Βίτσια στην κατασκήνωση κοριτσιών (5ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

To e-mail μου είναι το:

"Θεέ μου τι υποκρισία!" έλεγε έντρομη η Νάντια και προσπαθούσε να κλείσει τα μάτια και Το στόμα με τα χέρια της, Στο μεταξύ η Μαρία, η πιο καλή της φίλη, Την αντελήφθη και απορούσε κι αυτή γιατί μιλούσε έτσι η Νάντια.

"Μήπως με ξεγελάνε τα μάτια μου; Όχι! Αποκλείεται, αυτός είναι!"

Η Νάντια είχε δει τον Μπίλυ που είχε έρθει στην κατασκήνωσή Τους και συζητούσε με κάποιες συναδέλφους του ομαδάρχισσες στην κατασκήνωση των κοριτσιών κι εκείνες τον επαινούσαν με τα καλύτερα λόγια για τη δουλειά που έκανε στην κατασκήνωση των αγοριών. Μα είναι δυνατόν; απορούσε η Νάντια. Αυτό το κτήνος να κάνει καλή δουλειά; Αυτό το τέρας που την είχε βιάσει, την είχε χτυπήσει, την είχε ταπεινώσει και βασανίσει; Αυτό το κτήνος που την είχε υποχρεώσει να του γλείφει τον πούτσο και να καταπιεί τα χύσια της ψωλής του ενώ ταυτόχρονα ο συνεργάτης του, ο Σιντ, το άλλο κτήνος τη γαμούσε απ' το μουνί κι έχυνε μέσα στη μήτρα της;

"Νάντια, θα μου πεις τι σου συμβαίνει επιτέλους;" είπε επίμονα η Μαρία.

"Θεέ μου! Θεέ μου!"

Η Νάντια έχασε τα βήματά της, παραπάτησε, σκόνταψε κι έπεσε κάτω. Οι νεανικές και σφριγηλές βυζάρες της ταρακουνήθηκαν μέσα στο αραχνοΰφαντο φανελάκι που Φορούσε ενώ προσπαθούσε να συρθεί πάνω στο έδαφος, ενώ ταυτόχρονα είχε ανατριχιάσει απ' την υποκρισία του Μπίλυ.

"θα μου πεις τι σου συμβαίνει Νάντια;"

"Αυτό το τέρας... Αυτός εκεί είναι αυτός που βίαζε - και βασάνιζε την ομαδάρχισσα μας, την Τέρυ,

Είναι αυτός που..." δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της γιατί την πήρε το παράπονο.

Μέχρι στιγμής δεν είχε πει σε κανέναν τι είχε πάθει την προηγούμενη νύχτα. Τώρα που ήθελε να μιλήσει, η γλώσσα της είχε δεθεί κόμπος. Έτρεμε ολόκληρη απ' το φόβο, την αηδία και την απέχθεια που ένιωθε γι' αυτό το κτήνος που λεγόταν Μπίλυ Ντρεπόταν τόσο που δεν τολμούσε να πει τα μυστικά της ούτε στη Μαρία, την καλύτερή της φίλη. Ένιωθε τάση ντροπή και δεν τολμούσε να πει τίποτα γιατί νόμιζε ότι κανείς δεν θα την καταλάβαινε, κανείς δεν θα ένιωθε σε πόσο άσχημη ψυχολογική κατάσταση βρισκόταν.

"Νάντια, πες μου τι σου συμβαίνει. Πρέπει να ξέρω", επέμενε η Μαρία.

" Όχι! Δεν πρέπει να τα μάθει κανείς. θα βρούμε το μπελά μας!".

"Όχι! Επιμένω να μου πεις, γιατί στην κατάσταση που βρίσκεσαι χρειάζεσαι κάποιον να σε βοηθήσει".

"Δεν γίνεται! Δεν θέλω!"

"Πρέπει να πάμε απόψε στο κρησφύγετο του να δούμε ΤΙ συμβαίνει εκεί. Αν θες μπορούμε να βγάλουμε και μερικές φωτογραφίες για να τους ξεσκεπάσουμε"

"Όχι! Περίμενε μήπως σκεφτούμε κάτι καλύτερο. Να βρούμε μια λύση που 'ναι μεν να τους ενοχοποιεί, αλλά να μην εκτεθούμε ή να κινδυνεύσουμε κι εμείς". Η Νάντια άρχισε να συνέρχεται και να παίρνει θάρρος. Με την αγριάδα του Μπίλυ και του Σιντ ήταν σίγουρη ότι δεν έπρεπε να παίζει ούτε καν σκέφτεται να τους ρίξει σε κάποια παγίδα.

