Η ασύμβατη ερωτική ζωή της Κας «Ο» (1ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Γεια σας. Εν πρώτοις να σας συστήσω την κυρία μου. Ούτως ή άλλως είναι η βασική πρωταγωνίστρια της εμπειρίας που θα σας διηγηθώ και πρέπει να ξέρετε κάποια στοιχεία γι' αυτήν. Είναι η κα «Ο».

Η κα «Ο»  είναι όνομα και πράγμα. Κατ’ αρχήν παρά τα χρονάκια της (έχει περάσει την πύλη των 50 καλοκαιριών) είναι κατά πως το λένε κάποιοι λαϊκοί ερωτύλοι τύποι «μουνάρα». Με όλη τη σημασία της λέξης.

Είναι στιλάτη, ψηλή, ντελικάτη, αδυνατισμένη εκεί που πρέπει και με πιασίματα εκεί που πάλι πρέπει. Είναι μια γυναικάρα που προκαλεί επιθυμία σε κάθε αρσενικό αλλά και διάθεση αμαρτίας σε πολλά θηλυκά. Και είναι επίσης μια άγρια σεξομανής κυρία, που όπως λένε κάποιοι επίσης λαϊκοί τύποι, «θέλει συνεχώς να τον παίρνει και να τον παίρνει και να τον ξαναπαίρνει». Και μετά. να ξεκινά να τον παίρνει. Είναι Ο όνομα και πράγμα διότι όλα επάνω της θυμίζουν το Όμικρον. Και δεν σας λέω για το Ο-μηδέν, διότι η μόνη σχέση που έχει η κυρία μου με το νούμερο αυτό είναι τα πολλά, μα πάρα πολλά, πάρα πολλά πιστέψτε μηδενικά που έχουν οι τραπεζικές καταθέσεις της.

Παρομοιάζω την κυρά μου με το Όμικρον διότι έχει έναν κώλο ολοστρόγγυλο και σφιχτό, που είτε περπατά, είτε σκύβει, προκαλεί ένα θεϊκό όμικρον που ψοφάς να το μπατσίσεις και να το ξεσκίσεις. Ω θεϊκό ξέσκισμα ενός κώλου, που δεν συγκρίνεται με κανένα. Έχει επίσης δυο βυζάρες ολοστρόγγυλες, στητές και σκληρές σαν πέτρα. Να σε πονάει η γλώσσα να τις γλύφεις και να νιώθεις ότι θα σε τρυπήσουν οι καφετιές ρώγες της όταν καυλώνουν. Θέλεις να πιπιλίσεις, να βυζάξεις, να γευτείς το αμβροσιακό ερωτικό χυμό τους.

Αχ και αυτές οι κόκκινες χειλάρες της. Χειλάρες που όταν θέλουν κάτι να σου υποσχεθούν, τότε σχηματίζουν κι αυτές ένα κατακόκκινο «Ο». Να βάλεις μέσα την ζουμερή καραμέλα σου και να στην λιώσει σαν γλειφιτζούρι. Άσε που το πιο χαρακτηριστικό σημείο του υπέροχου κορμιού της το οποίο σε παραπέμπει στο «Ο» είναι η εξαίσια κωλοτρυπίδα της.

Επανέρχομαι σ’ αυτό το σημείο αν και σας το περιέγραψα προηγουμένως, διότι είναι κάτι το απίθανο. Μια εξαίσια κωλοτρυπίδα που είναι σε θέση να τιθασεύει κάθε εισερχόμενο πέος («πούτσο» στη λαϊκή διάλεκτο), όποιου μεγέθους, όποιας εθνικότητας και όποιου διαμετρήματος. Κανένας δεν τα έχει βγάλει πέρα μέχρι σήμερα με την κωλάρα της κυρίας μου. Όσο για το «μουνάκι» της, είναι ένα υπέροχο και τρυφερό. «γατάκι», όπως το αποκαλώ εγώ, αλλά κι αυτό με τα τόσα που έχει γνωρίσει, τις ατέλειωτες εμπειρίες ηδονής που έχουν τελειώσει μέσα του και επάνω του, πολύ δύσκολα ικανοποιείται πλέον. Και γνώρισε πολλά το μουνάκι της κυρίας μου. Όπως την έχω ακούσει να διηγείται, έκανε πρώτη φορά έρωτα στα 19 χρόνια της.

