετα και πιο σωστά. Απ' τα ματωμένα χείλια της άρχισαν να βγαίνουν βογκητά ηδονής και παραμερίστηκαν τελείως τα βογκητά κι οι στριγγλιές του πόνου. Τελικά παραδέχτηκε την ήττα της! Ο Μπίλυ είχε καταφέρει να την καυλώσει και πάλι άτσαλα αλλά αυτή τη φορά με ένα πολύ οδυνηρό για τη Νάντια τρόπο.

"Το ήξερα μανάρι μου ότι στο τέλος θα σε καύλωνα τόσο που θα γούσταρες να γαμηθείς μαζί μου", της είπε κατενθουσιασμένος απ' το κατόρθωμά του. Ο Μπίλυ τραβήχτηκε από κοντά της γλείφοντας τα χείλια του. Αμέσως μετά άρχισε να λύνει τη ζώνη του, να κατεβάζει το σορτσάκι του και το άσπρο του σλιπάκι. Η Νάντια τον κοιτούσε και φούντωνε όλο και πιο πολύ από πόθο. Κατάλαβε ότι ο Μπίλυ σκόπευε να την γαμήσει και πάλι, πράγμα που το ήθελε κι εκείνη πάρα πολύ. Και πίστευε ότι αυτή τη φορά το γαμήσι που θα της έκανε θα το απολάμβανε πολύ περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Η Νάντια άρχισε να βογκάει και να μουγκρίζει προκαταβολικά πριν νιώσει και την ψωλάρα. Του μέσα της. Τι καύλα ήταν αυτή!

Κοιτούσε την πουτσάρα του και της έτρεχαν τα σάλια. Το μυαλό της τώρα πήγαινε μόνο στο γαμήσι και τη δική της ηδονή.  Άλλωστε  πίστευε ότι μετά απ' όλα αυτά τα μαρτύρια της άξιζε ένα σωστό τριαξονικό γαμήσι για να την ευχαριστήσει.

"Μανάρι μου γιατί είσαι τόσο κακιά και ήθελες να μου χτυπήσεις τ' αρχίδια; Δεν σου κάνει να μου τα ξεζουμίσεις μέσα στις τανάλιες των μουνόχειλών σου και να ευχαριστηθείς σωστό γαμήσι;" της είπε χαχανίζοντας.

Αμέσως μετά της χούφτωσε το μουνί κι άρχισε να της το τρίβει λες κι ήθελε να το μαλακώσει. Τα νύχια των δακτύλων του της έγδερναν τα τρυφερά της μουνόχειλα και το τσούξιμο αντί να την κάνει να πονάει της φούντωνε ακόμη περισσότερο τον πόθο για γαμήσι. Κι ενώ η Νάντια περίμενε πως και πως να νιώσει την πουτσάρα του μέσα της και να το γλεντήσει κι αυτή, ο Μπίλυ την ξάφνιασε. Χούφτωσε γερά τις υπόλοιπες μουνότριχες που της είχαν μείνει κι άρχισε να τις τραβάει λυσσασμένα για να τις ξεριζώσει κι αυτές. Η Νάντια άρχισε να ουρλιάζει από καύλα αλλά και πόνο παραδέχτηκε ότι η κίνησή του αυτή την ξάφνιασε γιατί δεν την περίμενε καθόλου.

Ο Μπίλυ έπιασε την πουτσάρα του στο χέρι κι άρχισε να της παίζει δυνατά. Η Νάντια την κοιτούσε και φούντωνε από πόθο. Η πούτσα του είχε τεντωθεί τόσο που κόντευε να γίνει μισό μέτρο. Όσο για τ' αρχίδια του... Αυτά είχαν κρεμάσει κάτω και κόντευαν να φτάσουν στα γόνατά του. Τόσο πολύ είχαν βαρύνει απ' τα χύσια τους! Κι ενώ χάιδευε την καραπουτσακλάρα του, με το άλλο του χέρι της τσίμπαγε δυνατά πότε τη μια και πότε την άλλη τις βυζόρωγες. Το χρώμα του είχε αλλάξει τελείως. Από ροδαλές είχαν γίνει κατακόκκινες κι είχαν πάρει το χρώμα της φωτιάς.