"Καλά, θα περιμένω να σκεφτείς κάτι. Αλλά μη νομίζεις ότι θα πρέπει να περιμένουμε αδρανείς γι πολύ".

Η Νάντια ηρέμησε κάπως κι έκανε μια ευχή να φύγει το ταχύτερο δυνατόν απ' την κατασκήνωσή τους ο Μπίλυ. Κάποια στιγμή η Νάντια είδε Μπίλυ να δίνει ένα σημείωμα σε κάποια κοπέλα της κατασκήνωση ς με σκοπό να το δώσει προσωπικά κείνη. Η Νάντια κατάλαβε ότι στο σημείωμα θα της έγραφε να πάει να τον βρει στο ίδιο μέρος κι απόψε, πράγματι, το μήνυμα του Μπίλυ ήταν αυτό. Έγραφε όμως και κάτι άλλο. Αν δεν εμφανιζόταν εκεί στην ώρα της θα έβρισκε το μπελά της. Η Νάντια τσαλάκωσε μέσα στην παλάμη της το σημείωμα. Έτρεμε ολόκληρη απ' το φόβο της. Δεν πίστευε ότι αυτό το κτήνος θα είχε τόσο μεγάλο θράσος.

Μόλις όμως σουρούπωσε και τα κορίτσια της κατασκήνωσης μαζεύονταν στις σκηνές τους, η Νάντια ξεγλίστρησε απαρατήρητη απ' τη σκηνή της και βγήκε στο δάσος. Την ώρα εκείνη η Μαρία έδειχνε σε κάποιες άλλες κοπέλες πως να κεντούν με το βελονάκι. Περπατούσε τρομαγμένη μέσα στο δάσος και πότε-πότε σταματούσε για να δει μήπως την ακολουθούσε κανείς ή αν παραφύλαγε σε κάποια σκιά ο Μπίλυ. Σκεφτόταν να τρέξει, να φύγει και να χαθεί, αλλά μετά το μετάνιωσε γιατί φοβόταν τον Μπίλυ μήπως και πραγματοποιήσει τις απειλές του.

Μόλις έφτασε στο πρώτο ύψωμα είδε μπροστά της μια καλύβα με ανοιχτά παράθυρα κι ένα αναμμένο φως. Προς στιγμήν έμεινε στη θέση της, προσπάθησε να βρει λίγο κουράγιο και δύναμη και μετά από λίγο με τρεμάμενα πόδια πλησίασε προς την καλύβα. Ο Μπίλυ στο μεταξύ που άκουσε τα βήματά της βγήκε στην πόρτα και στάθηκε εκεί με τα χέρια στη μέση. Η Νάντια μόλις τον αντίκρισε κόντεψε να πάθει συγκοπή. Η καρδιά της χτυπουσε δυνατά λες και ήθελε να πετάξει και να βγει από το στήθος της. Τρόμαξε τόσο πολύ που προς στιγμήν σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια και να το σκάσει. Η στάση όμως του Μπίλυ την έκανε ν' αλλάξει γνώμη και να μείνει. Το κορμί της ολόκληρο είχε ανατριχιάσει.

"Μπράβο κούκλα μου! Σε συγχαίρω για την αποφασιστικότητά σου. Βέβαια ήρθες λίγο νωρίτερα απ' ότι σου είχα πει, αλλά δεν πειράζει. Έλα μέσα", της είπε ο Μπίλυ.

Η Νάντια δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Η ανάσα της είχε κοπεί. Παρόλα αυτά κατάφερε και σύρθηκε τρεκλίζοντας μέχρι την πόρτα ενώ με το ένα χέρι της κρατούσε σφιχτά το στήθος της προς το μέρος της καρδιάς της. Τα παράθυρα της καλύβας είχαν κλείσει και πίσω τους είχαν τραβηχτεί κάτι βαριές και σκοτεινές κουρτίνες. Το καλύβι φωτιζόταν από μια σχετικά μικρή λάμπα που έχυνε ένα αμυδρό φως έξω.

