Βίτσια στην κατασκήνωση κοριτσιών (6ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Κάποια στιγμή είδε τον Μπίλυ να κατεβάζει το σορτσάκι και το σλιπάκι του και με το ένα του χέρι είδε ότι έπαιζε με το καυλί του. Η Νάντια τρόμαξε. Τα μάτια της άρχισαν να πλημμυρίζουν από δάκρυα.

Αμέσως μετά άπλωσε το χέρι του, άνοιξε τη βρύση στην οποία ήταν δεμένο το λάστιχο κι αμέσως ένα δυνατό ποτάμι από κρύο νερό άρχισε να πλημμυρίζει έξω από τις κόγχες Τους. Η πίεση του νερού ήταν τέτοια που νόμιζε ότι θα της ξέσκιζε τα έντερα.

"Γουστάρεις μανάρι μου κλύσμα; Μήπως θες να δώσω περισσότερη ένταση;"

Η Νάντια δεν μπορούσε να βγάλει λέξη. Προτίμησε να κουνήσει απότομα το κεφάλι της για να πει όχι.

Ο Μπίλυ νευρίασε που δεν του απάντησε και αφού την άρπαξε δυνατά απ τα μαλλιά της τα τράβηξε προς τα πίσω λες κι ήθελε να της τα ξεριζώσει.

"Μη μου κάνεις την παρθένα! Ξέρω πολύ καλά ότι γουστάρεις" Της είπε.

Μετά γύρισε έναν άλλο διακόπτη κι αύξησε τη ταχύτητα περιστροφής του δονητή μέσα στο μουνί της. Η Νάντια τινάχτηκε σαν να της έστειλε ρεύμα μέσα στο κορμί της.

"Έχε υπόψη σου μωρή καριόλα ότι εγώ δε παίζω. Αν θες να βγεις από δω μέσα ζωντανή, ότι θα σε ρωτάω κάτι θα πρέπει να μου απαντάς!", είπε αγριεμένος,

Η Νάντια τα είχε τελείως χαμένα. Εκείνο που είχε καταλάβει πολύ καλά ήταν ότι ο Μπίλυ ήταν αποφασισμένος να τη βασανίσει κι άλλο αν δεν δεχόταν να παίξει το βρώμικο αυτό παιχνίδι του.

Από κάποια στιγμή και μετά η Νάντια ένιωσε τα σωθικά της να φουσκώνουν τόσο πολύ απ' το νερό που νόμιζε ότι θα έσκαγαν. Πονούσε αφόρητα. Το κορμί της ολόκληρο είχε λουστεί από ιδρώτα. Φοβ όταν ότι αυτό το πρωτότυπο κλύσμα θα της έκανε κάποιο σοβαρό κακό που θα την έκανε να σέρνεται στα νοσοκομεία μέχρι να γεράσει. Άρχισε να κλαίει μήπως και μεταπείσει τον Μπίλυ να σταματήσει αυτό το μαρτύριο. Εκείνος όμως όχι μόνο δεν συγκινιόταν καθόλου αλλά αντίθετα γούσταρε να τη βλέπει να πονάει και να χτυπιέται πάνω σε κείνο το σκαμνί των βασανιστηρίων. Κάποια στιγμή μάλιστα αύξησε την ταχύτητα περιστροφής του δονητή μέσα στο μουνί της και απείλησε να της το κάνει πηγάδι.

"Σε παρακαλώ, σταμάτα! Δε με λυπάσαι; Τι σου έκανα και με βασανίζεις;"

Στο μεταξύ μαζί με τον πόνο που ένιωθε στο μουνί της ένιωθε και ένα περίεργο συναίσθημα. Είχε φουντώσει, τα μουνόχειλά της είχαν κατακοκκινίσει και τη γαργαλούσαν φοβερά και η κλειτορίδα της είχε πρηστεί Τόσο που κόντευε να γίνει σε μέγεθος σαν μπαλάκι του πινγκ-πονγκ. Από κάποια στιγμή και μετά, τα μουνόχειλά της άρχισαν να σφίγγονται σαν τανάλια γύρω απ' το καουτσουκένιο καυλί που είχε φυτευτεί μέσα της.

"Αν δεν ακολουθήσεις τις συμβουλές μου, κακό του κεφαλιού σου!", της είπε αγριεμένος ο Μπίλυ.

