Βίτσια στην κατασκήνωση κοριτσιών (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Η Νάντια συνέχισε να χαϊδεύεται αμέριμνη μέσα στο λουτρό. Από κάποια στιγμή και μετά άρχισε να τρίβει τις πεταχτές ρώγες της και τις ερεθισμένες βυζάρες της πάνω στον καθρέφτη.

Image
ΕΞΩΦΥΛΟ
Παράλληλα έχωνε το ένα μετά το άλλο τα δάχτυλα του χεριού της μέσα στη σφιχτή και ξαναμμένη μουνότρυπά της ενώ τον αντίχειρά της τον είχε μόνιμα ακουμπισμένο πάνω στο κερασάκι της κλειτορίδας της και το πίεζε τρελά. Στο μυαλό της περιπλανιόταν συνεχώς η εικόνα της Τέρυ που γαμιόταν με ξέφρενο ρυθμό με τον γεροδεμένο εκείνο τύπο, ένιωθε κάποια ζήλεια για την πάρτη της και παρηγορούσε τον εαυτό της μ' αυτή τη μαλακία που με τίποτα δεν μπορούσε ν' αντικαταστήσει ένα τρισδιάστατο γαμήσι σαν κι εκείνο.

Με τις σκέψεις αυτές συνέχιζε να τσιμπάει, να πιέζει και να τρίβει δυνατά την κλειτορίδα της κι ολόκληρο το κορμί της είχε φουντώσει από ηδονή και καύλα. Τα μουνόχειλά της ανοιγόκλειναν και γράπωναν σφιχτά τα δάχτυλα που έχωνε ανάμεσά τους σαν δαγκάνες κάβουρα, Η Νάντια βογκούσε κι αναστέναζε απ τον πόθο και συνέχιζε να πιέζει δυνατά την κλειτορίδα της. Το μυαλό της δεν έλεγε να ξεκολλήσει από κείνες τις έντονα ερωτικές εικόνες που είχε ζήσει πριν λίγες ώρες. Κάθε φορά που έχωνε ένα μουνοδάχτυλο, προσπαθούσε να το φυτέψει όσο πιο βαθιά μπορούσε και τα βογκητά της όχι μόνο πλήθαιναν αλλά γίνονταν και πιο δυνατά.

Στο μεταξύ χωρίς η Νάντια να καταλάβει τίποτε κάποιος τύπος είχε γλιστρήσει μέσα στο λουτρό. Κάποια στιγμή που η ηδονή της έφτασε στο κατακόρυφο, η Νάντια άφησε ένα πολύ δυνατό βογκητό, ένα βαθύ αναστεναγμό και ταυτόχρονα ακούμπησε το μέτωπό της στον καθρέφτη. Τα κωλομάγουλά της άρχισαν κι αυτά να τρεμοπαίζουν και να χτυπιούνται αναμεταξύ τους καθώς τα μουνόχειλά της συνταράζονταν απ την έντονη ηδονή του χυσίματος. Τα ζουμιά της καύλας της άρχισαν να αναβλύζουν μέσα απ' την μουνότρυπά της, να μουσκεύουν μουνόχειλα και μουνότριχες και να κατηφορίζουν προς τα πλούσια και καλλίγραμμα μπούτια της. Το πρόσωπό της είχε πάρει μια κατακόκκινη όψη, είχε χαραχθεί με βαθιές ρυτίδες που τις προκαλούσε η πρωτόγνωρη αυτή και ιδιαίτερα έντονη ηδονή.

Κάποια στιγμή η Νάντια σταμάτησε νομίζοντας πλέον ότι είχε τελειώσει κι ότι θα ηρεμούσε. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήρθε πάλι στο μυαλό της η εικόνα της Τέρυ που τη γαμούσε ο τύπος δεμένη χεροπόδαρα. Μετά έφερε στο μυαλό της την πουτσάρα του και χωνόταν βίαια και ρυθμικά μέσα στο στόμα της και της έφτανε μέχρι το λαρύγγι. Μετά θυμήθηκε τον έξαλλο ενθουσιασμό του τύπου καθώς έχυνε τα πηχτά χύσια του μέσα στο λαρύγγι της κι η Τέρυ μόλις και μετά βίας προλάβαινε να καταπίνει τις ατέλειωτες και δυνατές χυσιές του.

