Βίτσια στην κατασκήνωση κοριτσιών (1ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

"Πολύ παράξενα μου φαίνονται εδώ πέρα" είπε η Νάντια καθώς έτριβε το μπράτσο της με τα λεπτά και μακριά της δάχτυλα. Στο μεταξύ το μικροσκοπικό μπικίνι της ίσα-ίσα που κάλυπτε το καυλιάρικο και αξεμούνιαστο μουνάκι της.

Image
ΕΞΩΦΥΛΟ
"Πράγματι!" ομολόγησε η Μαρία. "Βάζω στοίχημα ότι κάποιοι απ' τους ομαδάρχες της κατασκήνωσης θα έχουν πέσει στο... κοκό. Εννοώ ότι θα το έχουν ρίξει στο γαμήσι εδώ τριγύρω όταν νυχτώνει", συνέχισε η Μαρία και έριξε μια πονηρή ματιά στη φίλη της πίσω απ' τα γυαλιά ηλίου που φορούσε κι είχαν σχήμα καρδιάς.

"Μαρία! Πώς μιλάς έτσι;"

"Βρε Νάντια, μου κάνεις την ανήξερη;" ρώτησε τη φίλη της κα της έριξε μια λοξή αλλά απορημένοι ματιά. "Εσύ δεν μου έλεγες ότι σύμφωνα με κάτι υπολογισμούς που είχες κάνει ο Μπίλης ήταν πουτσαράς; "

"Αυτό είναι άλλη υπόθεση", είπε η Νάντια προσπαθώντας να κρατήσει το σοβαρό της ύφος.

"Γιατί είν' άλλη υπόθεση; Τότε δεν σοκαριζόσουν"


"Καλύτερα να μη μιλήσουμε άλλο γι' αυτό" είπε η Νάντια ενώ ταυτόχρονα ένιωσε μια γλυκιά ανατριχίλα να μουδιάζει και πάλι το μουνί της. 'Όταν άνοιγε τέτοιες συζητήσεις, δεν μπορούσε να κρατηθεί και καύλωνε. Ίσως, χωρίς να το έχει καταλάβει ούτε η ίδια είχε αρχίσει να γίνεται και γαμώ τις ψωλούδες. Η Μαρία ήταν καθισμένη οκλαδόν μπροστά στην ξύλινη καλύβα. Έμεινε για λίγο αμίλητη. Λίγο πιο πέρα ακούγονταν τα μουρμουρητά κι οι συζητήσεις των άλλων κοριτσιών που ετοιμάζονταν να πέσουν στα κρεβάτια τους.

"Τι λες... Πάμε κρυφά να δούμε τι γίνεται;" Της πρότεινε τελικά η Μαρία ενώ το πρόσωπό της κατακοκκίνισε απ' τον πόθο και την περιέργεια.

Η Νάντια ακούμπησε την παλάμη της πάνω στο στήθος της κι ένιωσε το δυνατό χτύπημα της καρδιάς της. Η σκέψη και μόνο ότι θα πήγαιναν κρυφά να πάρουν μάτι κάποιους που γαμιούνταν, την έκανε να τρέμει ολόκληρη, ενώ το μουνάκι της κόντευε να πάρει φωτιά. Προς στιγμήν ήθελε να πει "όχι" στη φίλη της, αλλά τελικά δεν κατάφερε να αρθρώσει τίποτα. Η Μαρία ήταν ήδη όρθια και τραβούσε τη Νάντια απ' το χέρι. Ταυτόχρονα κοιτούσε ολόγυρά της να δει μήπως τις έβλεπε κανείς.

"Καλά, γιατί βιάζεσαι τόσο πολύ; Περίμενε λιγάκι ακόμη", της είπε ψιθυριστά η Νάντια.

"Αν καθυστερήσουμε κι άλλο, θα σκοτεινιάσει και θ' αναγκαστούμε να μείνουμε όλη τη νύχτα στο δάσος. Μήπως το προτιμάς καλύτερα;"

Η Νάντια δεν ήξερε τι να της απαντήσει. Παρόλα αυτά ήταν αποφασισμένη να παίξει το παιχνίδι της φίλης της. Χωρίς καμιά καθυστέρηση ακολούθησε τη φίλη της που προπορευόταν και σε λίγο βρίσκονταν στην άκρη του δάσους.

"Κάπου εδώ τριγύρω υπάρχουν κάποιες κενές καμπίνες και υποθέτω ότι μέσα σ' αυτές πέφτουν τα γαμήσια" είπε ψιθυριστά η Μαρία και ταυτόχρονα έσκυψε για ν' αποφύγει να χτυπήσει το κεφάλι της σ' ένα κλαδί.