Για την ακρίβεια (όπως και η ίδια το παραδέχεται) δεν έκανε ακριβώς έρωτα, αλλά την «ξέσκισαν» και τη «βίασαν». Τα λόγια δικά της κι εγώ με λύπη σας τα μεταφέρω. Ήταν ένα άγριο «ξεπαρθένιασμα» όπως η ίδια λέει, που και σήμερα ακόμη το θυμάται με πόνο.

Ήταν ένα θαυμάσιο καλοκαίρι και είχε πάει σε ένα από τα οικογενειακά εξοχικά τους, κάπου στο βουνό όταν θέλησε σαν μικρή παιδούλα που ήταν, να βγει στο δάσος για να παίξει την κοκκινοσκουφίτσα. Την συνόδευε η καλή παραμάνα της, που φρόντιζε τα πάντα γι αυτήν. Μια παραμάνα που αν και είχε ξεπεράσει εδώ και χρόνια τα 60 έτη ζωής, ήταν γι αυτήν και μάνα και φίλη και αδελφή. Και τώρα ακόμη που ήταν ολόκληρη κοπέλα και είχε μπει στα 19 της, ακόμη με την πιστή και γραία παραμάνα της ήθελε να κυκλοφορεί.

Όλα κυλούσαν ομαλά και έδειχνε εξαίσιος εκείνος ο περίπατος στο δάσος, ώσπου αλλοίμονο. Αλίμονο γιατί, στο δρόμο τους επάνω βρέθηκαν ξαφνικά κάποιοι βάρβαροι και άξεστοι ξυλοκόποι, που επί μήνες το μόνο που έκαμναν ήταν να κόβουν ξύλα και να αυνανίζονται («τραβάνε μαλακία» στη λαϊκή) για να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές ορέξεις τους. Και αυτό όχι έχοντας ονειρώξεις πορνιδίων παρά όταν έβλεπαν να πηδιούνται τίποτα λαγοί και τίποτα νυφίτσες.

Ήταν πέντε βαρβάτοι ξυλοκόποι, με μπράτσα γεμάτα και σκληρά σαν τους κορμούς των δένδρων που πετσόκοβαν. Τις περικύκλωσαν και τις τράβηξαν βαθιά μέσα στο δάσος, εκεί στο πυκνό δάσος όπου κανένας δεν θα μπορούσε να ακούσει τις κραυγές τους, όσο δυνατές κι αν ήταν. Ένα πυκνό δάσος που κάτω από το φύλλωμά του σκεπάζει το ερωτικό παραλήρημα των ξωτικών, αλλά για την 19χρονη παιδούλα και την 60χρονη παραμάνα της έμελε να σκεπάσει το πιο φρικτό μαρτύριό τους.

Δυο από αυτούς τράβηξαν στην άκρη τη γηραιά παραμάνα και άρχισαν να τη γαμάνε χωρίς έλεος. Κανένας σεβασμός για τα χρόνια της, για τη ζωή της. Παρά μόνο ήταν γι αυτούς ένα σκεύος ηδονής που βόλευε να ξεκουράσουν επάνω στο ανέθελο κορμί της, τα σωρευμένα και αμαρτωλά πάθη τους. Οι υπόλοιποι τρεις κρατούσαν σφιχτά τη νεαρή παιδούλα να μην τους ξεφύγει. Οι δυο ξυλοκόποι είχαν στριμώξει τη γριά παραμάνα, σφηνώνοντας το κεφάλι της σε έναν κορμό δένδρου.

Δεν το ήθελε καθόλου αυτό που έμελε να εξελιχθεί, αλλά μπροστά στην αδυναμία της να ξεφύγει και να αντιδράσει, αφέθηκε στις ορέξεις των βιαστών της, παρά τη θέλησή της, και περιορίστηκε να μην συμβεί κάτι κακό στη νεαρή προστατευόμενη της. Δεν την ένοιαζε αν οι δυο σκληροί άνδρες θα ατίμαζαν το άβουλο κορμί της.