Το βλέμμα της είχε καρφωθεί πάνω στην ψωλή του. Οι χοντρές μπλε φλέβες της είχαν γεμίσει με αίμα κι είχαν φουσκώσει το πουτσόδερμά του. Έτσι που τις έβλεπε τις θύμιζαν φίδια. Χωρίς να καταλάβει κι αυτή γιατί το έκανε, έκλεισε ερμητικά τα μπούτια της κι έσφιξε τα μουνόχειλά της. Οι βυζόρωγές της άρχισαν να την τσούζουν φοβερά και να πετάνε φωτιές. Ο Μπίλυ την κοιτούσε, την έτρωγε με τα μάτια και συνέχιζε να παίζει με την τεντωμένη καυλάρα του. Η Νάντια αγωνιούσε. Ήθελε να την κατεβάσει κάτω, να την ξαπλώσει στο πάτωμα και ν' αρχίσει να την ξεμουνιάζει για να της σβήσει την καύλα που την βασάνιζε εδώ και ώρα.

Ο Μπίλυ την πλησίασε προσεχτικά απ τα πλάγια κι άρχισε να τρίβει το πουτσοκέφαλό του στα μπούτια της. Η Νάντια άρχισε να βαριανασαίνει απ' την καύλα και περίμενε με αγωνία τη στιγμή που θ' άρχιζε να τη γαμάει. Ο Μπίλυ όμως είχε άλλα σχέδια στο μυαλό του. Με το ελεύθερο χέρι του έπιασε γερά το μαστίγιο κι άρχισε να τη μαστιγώνει στις βυζάρες ενώ συνέχιζε να τρίβει το ψωλοκέφαλό του στα μπούτια της. Η Νάντια άρχισε να βογκάει απ' τον πόνο. Τα όνειρα που έκανε έβλεπε τώρα ότι γκρεμίζονταν άδοξα. Δεν ήθελε πλέον να τον σκέφτεται καθόλου ούτε για γαμιά της. Τον σιχαινόταν γιατί ήταν ύπουλος, ήταν ένα κτήνος που προτιμούσε να τη βασανίζει παρά να τη βάλει κάτω και να τη γαμήσει σαν σωστός και φυσιολογικός γαμιάς.

Ο Μπίλυ την κοίταξε, χαμογέλασε και της έδωσε μια δυνατή βουρδουλιά πάνω στην κοιλιά. Η Νάντια άρχισε να τινάζεται, να βογκάει και να τσιρίζει. Η επόμενη βουρδουλιά έπεσε με δύναμη πάνω στις βυζάρες της και της άνοιξε μια πιο βαθιά πληγή. Η επόμενη την χτύπησε στα μπούτια κι η μεθεπόμενη πάνω στα μουνόχειλα και την πεταχτή της κλειτορίδα. Εκείνη κιόλας τη στιγμή το μουνί της πήρε φωτιά και χρειαζόταν ένα άγριο γαμήσι για να της τη σβήσει.

Η Νάντια κουλουριάστηκε, δέθηκε κόμπος για να μπορέσει να καλύψει το μουνί της απ' την επόμενη βουρδουλιά. Ο Μπίλυ την χτύπησε δυνατά στην κοιλιά και την ανάγκασε να αφήσει χαλαρά και πάλι τα πόδια της. Αμέσως μετά πήγε πίσω της κι άρχισε να τη μαστιγώνει απανωτά πάνω στα ολοστρόγγυλα και τρυφερά της κωλοβάρδουλα.