Η Νάντια περπατούσε αργά-αργά και με προσοχή, προσπαθώντας να μην κάνει τον παραμικρό θόρυβο. Πριν καλά-καλά περπατήσουν καμιά δεκαριά μέτρα, η Μαρία σκόνταψε σ' ένα θάμνο και σωριάστηκε με τα μούτρα στο έδαφος. Η Νάντια τα χρειάστηκε καθώς είδε τη φίλη της να πέφτει, να κουλουριάζεται απ' τον πόνο και να κρατάει σφιχτά το πόδι της στο ύψος του αστραγάλου.

"Τι έπαθες Μαρία;" τη ρώτησε έκπληκτη η Νάντια.

"Νομίζω ότι στραμπούλιξα το πόδι μου στον αστράγαλο".

Την ώρα εκείνη οι δυο κοπέλες βρίσκονταν σε αρκετή απόσταση απ' την κατασκήνωση. Δεν ήξεραν αν θα έπρεπε να συνεχίσουν ή να γυρίσουν πίσω. Η Μαρία ήταν πιο σωματώδης απ' τη Νάντια.

Έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα η Νάντια δεν θα μπορούσε να τη βοηθήσει για να επιστρέψουν στην κατασκήνωση. Εκτός αυτού, όταν θα γυρνούσαν πίσω 8' άρχιζαν να τους ρωτάνε πώς, πού, γιατί, πότε, κλπ. Κάποια στιγμή η Νάντια κοίταξε μπροστά της και είδε σε κάμποση απόσταση ένα ξέφωτο. Σκέφτηκε να πάει μέχρι εκεί μήπως δει κανέναν και του ζητήσει βοήθεια.

"Περίμενε εδώ. Πάω να καλέσω βοήθεια" είπε αποφασιστικά η Νάντια κι έφυγε παρά τις αντιρρήσεις της φίλης της.

Φτάνοντας στην κορυφή του ξέφωτου η Νάντια κοίταξε προς τα κάτω και είδε τρεις καλύβες που βρίσκονταν στη μέση της μικρής κοιλάδας. Στη μία απ' αυτές είδε φώτα αναμμένα και στο Πίσω μέρος της δύο αυτοκίνητα παρκαρισμένα. Η Νάντια νόμισε ότι το ένα απ' τ' αυτοκίνητα αυτά το γνώριζε και μετά θυμήθηκε αυτά που της είχε πει η Μαρία:

"Κάπου εδώ τριγύρω πηγαίνουν και ξεκωλιάζονται κάποιοι απ' τους ομαδάρχες της κατασκήνωσης".

Η Μαρία στο μεταξύ πονούσε φριχτά. Η Νάντια θυμήθηκε τις ευθύνες που είχε επωμισθεί και παρόλο που φοβόταν άρχισε να κατηφορίζει προς την κοιλάδα. Παράλληλα φρόντισε να μη φαίνεται από κάποιο ανοιχτό παράθυρο. Φτάνοντας κοντά στην πόρτα, έσφιξε τη γροθιά της και προσπάθησε να πάρει θάρρος για να τη χτυπήσει. Πριν προλάβει όμως να κάνει τίποτε άκουσε από μέσα κάποια φωνή που της πάγωσε το αίμα.

"Έτσιιιιιι! Γουστάρω! Πονάω αλλά μ' αρέσει. Συνέχισε να με ξεσκίζεις!"

Η Νάντια φούντωσε από ντροπή κι έγινε κατακόκκινη. Το μουνί της όμως άρχισε να τη γαργαλάει και να υγραίνεται. Στο μεταξύ το παράθυρο ήταν μισάνοιχτο κι οι κουρτίνες δεν ήταν τελείως κλεισμένες. Η Νάντια πλησίασε το πρόσωπό της προς το τζάμι και από κει έβλεπε άνετα όσα γίνονταν μέσα στο δωμάτιο. Τα μάτια της γούρλωσαν. Πάνω στο κρεβάτι είδε την Τέρυ, την ομαδάρχισσα της, να είναι ολόγυμνη και δεμένη μ' ένα σωρό χοντρά σχοινιά. Η Τέρυ προσπαθούσε να λυθεί, αλλά τα δεσίματα ήταν τόσο πολύ σφιχτά που με την παραμικρή κίνησή της, το σχοινί της έσκιζε τη σάρκα. Στην αρχή η Νάντια νόμισε ότι η ομαδάρχισσα της ήταν τελείως μόνη. Μετά από λίγο είδε ένα ψηλό, γεροδεμένο τύπο που καθόταν γονατιστός κοντά στο παράθυρο και κοίταζε προς τη μεριά της Τέρυ. Στο ένα του χέρι μάλιστα κρατούσε κάτι.

"Μήπως γουστάρεις αυτό εδώ;.

Όχι! Όχι!"

"Γιατί μου κάνεις τη δύσκολη κούκλα μου; Αφού ξέρω ότι σ' αρέσει ο βούρδουλας".