Μ’ αυτές τις εικόνες στο μυαλό της ένιωσε το κορμί της να φουντώνει και πάλι. Τα χέρια της άρπαξαν μονομιάς τις φουσκωτές και σφριγηλές βυζάρες της κι άρχισαν να τις τρίβουν, να τις σφίγγουν και να τις τσιμπούν. Την ίδια στιγμή τα κωλομάγουλά της τρεμόπαιζαν και χτυπιούνταν αναμεταξύ τους. Τα βογκητά της άρχισαν και πάλι να φουντώνουν και πριν περάσει ένα μόλις λεπτό έχυσε και πάλι.

"Αν κατάλαβα καλά, εσύ δεν ξεκαύλωσες παρόλο που μας πήρες μάτι στην καλύβα. Άραγε είσαι τόσο πολύ ανικανοποίητη που δεν σβήνει η καύλα σου ποτέ;" Ακούστηκε μια φωνή να της λέει πίσω της.

Η Νάντια γύρισε αμέσως να κοιτάζει ποιος ήταν ενώ παράλληλα προσπάθησε να καλύψει με τα χέρια της τα βυζιά και το μουνί της. Τραβήχτηκε απότομα πίσω κι άθελά της τα δυο ολοστρόγγυλα και βελούδινα κωλοβάρδουλά της ακούμπησαν πάνω στην κρύα επιφάνεια του νιπτήρα. Τα μάτια της γούρλωσαν καθώς είδε απέναντί της τον τύπο που γαμούσε και μαστίγωνε την ομαδάρχισσά της. Μόλις τον είδε τρόμαξε.

"Φρόντισα να έρθω να σε βρω προτού αρχίσεις να διαδίδεις διάφορες μαλακίες γι' αυτά που είδες στην καλύβα ανάμεσα σε μένα και την Τέρυ" της είπε κι έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.

"Μην τολμήσεις να μ' αγγίξεις γιατί θα βάλω τις φωνές", του είπε με άγριο ύφος η Νάντια. Ήταν σίγουρη ότι κάποιος θα άκουγε τη φωνή της και θα ερχόταν να τη βοηθήσει.

Το ύφος του αγρίεψε και το βλέμμα του είχε μια περίεργη κι αλλόκοτη όψη. Η Νάντια έτρεμε ολόκληρη έτσι γυμνή που ήταν μέσα εκεί και μόνη με αυτό τον άγνωστο άντρα. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως βρέθηκε μπλεγμένη τόσο γρήγορα χωρίς να το θέλει.

"Αν θέλεις, δοκίμασε να βγάλεις άχνα και σου εγγυώμαι ότι αυτή θα είναι κι η τελευταία φορά που θα μιλήσεις!" την απείλησε σηκώνοντας τη γροθιά του.

Μόλις η Νάντια πήγε ν' ανοίξει το στόμα της για να φωνάξει, η γροθιά του τύπου κατέβηκε σαν αστραπή και τη χτύπησε στο πρόσωπο. Τα χείλια της άφησαν να ξεφύγει ένα βογκητό και το κεφάλι της έγειρε προς τ' αριστερά. Σίγουρα θα ζαλίστηκε γιατί αμέσως μετά προσπάθησε να στηριχτεί και να βρει την ισορροπία της. Δεν τα κατάφερε όμως. Ανήμπορη σωριάστηκε στο πάτωμα, σκέπασε το πρόσωπό της με τις παλάμες της και ανασήκωσε τα πόδια της για ν' αμυνθεί σε περίπτωση που ο τύπος εκείνος θα την πλησίαζε για να τη χτυπήσει.

"Κουφάλα!"

"Φύγε! Φύγε από δω γρήγορα!"