Η Νάντια άρχισε να βογκάει και πάλι. Το ενδιαφέρον του βασανιστή της είχε τώρα στραφεί προς το πίσω μέρος του κορμιού της που μέχρι πριν λίγο τον είχε αφήσει αδιάφορο. Τώρα ο Μπίλυ άρχισε να της μαστιγώνει τα μπούτια και Την πλάτη αλλά οι περισσότερες βουρδουλιές καρφώνονταν κυριολεκτικά πάνω στα κωλοβάρδουλα της και την κωλοχαράδρα της. Κάποια στιγμή που το μαστίγιο του της χτύπησε τους αστραγάλους η Νάντια τσίριζε. Τα σημεία εκείνα είχαν καταφαγωθεί απ' τις χειροπέδες που τα συγκρατούσαν επί τόσες ώρες στο προηγούμενο μαρτύριό της κι ήταν σακατεμένες. Ο Μπίλυ συνέχισε να τη μαστιγώνει και κάθε φορά που την άκουγε να βογκάει και να τσιρίζει, εκείνος άρχιζε να χαχανίζει. Η Νάντια τώρα τον σιχαινόταν περισσότερο παρά ποτέ. Καλά, αυτός ο άνθρωπος δεν έχει σταγόνα λύπηση μέσα του; Σκεφτόταν απελπισμένη, ενώ στα μάτια της έτρεχαν ποτάμια τα δάκρυά της.

"Πάρτα μωρή καριόλα γιατί σου χρειάζεται ξύλο με το μεροκάματο" της έλεγε εκείνος καθώς το μαστίγιό του της χαράκωνε το σώμα απ την κορυφή ως τα νύχια.

"Σε παρακαλώ δεν αντέχω άλλο! Σταμάτα! Σε παρακαλώ! Έτσι όπως πας θα με σκοτώσεις!" του έλεγε με παράπονο στη φωνή της.

Τα βελούδινα κι ολοστρόγγυλα κωλομάγουλα της δέχονταν την αδιάκοπη επίθεση των λουρίδων του μαστίγιου του Μπίλυ. Η κωλοτρυπίδα της έτσουζε φοβερά και παράλληλα είχε πάρει κι αυτή φωτιά. Η Νάντια δεν μπορούσε να εξηγήσει που οφειλόταν αυτός ο έντονος πόθος που ένιωθε μέσα της παρόλο το ξύλο που είχε φάει. Τα ζουμιά του μουνιού της συνέχιζαν να τρέχουν πάνω στα μουνόχειλά της και τα μπούτια της. Το βλέμμα της είχε γίνει θολό όπως και το μυαλό της. Λίγο ακόμη αν διαρκούσε αυτό το μαρτύριο ήταν σίγουρη ότι θα έχανε τα λογικά της και θα χρειαζόταν φρενοκομείο.

Η Νάντια προσπαθούσε να βρει κουράγιο ν' αντέξει. Που να το βρει όμως αφού μαζί με το σώμα της είχε καταρρακωθεί και το ηθικό της; Απ' την κορυφή ως τα νύχια το κορμί της είχε χαραχτεί απ' τις απανωτές βουρδουλιές και μάλιστα σε ορισμένα σημεία είχε αρχίσει να τρέχει κι αίμα. Κάθε λίγο βογκούσε και τσίριζε απ' τον πόνο. Το κορμί της είχε κατακοκκινίσει και είχε πάρει φωτιά. Ο Μπίλυ όμως απ' ότι έδειχνε, δεν είχε σκοπό να σταματήσει.

Τώρα οι περισσότερες βουρδουλιές του χτυπούσαν τα κωλομέρια της. Η Νάντια προσπαθούσε να σφίξει τα κωλοβάρδουλα της μήπως και αποφύγει τον πόνο αλλά ήταν άδικος κόπος. Κατά βάθος εκείνο που ήθελε να προστατέψει περισσότερο ήταν η τραυματισμένη κωλοτρυπίδα της που είχε φαρδύνει και γδαρθεί απ' τη σωλήνα που της είχε χώσει ο βασανιστής της. Οι ώμοι της κόντευαν να εξαρθρωθούν τελείως αφού επί τόσες ώρες συγκρατούσαν πάνω τους όλο το βάρος του σώματός της. Η Νάντια ήξερε ότι έπρεπε να κάνει την καρδιά της πέτρα αν ήθελε ν' αντέξει και να βγει από κει μέσα ζωντανή που να έβρισκε όμως το κουράγιο να το κάνει;