Η Νάντια κοίταξε καλύτερα κι είδε ότι ο τύπος εκείνος κρατούσε μια φαρδιά δερμάτινη ζώνη. Ο τύπος φορούσε ένα παντελόνι τζην, απ' τη μέση και πάνω ήταν γυμνός και το τριχωτό του στήθος γυάλιζε απ' τον ιδρώτα. Η Νάντια δεν μπορούσε να δει το πρόσωπό του αλλά ήταν σίγουρη ότι αυτός θα ήταν Κάποιος απ' τους ομαδάρχες της κατασκήνωσης των αγοριών. Η Τέρυ στο μεταξύ τιναζόταν τρελά πάνω στο κρεβάτι που έτριζε ασταμάτητα. Το ύφος της έδειχνε ότι αυτό που της συνέβαινε της άρεσε και το απολάμβανε στο έπακρον! Ο άγνωστος τύπος της είχε δέσει χέρια και πόδια πίσω απ' την πλάτη της με χοντρά σχοινιά. Έτσι όπως ήταν δεμένη αυτή η χυμώδης και λαχταριστή μελαχρινή, δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για να λυθεί, αλλά ούτε και να μετακινηθεί και να γλιτώσει απ' τα χέρια του.

Τα μάτια της Τέρυ κόντευαν να πεταχτούν έξω απ' τις κόγχες τους καθώς αντίκρισε τη ζώνη του τύπου. Η Νάντια σφίχτηκε και δαγκώθηκε για να μην ξεφωνίσει όταν είδε το χέρι του τύπου να σηκώνεται και αμέσως μετά να κατεβαίνει με δύναμη, ενώ το πρόχειρο μαστίγιό του έπεσε λυσσασμένα πάνω στα πλευρά της ανήμπορης ν' αντιδράσει Τέρυ. Η Τέρυ άρχισε να ουρλιάζει, να βογκάει και να τινάζεται σαν πληγωμένο φίδι πάνω στο κρεβάτι. Η επόμενη βουρδουλιά φυτεύτηκε πάνω στην μαλακή κοιλιά της Τέρυ και άφησε κι εκεί μια βαθιά Κόκκινη χαραματιά. Η Τέρυ ούρλιαξε ακόμη πιο δυνατά.

"Φώναζε όσο θέλεις μωρή ψωλού!" της είπε ο τύπος χαιρέκακα. "Εδώ στην ερημιά που είμαστε δεν πρόκειται να σ' ακούσει κανένας".

"Όχι! Μη! Μη με χτυπάς, πονάω", έλεγε με παράπονο η Τέρυ.

Ο τύπος όμως δεν έλεγε να σταματήσει. Η επόμενη βουρδουλιά έπεσε με μεγαλύτερη ορμή και λύσσα πάνω στην κοιλιά της και την έκανε να βογκήξει. Η Τέρυ προσπάθησε να καλύψει την απροστάτευτη κοιλιά της με το να γυρίσει στα πλάγια, αλλά δεν κατάφερε και πολλά πράγματα αφού τα σχοινιά δεν της άφηναν πολλά περιθώρια για να κινηθεί. Η Νάντια στο μεταξύ είχε χάσει τελείως τη μιλιά της καθώς κοιτούσε αυτό το φριχτό θέαμα έξω από το παράθυρο που στεκόταν. Παράλληλα όμως ένιωθε και μια έντονη απορία γιατί οι διαμαρτυρίες και οι φωνές της Τέρυ έκρυβαν μέσα τους κάποια δόση ικανοποίησης. Η στάση της υποδήλωνε έμμεσα ότι μέχρι κάποιο βαθμό τα γούσταρε αυτά που της έκανε η βασανιστής της. Με τη σκέψη αυτή η Νάντια κόντεψε να τρελαθεί.

"Δεν είναι δυνατόν! Πάντως πρέπει να ομολογήσω ότι η ομαδάρχισσά μου έχει πολύ ωραίο κώλο", μουρμούρισε μόνη της.

Ο τύπος πλησίασε την Τέρυ, της χούφτωσε γερά το ένα κωλομάγουλο και το έσφιξε δυνατά μέχρι που ακούστηκαν κι άλλα ουρλιαχτά απ' την Τέρυ. Μετά άρχισε να ρίχνει δυνατά χαστούκια στα κωλομάγουλά της που κοκκίνισα και έπαιρναν ένα πολύ καυλιάρικο χρώμα. Κάποια στιγμή της έχωσε ένα κωλοδάκτυλο και άρχισε να της το στρίβει μέσα σαν προπέλα, ενώ η Τέρυ τσίριζε από ηδονή και πόνο.