Η Νάντια άρχισε να κουνάει τα πόδια της προσπαθώντας να τον κλωτσήσει, αλλά εκείνος με μια απότομη και έξυπνη κίνηση της έπιασε τα πόδια απ' τους αστραγάλους και την ακινητοποίησε. Η Νάντια προσπάθησε να του ξεφύγει. Εκείνος όμως πρόλαβε και κάθισε πάνω στο στομάχι της και με τις δυο γροθιές του την απειλούσε να της σπάσει τα μούτρα.

"Έχε υπόψη σου μωρό μου ότι ο Μπίλυ Χάθαγουέϊ δεν εγκαταλείπει τόσο εύκολα τον αγώνα" της είπε.

Η Νάντια προσπάθησε να τον κλωτσήσει αλλά στάθηκε αδύνατο. Εκείνος νευρίασε, της άστραψε δύο δυνατά χαστούκια και στη στιγμή τα μάγουλά της κοκκίνισαν. Η Νάντια ζαλίστηκε κι έμεινε ακίνητη εκεί μη μπορώντας πλέον να προβάλει την παραμικρή αντίσταση.

"Το ήξερα ότι το ξύλο θα σου έβαζε μυαλό".

Αμέσως μετά ο Μπίλυ πήρε το νυχτικό της που ήταν πεσμένο στο πάτωμα, την πήρε στην αγκαλιά του και την έβγαλε έξω απ' το λουτρό. Το κεφάλι της Νάντιας ταλαντευόταν μια αριστερά και μια δεξιά καθώς τη μετέφερε. Κάποια στιγμή που άνοιξε τα μάτια της και παρόλο που ήταν μισοζαλισμένη, κατάφερε να δει τις μαύρες και ψιλόλιγνες σιλουέτες των δέντρων του δάσους και κατάλαβε ότι ο Μπίλυ τη μετέφερε κάπου στο δάσος.

"Μη! Άφησε με! Πού με πας; Θα φωνάξω" του είπε προσπαθώντας να τον φοβερίσει.

Εκείνος πρόλαβε να της βουλώσει το στόμα μ' ένα βρώμικο μαντίλι που έβγαλε απ' την τσέπη του.

Μόλις τη μετέφερε στο αυτοκίνητό του της κόλλησε μια φαρδιά μονωτική ταινία γύρω απ' το στόμα και την έχωσε σαν τσουβάλι στη θέση του συνοδηγού.

"θα σου κλείσω το στόμα γιατί εσύ με τη μαλακία που σε δέρνει μπορεί να κυκλοφορήσεις τίποτε βρώμες σε βάρος μου" της είπε αγριεμένος και της έριξε μια γροθιά πάνω στο μουνί.

Το ένα του δάχτυλο χτύπησε δυνατά πάνω στην κλειτορίδα της κι η Νάντια φούντωσε ξαφνικά από μια παράξενη φλόγα σ' ολόκληρο το κορμί της. Έτσι διπλωμένη που καθόταν στο κάθισμα ένιωσε την κοιλιά της να πιέζεται φοβερά και να πονάει.

"Μη βγάλεις άχνα μωρή καριόλα γιατί σε σκότωσα!" της είπε και πάλι απειλητικά ο Μπίλυ. Η επόμενη κίνησή του ήταν να της δέσει τους καρπούς των χεριών της με τη μονωτική ταινία και μάλιστα πισθάγκωνα. Τώρα ένιωθε τόσο ανήμπορη ν' αντιδράσει που της ερχόταν να κλάψει απ' την απελπισία της. Στη συνέχεια της έδεσε και τα πόδια τυλίγοντας τα με την ταινία κάπου κοντά στους αστραγάλους.