Η Νάντια προσπάθησε να συμμορφωθεί. Όσο όμως κι αν προσπαθούσε της ήταν αδύνατο να δεχθεί όλα αυτά τα βασανιστήρια και μάλιστα αγόγγυστα. Η σωλήνα που ήταν χωμένη στην κωλοτρυπίδα της συνέχιζε να τη γεμίζει με νερό, τα έντερά της τεντώνονταν όλο και πιο πολύ κι ο καταραμένος εκείνος δονητής κόντευε να της λειώσει το εσωτερικό του μουνιού της. Κάποια στιγμή προσπάθησε ν' ανασηκωθεί για να βγει κάπως ο δονητής απ' το μουνί της. Μόλις τον έβγαλε, ένιωσε ένα ανησυχητικό κενό μέσα της. Αμέσως μετά ξανακάθισε γιατί τώρα καταλάβαινε ότι της άρεσε καλύτερα να τον έχει μέσα της παρά να τον έχει βγαλμένο. Στο μεταξύ μέσα στη ζαλάδα της άρχισε να ξεχνάει τους πόνους και να σκέφτεται περισσότερο την ηδονή και την καύλα που είχε φουντώσει υπερβολικά μέσα της. Η Νάντια κάθισε με δύναμη πάνω στην πλαστική καυλάρα κι άφησε ένα δυνατό βογκητό ικανοποίησης.

Μετά έκλεισε τα μάτια της κι άφησε τη μύτη της να μυρίζει το αρρενωπό άρωμα των αρχιδιών και της πούτσας του Μπίλυ που ήταν κοντά της και βαρούσε μαλακία για πάρτη της. Κάποια στιγμή πέρασε απ' το μυαλό της να του ζητήσει εκείνη να του πάρει ένα σωστό τσιμπούκι, αλλά μετά συγκρατήθηκε, το σκέφτηκε καλύτερα και δεν του είπε τίποτα.

Πριν προλάβει όμως να διώξει απ' το μυαλό αυτή τη σκέψη της, κι ενώ ακόμη τα μάτια της ήταν κλειστά, ένιωσε το καυτερό πούτσοκέφαλο του να ακουμπάει πάνω στα βελούδινα χείλια της. Χωρίς καθυστέρηση άνοιξε τα μάτια της, άνοιξε το στόμα της και με μια απότομη κίνηση προς τα μπρος πήρε το μισό σχεδόν απ' το χοντρό παλαμάρι του που ήταν στημένο σαν κοντάρι σημαίας μπροστά της.

"Αυτή είναι! Πάρε μου τον πούτσο μέσα. Βλέπω αρχίζεις και μαθαίνεις. Ρούφα το, γλύφτον, είναι όλος δικός σου. Αν μου κάνεις σωστή δουλειά σου δίνω το λόγο μου ότι θα σου κάνω το καλύτερο γαμήσι της ζωής σου".

Η Νάντια τον άκουγε αλλά δεν έδινε σημασία. Όλη αυτή η ταλαιπωρία την είχε κουράσει και σχεδόν την είχε υπνωτίσει. Από κάποια στιγμή και μετά την είχε μετατρέψει σε μια υπάκουη σκλάβα του. Η Νάντια άρχισε να παίζει με το πούτσοκέφαλό του που άλλοτε το έγλειφε κι άλλοτε το ρουφούσε σαν να ήταν πιπίλα. Στο μεταξύ ο δονητής συνέχιζε να της οργώνει τη μούνα και η πλαστική σωλήνα να στέλνει κι άλλο νερό μέσα στον κώλο της. Τώρα όλα αυτά αντί να τα σιχαίνεται και να τα φοβάται άρχισε να τα γουστάρει. Λίγο αργότερα άρχισε να κουνάει το κορμί της πάνω κάτω και να τρίβει τη ερεθισμένη της κλειτορίδα και τα φουντωμένα τη μουνόχειλα πάνω στο σκληρό ματσούκι του δονητή.

"Μπράβο κούκλα μου! Βλέπω ότι μπήκες πολύ σύντομα στο νόημα! Γουστάρω!"