Μπαίνοντας μέσα βρέθηκε μπροστά σε μια νέα έκπληξη. Οι τοίχοι της καλύβας ήταν γεμάτοι από ένα σωρό παράξενα αντικείμενα: αλυσίδες, μαστίγια, φίμωτρα, καμουτσίκια με συρμάτινα μπαλάκια στις άκρες τους και άλλα πολλά. Προς στιγμήν νόμισε ότι βρισκόταν σε κάποιο στούντιο του Χόλυγουντ που όλα ήταν έτοιμα να γυριστεί μια ταινία με θέμα της "Ιερά Εξέταση" την εποχή του Μεσαίωνα. Αμέσως κατάλαβε ότι ο Μπίλυ κι ο Σιντ δεν ήταν Τίποτε αγγελούδια κι ότι αυτά που της είχαν κάνει την προηγούμενη νύχτα ήταν παιδαριώδη κι ασήμαντα βασανιστήρια. Δεν μπορούσε όμως να καταλάβει τι τα ήθελαν όλα αυτά τα μαραφέτια εκεί μέσα. Προς στιγμήν έκανε ένα βήμα πίσω, έσφιξε το στήθος της με τα δυο της χέρια ενώ ταυτόχρονα τα μπούτια και το μουνί της σφίχτηκαν δυνατά απ' το φόβο που την έπιασε.

"Δεν φαντάζομαι να πέρασε απ' το νου σου να μου το σκάσεις!" της είπε αγριεμένα ο Μπίλυ.

Με μια επιδέξια κίνηση έκλεισε πίσω της την πόρτα της καλύβας κι αμέσως μετά την έπιασε σφιχτά απ' του ώμους. Οι παλάμες του εκτός του ότι ήταν δυνατές σαν τανάλιες, ήταν καυτές και βαριές κι η Νάντια νόμιζε ότι θα κατέρρεε κάτω απ' το βάρος τους. Κι η ίδια άρχισε ν' απορεί γιατί έκανε τη βλακεία και ήρθε εκεί μέσα. Το βλέμμα της περιπλανήθηκε ολόγυρά της σ' ολόκληρο το δωμάτιο και η περιέργειά της αναμείχτηκε με τον φόβο. Στο μεταξύ τα γόνατά της έτρεμαν αλλά τα μουνόχειλα είχαν αρχίσει ήδη να μουσκεύουν με τα υγρά του μουνιού της.

"Μπες εκεί μέσα!" της είπε επιτακτικά ο Μπίλυ.

Η Νάντια έμεινε ακίνητη στη θέση της. Ο Μπίλυ νευρίασε και της έδωσε μια δυνατή σπρωξιά προς τα μπρος. Η Νάντια έχασε την ισορροπία της, παραπάτησε αλλά τελικά κατάφερε να σταθεί όρθια στα πόδια της. Ο Μπίλυ την πλησίασε με την ταχύτητα της αστραπής, άρπαξε με τα δυο του χέρια το αραχνοΰφαντο μπλουζάκι της και το κατέβασε μέχρι τη μέση της μισοσκισμένο απ' τη λύσσα του. Η Νάντια κοιτούσε έντρομη όλα αυτά τα παράξενα μαραφέτια που κρέμονταν στους τοίχους και προσπάθησε να διώξει από κοντά της τον Μπίλυ χτυπώντας τον με τις μάλλον αδύναμες γροθιές της.

Εκείνος της έπιασε τα χέρια, της έσφιξε τους καρπούς δυνατά λες κι ήθελε να της τα σπάσει γι' αυτό που τόλμησε να κάνει. Τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν και να μη μπορούν να τη συγκρατήσουν όρθια. Ο Μπίλυ την ξαναέσπρωξε κι η Νάντια σκόνταψε πάνω σ' ένα ξύλινο πάγκο με διάφορα καλώδια, σχοινιά και σύρματα που κρέμονταν απ' τις άκρες του.

