Λαίμαργοι και παθιασμένοι

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Το τελευταίο διάστημα είχα αποσυρθεί από την «ενεργό δράση» μιας και δεν είχε τύχει κάτι τόσο ενδιαφέρον ώστε να μπω στη διαδικασία να απατήσω (για μια ακόμη φορά) τη γυναίκα μου.

Είμαι παντρεμένος αλλά δεν λέω ποτέ όχι σε όμορφες προκλήσεις, που αν θέλετε τη γνώμη μου, είναι και αυτές που εν τέλει μας κρατάνε ζωντανούς.

Στο προκείμενο τώρα, να σας αφηγηθώ την εμπειρία μου.
Αυτή λοιπόν συνέβη πριν από τρεις μέρες, το Σάββατο. Είχα πάει στη βάπτιση της κόρης της πρώτης μου ξαδέλφης και εκεί ήταν που ξεκίνησε η αμαρτία. Στον οίκο του Θεού.

Όπως καθόμουν στην καρέκλα μου περιμένοντας υπομονετικά ο παπάς να βουτήξει τη μπέμπα και να πάμε να φύγουμε, το βλέμμα μου έπεσε σε μια υπέροχη παρουσία. Ξανθό μαλλί, αδύνατη, τρομερό κορμί, κανονικό προς το μικρό στήθος και ένα ζευγάρι καστανοπράσινα μάτια που με αφήνιασαν.

Από τη στιγμή που την είδα, το βλέμμα μου καρφώθηκε πάνω της. Σε λογικά πλαίσια δηλαδή αφού ήμουν μετά της συζύγου κι εκείνη επίσης. Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια των πολλών «τυχαίων» ματιών μας διέκρινα ένα ήπιο χαμογελάκι που μου έδωσε το μήνυμα πως κάτι καλό τρέχει.

Για να μην πολυλογώ η κατάσταση κύλησε έτσι. Η μπέμπα βαφτίστηκε (να σου ζήσει ξαδερφούλα) και όλοι μπήκαμε στη σειρά να χαιρετήσουμε. Εγώ με διάφορους τρόπους κατάφερα και βρεθήκαμε δίπλα, δίπλα στην ουρά. Και εκεί άρχισε το παιχνίδι να παίρνει άλλη τροπή.

-    «Γεια σου πως είσαι;»

Με ρώτησε ξαφνιάζοντας με και μαζί με εμένα τη γυναίκα μου και μαζί και τον άνδρα της!!!

-    «Καλά βρε! Δε με θυμάσαι καθόλου;»

Εκεί κόμπιασα.

-    «Να πω ότι θυμάμαι, ψέματα θα πω…»

Της απάντησα κάνοντας παράλληλα ένα μανιώδες σκανάρισμα του μυαλού μου μήπως και θυμηθώ από πού ήξερα το θείο βρέφος.
Εξυπακούεται πως η γυναίκα μου και ο άνδρας της είχαν ένα εκνευρισμένο βλέμμα του στυλ «καλά εδώ βρήκαν να τα πούνε οι παλιοί γκόμενοι;»

-    «Καλά μην το βασανίζουμε» συνέχισε, « Είμαι η Μαρία και μεγαλώσαμε μαζί στην ίδια γειτονιά. Καλά δεν θυμάσαι τίποτα»;

Εκεί που ήρθε η έκλαμψη. Η Μαρία ήταν ένα κοριτσάκι συνομήλικο μου (29) με το οποίο παίζαμε κρυφτό τα μήλα και άλλα όμορφα παιχνιδάκια μέχρι που στα 13 της μετακόμισε λόγω αγοράς δικού τους σπιτιού. Που να συνδέσω λοιπόν ο άνθρωπος τη γυναικάρα που είχα δίπλα μου με το μυξιάρικο που μια ζωή με έλεγε ζαβολιάρη.