Η Νάντια τα είχε τελείως χαμένα. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η Τέρυ γούσταρε πολύ το κωλοδάκτυλο. Ένιωθε παράξενα. Δεν ήταν ντροπή, αλλά μάλλον ένα περίεργο συναίσθημα.

"Το ήξερα ότι γούσταρες να στον χώσω από πίσω μωρή καριόλα! Κάνε υπομονή και θα δεις καύλες μόλις σου φυτέψω την πουτσάρα μου. Θα σου δώσω τη ροδέλα στο χέρι!"

"Μη! Σε παρακαλώ! Δεν θέλω!" διαμαρτυρόταν έντονα η Τέρυ.

Η απάντηση του τύπου ήταν μια ακόμα δυνατή βουρδουλιά με τη ζώνη που κρατούσε στο χέρι του κι η οποία προσγειώθηκε πάνω στο αριστερό της κωλοβάρδουλο. Η Τέρυ βογκούσε, στριφογυρνούσε σαν φίδι πάνω στο κρεβάτι και για να μην ουρλιάζει δάγκωνε δυνατά το μαξιλάρι της. Αμέσως μετά ο τύπος της έριξε άλλη μια δυνατή βουρδουλιά και της σημάδεψε το δεξιό κωλομέρι. Την ίδια ώρα της στριφογυρνούσε το κωλοδάκτυλο μέσα στην κωλοτρυπίδα και την έκανε να σκούζει διπλά.

Η Νάντια παρακολουθούσε αυτά που γίνονταν μέσα στην καλύβα και τα γόνατά της έτρεμαν. Για πρώτη φορά έβλεπε κρυφά ένα τόσο βρώμικο και πρόστυχο θέαμα. Προς στιγμήν σκέφτηκε να σηκωθεί και να φύγει. Δεν είχε καμιά διάθεση να τη δει κανείς και να βρει το μπελά της. Σκεφτόταν να πάει πίσω στη Μαρία και να προσπαθήσει να τη βοηθήσει να επιστρέψουν στην κατασκήνωση. Κι όμως, κάτι μέσα της, της έλεγε ότι έπρεπε να μείνει λίγο ακόμη για να δει και τη συνέχεια. Το θέαμα που παρακολουθούσε την είχε φουντώσει κάπως. Οι ρώγες της σφίχτηκαν, τα μουνόχειλά της πρήστηκαν κι άρχισαν να τη γαργαλάνε περίεργα, τα βυζιά της φούσκωσαν και κόντευαν να σκίσουν το μικροσκοπικό και αραχνοΰφαντο σουτιέν της.

Τελικά πείστηκε ότι έπρεπε να μείνει εκεί και να δει τη συνέχεια αυτού του παράξενου και πρωτότυπου ερωτικού παιχνιδιού ανάμεσα στην ομαδάρχισσά της και αυτόν τον τύπο.

"Μη! Όχι άλλο ξύλο!" Φώναζε και βογκούσε η Τέρυ.

Ο τύπος όμως συνέχισε να τη μαστιγώνει με τη ζώνη του και σε λίγο τα κωλομάγουλά της είχαν γίνει κατακόκκινα και γεμάτα φαρδιές χαραματιές. Τη χτυπούσε τόσο σκληρά κι αλύπητα που θα νόμιζε κανείς ότι ήθελε να τη σκοτώσει. Η Νάντια στο μεταξύ δάγκωνε τα χείλια της και προσπαθούσε να συγκρατηθεί και να μη βάλει τις στριγκλιές.

"Γουστάρω και καυλώνω να σ' ακούω να τσιρίζεις έτσι!" είπε ο τύπος και χωρίς καθυστέρηση έδεσε τη ζώνη του σφιχτά γύρω από το λαιμό της Τέρυ.

Η Τέρυ ένιωσε το δυνατό σφίξιμο γύρω απ' το λαιμό της και την ανάσα της να κόβεται. Τα μάτια της γούρλωσαν και πετάχτηκαν σαν αβγά απ' τις κόγχες τους. Ο τύπος συνέχισε να της στριφογυρνάει το δάχτυλο μέσα στην κωλοτρυπίδα της λες κι ήταν ανεμόμυλος. Ταυτόχρονα με την υπόλοιπη παλάμη του της έδινε χαστούκια στο πιο κοντινό κωλοβάρδουλο. Η Νάντια τα είχε τελείως χαμένα. Έσφιξε τις γροθιές της και προσπάθησε να συγκράτηση τα νεύρα της που κόντευαν να σπάσουν απ' αυτό το φρικιαστικό θέαμα.

Τελικά ο τύπος χαλάρωσε τη ζώνη του για να μην πνίξει την Τέρυ κι άρχισε να της χτυπάει πιο δυνατά τα κωλομάγουλα.

"Και τώρα μωρή ξεκωλιάρα θα σε ξεσκίσω στον πούτσο!" της φώναξε δυνατά.