"Μου φαίνεται ξέχασες ότι δεν ήρθες εδώ για να κάθεσαι σαν κούτσουρο! Εδώ ήρθες για να περάσουμε ωραία. Γι αυτό σε συμβουλεύω να φανείς έξυπνη για να μη το μετανιώσεις"

Η Νάντια προσπάθησε να τον διώξει από κοντά της πότε κλωτσώντας και πότε χτυπώντας τον με τις αδύναμες γροθιές της. Μέσα της όμως είχε αρχίσει ήδη να φουντώνει κάποιος παράξενος πόθος. Πριν προλάβει ν' αντιδράσει ο Μπίλυ πλησίασε απ' τα πλάγια κι άρχισε να γλείφει λαίμαργα τις στητές και φουσκωτές βυζάρες της. Ταυτόχρονα τις χούφτωνε και προσπαθούσε να βάλει μέσα στο στόμα του όσο πιο πολύ βυζόκρεας μπορούσε.

Η Νάντια άρχισε ν αναστενάζει Τα πόδια της είχαν παραλύσει και δεν άντεχαν να την κρατήσουν άλλο όρθια. Ο Μπίλυ στο μεταξύ είχε αρπάξει γερά το σορτσάκι που φορούσε και προσπαθούσε να της το κατεβάσει κάτω. Τελικά τα κατάφερε και της το κατέβασε μέχρι τους αστραγάλους των ποδιών της. Η Νάντια ήξερε πολύ καλά ότι ο Μπίλυ γνώριζε ήδη όλες τις λεπτομέρειες και τα μυστικά του κορμιού της αφού την είχε ξαναδεί γυμνή. Παρόλα αυτά το λαίμαργο βλέμμα του Μπίλυ δεν έλεγε να την αφήσει ήσυχη. Την έτρωγε κυριολεκτικά με τα μάτια. Αυτό την έκανε ν ανησυχήσει περισσότερο και χωρίς να το θέλει ξέσπασε σε κλάματα.

Τώρα πλέον ήταν τελείως γυμνή μπροστά του και το μουνάκι της μόνο κι απροστάτευτο Ο Μπίλυ την είχε γραπώσει απ τους ώμους και προσπαθούσε να την κρατήσει ακίνητη κι όρθια μπροστά του.

"Λοιπόν τώρα θα πρέπει ν αφήσουμε τις μαλακίες και να κάνουμε και καμιά δουλειά" της είπε.

Η Νάντια άκουγε τα λόγια του κι άρχισε να τρέμει. Τι εννοούσε άραγε λέγοντας "δουλειά"; Δευτερόλεπτα αργότερα ένιωσε ένα σπρώξιμο που την έφερε κοντά σε κείνο τον παράξενο πάγκο. Τώρα πλέον είδε ότι στην άκρη του αυτός ο πάγκος είχε μια χοντρή σανίδα με τέσσερις μεγάλες τρύπες πάνω του. Δίπλα απ' τις τρύπες υπήρχαν μεταλλικές χειροπέδες.

"Βάλε τα χέρια σου μέσα σ αυτές τις τρύπες" της είπε αγριεμένος και της έδωσε μια δυνατή κλωτσιά στα κωλομέρια για να πλησιάσει πιο κοντά.

Η Νάντια τρεμάμενη έβαλε τα χέρια της εκεί που της είπε κι ο Μπίλυ της τα έδεσε με τις χειροπέδες. Μετά την πήρε αγκαλιά και την ανάγκασε να βάλει και τα πόδια της άλλες τρύπες. Μετά της τα έδεσε κι αυτά. Η Νάντια άρχισε να διαμαρτύρεται μουγκρίζοντας. Ήδη την είχε πιάσει πανικός. Έτσι που την είχε ακινητοποιήσει έβλεπε το χάρο με τα μάτια της. Το κορμί της στηριζόταν μόνο στους καρπούς των χεριών της και στους αστραγάλους των ποδιών της. Το υπόλοιπο βάρος της ήταν μετέωρο.

Η Νάντια έπαθε το μεγαλύτερο σοκ της ζωής της. Κοιτούσε τον εαυτό της παγιδευμένο σ' αυτή τη διαβολομηχανή και δεν ήξερε τι την περίμενε στη συνέχεια. Τα χέρια και τα πόδια της την πονούσαν φριχτά και το κορμί της πονούσε ολόκληρο. Προσπάθησε να κινηθεί αλλά της ήταν αδύνατο. Ο πάγκος που συγκρατούσε τη σανίδα ήταν καρφωμένος γερά στο πάτωμα. Στην προσπάθειά της να ελευθερωθεί άρχισε να κουνάει σπασμωδικά τη μέση της αι τα καλλίγραμμα μπούτια της όσο και τα ολοστρόγγυλα κωλομάγουλά της ταλαντεύονταν προκλητικά μπροστά στα λάγνα μάτια του Μπίλυ. Χωρίς να το θέλει σι κινήσεις της αυτές έκαναν κωλοτρυπίδα της ν' ανοιγοκλείνει.