Η καύλα της Νάντιας είχε φουντώσει τόσο που την έκανε να πάρει άλλη ζωντάνια μέσα της. Κουνούσε το κορμί της τόσο ζωηρά και καυλιάρικα που θα έλεγε κανείς ότι ήθελε να κάνει το δονητή χύσει απ' την καύλα. Τα ολοστρόγγυλα κωλοβάρδουλά της χοροπηδούσαν σε ξέφρενο ρυθμό και χτυπιούνταν με φανταστική δύναμη πάνω στο σκαμνί των βασανιστηρίων. Η Νάντια είχε φουντώσει τόσο πολύ απ' την καύλα που δεν ήξερε τι έκανε Ήξερε ότι αν συνέχιζε έτσι για λίγο ακόμη δεν αργούσε να χύσει.

Στο μεταξύ ο Μπίλυ της έπιασε το κεφάλι απ' πλάγια με τα δυο του χέρια και με γρήγορες αποφασιστικές κινήσεις της κάρφωνε τον πούτσο του μέσα στο λαρύγγι. Τα βαριά και τριχωτά αρχίδια του χτυπούσαν ρυθμικά πάνω στα χείλια και σαγόνι της και της φούντωναν περισσότερο το πόθο. Η σωλήνα που είχε στον κώλο της είχε φουσκώσει τα έντερά της με νερό και απειλούσε να τα ξεσκίσει. Προσπάθησε να πει στον Μπίλυ κλείσει τη βρύση και να της βγάλει τη σωλήνα απ' την κωλοτρυπίδα. Εκείνος όμως ήταν τόσο πολύ καυλωμένος που δεν έδωσε καμιά απολύτως σημασία. Μόνο όταν άρχισε να τσιρίζει και να βογκάει κατάλαβε τι εννοούσε.


"'Ας τη σωλήνα να κάνει τη δουλειά της. Εσύ κοίτα να μου κάνεις σωστό λαρυγγοτσίμπουκο"

"Σε παρακαλώ, κλείσε το νερό", του είπε ικετευτικά.

"Καλά μωρή καριόλα, θα σου κάνω το χατίρι", της είπε κι έκλεισε τη βρύση.

Η Νάντια ηρέμησε κάπως. Το μουνί της όμως συνέχιζε να το αλέθει ο δονητής που γυρνούσε σε ξέφρενο ρυθμό. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, η Νάντια ένιωθε όλο και μεγαλύτερη φούντωση, πόθο και καύλα μέσα στο τούνελ της ηδονής της. Άρχισε λοιπόν να χοροπηδάει τρελά πάνω στο καουτσουκένιο ματσούκι, να στριφογυρνάει καυλιάρικα τη μέση της και να στέλνει το πούτσοκέφαλο του δονητή να κάνει μασάζ σε κάθε γωνιά του μουνιού της. Στο μεταξύ η γλώσσα της γαργαλούσε κι έγλειφε άτσαλα την πουτσότρυπα του Μπίλυ.

"Μωρή καριόλα, εσύ είσαι κι η πρώτη τσιμπουκογλείφτρα. Όσο καυλί και να σου χώσω στο στόμα, εσύ δεν χορταίνεις", είπε έκπληκτος ο Μπίλυ.

Η γλώσσα της Νάντιας είχε γίνει σωστό μοτεράκι. Περιστρεφόταν γύρω απ' το πουτσοκέφαλο του Μπίλυ με φανταστική ταχύτητα και τον έκανε να φουντώνει όλο και πιο πολύ. Απ' την πουτσότρυπά του άρχισαν να ξεγλιστρούν τα πρώτα του χύσια που τα έγλειφε, τα γεύτηκε και ένιωσε την αλμύρα τους. Ο Μπίλυ συνέχισε να της κρατάει το κεφάλι με τα δυο του χέρια και της έχωνε δυνατά και ρυθμικά το καυλί του μέχρι το λαρύγγι. Η κλειτορίδα της πετούσε φωτιές. Τα μουνόχειλά της είχαν πρηστεί απ' την καύλα και είχαν μουσκέψει άγρια. Κι όμως η Νάντια δεν είχε χορτάσει πούτσο μέσα στο μουνί της και γι αυτό χοροπηδούσε όλο και πιο τρελά πάνω στον περιστρεφόμενο δονητή.