Ο Μπίλυ έβαλε μπρος τη μηχανή, το αυτοκίνητό του ξεκίνησε και η Νάντια έβλεπε κλεφτά απ' το παράθυρο τα σκοτεινά τοπία του δάσους που εναλλάσσονταν το ένα μετά το άλλο. Ντρεπόταν φοβερά που καθόταν δίπλα σ' αυτόν τον άγνωστο και θηριώδη άντρα ολόγυμνη κι ανήμπορη ν' αντιδράσει. Ένιωθε σαν μα τιποτένια τσούλα που την έκαναν ότι ήθελαν και μάλιστα χωρίς να φταίει. Μετά θυμήθηκε ότι μαλακιζόταν μπροστά του μέσα στο λουτρό χωρίς να τον έχει αντιληφθεί και η ντροπή της φούντωσε ακόμη πιο πολύ.

Το ταξίδι τους συνεχίστηκε για κάμποση ώρα. Η Νάντια δεν ήξερε ούτε μπορούσε να υποθέσει τι σκόπευε να της κάνει. Κι ενώ συνεβαίνανε όλα αυτά ήρθαν και πάλι στο μυαλό της οι άτσαλες εικόνες που είχε πάρει μάτι στην απόμακρη εκείνη καλύβα του δάσους.

Ο δρόμος ήταν γεμάτος λακκούβες και πέτρες. Το παλαντζάρισμα του αυτοκινήτου όχι μόνο τη ζάλιζε αλλά την έκανε να νιώθει και κάτι άλλο. Άθελα της τα δυο μουνόχειλά της τρίβονταν αναμεταξύ τους και πάνω στην κλειτορίδα της κι έτσι ο πόθος φούντωνε ολοένα και πιο πολύ μέσα στο κορμί της. Στο μεταξύ το βρώμικο μαντίλι του Μπίλυ που ήταν χωμένο στο στόμα της, της προκαλούσε αηδία καθώς οι ξεραμένες μύξες που είχε πάνω του άρχισαν να λιώνουν απ' τα σάλια της. Πιο απαίσια και πιο αηδιαστική γεύση, δεν είχε νιώσει ποτέ άλλοτε. Κάποια στιγμή που ανασήκωσε το κεφάλι της, είδε τη φωτισμένη καλύβα στην οποία ο Μπίλυ είχε βασανίσει κι είχε γαμήσει άγρια την ομαδάρχισσά της. Αμέσως το μυαλό της άρχισε να δουλεύει και υπέθεσε ότι την πήγαινε εκεί για να της κάνει ότι είχε κάνει και στην Τέρυ.

"Και τώρα θα σε κλείσω εδώ μέσα γιατί δεν έχω καμιά διάθεση να βγάλεις τίποτα βρώμες και με κάνεις ρεζίλι".

Ο Μπίλυ άνοιξε βίαια την πόρτα του αυτοκινήτου, και τραβώντας την απ' τα μαλλιά την έβγαλε απ' τ' αυτοκίνητο. Η Νάντια ούρλιαξε απ' τον πόνο παρόλο που το στόμα της ήταν βουλωμένο με Το βρωμομαντίλι του και απέξω κλεισμένο με τη μονωτική ταινία. Το κορμί της σωριάστηκε στο έδαφος σαν σακί με άμμο. Με το πέσιμο έγδαρε τα γόνατά της και τους αγκώνες της. Έμεινε εκεί ανήμπορη τελείως να αντιδράσει.

Ο Μπίλυ την πλησίασε και την πάτησε με τη μπότα του στο σβέρκο. Το πρόσωπό της κόλλησε πάνω στο χώμα. Η μύτη της γέμισε χώμα και της ήταν δύσκολο να πάρει ανάσα.

Το κορμί της την πονούσε φοβερά απ' την κορυφή ως τα νύχια. Ο Μπίλυ όμως δεν αρκέστηκε σ αυτό. Άρχισε να σκουπίζει τις βρωμομπότες του πάνω στα μάγουλά της κι εκείνη ένιωσε τη μεγαλύτερη ταπείνωση της ζωής της μέχρι εκείνη τη στιγμή.

"Τώρα που σ έχω εδώ πέρα θα δεις πολύ καλύτερα τι συμβαίνει σ' αυτή την καλύβα και μάλιστα χωρίς να υπάρχει λόγος να κάνεις μπανιστήρι απ' τα παράθυρα".