Από κάποια στιγμή και μετά βαρέθηκε, κουράστηκε. Πονούσε πολύ κι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προσπάθειά της. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά και κόντευε να πεταχτεί απ' το στήθος της. Ο θυμός της είχε φουντώσει αλλά ότι κι αν έκανε ήταν μάταιο και χωρίς αποτέλεσμα. Λίγο αργότερα προσπάθησε να χαλαρώσει και ν' αφήσει τον εαυτό της στο έλεος αυτού του μανιακού. Στο μεταξύ, όση ώρα η Νάντια αγωνιούσε για το τι θα της συνέβαινε στη συνέχεια, ο Μπίλυ στριφογυρνούσε στο δωμάτιο κι ανακάτωνε συρτάρια και ντουλάπια κι έψαχνε να βρει κάτι.

"Θα μου πεις τι ζητάς από μένα;"

"Τα καλά κορίτσια σαν κι εσένα δεν κάνουν αδιάκριτες ερωτήσεις. Κάτσε εκεί που είσαι και σκάσε!" της είπε θυμωμένα.

Στο μεταξύ οι πόνοι στα χέρια και στα πόδια είχαν γίνει αφόρητοι. Η μέση της κόντευε να κι' καθώς το περισσότερο βάρος του σώματός της συγκρατούσε με υπεράνθρωπες προσπάθειες και μόνο απ' τα χέρια και τα πόδια που ήταν δεμένα με τις χειροπέδες. Κατάλαβε πλέον ότι δεν τη συνέφερε κουνιέται γιατί αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να πληγώνει ανεπανόρθωτα τους καρπούς των χεριών της και τους αστραγάλους. Κάποια στιγμή γύρισε το κεφάλι της στα πλάγια κι είδε το Μπίλυ να κρατάει μια πλαστική σωλήνα ποτίσματος. Στο πλάι του πάγκου υπήρχε μια βρύση. Αμέσως το μυαλό της πήγε στο χειρότερο. Υπέθεσε ότι θα της έκανε κάποιο βασανιστικό κλύσμα. Με τη σκέψη αυτή άρχισε να φωνάζει και να διαμαρτύρεται έντονα.

Με τη σκέψη και μόνο ότι αυτό το ανθρωπόμορφο κτήνος θα της έχωνε αυτή τη χοντρή σωλήνα στην κωλοτρυπίδα ρίγησε. Ο Μπίλυ πήρε τη σωλήνα στα χέρια του κι άρχισε να της τρίβει την τρυφερή κωλοτρυπίδα με το μεταλλικό ρύγχος της. Πότε-πότε την ανεβοκατέβαζε ανάμεσα στα κωλοβάρδουλά της και την έκανε να γαργαλιέται. Η Νάντια άρχισε να τινάζεται και πάνω στις κινήσεις της αυτές ταλαιπωρούσε πιο πολύ τα χέρια και τα πόδια της. Προσπαθούσε να αποφύγει το παγερό χάδι του μεταλλικού ρύγχους πάνω στην κωλοτρυπίδα της. Ο Μπίλυ όμως συνέχισε απτόητος το παιχνίδι του και την έκανε όχι μόνο να φωνάζει αλλά και να γαργαλιέται.

Η Νάντια το πήρε πλέον απόφαση. Έπρεπε να περιμένει την πρώτη του κίνηση και ανάλογα να αντιδράσει. Κάποια στιγμή ο Μπίλυ της έχωσε με δύναμη ο ρύγχος της σωλήνας μέσα στην κωλοτρυπίδα κι άρχισε να το στριφογυρνάει λες κι ήθελε να το βιδώσει μέσα της Η Νάντια νόμιζε ότι είχε φτάσει πλέον το τέλος της κι ότι αυτό το κάθαρμα θα τη σούβλιζε σαν τον Αθανάσιο Διάκο. Τα μάτια της γούρλωσαν και κόντευαν να πεταχτούν από τις κόγχες τους.