Λεπτό προς λεπτό η καύλα της φούντωνε όλο και πιο πολύ. Ο πόνος κι ο φόβος που ένιωθε πριν λίγη ώρα είχαν ξεπερασθεί και είχαν πλέον αντικατασταθεί από καύλα, ερωτική τρέλα και πόθο. Το κορμί της ανεβοκατέβαινε σε ξέφρενο ρυθμό πάνω στο δονητή, τον έπαιρνε μέσα στο μουνί της μέχρι τον πάτο και τα μουνόχειλα της σφίγγονταν γύρω του σαν ατσάλινες τανάλιες.
Η Νάντια γαμιόταν στο μουνί από ένα πούτσο που ποτέ δεν θα κουραζόταν, ενώ στο στόμα της είχε ένα πραγματικό παλούκι που από στιγμή σε στιγμή και με λίγη καλύτερη περιποίηση θα έχυνε. Ο Μπίλυ φούντωνε όλο και πιο πολύ ενώ τα αρχίδια του είχαν γίνει πεπόνια απ' τα χύσια που είχαν μαζέψει μέσα τους. Κάποια στιγμή ο Μπίλυ τράβηξε όλο το καυλί του απ' το στόμα της και την άφησε άναυδη κι ανικανοποίητη.

"Και τώρα θ αρχίσει το δεύτερο ημίχρονο" της είπε.

Γύρισε αμέσως το διακόπτη του δονητή σε μεγαλύτερη ταχύτητα και κάθισε μπροστά της να δει τις αντιδράσεις της τώρα που το εσωτερικό του μουνιού της γινόταν λίμπα. Η Νάντια άρχισε να βογκάει και να τσιρίζει από ηδονή, πόθο και λίγο πόνο. Το κεφάλι της άρχισε να τινάζεται μπρος πίσω με δύναμη λες κι είχε περάσει απ' το σώμα της ηλεκτρικό ρεύμα. Ο Μπίλυ με το ένα του χέρι έπαιζε την πούτσα του και με το άλλο κρατούσε το διακόπτη του δονητή και αυξομείωνε συνέχεια την ταχύτητα περιστροφής του. Η Νάντια κουνιόταν σαν νευρόσπαστο. Ούτε κι αυτή δεν ήξερε τι έκανε. Εκείνος καθόταν και την απολάμβανε καθώς η καύλα της κόντευε να την τρελάνει.

Η γλώσσα της απ' τα χείλια, τα μάτια της είχαν αλληθωρίσει, ενώ ολόκληρο το κορμί της έτρεμε καθώς χοροπηδούσε ξέφρενα πάνω στο δονητή. Ο πάτος της μήτρας της είχε πάρει φωτιά.

Η Νάντια άρχισε να χύνει απανωτές φορές, τα μουνόχειλά της να μουσκεύουν άγρια με τα μουνοζούμια της, ενώ τα βογκητά της καύλας της δεν έλεγαν ούτε στιγμή να σταματήσουν. Το ένα κύμα οργασμού διαδεχόταν το άλλο κι η καύλα της δεν έλεγε να σταματήσει ο δονητής της είχε οργώσει βαθιά τη μούνα της και την είχε φαρδύνει τουλάχιστον δέκα πόντους.

"Νομίζω ότι έχυσες αρκετά", είπε κάποια στιγμή ο Μπίλυ.

Αμέσως μετά της έλυσε χέρια και πόδια, της έβγαλε τη σωλήνα απ' την κωλοτρυπίδα και την ξάπλωσε με δύναμη στο πάτωμα. Η Νάντια συνέχιζε να τσιρίζει, να βογκάει και να ουρλιάζει από καύλα, ενώ τα μουνόχειλά της έσταζαν τα μέλια τους και μούσκευαν τα μπούτια της και το πάτωμα. Ο Μπίλυ έγειρε από πάνω της και την άρχισε στα δυνατά σκαμπίλια για να τη συνεφέρει.

Η Νάντια συνήρθε κάπως αλλά η καύλα της δεν είχε σβήσει τελείως. Στο μεταξύ ο Μπίλυ ήταν καυλωμένος άτσαλα κι ήθελε να χύσει γιατί τ' αρχίδια του κόντευαν να σπάσουν απ' τα χύσια που είχαν φορτώσει μέσα τους. Μετά της άνοιξε βίαια τα μπούτια και χωρίς καθυστέρηση της φύτεψε μέχρι τον πάτο του μουνιού της την γιγάντια κι ατσάλινη απ' την καύλα ψωλάρα του. Η Νάντια βόγκηξε απ' τον πόνο. Ο Μπίλυ άρχισε να την ξεμουνιάζει με ξέφρενο ρυθμό και να μπαινοβγαίνει μέσα της σαν πιστόνι. Η μούνα της Νάντιας είχε γίνει σουρωτήρι. Το πουτσοκέφαλό του χτυπούσε συνέχεια στον πάτο της μήτρας της και κάθε χτύπημα η Νάντια το ένιωθε σαν μαχαιριά στο χιλιοταλαιπωρημένο και βασανισμένο μουνί της.