Η Νάντια κόντευε να πεθάνει απ' τη ντροπή και το φόβο της. Ο Μπίλυ άρχισε να της δίνει κλωτσιές στα τρυφερά και ολοστρόγγυλα κωλομάγουλά της και με κάθε κλωτσιά η μούρη της έτρωγε χώμα.

Κάποια στιγμή ένιωσε τα χέρια του να τραβούν τη μονωτική ταινία με την οποία ήταν δεμένα τα πόδια της και ταυτόχρονα έσκουξε απ τον πόνο καθώς ξεκολλούσαν μαζί της κι οι τρίχες. Τώρα πλέον τα πόδια της ήταν ελεύθερα και μπορούσε να τα κινήσει, να τ' ανοίξει και να ξεμουδιάσει λίγο. Πριν όμως προλάβει να χαρεί την ελευθερία της, ο Μπίλυ της κάρφωσε τη μύτη της μπότας του στο μουνί με μια δυνατή κλωτσιά.

Η Νάντια άρχισε να σφαδάζει στο έδαφος σαν φίδι. Ένιωσε την μπότα του να τρίβεται δυνατά πάνω στα τρυφερά μουνόχειλά της καθώς προσπαθούσε να της τη χώνει μέσα στη μουνότρυπά της. Για να γλιτώσει απ' αυτή την απρόσμενη και οδυνηρή επίθεση, προσπάθησε να συρθεί προς τα πίσω γδέρνοντας άθελά της το γυμνό κορμί της στο έδαφος.

"Μην κάνεις όνειρα ότι θα φύγεις! Γελάστηκες! Εδώ θα μείνεις και θα τιμωρηθείς όπως σου αξίζει". Της είπε απειλητικά ο Μπίλυ.

Ο Μπίλυ συνέχισε να της χώνει τη μύτη της μπότας του στο μουνί ενώ ταυτόχρονα της πίεζε την ήδη ερεθισμένη της κλειτορίδα. Η Νάντια πονούσε φριχτά. Το μέτωπό της μούσκεψε στον ιδρώτα απ τον πόνο και την αγωνία.

Το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει. Η ανάσα της ήταν δύσκολη μετά το χώμα που είχε μπει στα ρουθούνια της και το μαντήλι που της είχε χώσει στο στόμα. Έτσι όπως είχε πέσει, οι βυζάρες της τρίβονταν δυνατά πάνω στο χώμα και τις πέτρες.

"Μήπως κουράστηκες μωρό μου;" της είπε κοροϊδευτικά ο Μπίλυ. "Είναι πολύ νωρίς ακόμη. Που να δεις τι κουπί έχεις να τραβήξεις στη συνέχεια".

Αμέσως μετά φώναξε κάποιον απ' την καλύβα. Δευτερόλεπτα αργότερα εμφανίστηκε ένας τύπος ο. οποίος κοιτούσε λαίμαργα το γυμνό κορμί της λες κι ήθελε να την φάει με τα μάτια. Στα χείλια του είχε ζωγραφιστεί ένα απαίσιο χαμόγελο που άφηνε ανάμεσά τους να φανούν δυο σειρές βρώμικα και κιτρινισμένα δόντια. Η Νάντια έβλεπε το περίεργο ύφος του και τρόμαξε. Εκείνη την ώρα θα προτιμούσε χίλιες φορές να είχε πεθάνει απ' τη ντροπή της.

"Μπράβο Μπίλυ. Αυτό εδώ το μουνί είναι πολύ πιο καυλιάρικο και πιο τρυφερό από κείνης της μαλακισμένης της ομαδάρχισσας. Νομίζω όμως ότι για ν' αποδώσει αυτά που πρέπει χρειάζεται πρώτα κάποια γερή και συστηματική εκπαίδευση".

"Συμφωνώ Σιντ", είπε ο Μπίλυ χαμογελώντας ειρωνικά.