Κάποια στιγμή προσπάθησε να χαλαρώσει. Τα κωλομάγουλά της χαλάρωσαν και φάνηκε η τρυφερή κωλοτρυπίδα της. Αυτό περίμενε κι ο Μπίλυ, κατέβασε με δύναμη το μαστίγιό του και της χτύπησε αλύπητα την απροστάτευτη κωλοτρυπίδα της. Η Νάντια πόνεσε τόσο πολύ που νόμισε ότι της έχωσαν κανένα παλούκι στον κώλο. Άρχισε λοιπόν να τινάζεται απελπισμένα και να ουρλιάζει σαν το σκυλί που του πάτησαν την ουρά. Ο Μπίλυ συνέχισε να τη χτυπάει με το μαστίγιο σημαδεύοντας σωστά για να πετύχει την κωλοτρυπίδα της, και μέχρι στιγμής τα κατάφερνε τέλεια.

Στο μεταξύ με τις κινήσεις που έκανε για να γλιτώσει απ' τα χτυπήματά του, κουνούσε τις βυζάρες της. Ο Μπίλυ τις έβλεπε λαίμαργα και φούντωνε όλο και πιο πολύ ο πόθος του. Κάποια στιγμή η μούνα της άρχισε να κάνει συσπάσεις και τα μουνοζουμιά της κύλησαν έξω απ' τα μουνόχειλα, τα μούσκεψαν και έβρεξαν και τα μπούτια της.

Ο Μπίλυ σταμάτησε το μαστίγωμα και με μια απότομη κίνηση της έχωσε τη λαβή του μαστίγιου του μέσα στην πονεμένη κωλοτρυπίδα της. Η Νάντια νόμισε ότι ο Μπίλυ της έχωσε και πάλι το μεταλλικό ρύγχος της σωλήνας του νερού και την έπιασε πανικός. Νόμισε ότι είχε έρθει πάλι η στιγμή εκείνη που θα της έκανε εκείνο το φριχτό κλύσμα.

Σφίχτηκε για ν' αποφύγει το φύτεμα του μαστίγιου στον κώλο της, αλλά οι προσπάθειές της δεν έφεραν αποτέλεσμα. Με αυτή την τελευταία του κίνηση η Νάντια δεν ήξερε πλέον τι να υποθέσει. Δεν ήξερε από που έπρεπε να περιμένει το επόμενο γαμήσι. Απ' το μουνί άραγε ή μήπως απ' τον κώλο;

Ο Μπίλυ άρχισε να κουνάει πίσω μπρος το μαστίγιό του και να της χώνει τη λαβή του μέσα στην κωλοτρυπίδα. Πότε-πότε τη στριφογυρνούσε κι η Νάντια έσκουζε απ' τον πόνο. Η κωλοτρυπίδα της άνοιγε διαρκώς και γδερνόταν καθώς η λαβή του μαστιγίου ήταν ξύλινη κι είχε πάνω της κάποιες άγριες προεξοχές. Όταν της τραβούσε το μαστίγιο προς τα έξω νόμιζε ότι η λαβή θα έπαιρνε μαζί της και το κρεάτινο δαχτυλίδι της κωλοτρυπίδας της αφού είχε σφιχτεί γύρω της σαν τανάλια.

Κάποια στιγμή ο Μπίλυ τράβηξε απότομα τη λαβή του μαστιγίου του απ' την κωλοτρυπίδα της και την έκανε να βογκήξει απ' τον πόνο. Η Νάντια εκτός απ' τον πόνο ένιωσε κι ένα κενό σε κείνη την τρύπα της, ένα κενό που δεν της άρεσε καθόλου. Κατά βάθος της άρεσε που είχε αυτό το σκληρό ματσούκι στην κωλοτρυπίδα της.

"Σε παρακαλώ! Σταμάτα! • Όχι άλλα βασανιστήρια. Δεν με λυπάσαι;"

"Ν' αφήσεις τις μαλακίες κατά μέρος γιατί αυτά σε μένα δεν περνάνε. Μη μου πεις ότι δεν γουστάρεις μωρή καριόλα να έχεις ένα ματσούκι στον κώλο σου!"