Το κοριτσάκι της ήταν αυτό που την ένοιαζε. Δυστυχώς όμως η μοίρα είχε προδιαγράψει τη σκληρή εξέλιξη. Δυστυχώς η μοίρα είχε υποταχθεί κι αυτή στη θέληση της ακολασίας και της αμαρτίας. Γιατί η ζωή να είναι τόσο σκληρή και τόσο άδικη, όταν δεν αφήνει κάποια λουλούδια να ανθίσουν, αλλά βάζει αγκάθια στο δρόμο τους πριν αυτά μουμπουκιάσουν. Γιατί Έρωτα, γιατί.

Οι δυο ξυλοκόποι είχαν αφοσιωθεί στον αρρωστημένο βιασμό της γριάς παραμάνας, αλλά και οι άλλοι τρείς που κρατούσαν τη 19χρονη νεαρή τότε κυρά μου, κοιτώντας την άνομη πράξη των συναδέλφων τους έμοιαζαν να περιμένουν την κατάληξη μιας βάρβαρης θυσίας σε κάποιο δαίμονα της σκοτεινής ηδονής. Όταν ξαφνικά, η μικρούλα εκμεταλλευομένη τη χαλάρωση των αρπάγων της, από την αποχαύνωση που τους είχε οδηγήσει ο βιασμός της γριάς παραμάνας, κατόρθωσε να ξεγλιστρήσει από τον ένα και να προσπαθήσει να τρέξει. Αλίμονο όμως όταν ο κλέφτης κόβει τον χρυσαφένιο καρπό της βερικοκιάς, χωρίς να υπολογίζει τίποτα. Ο καρπός δεν του ξεφεύγει.

Έτσι δεν ξέφυγε και η μικρούλα. Με μια αστραπιαία κίνηση, ένας άλλος ξυλοκόπος, ένας κακός γερο-ξυλοκόπος ουρλιάζοντας αγριωπά την άρπαξε από το τρυφερό μηρό της και την έσφιξε πάνω του μέχρι που πόνεσε. Η μικρούλα μας δάκρυσε από τον πόνο και κατουρήθηκε επάνω της. Ήταν το ξέσπασμα της αθώας φύσης της, κόντρα στο βάρβαρο που την πολιορκούσε. Έτσι καθώς έτρεχαν τα τσισάκια της, σαν τους χυμούς που χύνονται από το κορμί της νεαρής λεύκας όταν βίαια κόψεις ένα κλαδάκι της, κατάβρεξαν το πρόσωπο του αξύριστου γεροξυλοκόπου.

Τι κι αν ήταν ένα νέκταρ αθωότητας η αμβροσία που σταγόνα-σταγόνα ύγρανε τις ρυτίδες του προσώπου αυτού του παλαίμαχου εργάτη της ζωής, αλλά και άγριου μύστη της ηδονής που σμιλεύτηκε χρόνο με το χρόνο στις λάσπες του αγοραίου έρωτα. Λάσπες φτιαγμένες από ώριμη σάρκα πόρνης, ανακατεμένες με σπέρμα και ιδρώτα ανδρικών κορμιών που δεν μπόρεσαν να γνωρίσουν την αθώα πλευρά του έρωτα και έμελε να γίνουν καταπιασμένοι δούλοι της αμαρτίας, αιώνια διψασμένοι για μια πονεμένη γουλιά ηδονικής κάψας. Άναψε και κοκκίνισε στο πρόσωπο ο κακός γεροξυλοκόπος, που τα γένια του ήταν ακόμη βρεγμένα από τις σταγονίτσες της μικρούλας.