Η καύλα της άρχισε και πάλι να φουντώνει. Τα μουνόχειλά της σφίχτηκαν γερά γύρω απ' το παλούκι της πουτσάρας του και ταυτόχρονα άπλωσε τα χέρια της και του έγδερνε με τα νύχια της την πλάτη του. Την ίδια στιγμή οι κατσαρές ψωλότριχές του της έκαναν ένα πολύ δυνατό μασάζ  πάνω στην φουσκωμένη απ' την καύλα κλειτορίδα της και την έκαναν να τρελαίνεται περισσότερο. ο Μπίλυ συνέχισε να τη γαμάει τόσο άγρια που θα έλεγε κανείς ότι ήθελε να την ξεμουνιάσει και να της δώσει το μουνί στο χέρι.

"Έλα μωρή ψωλού! Χύσε κι εσύ μαζί μου!" της είπε κάποια στιγμή με πνιχτή φωνή.

Ο Μπίλυ μπαινόβγαινε μέσα της με φανταστική ταχύτητα κι η Νάντια κόντευε να μείνει απ' την μεγάλη έκπληξη που δοκίμαζε. Δεν περίμενε ποτέ να δει τόσο βαρβάτο άντρα που ν' αντέχει τόσο πολύ και να γαμάει τόσο άγρια. Τα μουνόχειλά της είχαν σφιχτεί πάνω στο καυλί του σαν τις δαγκάνες του κάβουρα και απειλούσαν να του τον κόψουν.

Χωρίς να το καταλάβει και η ίδια άρχισε και πάλι να χύνει, να χύνει. να χύνει και να πλημμυρίζει τον τόπο με τα μουνοζούμια της. Ταυτόχρονα ο Μπίλυ της έγλειφε τις βυζόρωγες, τις δάγκωνε και τις ρουφούσε με τέτοια λύσσα που η Νάντια νόμιζε ότι θα τις έκοβε. Η Νάντια άρχισε να ουρλιάζει απ' τον πόνο ενώ το καταξεσκισμένο της μουνί συνέχιζε ν' ανοιγοκλείνει απότομα και να χύνει ασταμάτητα. Ο Μπίλυ συνέχισε για λίγο ακόμη και μετά έβγαλε το γιγάντιο παλαμάρι του απ' το μουνί της. Έσταζε απ' τα ζουμιά της μούνας της κι ήταν κατακόκκινο και γυαλιστερό σαν λουστρίνι. Η Νάντια ένιωσε μέσα στη μούνα της ένα δυσαναπλήρωτο κενό αλλά παρόλα αυτά συνέχισε να χύνει απελπιστικά. Ο Μπίλυ σηκώθηκε όρθιος, φόρεσε το σλιπάκι και το σορτσάκι του και κάθισε μπροστά της.

"Τι έγινε μανάρι μου;" Απορείς γιατί δεν έχυσα ακόμη; Εκεί μωρή καριόλα, θα σ' αφήσω να χτυπιέσαι! " της είπε χαιρέκακα.

Η Νάντια δεν ήξερε τι της γινόταν. Ο Μπίλυ απομακρύνθηκε ένα λεπτό από κοντά της, πήγε στο παράθυρο, άνοιξε την κουρτίνα και κοίταξε έξω. Η Νάντια βρήκε την ευκαιρία, σηκώθηκε και τρέχοντας προς την πόρτα προσπάθησε να του το σκάσει. Πριν προλάβει όμως να φτάσει στο κατώφλι της καλύβας την άρπαξαν δυνατά δυο στιβαρά χέρια και την έριξαν με δύναμη στο πάτωμα της καλύβας.

Στο μεταξύ απ' έξω ακούστηκαν κάτι στριγκλιές. Ήταν η Μαρία, η φίλη της που είχε έρθει κρυφά να δει που είχε πάει η Νάντια και τώρα έπεσε κι αυτή στα χέρια του Μπίλυ και του Σιντ που παραμόνευε απ' έξω απ' την καλύβα.

