Η γλυκιά σπιτονοικοκυρά μου (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Σάββατο... Ψώνισα. Είχα αποφασίσει να φτιάξω μια μακαρονάδα με θαλασσινά. Πήρα και τέσσερα μπουκάλια μοσχοφίλερο, ένα κρασί με λεπτό άρωμα και όχι ιδιαίτερα δυνατό. Κατά τις επτά ήταν όλα έτοιμα.

Έστρωσα στο τραπεζάκι στη βεράντα. Ο κύριος Αλέξανδρος και η Ελένη θα καθόντουσαν στον καναπέ και εγώ απέναντί τους, σε ένα χαμηλό κορμό δένδρου που το χρησιμοποιούσα για σκαμνί.

Το μόνο που παρακαλούσα ήταν να μην φοράει η Ελένη κοντή φούστα γιατί δεν θα μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου από εκεί... Οκτώ παρά πέντε ήταν όλα έτοιμα. Το τραπέζι στρωμένο, το κρασί παγωμένο και εγώ έτοιμος να υποδεχτώ το ζευγάρι. Το κουδούνι χτύπησε...

Έμεινα άφωνος να την κοιτάζω... Ελαφρώς βαμμένη, φορούσε ένα λευκό τοπ που άφηνε ακάλυπτους τους ώμους της, το λαιμό της μέχρι το στήθος, τα χέρια της. Ένιωσα ταραχή όταν το βλέμμα μου καρφώθηκε στο στήθος της. Από μέσα φορούσε κόκκινο σουτιέν το οποίο έσφιγγε τα στήθη της προς τα πάνω. Αμέσως θυμήθηκα το κόκκινο κυλοττάκι που φορούσε χθες. Η φαντασία μου οργίαζε. Την έβλεπα να στέκεται μπροστά μου μόνο με τα εσώρουχά της.

Η ματιά μου έμεινε στη διχάλα, αυτή που σχημάτιζαν τα στήθη της και προεξείχε από την μπλούζα. Κοίταξα προς τα κάτω. Η μπλούζα σταματούσε λίγο κάτω από το στήθος και άφηνε ένα μέρος του κορμιού της γυμνό. Μετά ξεκινούσε η φούστα να καλύπτει ότι το αδηφάγο βλέμμα μου προσπαθούσε να δει και σταμάταγε ψηλά στους μηρούς της. Τα πόδια της ήταν γυμνά και ένα ζευγάρι μαύρες γόβες συμπλήρωναν το απλό μα τόσο αισθησιακό ντύσιμό της. Τα μάτια μου έκαναν ξανά ένα ταξίδι στο κορμί της από κάτω προς τα πάνω και πρόσεξα στο λαιμό της ένα πέτσινο κορδόνι με ένα ασημένιο κόσμημα στην άκρη.

«Ελένη μόνη σου είσαι;», τραύλισα...

«Ναι, μήπως δεν ισχύει η πρόσκληση;», ρώτησε.

«Τι είναι αυτά που λες; Πέρασε...». Τα είχα χάσει δεν ήξερα τι να πω. «Ο κύριος Αλέξανδρος;», ρώτησα.

«Δουλειές... Λείπει από χτες το πρωί στην Πάτρα», μου είπε.

Τρελάθηκα! Το ήξερε όταν την προσκάλεσα ότι θα ήταν μόνη της.

«Το τραπέζι βλέπω ότι είναι έτοιμο. Το φαγητό;», με ρώτησε.

«Κάθισε και σερβίρω αμέσως. Μακαρονάδα με γαρίδες, μύδια και αχιβάδες και πράσινη σαλάτα. Θα πιούμε μοσχοφίλερο...», είπα.

Την ώρα που ετοίμαζα τα πιάτα, την έβλεπα στον καναπέ να καπνίζει. Όταν είδα τα χείλη της να ακουμπούν το τσιγάρο ένα ρίγος διαπέρασε όλο μου το κορμί... Καθόμουν απέναντί της. Τρώγαμε και όπως έσκυβε προσπαθούσα να δω όσο πιο βαθιά γινόταν το στήθος της και όσο πιο ψηλά μπορούσα κάτω από τη φούστα της. Προσπαθούσα να εκμεταλλευτώ την κάθε κίνησή της που θα μπορούσε να μου αποκαλύψει κάτι.

Μου ζήτησε ένα ποτήρι νερό και όπως σηκώθηκα είδα τα μάτια της να πέφτουν πάνω στο παντελόνι μου. Ντράπηκα γιατί διακρινόταν ολοκάθαρα ότι αυτό που υπήρχε μέσα είχε γίνει αρκετά σκληρό. Όταν καθόμουν την έτρωγα με τα μάτια μου, όταν σηκωνόμουν ήταν η σειρά της. Όταν πήγε στην τουαλέτα έτρεξα πίσω της. Κόλλησα το μάτι μου στην κλειδαρότρυπα και την είδα να ανασηκώνει τη φούστα της και να κατεβάζει ένα κατακόκκινο δαντελένιο κυλοττάκι. Ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο.

Είχα ερεθιστεί τόσο, που η επαφή με το εσώρουχό μου, μου έδινε νέους κυματιστούς ερεθισμούς. Τι θα έκανα... Την ήθελα τόσο πολύ... Όταν μάζεψα το τραπέζι και βγήκα πάλι στη βεράντα την είδα να ανοίγει το δεύτερο μπουκάλι κρασί.

«Έλα, κάθισε δίπλα μου. Θα πιαστείς τόση ώρα σ’ αυτό το κούτσουρο», μου είπε.
Κάθισα δίπλα της. Συζητούσαμε για τα λουλούδια, για τη μαγειρική μου, περί ανέμων και υδάτων. Όταν έσκυβε να γεμίσει το ποτήρι της κρασί, μου αποκαλυπτόταν η πλάτη της και ένα μικρό τατουάζ, ένα χρωματιστό μικρό τριαντάφυλλο στο ύψος της μέσης.

Όταν ανοίξαμε το τρίτο μπουκάλι άρχισα να τη ρωτάω για τον σύζυγό της, για το γάμο της. Όλα καλά μου είπε και συμπλήρωσε, «όπως όλα τα ζευγάρια ύστερα από τόσα χρόνια γάμου». Ρώτησε για μένα, μου είπε ότι της φάνηκε περίεργο που δυο μήνες τώρα δεν είχε δει κάποια κοπέλα να μπαίνει στο διαμέρισμα, ή που δεν είχε ακούσει κάποιους... περίεργους ήχους. Είχαμε χαλαρώσει. Το εκμεταλλεύτηκα και άρχισα να την αγγίζω. Την άγγιζα στα μαλλιά, την ακουμπούσα στο μπράτσο... Το δέρμα της ήταν τόσο απαλό και ζεστό...

Κάθε φορά που την άγγιζα έβλεπα στο δέρμα της από τον ώμο μέχρι την πλάτη, τα χέρια της, τη μέση, τα πόδια της να σηκώνεται...

Συνεχίζεται...

 

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")