Έβγαλε ανάμεσα από τα χαλασμένα δόντια του την τεράστια γλώσσα του και έγλυψε τις σταγονίτσες και αμέσως μετά με την τεράστια ροζιασμένη παλάμη του χούφτωσε το μουσκεμένο βρακάκι της. Το κοριτσάκι τα είχε χαμένα, διότι όπως τις είχαν πει και στις Καλόγριες όπου πήγαινε σχολείο, ήταν πολύ κακό πράγμα να έβλεπε κάποιο αγοράκι το βρακάκι της. Και τώρα αλίμονο όχι μόνο το έβλεπε ένας ξένος άνδρας αλλά της το έπιανε κι όλα. Για την ακρίβεια όχι απλά της το έπιανε το βρακάκι της, αλλά είχε αρχίσει να το χουφτώνει γερά και τα χοντρά δάχτυλά του να παίζουν και να τρίβονται ανάμεσα στο μικρό αιδοίο της και στο τρυφερό κωλαράκι της.

Ντρέπομαι που σας τα περιγράφω με τέτοιο τρόπο, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είναι οι ώρες που η Αφροδίτη φέρνει την ερωτική νύχτα για να κρύψει το βίαιο κόψιμο ενός καρπού, που δεν έχει ωριμάσει ακόμη, το απότομο ξερίζωμα ενός μπουμπουκιού που η Άνοιξη δεν το πρόλαβε ακόμη να ανθίσει.

Ήταν ένας πόνος αβάσταχτος και τα δάχτυλα του γέρο-ξυλοκόπου, του κακού γέρο ξυλοκόπου ήταν χοντρά, μακριά και ροζιασμένα. Η 19χρονη μικρούλα άρχισε να σπαράζει στο κλάμα και ξαφνικά ένα δυνατό τσούξιμο την έκανε να ουρλιάξει. Ένα χοντρό δάχτυλο από την παλάμη του γερο-ξυλοκόπου είχε μπει μέσα στην τρυπούλα του μικρού και τρυφερού πρωκτού της. Είχε μπει βαθιά και απότομα, τρομακτικά απότομα σαν κεραυνός που σκάει πριν ακόμη ξεκινήσει η βροχή. Και η βροχή, εκεί βαθειά στο δάσος δε λίγο θα ξεκινούσε και θα γίνονταν καταιγίδα.

Το άτυχο σπουργιτάκι μέχρι τώρα αισθάνονταν τσουξιματάκια σε εκείνο το σημείο, μόνο όταν ήταν σφιχτά τα κακάκια της και δεν μπορούσε να τα βγάλει εύκολα. Τώρα όμως το τσούξιμο που αισθανόταν είχε ξεπεράσει κάθε όριο πόνου, από όσους πόνους είχε νιώσει μέχρι τώρα. Το χοντρό δάχτυλο του γερο-ξυλοκόπου έμπαινε και έβγαινε. Και ξαναέμπαινε μέσα της, σαν ένα μαρτύριο τυραννικό, χωρίς αιτία χωρίς αφορμή.

Ξαφνικά όμως το δάχτυλο βγήκε από την τρυπούλα της και πάνω που νόμιζε ότι γλίτωσε, ο γεροξυλοκόπος με δύναμη άνοιξε απότομα τα δυο ποδαράκια της και άρχισε να γλύφει το κατουρημένο βρακάκι της, κουνώντας δυνατά την τεράστια και σκληρή γλώσσα του. Μια αμαρτωλή δίψα ενός ανώμαλου ερωτισμού είχε αρχίσει να κυριαρχεί το κορμί του. Έγλυφε και ρουφούσε το κατουρημένο βρακάκι της, λες και προσπαθούσε να το στεγνώσει από τους χυμούς της.

Ένα αθώο βρακάκι που όπως είχε μουσκέψει από τα τσισάκια της και από τα σάλια του κακού γεροξυλοκόπου, είχε στενέψει, είχε μαζέψει και με το τράβηγμα του γέρου, είχε μπει το μισό μέσα στο μουνάκι της. Έτσι η γλώσσα αυτού που την έγλυφε εκτός από βρακάκι άρχισε να γλύφει και την τρυπούλα της. Κάτι που μάλλον προκάλεσε μιαν αναστάτωση στον κακό γεροξυλοκόπο, που βγάζοντας ένα μουγκρητό, με μια απότομη κίνηση τράβηξε το βρακάκι και το μισοέσκισε.