Λίγο αργότερα της έλυσαν τα χέρια και την ελευθέρωσαν. Η Νάντια ένιωσε Τώρα αρκετά καλύτερα γιατί όλη αυτή την ώρα είχε μουδιάσει. Μετά όμως τρόμαξε όταν σκέφτηκε ότι αυτοί οι δυο ίσως είχαν άγριες διαθέσεις. Ο Σιντ την άρπαξε απ' τους ώμους και τη σήκωσε όρθια. Με την άνεση που την ανασήκωσε απ το έδαφος, η Νάντια κατάλαβε ότι αυτός ο τύπος ήταν πολύ χειροδύναμος.

"Αν δεν κάνω λάθος Μπίλυ, η γκόμενα που μου έφερες θα κάνει πολύ σπουδαία γαμήσια".

Η Νάντια ήταν τόσο νευριασμένη που ήθελε να τον βρίσει άσχημα. Δεν μπορούσε όμως να βγάλει άχνα αφού το στόμα της ήταν ακόμη βουλωμένο και δεμένο. Ο Μπίλυ στο μεταξύ καθόταν μπροστά της και την κοιτούσε σαν να ήταν περίεργο ζώο. Η Νάντια προσπάθησε να καλύψει τη γύμνια της με τα χέρια της αλλά δεν τα κατάφερε. Οι δυο άντρες την είχαν δει γυμνή κι είχαν φουντώσει απ' τον πόθο.

Αμέσως μετά ο Μπίλυ έβγαλε ένα κυνηγετικό μαχαίρι απ' τη θήκη της ζώνης του κι η Νάντια κόντεψε να πάθει συγκοπή. Η πρώτη σκέψη που πέρασε απ' το μυαλό της ήταν ότι αυτοί οι δυο τύποι είχαν σκοπό να τη βασανίσουν ή και να τη σφάξουν. Ο Μπίλυ την πλησίασε, έκοψε τη μονωτική ταινία που έκλεινε το στόμα της, έβγαλε το μαντίλι που της είχε μπουκώσει και μετά κοιτούσε ολόγυρά του μήπως τους βλέπει κανένα ύποπτο μάτι.

"Είναι και γαμώ τις μούνες! Όχι μόνο είναι κούκλα, είναι και πολύ μουνάρα. Ένα τέτοιο μουνί σίγουρα θα το έχουν γαμήσει ψωλές και ψωλές" είπε ο Μπίλυ και έτριβε χαρούμενος τα χέρια του. Στο μεταξύ το βλέμμα της Νάντιας έπεσε πάνω στο φερμουάρ του παντελονιού του που κόντευε να σκιστεί απ' την καυλωμένη του ψωλή.

"Όχι! Μη! Μη μου κάνετε κακό! Δεν σας έκανα τίποτα", διαμαρτυρήθηκε η Νάντια.

Ο Σιντ χωρίς καθυστέρηση της βούλωσε το στόμα με την παλάμη του ενώ με το άλλο χέρι έκανε ένα νόημα στον Μπίλυ. Οι δυο τύποι άρχισαν να χασκογελάνε που είχαν καταφέρει να την τρομοκρατήσουν.

"Εδώ που ήρθες μανάρι μου θα πρέπει να συνηθίσεις σε κάτι τέτοιες ιστορίες γιατί αλλιώς χάθηκες", της είπε κοροϊδευτικά ο Μπίλυ.

Μετά προσπάθησε να τους πείσει ότι αν την άφηναν ελεύθερη θα έλεγε στη μητέρα της να τους δώσει κάποια λεφτά. Οι δυο τύποι όμως δεν σκέφτονταν τίποτε άλλο εκείνη την ώρα παρά μόνο την προσωπική τους ευχαρίστηση. Τι τα ήθελαν τα λεφτά αφού είχαν στα χέρια τους ένα τόσο αξιαγάμητο μουνί; Οι δυο τύποι είχαν σκοπό να τη βασανίσουν, να την τρομοκρατήσουν και να τη γλεντήσουν.