Η Νάντια έμεινε κολλημένη πάνω στο τζάμι του παράθυρου και παρακολουθούσε τον τύπο που σαν μαινόμενος ταύρος έσερνε την Τέρυ πότε αριστερά και πότε δεξιά στο κρεβάτι κρατώντας την απ' τη θηλιά που είχε κάνει με τη ζώνη του.

Λίγο αργότερα την άφησε, κατέβασε το παντελόνι του και φάνηκαν τα τριχωτά πισινά του. Μετά την γύρισε ανάσκελα κι έπεσε μ' όλη του δύναμη ανάμεσα στις ορθάνοιχτες μπουτάρες της. Απ' τις κινήσεις του σώματός του η Νάντια κατάλαβε ότι ο τύπος είχε φυτέψει μέσα στο μουνί της την πουτσάρα του και τη γαμούσε άγρια. Η Νάντια ζαλίστηκε απ' την καύλα. Ο ρυθμός του ήταν τόσο γρήγορος και ξέφρενος που νόμιζες ότι ήταν σωστό πιστόνι.

Η Τέρυ προσπάθησε να δέσει τα πόδια της γύρω απ' τη μέση του γαμιά της, αλλά δεν τα κατάφερνε και τόσο καλά αφού ήταν δεμένη χειροπόδαρα. Ο τύπος της τραβούσε τα μαλλιά, της δάγκωνε το λαιμό, της έδινε δυνατά και ρουφηχτά φιλιά στο σβέρκο και πότε-πότε στις βυζάρες και παράλληλα έσφιγγε γύρω απ' το λαιμό της τη ζώνη του. Κάποια στιγμή ο τύπος τραβήχτηκε πίσω. Η Νάντια υπέθεσε ότι ο τύπος ήταν στο παρά πέντε για να χύσει κι η Τέρυ έμεινε στα κρύα του λουτρού, μέσα στη φανταστική αυτή έκσταση του τρελού αυτού γαμησιού.

"Το 'ξερα μωρή παλιοκαριόλα ότι γούσταρες άγριο γαμήσι και γι αυτό σου ξηγιέμαι έτσι. Τώρα να δεις τι σε περιμένει" της είπε.

Η Νάντια είδε με γουρλωμένα μάτια την ατσάλι- νη ψωλάρα του που βγήκε απ' το μουνί της και γυάλιζε απ' τα ζουμιά του μουνιού της Τέρυ. Με μια πρόχειρη εκτίμηση η Νάντια υπολόγισε ότι αυτό το κρεάτινο ματσούκι θα ήταν τουλάχιστον 25 πόντους. Η Νάντια ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά της. Πω πω πω! Τι πουτσάρα ήταν αυτή! Μονολόγησε…

Μετά είδε τον τύπο να τραβάει ανελέητα την Τέρυ με τη ζώνη του και να την αναγκάζει να φέρει το πρόσωπό της κοντά στο παπάρι του. Τα μάτια της ήταν κλειστά και το κορμί της κατακόκκινο απ' την καύλα. Η Νάντια πρόσεξε ότι η ομαδάρχισσά της είχε δυο πολύ μεγάλες πεταχτές και μυτερές ρώγες. Ποτέ άλλοτε δεν είχε δει τόσο μεγάλες βυζόρωγες! Με τη σκέψη αυτή το κορμί της ανατρίχιασε ολόκληρο, απ' την κορυφή ως τα νύχια.

"Έλα μωρή ψωλού! Ρούφα την καυλάρα μου. Κάνε μου καλή δουλειά".

Τι εννοεί λέγοντας "ρούφα την καυλάρα μου" ο τύπος; αναρωτήθηκε η Νάντια. Παράλληλα είδε τον τύπο να αρπάζει δυνατά την Τέρυ απ' τα μαλλιά και να την αναγκάζει να πλησιάσει το στόμα της στον πούτσο του. Η Τέρυ στην αρχή προσπάθησε να του προβάλλει αντίσταση, αλλά μάταια. Το ζωνάρι του τύπου γύρω απ' το λαιμό της και το τράβηγμα στα μαλλιά της την έπεισαν να υπακούει. Παράλληλα την απειλούσε και την έβριζε με τα χειρότερα και τα πιο προσβλητικά λόγια που είχαν φτάσει ποτέ στ' αυτιά της Νάντιας. Η Νάντια γούρλωσε ξαφνιασμένη τα μάτια της καθώς είδε τη νεαρή ομαδάρχισσά της ν' ανοίγει τα χείλια της και να ετοιμάζεται να πάρει μέσα στο στόμα της το χοντρό κι ατσάλινο παλούκι της ψωλής του τύπου. Λίγο αργότερα την είδε να παίρνει μέσα της το μισό απ' αυτό το θηρίο που της γέμισε μεμιάς το στόμα.