"Σιντ, βάλτην στο διπλανό δωμάτιο και θα την περιποιηθούμε κι αυτή όταν θα έρθει η ώρα της" είπε αγριεμένος ο Μπίλυ.

Η Νάντια κατάλαβε ότι η Μαρία θα είχε κι αυτή την ίδια τύχη μ' εκείνην και ξέσπασε σε λυγμούς.

"Πουτάνες, ξεκωλιάρες, ψωλούδες! Καταλάβατε ότι εδώ μυρίζει γαμήσι και τρέξατε όλες σαν παλαβές για να πουτσωθείτε!" είπε ο Μπίλυ δίνοντας ένα γερό χαστούκι στη Νάντια.

"Σε παρακαλώ, μην της κάνετε κακό! Δεν της είπα τίποτα. Δεν ξέρει τίποτα απ όσα μου κάνατε", έλεγε με περίλυπο ύφος και παρακλητικό τόνο στη φωνή της η Νάντια.

"Εσένα θα σε βάλω λιγάκι στην απομόνωση. Τώρα θα αναλάβω αυτή την άλλη καριόλα να δω τι ζητάει τέτοια ώρα σ' αυτά τα μέρη". Είπε ο Μπίλυ.

Η Νάντια ήταν σίγουρη ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα να ξεφύγει ή να γλιτώσει απ' το μαρτύριο τον εαυτό της και τη φίλη της. Ο Μπίλυ άλλωστε δεν είχε τελειώσει μαζί της. Ο Μπίλυ την άρπα ξ ε γερά απ' το χέρι. Την τράβηξε κοντά του και τη είπε μ' ένα πολύ άγριο τρόπο: "Στάσου εδώ και μη τολμήσεις να κάνεις βήμα!".

Τα ουρλιαχτά της Μαρίας είχαν σταματήσει. Η Νάντια υπέθεσε ότι ο Σιντ θα της είχε βουλώσει με κάτι το στόμα στο διπλανό δωμάτιο. Άρχισε λοιπόν ν' ανησυχεί όσο ποτέ άλλοτε για τη φίλη της. Μετά ο Μπίλυ την έπιασε, της έδεσε τα χέρια μ' ένα σχοινί και της τα σήκωσε ψηλά. Την άκρη του σχοινιού την έδεσε από ένα κρίκο στο ταβάνι. Τώρα η Νάντια ήταν κρεμασμένη όρθια με τα χέρια ψηλά ανήμπορη τελείως να αντιδράσει.

Όμως το μαρτύριό της δεν τελείωσε εκεί. Με τη βοήθεια μιας τροχαλίας ο Μπίλυ ανασήκωσε το σώμα της Νάντιας και τώρα ήταν κρεμασμένη απ' το ταβάνι χωρίς ν' ακουμπούν πουθενά τα πόδια της.

Οι ώμοι της άρχισαν να τράβιονται δυνατά απ' το βάρος της και να την πονάνε φριχτά. Τα μάτια της γέμισαν με καυτά δάκρυα που κυλούσαν πάνω στα ξαναμμένα αλλά τρυφερά μάγουλά της. Ο Μπίλυ στάθηκε μπροστά της σαν ένας περήφανος και παντοδύναμος δυνάστης και την κοίταζε ειρωνικά. Η Νάντια ήθελε να πει κάτι αλλά ο πόνος που ένιωθε στους ώμους της, της έκοβε την ανάσα και τη λαλιά.

Τώρα πλέον ήταν τελείως ανήμπορη ν' αντιδράσει. Ένιωθε σαν το σφαχτάρι που ήταν κρεμασμένο στο τσιγκέλι του χασάπη. Ούτε κι αυτή δεν ήξερε που θα κατέληγε αυτή η περιπέτειά της ή πόση ώρα θα πέθαινε μ' αυτό το φριχτό θάνατο μέσα σ' αυτή την καλύβα των βασανιστηρίων και της ακολασίας;

Μετά από κανένα μισάωρο ο Μπίλυ ξαναήρθε στο δωμάτιο που ήταν η Νάντια αλλά το κορμί του έσταζε ολόκληρο από ιδρώτα. Η Νάντια κατάλαβε αμέσως ότι όλη αυτή την ώρα που έλειπε είχε πάει στο διπλανό δωμάτιο και βασάνιζε τη Μαρία, την πιο καλή της φίλη. Ήταν τόσο φουντωμένος, κόκκινος κι αγριεμένος που η Νάντια υπέθεσε ότι θα ξέσπαγε το θυμό του πάνω της μέχρι να βγάλει το άχτι του. Οι βυζάρες της με τις μόνιμα καυλωμένες ρώγες τους είχαν πεταχτεί πάνω στο στήθος της σαν δυο ρουκέτες έτοιμες να εκτοξευτούν.