Ο Μπίλυ κι ο Σιντ ήταν αποφασισμένοι να θέσουν σ' εφαρμογή το σχέδιό τους. Άρχισαν λοιπόν να τη σέρνουν και να την τραβούν πέρα δώθε και να χαίρονται με τα βογκητά που έβγαζε η Νάντια καθώς σι τρυφερές σάρκες του γυμνού σώματός της τρίβονταν και σκίζονταν απ' Τις πέτρες και τους αγκαθωτούς θάμνους. Όταν την έφεραν σε κάποιο ξέφωτο την άφησαν κι έπεσε κάτω σαν σακί με άμμο. Ο Μπίλυ μάλιστα της έριξε και μια δυνατή κλωτσιά στην κοιλιά που την έκανε να κουλουριασθεί στο έδαφος και να μη μπορεί να κουνηθεί για να τους ξεφύγει. Ο Μπίλυ άρχισε και πάλι να της χώνει τη μύτη της μπότας του μέσα στο μουνί. Μετά ο Σιντ της βούλωσε και πάλι το στόμα με κείνο το βρωμομάντιλο.

"Βλέπεις πόσο γουστάρει τη βαβούρα η γκόμενα;" ρώτησε ο Σιντ τον Μπίλυ και ταυτόχρονα της τσίμπησε δυνατά τη μια βυζόρωγα.

Η Νάντια προσπάθησε να τραβηχτεί μακριά του και να φωνάξει, αλλά μάταια. Μετά έσκυψαν δίπλα της κι άρχισαν να τη χουφτώνουν και να τη μπαλαμουτιάζουν όπου γούσταραν κι όπου τους καύλωνε. Χούφτωναν με λύσσα το άβγαλτο αυτό γκομενάκι που δεν είχε γνωρίσει μέχρι τώρα τον έρωτα. Η Νάντια κόντευε να σκάσει απ' τη ντροπή και το θυμό της.

Το κορμί της πετούσε φωτιές. Πονούσε απ' άκρη σ' άκρη. Ο Σιντ της χάιδευε, της τσιμπούσε και της χούφτωνε τα τρυφερά και καλλίγραμμα μπούτια και της τα γέμισε με μελανιές. Πότε-πότε χούφτωνε με την παλάμη του τις μουνότριχές της και τις τραβούσε δυνατά σαν να ήθελε να της τις ξεριζώσει. Όλα αυτά συνέβαλαν στο να ερεθισθεί έντονα η κλειτορίδα της και το μουνί της και από κάποια στιγμή και μετά τα μουνόχειλά της είχαν φουντώσει από καύλα.

Κι ενώ εκείνη με τις κινήσεις και αντιδράσεις της έδειχνε ότι τους σιχαινόταν, το κορμί της αντιδρούσε με το δικό του τρόπο σ' αυτά τα πρωτόγνωρα ερωτικά καλέσματα. Κάποια στιγμή ο Σιντ έβγαλε το μαχαίρι του κι άρχισε να της τσιμπάει τα φουσκωτά βουναλάκια των βυζιών της γύρω από τις ρώγες. Η Νάντια πονούσε φριχτά και νόμιζε ότι είχε φτάσει το τέλος της.

Κι όμως, αυτά τα τσιμπήματα πάνω στις ρώγες της αντί να την παραλύσουν απ' το φόβο, την έκαναν να φουντώνει από καύλα. Η φωτιά που πετούσαν οι βυζόρωγές της σιγά-σιγά απλώθηκε μέχρι τη μουνότρυπά της. Ούτε κι η ίδια δεν ήξερε που να το αποδώσει αυτό. Ποτέ της δεν είχε φανταστεί ότι αυτή η ταπείνωση, αυτά τα βασανιστήρια θα την έκαναν να καυλώσει. Από κάποια στιγμή και μετά, κι αφού είδε ότι δεν μπορούσε να προβάλει καμιά αντίσταση και να γλιτώσει, άφησε τον εαυτό της όσο μπορούσε ελεύθερο γιατί υπερίσχυσε το αίσθημα της αυτοσυντήρησης. Κατάλαβε ότι ήταν προτιμότερο να παίξει το παιχνίδι τους αν ήθελε να ζήσει.

Συνεχίζεται...