Στενοχωρήθηκε η μικρούλα 19χρονη παρθένα γιατί ήταν ένα από τα αγαπημένα της βρακάκια, με χρωματιστά κερασάκια ζωγραφισμένα επάνω του. Και τώρα δεν είχε απομείνει τίποτα, παρά μόνο κομμάτια. Όμως η γλώσσα του κακού παππούλη έμπαινε όλο και πιο βαθιά μέσα της, πού χωρίς να το θέλει, ναι και αλίμονο χωρίς να το θέλει, άρχισε να ανατριχιάζει τις μικρές τριχούλες που από την προηγούμενη χρονιά είχαν αρχίσει να ξεπηδούν χαρωπά στο επάνω μέρος από το μουνάκι της.

Είναι σκληρό για έναν ανθό να δέχεται το απότομο κλάδεμα της νιότης του, αλλά πια είναι η δύναμη που μπορεί να σταματήσει τη θύελλα. Αλίμονο πια είναι. Τώρα πλέον πρέπει να ήταν δυο ή τρία τα δάχτυλα που μπαινόβγαιναν στην τρυπούλα της και από τον πόνο ξανακατουρήθηκε. Καημένη παρθένα της νιότης, ποια κατάρα ερωτική θέλησε αυτό το μαρτύριο να ρίξει επάνω σου.

«Νομίζω πως πρέπει να βουλώσουμε αυτή την τρυπούλα με τα τόσο νόστιμα τσισάκια»

Είπε ο παππούλης και έβγαλε ξαφνικά το πουλάκι του και της το ακούμπησε στο τρυφερό προσωπάκι της. Μπορεί να ήταν 19 χρονών η μικρούλα μας, αλλά για την εποχή της τα χρόνια της ήταν χρόνια μιας παιδικής ακόμη αθωότητας, ανώριμης να δεχθεί το ερωτικό κάλεσμα της ολοκλήρωσης.

Και για το μυαλουδάκι της μικρής παιδούλας μας, δεν υπήρχε ακόμη η λέξη «πούτσος», η λέξη «ψωλή», παρά μόνο η λέξη «πουλάκι». Δεν ήταν όμως ένα πουλάκι μικρούλικο σαν αυτό του Γιαννάκη του ξαδέρφου της, που το κρυφοκοίταζε όταν ο μικρός κατουρούσε ανέμελος στην άμμο της παιδικής χαράς της έπαυλής τους. Ήταν ένα μεγάλο πουλάκι που έμοιαζε σαν ένα ξεφλουδισμένο χοντρό πράσο, όπως αυτά με τα οποία κάνουν την πρασόπιτα οι υπηρέτριες στο σπίτι τους. Και μύριζε απαίσια αυτό το πράγμα από τα γερασμένα υγρά που είχε ξεροχύσει, αλλά και από την απλυσιά του.

«Πάρε το μπιμπερό σου μικρό πουτανάκι μου!»

Φώναξε ο άγριος γεροξυλοκόπος και έβαλε στο στόμα της μικρής το αγριεμένο. πράσο του. Ήταν άραγε κάτι σαν το αθώο μπιμπερό των παιδικών της χρόνων αυτό το τεράστιο πράσο που είχε στο στόμα της και πως θα μπορούσε όπως τότε που ήταν μικρή να απαλλαγεί από αυτό; Ω ναι αλλοίμονο θεά Αφροδίτη, πάλι δεν έδειξες ερωτικό έλεος σ΄ αυτό το μικρό και αθώο πλασματάκι. Η μικρή νόμιζε ότι αν το σάλιωνε όπως σάλιωνε κάποτε το μπιμπερό της, αυτό θα γλιστρούσε έξω και έτσι άρχισε να το γλύφει και να το σαλιώνει με τη ροδαλή γλωσσίτσα της.