"Ξέρεις μωρή παλιοκαριόλα τι ζητούσε η φίλη σου εδώ; Ήρθε να φωτογραφίσει εμένα και τον Σιντ για να πάει να μας καρφώσει. Δεν ήξερε όμως με τι πούστηδες είχε να κάνει και γι' αυτό την πάτησε τώρα", είπε αγριεμένος στη Νάντια.

"Τι της κάνατε βρε τέρατα;"

"Αυτό δεν σε αφορά. Το πολύ-πολύ να δεις τα χάλια της και να καταλάβεις μόνη σου. Και Τώρα ήρθε η σειρά σου για να συνεχίσουμε από κει που μείναμε".

Ο Μπίλυ πλησίασε τον τοίχο κι άρχισε να ψάχνει για ένα καλό μαστίγιο. Πότε-πότε γυρνούσε προς το μέρος της, την κοιτούσε που τον έβλεπε έντρομη και χασκογελούσε κατενθουσιασμένος για τα κατορθώματά του. Τελικά πήρε ένα μαστίγιο με μακριές μαύρες πέτσινες λουρίδες και πλησίασε τη Νάντια. Η Νάντια κατάλαβε τι την περίμενε. Αυτό το κτήνος είχε σκοπό να τη μαστιγώσει αλύπητα.

"Όχι! Όχι άλλο ξύλο! Δεν θ' αντέξω!" διαμαρτυρήθηκε η Νάντια εκλιπαρώντας το κτήνος που είχε μπροστά της.

"Σου αξίζει μωρή καριόλα! Αν δεν ήθελες να τις φας, να μην ερχόσουν εδώ πέρα. Τώρα θα πληρώσεις για την περιέργεια και τη μαλακία σου".

Η Νάντια προσπάθησε να τραβηχτεί από κοντά του αλλά ήταν αδύνατο. Εκτός αυτού κάθε κίνησή της ήταν σε βάρος της γιατί οι ώμοι της πονούσαν φριχτά και το σχοινί χάραζε αλύπητα τις σάρκες των καρπών στα χέρια της. Ο Μπίλυ στεκόταν μπροστά της προκλητικά και χτυπούσε ελαφρά το μαστίγιο πάνω στο δεξιό του μπούτι. Την κοιτούσε για να δει τις αντιδράσεις της. Της χαμογελούσε ειρωνικά και την έκανε να τρέμει από αηδία, φόβο και απέχθεια προς το πρόσωπό του. Μετά την πλησίασε, άρχισε να της γαργαλάει τις βυζόρωγές της και να τρίβει τις πέτσινες λουρίδες του μαστίγιου πάνω στα ξεραμένα απ' τον φόβο και την αγωνία χείλια της.

Η Νάντια ανατρίχιασε καθώς σκέφτηκε τι πόνο θα της προκαλούσε αυτό το μαστίγιο αν χτυπούσε με δύναμη πάνω της. Ο Μπίλυ άρχισε να της γαργαλάει τις βυζάρες και σιγά-σιγά κατέβαινε προς το στομάχι και την κοιλιά της. Η Νάντια μάζεψε όλες της τις δυνάμεις και τινάχτηκε απότομα προς τα μπρος. Τα πόδια της χτύπησαν τον Μπίλυ στο στομάχι. Ο Μπίλυ διπλώθηκε, πόνεσε και μετά αφρισμένος απ' το θυμό του σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να τη μαστιγώνει αλύπητα.

"Τώρα θα σου δείξω μωρή καριόλα, τι παθαίνουν οι πουτάνες σαν κι εσένα που τολμούν να χτυπήσουν τον Μπίλυ".

Η Νάντια δεχόταν τη μία μετά την άλλη τις βουρδουλιές που χάραζαν βαθιά τις τρυφερές σάρκες του κορμιού της και βογκούσε πνιχτά.

Συνεχίζεται…