Ε, όπως καταλαβαίνετε αρχίσαμε τα χαμόγελα ατάκες του στυλ «άστα ρε Μαρία μεγαλώσαμε», «από εδώ ο άντρας μου», «από εδώ η γυναίκα μου» και τέτοιες χαζομάρες «να δώσεις πολλά χαιρετίσματα στο μπαμπά σου που με κυνήγαγε επειδή του ξεσήκωνα την κόρη» και τέτοια… χαριτωμένα.

Ηρέμησαν και οι σύζυγοι και όλα πήραν το δρόμο τους. Εκεί λοιπόν εγώ έχασα τις ελπίδες μου για «παιχνίδι» αφού πίστεψα πως οι ματιές και τα χαμόγελα ήταν στο πλαίσιο το reunion και όχι κάτι άλλο. Μέχρι που η Μαρία μας ρώτησε αν θα πάμε στο τραπέζι. Εκεί εγώ τσίμπησα αμέσως και είπα πως ψιλοβαριόμαστε αλλά θα πάμε γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά.

Πήγαμε λοιπόν στην ταβέρνα, καθίσαμε σε διπλανά τραπέζια και το πράγμα ηρέμησε. Εγώ όμως έβραζα. Άσε που η ιδέα της μεταμορφωμένης παιδικής μου φίλης σε απόλυτο φονικό όπλο με είχε τρελάνει.

Κάποια στιγμή λοιπόν την είδα που σηκώθηκε και χόρευε με τα ξαδέρφια μου. Εγώ έβραζα! Δεν ήξερα τι να κάνω για να πάω να κολλήσω, μέχρι που ο καλός Θεός (παράδοξο αλλά όποτε είναι να κάνω αμαρτίες, ο καλός θεούλης βάζει το χεράκι του) έστειλε τον πρώτο μου ξάδερφο, τύπο από αυτούς που στο γλέντι παίρνει σβάρνα τα τραπέζια και σηκώνει κόσμο και αρχίζει να με τραβάει. «Βρε δε θέλω». έλεγα εγώ τώρα «βρε σήκω» έλεγε εκείνος. Τι να κάνω κι εγώ σηκώθηκα. Μη στενοχωρήσω και τον ξάδερφο. Χιχιχι!

Περιττό να σας πω πως, τυχαία βρέθηκα δίπλα από τη Μαρία. Με τα μάτια των συζύγων καρφωμένα πάνω μας όμως λίγα μπορούσαν να συμβούν. Έτσι πήρα τη μεγάλη απόφαση.

-    «Πως θα γίνει να βρεθούμε να πούμε τα παλιά, χωρίς συζύγους;»

Της είπα χαμογελαστά.

-    «Η ξαδέρφη σου έχει το κινητό μου. Ζήτησε της το, της έχω πει»

Απάντησε, και για να μην δώσουμε άλλο στόχο αλλάξαμε παρτενέρ στο χορό και καθίσαμε. Από τότε η μόνη φορά που ξαναμιλήσαμε ήταν όταν φεύγαμε. Τυπικός χαιρετισμός «χαρήκαμε» και τέτοιες χαζομαρούλες. Ούτε να κανονίσουμε για κανένα καφέ, ούτε τίποτα.

Φύγαμε πήγαμε σπίτι, η γυναίκα μου ήρεμη και χαλαρή χωρίς περίεργες ιδέες για την Μαρία και όλα εντάξει.

Την Κυριακή το μεσημέρι, έστειλα ένα sms στην ξαδέρφη:
«Έχεις κάτι για μένα» της έγραψα. Κι εκείνη μου έστειλε το κινητό με κάτι μπινελίκια.
«Κόψτε τις μαλακίες παντρεμένοι άνθρωποι».

Η συνέχεια λίγο έως πολύ αναμενόμενη. Τη Δευτέρα (για να είμαι σίγουρος πως δεν θα γίνει καμιά στραβή το έκανα εργάσιμη ώρα) έστειλα ένα sms στη Μαρία.
«Λοιπόν θα θυμηθούμε τα χρόνια της παιδικής αθωότητας; Ανδρέας» και εκείνη μου απάντησε:
«Πότε θες να μιλήσουμε για τη χαμένη μας αθωότητα; Μαρία!»