Ο άγριος γεροξυλοκόπος ένιωσε μια μεγάλη έκπληξη γι αυτό που συνέβαινε στο. πράσο του, που είχε γεμίσει από τα σάλια της μικρούλας και γλείφονταν συνέχεια από την τρυφερή γλωσσίτσα της. Δεν πίστευε ότι στα χρόνια που είχε φθάσει, έχοντας γνωρίσει την ηδονή μόνο πάνω σε λιπαρά και ξεχειλισμένα θολά κορμιά μεσόκοπων ιερόδουλων, ήταν ποτέ δυνατόν να νιώσει μια τέτοια καύλα από τα χείλη και από τη γλώσσα μιας 19χρονης παιδούλας. Ήταν γι αυτόν κάτι το απίστευτο. Λες και ο θεός του έρωτα τον είχε λυπηθεί για τα χρόνια της ερωτικής στέρησης στην οποία τον είχε τιμωρήσει μέχρι σήμερα και τώρα επιτέλους είχε φθάσει το τέλος αυτής της μαρτυρικής διαδρομής της ερωτικής στέρησης, με κάτι το αναπάντεχα εκπληκτικό.

Το γερασμένο πέος του να σπαρταρά στο στόμα μιας 19χρονης έφηβης, γεμάτο σάλιο ηδονής, τυλιγμένο από μια αθώα και άβγαλτη γλωσσίτσα. Δεν μπόρεσε να κρατηθεί και αφέθηκε, ώσπου σε λίγα δευτερόλεπτα το καυτό υγρό του γέμισε το στοματάκι της μικρούλας. Μικρούλα η οποία μέσα στην παραίσθησή της ότι έγλυφε το μπιμπερό της για να βγει από το στόμα της, νόμισε ότι αυτό το πηχτό άσπρο υγρό που είχε γεμίσει το στοματάκι της ήταν γαλατάκι και άρχισε να το ρουφά και να το πίνει. Καθώς μάλιστα το στομαχάκι της γουργούριζε από ώρα, ρουφούσε με μανία και δεν άφηνε σταγόνα να πέσει κάτω.

Ο άγριος γεροξυλοκόπος κόντευε να λιποθυμήσει από αυτό που του συνέβαινε ενώ οι άλλοι δυο που τους κοιτούσαν είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό. Μάλιστα βλέποντας τόση ώρα τους άλλους δυο συναδέλφους τους να γαμάνε άγρια την ώριμη παραμάνα της μικρής, πάνω σε ένα κορμό δένδρου, τους είχε σηκωθεί τόσο, μα τόσο πολύ. Έβλεπαν τον ένα να την κρατά από τα μπράτσα και να έχει χωμένο τον πούτσο του στο στόμα της και να τη γαμάει με τον τρόπο αυτό, ενώ ο άλλος είχε σηκώσει το μακρύ πλισέ φόρεμά της και της τον είχε χωμένο βαθιά, πολύ βαθιά, χωρίς να βγάλει το φαρδύ άσπρο φρεσκοπλυμένο βρακί της.

Ένα μεγάλο άσπρο βαμβακερό βρακί, σαν αυτό που φορούσαν όλες οι γυναίκες της ηλικίας της. Από την πάλη που είχε προηγηθεί μεταξύ τους, μια άνιση πάλη μεταξύ μιας γριάς παραμάνας και δυο βάρβαρων ξυλοκόπων, είχαν ξεσκιστεί τα κουμπιά του ροζ πουκαμίσου της και οι κάτασπρες μεγάλες και πλαδαρές βυζάρες της είχαν πεταχτεί έξω και κουνιόνταν πέρα δώθε από το ανελέητο σπρώξιμο των γαμιάδων της αλλά και από το απεγνωσμένο λαχάνιασμά της.

Έμοιαζαν πέλαγος τρικυμισμένο αυτές οι τεράστιες πλαδαρές βυζάρες, που είχαν ξεχυθεί έξω από τον στηθόδεσμο που τις κρατούσε, σαν καταρράχτης ηδονικός, σαν τίναγμα πηγής ηδονικής αμαρτίας. Και επάνω σε αυτές τις ώριμες αλλά εξαίσιες βυζάρες, ξεπρόβαλλαν δυο αθώες ρώγες που ποτέ ξανά, εδώ και 60 χρόνια, δεν είχαν ζήσει τέτοια έντονη ανατριχίλα.Οι δυο ξυλοκόποι που μέχρι εκείνη την ώρα είχαν μείνει με τον πούτσο στο χέρι, έκριναν ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να συνεχιστεί άλλο και αποφάσισαν να δράσουν.

