Στα όρια του πάθους και της φαντασίας

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Χιονίζει... Όχι πυκνό χιόνι. Μάλλον παραμυθένιο... Μεστές νιφάδες ευδιάκριτες, αραιές, που στροβιλίζονται απαλά στην ψυχρή νηνεμία, σαν πούπουλα, λίγο πριν γίνουν ένα με το λευκό χαλί που πατάμε...

Είσαι πιο όμορφη από το τοπίο. Το χιονισμένο δάσος δεν συγκρίνεται με τη θωριά σου. Και η ανάσα σου, όπως βγαίνει απ’ τα στήθια σου σαν καπνός από τσιγάρο, ορατή στην ήπια παγωνιά, χαϊδεύει το πρόσωπό μου και την αναπνέω σαν γλυκόπιοτο άρωμα. Τόσο κοντά σου είμαι...Γέρνεις στον κορμό της μοναχικής βελανιδιάς, που βασιλεύει στο ξέφωτο -εκεί που νεράιδες και αγρίμια σαν εσένα κατοικούνε- και αφήνεσαι στο φιλί μου.
Χείλη με χείλη, ανασαιμιά μ’ ανασαιμιά, γινόμαστε θέαμα για τ’ αγρίμια του δάσους που διστακτικά αναζητούν τροφή μέσα στο χιονισμένο πέπλο, που για κείνα μοιάζει σάβανο...

Όχι για τον έρωτα όμως, όχι για το πάθος... Δεν αρκεί όλο το χιόνι της οικουμένης να σβήσει τη φλόγα που χορεύει μέσα μου για σένα...
Το χέρι μου παραμερίζει το καστόρινο παλτό σου, βρίσκει το γυμνό δέρμα κάτω από την μάλλινη μπλούζα σου και αναρριχάται στην κοιλιά σου... Δεν φοράς στηθόδεσμο, όπως στο είχα ζητήσει και η παλάμη στο στήθος σου ζεματάει. Σ
έρνεται η σκληρή (απ’ το κρύο άραγε ή από το ξάναμμα;) ρώγα σου, επάνω στη γραμμή της ζωής. Τρέμεις... Ακόμη αναρωτιέμαι αν είναι από την παγωνιά, ή απ’ το άγγιγμά μου.

O αντρικός εγωισμός, μου υπαγορεύει να πιστέψω τη δεύτερη εκδοχή. Το ίδιο και το χαμόγελό σου, τα μισόκλειστα βλέφαρα, τα μισάνοιχτα χείλη σου και η γλώσσα που τα υγραίνει, καθώς με τα χέρια σου ανασηκώνεις την μπλούζα που μοιάζει εμπόδιο και τραβάς το πρόσωπό μου στα γεμάτα στήθια σου.
H γλώσσα μου στη θηλή... Τα δόντια μου απαλά στη ρώγα... Τα μάγουλά μου χαϊδεύουν τις ποθητές καμπύλες, καθώς στριμώχνω το πρόσωπό μου στην ζεστασιά της κοιλάδας ανάμεσά τους...

Τα χέρια σου στη ζώνη μου, στο φερμουάρ... Το παντελόνι γλιστρά και τα δάχτυλά σου ξετρυπώνουν το κομμάτι εκείνο της σάρκας που γυρεύουν... Γονατίζεις στο χιόνι. Ω, Θεέ... Οι ματιές μας συναντιούνται καθώς τα χείλη σου εγκλωβίζουν τον μυ και τον ρουφάνε αχόρταγα... Νιώθω να σκληραίνω και να θεριεύω στη μέσα στην υγρή ζεστασιά που προσφέρει το στόμα σου...
Γύρω χιονίζει κι εσύ με καταπίνεις πόντο τον πόντο σε κάθε σου κίνηση. Ανασηκώνεσαι και με φιλάς...

Ξεκουμπώνω το παντελόνι σου και διαπιστώνω με ικανοποίηση πως δεν φοράς εσώρουχο ούτε χαμηλά... Τόσο χυδαίο -μα και ερωτικό συνάμα- θέαμα είμαστε, με τα παλτά μας χιονισμένα, τα παντελόνια στα γόνατα, καθώς με μαλακίζεις αργά, ενώ εγώ γλιστρώ τα δάχτυλά μου στη σχισμή ανάμεσα στα σκέλια σου...
Δεν μιλάμε... Βαριανασαίνουμε. Φιλιόμαστε. Χαδευόμαστε. Γυρνάς και στηρίζεσαι με τα χέρια στη βελανιδιά. Το σάρκινο κλειδί βρίσκει το ταίρι του και καρφώνεται στην έτοιμη δίοδο, καθώς σε γαμάω πρόστυχα, σαν να είμαστε δύο λύκοι ξαναμμένοι και ξεχασμένοι απ’ την αγέλη...

Τα χέρια μου στα βαριά στήθια σου κι εγώ χάνομαι στο τούνελ του έρωτα. Oι μυς του κορμιού σου, με σφίγγουν βάναυσα βαθιά μέσα σου, καθώς πλησιάζεις στο ξέσπασμα. O οργασμός σου φτάνει καλπάζοντας να συναντήσει τον δικό μου...
Ουρλιάζεις: «Σε μισώ!»
Κι εγώ χύνοντας, φωνάζω: «Σ’ αγαπώ!»
Τα νύχια σου στο πρόσωπό μου, χάραγμα βαθύ... Αιμάτινα χνάρια αφήνουν στο διάβα τους... το καστόρινο παλτό, έχει δώσει τη θέση του σε μεταξωτή κάπα, πλεγμένη μ’ άστρα τ’ ουρανού.

H μπλούζα και το παντελόνι, σ’ ένα αραχνοΰφαντο ένδυμα, αντάξιο της νεράιδας του δάσους που το φορά... Μου ρίχνεις ένα βλέμμα και χάνεσαι στο δάσος! Ήταν δάκρυ εκείνο που λαμπύριζε στην άκρη του ματιού σου;
Μόνος ξανά... Και μόνο το τσούξιμο στο μάγουλο, οι αιμάτινες σταγόνες στο χιόνι και το ρίγος μέσα στο στέρνο μου σαν ξυπνάω, μαρτυρούν πως υπήρξες δικιά μου αυτό το βράδυ, έστω και σε όνειρο...

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")