Το ραντεβού κλείστηκε στο γραφείο μου όπου μπορώ να κινηθώ εξαιρετικά άνετα. Για ευνόητους λόγους κλείστηκε σε ώρα γραφείου για να μην κινηθούν υποψίες. Έτσι κι έγινε. Ήρθε λίγες ώρες μετά όπως είχαμε συμφωνήσει.

Μόλις άνοιξε η πόρτα και την είδα, κυριολεκτικά έλαμπε. Τα μάτια της φεγγοβόλαγαν! Φορούσε ένα όμορφο τζην όχι πολύ εφαρμοστό, αλλά αρκετά θανατηφόρο σε συνδυασμό με το κορμί της και ένα λευκό πουκάμισο.

-    «Καλώς την παιδική μου φίλη!»

Της είπα και φιληθήκαμε στο μάγουλο. Καθίσαμε στον καναπέ στο γραφείο μου και αφού ξεμπερδέψαμε με τις μαλακίες του στυλ «τι να κεράσουμε και τέτοια» μπήκαμε στο ψητό.

Όση ώρα μιλούσαμε, τα μάτια μας ήταν καρφωμένα. Κοιτιόμασταν βαθιά και γενικά είχε δημιουργηθεί μια υπέροχη ατμόσφαιρα. Ο διάλογος που σας μεταφέρω είναι ενδεικτικός:

-    «Καλά, όταν μου μίλησες η γυναίκα μου τρελάθηκε. Νόμιζε πως έκανα πως δεν σε ξέρω, λόγω παλιάς φάσης»

-    «Και ο άντρας μου δεν πήγε πίσω. Όταν σου μίλησα έμεινε μαλάκας»

-    «Εγώ να δεις τι έπαθα όταν διαπίστωσα πως η κούκλα που κάρφωνα στην εκκλησία ήταν μια παιδική μου φίλη»

-    «Έλα τώρα… υπερβολές»

-    «Κρίνοντας πλέον εκ των υστέρων θεωρώ πως η μετακόμιση σας τελικά μου στέρησε πολλά»

-    «Ποτέ δεν είναι αργά…»

Εκεί έπεσε σιγή…
Ειλικρινά σας λέω κόμπλαρα. Σκέψεις έτρεχαν στο μυαλό μου καταιγιστικά. «Τώρα ζω εγώ αυτό; Είμαι και φλερτάρω με την παιδική μου φίλη που έχει μεταμορφωθεί σε άγγελο που μου την πέφτει; Τι γίνεται εδώ;»

Όλα συνέβαιναν πολύ γρήγορα. Τα δευτερόλεπτα έτρεχαν, η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα. Είχα σαστίσει. Ήμουν στη φάση που έπρεπε να κάνω κάτι να προχωρήσω αλλά ένιωθα σαν εφηβάκι που δεν ξέρει πώς να ρίξει το κορίτσι.

Τελικά χρησιμοποίησα την παρορμητικότητα μου. Την πλησίασα και χωρίς να πω λέξη άγγιξα τα χείλια της. Εκείνη ήρθε πιο κοντά και αφού οι ματιές μας άρχισαν να φωνάζουν την επιθυμία τους, ήρθε η σειρά των χειλιών μας. Φιληθήκαμε γλυκά πολύ γλυκά σαν ερωτευμένο ζευγαράκι. Όσο περνούσε η ώρα, το πάθος γινόταν πιο έντονο, πιο δυνατό το φιλί πιο έντονο παιχνίδι με τη γλώσσα.

Ήρθαμε πιο κοντά και όπως καθόμασταν στον καναπέ, εκείνη ήρθε και κάθισε πάνω μου. Το καυλί μου είχε πετρώσει εκείνη το ένιωθε και τριβόταν πάνω μου. Λαίμαργη, ερεθισμένη γινόταν όλο και πιο πιεστική. Εγώ τη φίλαγα παθιασμένα. Ήταν σαν να κάναμε σεξ αλλά φορούσαμε ρούχα.