Οι βυζόρωγές της σφίχτηκαν, καύλωσαν και κατακοκκίνισαν όπως και τα μάγουλά της. Το κορμί της την πονούσε φοβερά και ο πιο αβάσταχτος πόνος ήταν αυτός που ένιωθε στους καρπούς και τους αστραγάλους της. Μετά, σαν πρώτη της αντίδραση ήταν να σφίξει τα κωλοβάρδουλά της για να εμποδίσει την διείσδυση του ρύγχους μέσα στην απροστάτευτη κωλοτρυπίδα της. Παρ όλες τις προσπάθειές της όμως ο Μπίλυ κατάφερε να της την χώσει καλά μέσα της και αμέσως μετά άρχισε τις εξερευνήσεις στον πάτο του κώλου της.

"Μη βιάζεσαι να μου αποδείξεις ότι είσαι πολύ καλή στα κουνήματα. Έχουμε πολλή εκπαίδευση ακόμη", της είπε ειρωνικά.

Η Νάντια προσπάθησε να ηρεμήσει παρόλο που τα νεύρα της ήταν τεντωμένα στο έπακρον και κόντευαν να σπάσουν. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι την είχε σπρώξει να έρθει για δεύτερη φορά στο άντρο ακολασίας αυτού του κτήνους Ένιωθε μέσα της ένα σκληρό μεταλλικό ματσούκι που στριφογυρνούσε κι έκανε βυθομετρήσεις και στέναζε απ τον πόνο. Τώρα όμως διαπίστωνε και κάτι άλλο. Το μουνί της είχε πάρει φωτιά και τα ζουμιά του πότιζαν όχι μόνο τα μουνόχειλα της, αλλά και τις μουνότριχές της και κυλούσαν ανάμεσα στα μπούτια και την κωλοχαράδρα της. Δεν μπορούσε να καταλάβει που οφειλόταν αυτό το περίεργο φούντωμα στην πηγή της ηδονής της και αυτό την έκανε να φοβάται και να τρομάζει όλο και περισσότερο…

"Ήρεμα κούκλα μου. Μη χτυπιέσαι άσκοπα και κουράζεσαι. Περίμενε και θα δεις πόσο θα το απολαύσεις" της είπε χαχανίζοντας ο Μπίλυ.

Ο Μπίλυ τράβηξε ένα σκαμνάκι και το έφερε κοντά της κι ετοιμαζόταν να της το βάλει κάτω απ τον κώλο για να στηριχτεί και να ξεκουραστεί κάπως. Η Νάντια το κοίταξε καλά κι αμέσως διαπίστωσε ότι στην επιφάνειά του υπήρχαν ένα σωρό καρφάκια και συρματάκια που αν τολμούσε να καθίσει πάνω τους σίγουρα θα έκανε το αφράτο κώλο της κατακόκκινο.

"Δεν μπορώ να καταλάβω... γιατί τα κάνεις όλα αυτά;" τον ρώτησε γεμάτη απορία και φόβο ενώ απ' την ταραχή της η φωνή της έβγαινε πνιχτή.

"Πρέπει να απολαύσεις όλες αυτές τις εμπειρίες εδώ μέσα μωρό μου. Αυτός είναι ο λόγος", της είπε χαχανίζοντας, "θα δεις ότι αυτά τα καρφιά και τα σύρματα σε συνδυασμό με τη σωλήνα που σου ‘χωσα στην κωλοτρυπίδα θα σε κάνουν να νιώσεις υπέροχα. Στην αρχή θα πονέσεις κάπως, αλλά στη συνέχεια θα στρώσουν τα πράγματα".

"Μη! Σε παρακαλώ! Δεν θέλω να με κάνεις να πονέσω!"

Ο Μπίλυ την ανάγκασε να καθίσει πάνω στο σκαμνί. Η Νάντια άρχισε να ουρλιάζει καθώς οι αιχμές καρφώνονταν στα τρυφερά της κωλομάγουλα. Μετά απ' αυτό το μαρτύριο υπέθεσε ότι δεν θα μπορούσε να στρώσει τον πισινό της σε καρέκλα για ένα τουλάχιστον μήνα. Πάνω στην ταραχή της όμως δεν χε προσέξει ότι στην άκρη του σκαμνιού ήταν στερεωμένη μια σκληρή καουτσουκένια πούτσα που θα φυτευόταν βαθιά μέσα στο μουνί της αν καθόταν καλά πάνω στο σκαμνί.