"Μπράβο! Έτσι σε θέλω μωρή τσιμπουκλού! Πάρτον μέσα όλον!" της είπε ενθουσιασμένος ο τύπος που έβλεπε τη δουλειά του να γίνεται.

Ο τύπος την κρατούσε με τα δυο χέρια απ' το κεφάλι και την ανάγκαζε να κουνάει το στόμα της μπρος πίσω σα να της γαμούσε το λαρύγγι. Κάποια στιγμή της κάρφωσε το ψωλοκέφαλό του στο λαρύγγι κι η ομαδάρχισσα της Νάντιας κόντεψε να πνιγεί. Εκείνος όμως ούτε που νοιάστηκε. Συνέχισε να της τον δίνει πίπα με ξέφρενο ρυθμό, αδιαφορώντας αν η παρτενέρ του μπορούσε ν' αντέξει χωρίς ανάσα.

Η Νάντια κοιτούσε αυτό το πρωτόγνωρο και συνάμα καυλωτικό θέαμα και χωρίς να το καταλάβει έχωσε το χέρι της κάτω απ' τη φούστα της, βρήκε το μουνί της κι άρχισε να χαϊδεύει πάνω απ' το μεταξένιο κυλοττάκι της την κλειτορίδα της. Ταυτόχρονα άκουγε τα γλειψίματα και τα ρουφήγματα της Τέρυ και η καύλα της φούντωνε και της πλημμύριζε το κορμί απ' άκρη σ' άκρη. Απ' τους θορύβους που άκουγε πότε-πότε καταλάβαινε ότι έρχονταν στιγμές που ο τύπος έχωσε όλο το ματσούκι του μέσα στο λαρύγγι της ομαδάρχισσάς της. Η Τέρυ βογκούσε, έβηχε και πότε-πότε μούγκριζε από ηδονή.

"Πρέπει να ομολογήσω ότι είσαι πολύ σπουδαία στα λαρυγγοτσίμπουκα και στα πουτσογλειψίματα" της είπε ο τύπος.

Η Νάντια είχε φουντώσει. Τα μάτια της έβλεπαν αστεράκια. Χωρίς να το έχει προγραμματίσει να μαλακιστεί, με το τρίψε-τρίψε την κλειτορίδα της κάποια στιγμή το μουνάκι της άρχισε να χύνει. Την ίδια ώρα μέσα στο καλύβι οι δυο εραστές συνέχιζαν το τσιμπούκι με άγριο και ξέφρενο ρυθμό. Κάποια στιγμή άκουσε ένα δυνατό βογκητό της Τέρυ και μετά απανωτά βηξίματα.

Η Νάντια κατάλαβε ότι ο τύπος είχε αρχίσει να χύνει άτσαλα μέσα στο λαρύγγι της Τέρυ και κείνη μη προλαβαίνοντας να καταπιεί τα χύσια του κόντευε να πνιγεί. Ο τύπος δεν έλεγε ούτε στιγμή ν' αφήσει το κεφάλι της Τέρυ που το κρατούσε σφιχτά με τα δυο του χέρια και την ανάγκαζε να έχει όλο το χοντρό πουτσοκρέας του μέσα στο λαρύγγι της. Οι ψωλότριχές του όχι μόνο της γαργαλούσαν τα χείλια, αλλά και της είχαν κολλήσει σαν να ήταν μουστάκι. Η Νάντια άκουγε, έβλεπε και η καύλα της δεν έλεγε να σβήσει. Αντίθετα, φούντωνε όλο και πιο πολύ. Άρχισε ν' αναρωτιέται πως θα ένιωθε αν τυχόν έπαιρνε κι εκείνη κάποτε ένα τέτοιο τσιμπούκι. Απ' τη ζαλάδα της καύλας η Νάντια έχασε τη δύναμή της και μη μπορώντας να σταθεί πλέον στα πόδια της, κάθισε στο έδαφος.

Πόση ώρα έμεινε σε κείνη τη θέση, ούτε κι η ίδια δεν ήξερε. Κάποια στιγμή προσπάθησε ν' ανασηκωθεί και να σταθεί στα πόδια της, αλλά όλο το κορμί της το ένιωθε μουδιασμένο. Ξαφνικά θυμήθηκε τη φίλη της τη Μαρία που την είχε εγκαταλείψει τελείως. Ντράπηκε μόλις σκέφτηκε ότι την είχε αφήσει τελείως αβοήθητη και με στραμπουλιγμένο πόδι ενώ εκείνη έκανε μπανιστήρι και μαλακιζόταν έξω απ' το παράθυρο της καλύβας. Μετά συγκέντρωσε όλες όσες δυνάμεις της είχαν απομείνει κι αφού στάθηκε στα πόδια της ξεκίνησε για να γυρίσει στο μέρος όπου είχε αφήσει μόνη και τραυματισμένη τη φίλη της.