Κατέβηκα στο λαιμό της. Τα χέρια μου άρχισαν να ξεκουμπώνουν το πουκάμισο της. Άγγιξα το στήθος της. Οι ρώγες της ήταν υπέροχες. Είχαν σφίξει και τα αγγίγματα μου έκαναν πιο βαριά την αναπνοή της. Τα πνιχτά βογγητά της με συνεπήραν. Ήθελα να τη νιώσω… να μπω μέσα της βαθιά… να της κάνω έρωτα, να κάνουμε σεξ, να γαμηθούμε.

Όσο περνούσε η ώρα η επιθυμία με κυρίευε. Πλέον δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα. Ήμουν παραδομένος στο πάθος στην επιθυμία.

-    «Σε θέλω…» της ψέλλισα με την αναπνοή μου να με πνίγει.

-    «Κι εγώ μωρό μου αλλά δεν γίνεται τώρα. Τεχνικός λόγος»

Μου απάντησε και συνέχισε να τρίβεται πάνω μου παθιασμένα. Εγώ τα είχα δει όλα. Είχα αλλάξει διάσταση… ήμουν αλλού… ταξίδευα.

Μου άνοιξε το πουκάμισο και άρχισε να μου γλύφει το στήθος. Δεν έμεινε όμως πολύ. Κατέβηκε πιο χαμηλά. Άρχισε να δαγκώνει το διογκωμένο πούτσο μου πάνω από το παντελόνι. Ήθελα να απελευθερωθώ. Ήταν μαρτύριο. Είχα γίνει σκληρός σαν να ξαναζούσα τις τρελές εφηβικές καύλες. Μόνο πόθο μόνο επιθυμία τίποτα άλλο. Σύντομα η ζώνη του παντελονιού είχε λυθεί και το εργαλείο μου βρισκόταν στα καυτά της χέρια. Το τρόμπαρε με δύναμη χάιδευε τα αρχίδια μου και ταυτόχρονα τα έγλυφε.

Ξαφνικά, κατεβάζει όλο το πετσάκι μου κάτω απελευθερώνοντας το κατακόκκινο πρησμένο πουτσοκέφαλο μου και έχωσε όσο χώραγε από τους 19 πόντους μου μέσα στο στόμα της. Έκαιγε… ήταν υπέροχη! Έγλυφε με μανία… δεν μπορούσα να ανασάνω. Παρακαλούσα να κρατηθώ κι άλλο, δεν ήθελα να τελειώσει αυτό αλλά η ένταση ήταν τέτοια που δεν άργησα να απελευθερώσω ένα καυτό πίδακα σπέρματος μέσα στο στόμα της.

Αυτή δεν σταμάτησε καθόλου. Ρούφαγε και κατάπινε. Εγώ σπαρτάραγα σαν ψάρι. Έτρεμα από την καύλα. Εκείνη συνέχισε μαλάζοντας παράλληλα τα αρχίδια μου σαν να τους ζητούσε κι άλλο περισσότερο.

Ειλικρινά θόλωσα από την καύλα. Ήταν απίστευτο. Αφού έμεινε για αρκετά λεπτά να γλύφει τον κατακόκκινο πούτσο μου, σηκώθηκε και συνεχίσαμε να φιλιόμαστε με πάθος.

Πρώτη φορά έκανα τόσο έντονο σεξ χωρίς καν να ακουμπήσω μουνάκι.

Κανονίσαμε να βρεθούμε μέσα στις επόμενες ημέρες όταν κι εκείνη «τεχνικά» θα είναι έτοιμη. Ειλικρινά δεν ξέρω τι να περιμένω μετά από τέτοια φάση. Αν ένα χαμούρεμα με πίπα με τρέλανε τόσο, τι θα γίνει όταν μπω βαθιά μέσα της;

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")