"Όχι! Καθόλου! Δεν θέλω να μου βάλεις από πίσω τίποτα", διαμαρτυρόταν η Νάντια.

Ο Μπίλυ έσυρε το σκαμνί των βασανιστηρίων κοντά της και προσπάθησε να το βάλει κάτω απ' τα πόδια της για να στηρίζεται. Οι μυτερές βελόνες και τα σύρματα της έγδαραν και πάλι τον κώλο. Το μουνί της σφίχτηκε και με αυτό Το σφίξιμο άρχισαν να στάζουν έξω Τα ζουμιά του. Ο Μπίλυ την πλησίασε από μπρος, της άνοιξε τα μπούτια διάπλατα και χωρίς καθυστέρηση της κάρφωσε στη μούνα της τον πούτσο του. Η Νάντια κατάλαβε ότι ήρθε πλέον η ώρα για το άγριο γαμήσι που περίμενε.

"Και τώρα μανάρι μου απόλαυσε την ψωλάρα μου", της είπε χαχανίζοντας.

Ο Μπίλυ άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα της και την έκανε να βογκάει από ηδονή. Όμως η Νάντια είχε πέσει έξω στις προβλέψεις της. Ο Μπίλυ, αφού μούσκεψε την πουτσάρα του την έβγαλε απ το μουνί της και άρχισε να τρίβει το μουσκεμένο του πουτσοκέφαλο πάνω στην τραυματισμένη της κωλοτρυπίδα. Τώρα η Νάντια κατάλαβε τα σχέδιά του. Ο άγριος αυτός γαμιάς της ετοιμαζόταν να της καρφώσει την καραπουτσακλάρα του μέσα στην κωλοτρυπίδα. Αμέσως ένιωσε ανατριχίλες σ' ολόκληρο το κορμί της. Για μια ακόμη φορά βλαστήμησε την ώρα και τη στιγμή που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά του και ήρθε να τον βρει στην καλύβα της ακολασίας και των βασανιστριών.

Η Νάντια είχε δει πόσο χοντρή και μακριά ήταν η ψωλή του και άρχισε από τώρα να τρέμει με την ιδέα ότι αυτό το παλαμάρι θα της χωνόταν στον κώλο. Ο Μπίλυ στο μεταξύ γλεντούσε αυτό το κωλοτρυπιδομασάζ όσο τίποτε άλλο. Το γυαλιστερό του πουτσοκέφαλο είχε τεντώσει τόσο πολύ που ήταν έτοιμο να σκάσει απ' την καύλα. Φαντάσου τι θα γινόταν αν δοκίμαζε να της το φυτέψει μέσα στη στενή της κωλοτρυπίδα!

"Και τώρα μωρή ξεκωλιάρα θα νιώσεις την πουτσάρα μου στον πάτο του κώλου σου. Πρόσεξε μόνο μη μου τη σκατώσεις γιατί τη γάμησες!"

"Όχι! Όχι από πίσω. θα με ξεσκίσεις!"

Ο Μπίλυ όμως δεν κώλωνε. Άρχισε να σπρώχνει το πουτσοκέφαλό του με δύναμη πάνω στο κρεάτινο δαχτυλίδι του κώλου της το οποίο δεν ήθελε και πολλά-πολλά ζόρια για ν' ανοίξει αφού είχε γίνει προηγουμένως η κατάλληλη προεργασία με τη σωλήνα του νερού.

Η Νάντια έτρεμε ολόκληρη. Αυτό το παλαμάρι απειλούσε να την ξεσκίσει και να της δώσει την κωλοτρυπίδα στο χέρι. Ήξερε όμως ότι ο Μπίλυ ήταν τόσο άγριος και βίαιος που δεν επρόκειτο να λυγίσει απ' τα παρακαλετά της. Γι' αυτό έσφιξε τα δόντια κι αποφάσισε να παίξει για μια ακόμα φορά το βρώμικο αυτό ερωτικό παιχνίδι του Μπίλυ.

Συνεχίζεται….