Ο ένας, ο λίγο μαλάκας της παρέας, σκέφτηκε να δώσει μια ακόμη πίπα στη μικρούλα, νομίζοντας ότι αυτό που έκανε πριν από λίγο στον παππού ήταν από τη θέλησή της. Ωιμέ στους βλάκες και στους αφελείς, ακόμη κι αν τον έρωτα με θύελλα ποθούν. Ο άλλος, ένας νεαρός που είχε γαμήσει μερικές φορές σε κακόφημα μπουρδέλα της πόλης κι αυτό ήταν όλο, σκέφτηκε να εφαρμόσει όσα τον είχαν διδάξει η πεταμένες πόρνες, επάνω στο κορμάκι της μικρούλας που στο μεταξύ είχε πέσει κάτω μισολιπόθυμη από την ένταση, αλλά χορτάτη από το. γάλα που νόμισε ότι είχε πιει.

Έτσι ενώ ο ένας, ο ψιλομαλάκας, προσπαθούσε να την κάνει να γλύψει τον πούτσο του, χωρίς να καταλαβαίνει ότι είναι μισολιπόθυμη και δεν μπορούσε να κάνει κάτι που ούτε ήθελε, ούτε ήξερε ακόμη, ο άλλος νομίζοντας ότι έχει να κάνει με την έμπειρη Λόλα που είχε γαμήσει πρόσφατα, σήκωσε τα ποδαράκια της μικρής 19χρονης, διαπέρασε με το σκληρό και μυτερό καυλί του το σκισμένο βρακάκι της και μπήκε βίαια στο μουνάκι της, σταματώντας με δύναμη πάνω στον νεοφτιαγμένο κόλπο της.

Ήταν η πρώτη φορά που γαμούσε και δεν του έφερναν αντίρρηση. Ήταν για πρώτη φορά κυρίαρχη μέσα του αυτή η αίσθηση του κυρίαρχου αρσενικού, πάνω στο ανήμπορο κορμί μιας θηλυκής κατάκτησης. Μέχρι τώρα μόνο εντολές ερωτικής κατάρρευσης είχε να συναντήσει. Πάντα η μια πουτάνα τον απαγόρευε να τη σφίγγει τα βυζιά, ενώ αυτός ήθελε να τα ζουλήξει και να τα ρουφήξει. Η άλλη δεν τον άφηνε να χώνει τη μεγάλη πούτσα του μέχρι το βάθος και τραβιόταν βάζοντας ακόμη και την παλάμη της ασπίδα, η άλλη τον μάλωνε όταν γαμώντας βόγκαγε με το στόμα ανοιχτό και έβγαζε όλη τη μυρωδιά από το σκόρδο που ήταν το αγαπημένο του φαγητό και πολλά άλλα.

Τώρα όμως μπορούσε να γαμήσει όπως ήθελε και ήταν το μόνο που τον ένοιαζε. Να γαμήσει ανελέητα, χωρίς περιορισμούς, χωρίς υποδείξεις, χωρίς να καταλαβαίνει ότι δοκίμαζε την πρωτόγνωρη γι αυτόν εμπειρία πάνω στο άγουρο κορμί μιας 19χρονης μικρούλας. Και το έκανε, την έσκισε τη μικρούλα κυρά μου. Την ξεπάτωσε.

Και όταν οι δυο συνάδελφοί του ολοκλήρωσαν το βίαιο έργο τους επάνω στο ιερό κορμί της γλυκιάς γριάς παραμάνας της, ήλθαν προς το μέρος της. Καθώς ο γερο-ξυλοκόπος ήταν ακόμη ανήμπορος να συνέλθει από αυτό που του είχε συμβεί, καθώς ο νεαρός μεγαλόπουτσος είχε επιτέλους βρωμίσει με τη βία του μια νεαρή παρθένα και όσο ο νεανίας μαλάκας προσπαθούσε ακόμη να εκβιάσει ένα τσιμπούκι στο κλειστό στόμα της λιπόθυμης νέας, οι δυο άλλοι ξυλοκόποι βρήκαν τρόπο να εκτονώσουν το πρωτόγονο πάθος τους επάνω στο κορμί της ανήμπορης νέας. Ήθελαν πρωκτό για να ολοκληρώσουν το σεξουαλικό παραλήρημά τους και ο πρωκτός μιας γριάς παραμάνας δεν τους αρκούσε.