"Δεν μου λες εσύ, τι ζητάς εδώ πέρα;" άκουσε ξαφνικά να της λέει μια φωνή και το αίμα της πάγωσε στις φλέβες της.

Αμέσως αναγνώρισε τη φωνή. Ήταν του τύπου που γαμούσε την ομαδάρχισσά της. Άραγε την είχε καταλάβει που τους έπαιρνε μάτι τόση ώρα; Τι θα της έκανε αν την έπιανε; Με τις σκέψεις αυτές επιτάχυνε το βήμα της και προσπάθησε να χαθεί μέσα στο πυκνό και σκοτεινό δάσος. Είδε κι έπαθε να του ξεφύγει. Σε λίγο βρήκε τη φίλη της που καθόταν κουλουριασμένη δίπλα σ' ένα δέντρο. Είχε συρθεί μόνη της μέχρι εκεί προσπαθώντας να βρει μια πιο βολική κι αναπαυτική στάση για το πόδι της.

"Έλα βρε Νάντια. Γιατί άργησες τόσο; Εγώ νόμιζα ότι με ξέχασες και μ' άφησες μόνη μου μέσα στο δάσος", είπε παραπονεμένη η Μαρία.

"Χα.. Χάθηκα Μαρία μου", είπε η Νάντια και έκανε μια ευχή να μην καταλάβει η φίλη της ότι έλεγε ψέματα.

"Καλά...  Έλα, βοήθησε με να τεντώσω το πόδι μου και ας αφήσουμε για άλλη φορά το σχέδιό μας".

"Σωστά. Έχεις δίκιο" είπε η Νάντια.

Ο δρόμος της επιστροφής στην κατασκήνωση ήταν μακρύς, επίπονος και πολύ κουραστικός. Έπρεπε να μην κάνουν την παραμικρή φασαρία για να μην τις καταλάβουν και αρχίσουν τις ερωτήσεις για το πού είχαν πάει τέτοια ώρα. Η Νάντια επέμενε και ήθελε να πείσει τη φίλη της να πάνε στο γιατρό την επόμενη μέρα, αλλά η Μαρία είχε αντιρρήσεις. Σ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού τους οι σκηνές που είχε δει πριν λίγη ώρα, δεν έλεγαν να σβηστούν και να ξεκολλήσουν απ' το μυαλό της.

Όταν έφτασαν στην κατασκήνωση και πήγαν στην καλύβα τους, η Νάντια σκέφτηκε να πάει να κάνει ένα ντους. Βγήκε στο ξέφωτο, εκεί που ήταν στημένα τα πρόχειρα λουτρά της κατασκήνωσης και έβγαλε το νυχτικό της. Αμέσως μετά άνοιξε το ντους κι έκανε ένα γρήγορο μπάνιο. Την ώρα που σκουπιζόταν με την πετσέτα διαπίστωσε ότι το κορμί της ήταν ακόμη φουντωμένο απ' την καύλα. Έβλεπε τις πεταχτές ρώγες της να μη λένε να ξεκαυλώσουν ενώ η περιοχή γύρω απ' τα μπούτια και το μουνί της ήταν έντονα ερεθισμένη και πάρα πολύ ευαίσθητη ακόμη και στο πιο απαλό χάδι της χνουδωτής πετσέτας του μπάνιου. Όποτε η πετσέτα ακουμπούσε τα μουνόχειλά της ή την κλειτορίδα της, το κορμί της ανατρίχιαζε και μούδιαζε ολόκληρο.

Κάποια στιγμή η Νάντια έπιασε δυνατά με τα δυο της χέρια την λεία επιφάνεια του πορσελάνινου νεροχύτη. Μετά κοίταξε το κορμί της ερευνητικά και αυτόματα σχηματίστηκε ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλια της. Οι μεγάλες κι ολοστρόγγυλες βυζάρες της στέκονταν καμαρωτά-καμαρωτά πάνω στο στήθος της κι οι βυζόρωγές τους ήταν πεταγμένες σαν στούκας στις άκρες τους. Ξαφνικά άρχισε να κουνάει αριστερά και δεξιά τη μέση και τους γλουτούς της, και πότε-πότε πίεζε δυνατά το μουνί της πάνω στο νιπτήρα. Κάθε φορά που έτριβε τα μουνόχειλά της πάνω στη λεία και γυαλιστερή επιφάνεια, ένιωθε την καύλα της να φουντώνει ακόμα πιο έντονα.