"Και τώρα προσπάθησε να ηρεμήσεις και να καθίσεις όσο πιο αναπαυτικά μπορείς", της είπε κοροϊδευτικά ο Μπίλυ. Ταυτόχρονα άρχισε να της στριφογυρνάει τη σωλήνα μέσα στον κώλο. Η Νάντια άρχισε να ουρλιάζει καθώς ο πόνος ήταν φριχτός κι αβάσταχτος. Νόμιζε ότι από στιγμή σε στιγμή σωλήνα θα της ξέσκιζε την κωλοτρυπίδα και θα άφηνε άκωλη. Εκείνος όμως ούτε που της έδινε σημασία. Η Νάντια συνέχισε να σφίγγει τα κωλομάγουλά της νομίζοντας ότι έτσι θα εμπόδιζε τη σωλήνα να της μπει ακόμη πιο βαθιά μέσα στον πάτο. Κουνιόταν και λυγιόταν και προσπαθούσε ν' απομακρυνθεί, αλλά μάταια.

"Δεν υπάρχει λόγος να βογκάς και να τσιρίζεις γιατί εδώ ήρθαμε για να περάσουμε ωραία. Σκάσε λοιπόν και κάνε ότι σου λέω".

Η Νάντια πανικοβλήθηκε Το κορμί της έτρεμε ολόκληρο και πονούσε απ' την κορυφή ως τα νύχια. Προσπαθούσε ν' απομακρυνθεί απ' την καουτσουκένια πούτσα που απειλούσε να μπει μέσα στη να της και να την ξεσκίσει.

Ο Μπίλυ όμως είχε βαρεθεί να περιμένει και αυτό την άρπαξε γερά με τα χέρια του απ' το ώμους και την έσπρωξε προς τα κάτω. Η Νάντια κοιτούσε περίλυπη και προσπαθούσε να τον μεταπείσει με τα λόγια της. Δεν κατάφερε. όμως τίποτα. Κάποια στιγμή η κωλάρα της κατέβηκε κάτω και το πούτσοκέφαλο της καουτσουκένιας πούτσας ακούμπησε με δύναμη πάνω στα μουσκεμένα της μουνόχειλα.

Άρχισε να βογκάει, να στριγγλίζει να σκούζει και να τινάζει το κεφάλι της πότε αριστερά και πότε δεξιά. Στο μεταξύ οι βαριές και φουσκωτές βυζάρες της τρεμόπαιζαν πάνω στο στήθος της και χτυπιόνταν αλύπητα. Το επόμενο δευτερόλεπτο ένιωσε μια σκληρή κι αλύγιστη καραπούτσακλάρα να φυτεύεται βίαια μέσα στη μουνάρα της και να την καρφώνει στον πάτο. Ο Μπίλυ πάτησε ένα κουμπί κι η πούτσα άρχισε να περιστρέφεται μέσα στο μουνί της μ' ένα δυνατό βουητό.

"Φαντάζομαι θα γουστάρεις αυτό το πρωτότυπο γαργάλημα στη μουνότρυπά σου!" της είπε κοροϊδευτικά ο Μπίλυ.

Πράγματι, η πλαστική πούτσα φυτεύτηκε μέχρι τον πάτο του μουνιού της και με τη συνεχή της περιστροφή έκανε τη Νάντια να φουντώσει από πόθο. Στο μεταξύ ο Μπίλυ έσπρωχνε σταθερά τη σωλήνα μέσα στην κωλοτρυπίδα της λες και προσπαθούσε να της τη βγάλει απ' το στόμα. Η αναστάτωση όμως κι ο πόνος που ένιωθε μέσα στο μουνί της ήταν πολύ πιο σοβαρή απ' ότι στην κωλοτρυπίδα της. Ντρεπόταν τον εαυτό της, τον σιχαινόταν και βλαστημούσε την ώρα και τη στιγμή που πήρε την απόφαση ν' ανταποκριθεί στο κάλεσμα αυτού του κτήνους. Αν συνέχιζε έτσι, η σωλήνα μέσα στον κώλο της θα της έκανε μεγάλη ζημιά…
Συνεχίζεται...