Ήθελαν να βρουν μια τρυπούλα μαλακή σαν το αγνό βούτυρο και να χώσουν μέσα της το σκληρό σπαθί τους. Ήθελαν να μπήξουν το αναμμένο τους κερί, μέσα σε μαλακή άμμο από ένα μανουάλι παρθένας θρησκείας, ηδονικής, αρχέγονης. Ήθελαν να οργώσουν χώμα μαλακό και άσπορο, με το σκληρό ηνίο τους, αδιαφορώντας για τον πόνο που θα προκαλούσαν. Και το έκαναν οι άχαροι, οι βλάσφημοι, οι βάρβαροι, που προκειμένου να νιώσουν αυτό που πέρα από τα όρια της φύση ηδονής ανθίζει, πήραν τον δρόμο τον παρά φύση, τον πρωτόγονο, τον βίαια αποτρόπαιο.

Ακούστηκαν οι σπαρακτικές κραυγές της άτυχης νέας σε όλο το βαθύ δάσος, αλλά δεν υπήρχε ψυχή να αποκριθεί, ψυχή να νιώσει. Ακούστηκαν οι θρήνοι του βιασμού παντού, εκτός από τους ανθρώπους. Γιατί ήταν απάνθρωπο αυτό που είχε συμβεί στην άτυχη μικρούλα, που λίγο πριν με χαρά μεγάλη είχε κλείσει τα 18 της χρόνια. Ήταν απάνθρωπο αυτό που έλαχε στην κυρά μου. Μια απανθρωπιά, μέσα από την οποία επιβίωσε αλλά και βίωσε από την πιο σκληρή πλευρά του, τον άκαρδο κόσμο του έρωτα. Έναν κόσμο που για να τον πολεμήσει στη συνέχεια, έπρεπε πρώτα να τον ζήσει, να τον γνωρίσει από κάθε πλευρά του, όσο απαίσιος ή ευχάριστος θα ήταν, όσο θλιβερός ή χαρούμενος περιστασιακά θα μπορούσε να σερβιριστεί.

Και έτσι η κυρά μου έγινε αφέντρα της ηδονής, δούλα της επιθυμίας για έρωτα, υπηρέτρια του πάθους και ιέρεια του πόθου των ανδρών. Έγινε μια θεά της καύλας και γνώρισε καλά, πολύ καλά αυτό που κάνει όλους τους άνδρες να υποτάσσονται στο μουνί μιας γυναίκας. Έμαθε την τέχνη, ένιωσε την πράξη, διδάχθηκε και δίδαξε σε σχολαστήρια και κολαστήρια της ηδονής και έγινε η πρώτη των πρώτων. Πόρνη μα και Ιέρεια, άρρωστη για ηδονή μα και γιατρός της ηδονής των διψασμένων ανδρών, αλλά και όλων των γυναικών που τον έρωτα στην άλλη του διάσταση ήθελαν να βιώσουν.

Αυτή είναι η κυρία «Ο» και έτσι ξεκίνησε. Η κυρά μου. Το τι έγινε με εμένα και αυτήν είναι ένα άλλο, ξεχωριστό κεφάλαιο. Ένα κεφάλαιο που δίνει συναίσθημα σαν αυτό της ερωτικής ολοκλήρωσης την ώρα της ηλιακής ανατολής.

Ένα συναίσθημα μιας μνήμης ερωτικής που είναι γραμμένο ως ένα είδος συνομωσίας, η οποία εξυφαίνεται σε βάρος του ανυποψίαστου αναγνώστη. Τι είναι αυτό που εννοώ για μένα και την κυρά μου; Συγνώμη αλλά θα το μάθετε στο Β’ μέρος της ιστορίας.

Συνεχίζεται...

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")