Σε λίγο άρχισε να σφίγγει αναμεταξύ τους τα μπούτια της και να κουνάει κυκλικά την καλλίγραμμη και χυμώδη κωλάρα της. Τα τρυφερά και βελούδινα κωλομέρια της ήταν καυτά κι αυτά και ξαναμμένα απ' την καύλα της. Λίγο-λίγο άρχισε να δαγκώνει τα χείλια της και απ' το δυνατό δάγκωμα κόντεψε να τα σκίσει. Στο μεταξύ οι βυζάρες της είχαν φουσκώσει απ' την καύλα κι οι ρώγες της πετούσαν φωτιές.

Κάποια στιγμή λογικεύτηκε και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι έπρεπε να σταματήσει αμέσως αυτό που έκανε. Ήθελε να πείσει τον εαυτό της ότι σ' αυτή την ηλικία δεν έπρεπε να μαλακίζεται. Κι όμως, όταν κοιτούσε τον καθρέφτη που ήταν πάνω απ το νιπτήρα κι έβλεπε την κοκκινίλα της καύλας στο πρόσωπό της και τις ορθωμένες βυζόρωγές της, ένιωθε την ανάγκη να συνεχίσει κι όπου βγει.

Την ώρα που ένιωθε την καύλα της να φουντώνει μέσα στη μουνότρυπά της, άρχισε να βογκάει και να βαριαναστενάζει. Η κλειτορίδα της πρήστηκε και φούσκωσε κι έγινε σαν μπαλάκι του πινγκ-πονγκ. Η γλυκιά αίσθηση της καύλας απλωνόταν όλο και πιο έντονα στο κορμί της. Ο πόθος είχε φουντώσει μέσα της κι ήθελε σώνει και καλά να κάνει κάτι για να τον σβήσει.
Κάποια στιγμή το χέρι της γλίστρησε πάνω στη βελούδινη κοιλιά της, χώθηκε ανάμεσα στις νεανικές μπουτάρες της κι ακούμπησε πάνω στα μουσκεμένα κι ερεθισμένα μουνόχειλά της. Οι άκρες των δακτύλων της άρχισαν να γλιστρούν πάνω στη γλιστερή ουσία που ξερνούσαν ηδονικά τα μουνόχειλά της και να πιέζονται γύρω απ' την κλειτορίδα της. Η Νάντια χρησιμοποίησε τα δυο της δάχτυλα κι άνοιξε διάπλατα τα νεανικά μουνόχειλά της που έκρυβαν μέσα τους ολόκληρο θησαυρό. Όταν ακούμπησε στον κρύο νιπτήρα η πρησμένη της κλειτορίδα, η Νάντια βόγκηξε δυνατά από ηδονή.

Μετά έκλεισε τα μάτια της και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια έφερε μπροστά της την εικόνα της ομαδάρχισσάς της που απολάμβανε την άγρια γαμησοπεριποίηση του γεροδεμένου εκείνου πουτσαρά. θυμήθηκε τα βογκητά του πόνου, της καύλας και της ηδονής της και ζαλίστηκε απ' την καύλα.

Λίγο-λίγο η καύλα της φούντωνε και απ' το πρήξιμό τους τα βυζιά κι οι ρώγες της που τα έβλεπε να τρεμοπαίζουν μέσα στον καθρέφτη κόντευαν να σκάσουν. Τι καύλα ήταν αυτή! Κάποια στιγμή έκανε μια τολμηρή κίνηση. Μεμιάς φύτεψε ανάμεσα στα φουσκωμένα μουνόχειλά της δύο απ' τα δάχτυλά της κι άρχισε να τα βάζει και να τα βγάζει ρυθμικά. Την ίδια στιγμή προσπαθούσε να φανταστεί τον εαυτό της στη θέση της Τέρυ που πριν λίγες ώρες την είχε σκυλογαμήσει ο τύπος εκείνος. Δεν μπορούσε να ξεχάσει τα βογκητά της ηδονής της Τέρυ ούτε τον ξέφρενο ρυθμό με τον οποίο μπαινόβγαινε στη μουνότρυπά της εκείνος ο πουτσαράς. Με τις σκέψεις αυτές η καύλα της φούντωνε όλο και πιο πολύ και το μυαλό της κόντευε να σπάσει.

Η Νάντια ήθελε να τρίψει το κορμί της παντού για να της περάσει η καύλα. Δεν τολμούσε όμως ν' αφήσει ούτε στιγμή την τρυφερή και βελούδινη. Εκείνη σάρκα που είχε τώρα χουφτώσει με τα δυο της χέρια και έτριβε δυνατά. Η σάρκα εκείνη δεν ήταν άλλη απ τα δυο νεανικά και γεμάτα πόθο μουνόχειλά της. Απ' την καύλα της είχε ξεχάσει πού βρισκόταν και δεν άκουσε ούτε το τρίξιμο που έκαναν σι μεντεσέδες της πόρτας του μπάνιου καθώς μπήκε κάποιος μέσα.


Συνεχίζεται...