Η φαντασίωση αγγίζει την πραγματικότητα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Άνοιξα τα μάτια μου. Τα ανοιγόκλεισα μερικές φορές. Προσπάθησα να καταλάβω τι με ξύπνησε. Σκοτάδι στο δωμάτιο. Ένιωθα περίεργα, μια και ξυπνώντας είχα την αίσθηση ότι κάποιος με παρακολουθούσε. Χαμογέλασα, καθώς ήρθε στο μυαλό μου, το όνειρο που έβλεπα.

Τι κρίμα να κοπεί στη μέση...

Σηκώθηκα, μηχανικά περισσότερο, να πάω στην τουαλέτα. Γύρισα στο δωμάτιο, μισοχαμογελώντας. Ήμουν... υγρή. Το όνειρο έφταιγε. Περνώντας από την κουζίνα, το ρολόι με πληροφόρησε ότι η ώρα ήταν 03:30. Τι καλά να μην ήταν μόνο στο όνειρο και να ήταν εκεί να με περιμένει στο δωμάτιο... Ξάπλωσα. Στριφογύρισα στο κρεβάτι. Ένιωθα τελείως ξύπνια.

Αποφάσισα να μεταφέρω το όνειρό μου. Το πρωί δεν θα το θυμόμουν. Ήταν το μόνο σίγουρο. Σηκώθηκα και πάτησα το κουμπί να ανοίξει ο υπολογιστής. Το δωμάτιο φωτίστηκε από το μπλε φως των windows. Το χέρι μου απλώθηκε να ανοίξει το πορτατίφ.

Ξάφνου, ακούω μια φωνή.

-    «Μη!» να λέει επιτακτικά.

Πάγωσα και κοκάλωσα. Ένιωσα μια ανατριχίλα φόβου στην σπονδυλική μου στήλη.

-    «Φοβήθηκες, μικρή;» άκουσα πάλι τη φωνή, από πίσω μου τώρα.

Την αναγνώρισα, τώρα. Χαλάρωσα αμέσως. Μια άλλου είδους ανατριχίλα, διέτρεξε την σπονδυλική μου στήλη.

-    «Μη γυρίσεις!» με πρόλαβε.

-    «Πως βρεθήκατε εδώ; Πότε… πως μπήκατε;» ρώτησα, μπαίνοντας ασυναίσθητα στους ρόλους μας…

-    «Δεν έχεις μάθει ακόμα, απλά να αφήνεσαι και να μην πρέπει να τα εξηγείς όλα» είπε σιγανά.

Τον ένιωθα πια, πίσω μου, πίσω από την καρέκλα μου.

-    «Μα δεν είναι λογικό να αναρωτιέμαι πως βρεθήκατε εδώ;»

-    «Όχι, μικρή. Δεν είναι. Ξέρεις γιατί ήρθα, όλα τα άλλα δεν έχουν σημασία» μου είπε.

-    «Έχετε, να έρθετε καιρό, κύριε» του είπα με βραχνή φωνή.

-    «Το ξέρω, μικρή.»

Ένιωσα την ανάσα μου να βαραίνει. Δεν είχε κάνει τίποτα. Δεν είχε πει κάτι ιδιαίτερο, αλλά ένιωθα κιόλας σαν να με άγγιζε, παντού. Σαν να ήμουν γυμνή με αυτόν γύρω μου, πάνω μου, μέσα μου βαθιά.

Ο υπολογιστής είχε ανοίξει.

-    «Τι θα έκανες τέτοια ώρα στο laptop;» με ρώτησε.

-    «Θα έγραφα το όνειρο που έβλεπα κύριε. Εσάς έβλεπα, κύριε.»

-    «Ωραία!» είπε «κάνε το σαν να μην είμαι εδώ» μου είπε.

Σχεδόν ένιωσα τα χείλη του στο αφτί μου. Έγειρα ασυναίσθητα την πλάτη μου προς τα πίσω.

-    «Όρθια μικρή» τον άκουσα να λέει επιτακτικά. «Γράψε το όνειρό σου».

Πήρα μια βαθιά ανάσα και άνοιξα το word.

Άρχισα να γράφω... οι λέξεις κύλαγαν αβίαστα, ειδικά με αυτόν πίσω μου. Το όνειρο μου ήταν για αυτόν άλλωστε όπως του είχα πει. Το έβλεπε να μεταφέρεται λέξη-λέξη στον υπολογιστή. Δεν μίλαγε. Αλλά σε λίγο άκουσα να του ξεφεύγει ένα σχεδόν βογκητό. Χαμογέλασα, σχεδόν δυνατά.

-    «Ξέρω ότι τώρα έχεις την έκφραση της γάτας που κατάπιε το καναρίνι» είπε ξάφνου κοφτά.

Αυτό με έκανε να καταπιώ το χαμόγελο μου. Ήξερα ότι δεν του άρεσε να χάνει τον έλεγχο όταν ήμασταν στους ρόλους και το βογκητό του δεν ήταν παρά μια ένδειξη ότι κατάφερα να τον ξεσηκώσω με αυτά που περιέγραφα τόσο ώστε να χάσει τον έλεγχο του...

Λίγο το όνειρο, λίγο που το περιέγραφα –με κάποιες σάλτσες παραπάνω – λίγο που τον ένιωθα πίσω μου ερεθισμένο... ξεσηκωνόμουν κάθε λεπτό όλο και παραπάνω... Ένιωθα να υγραίνομαι, πολύ, πάρα πολύ, όλο και περισσότερο... θα μπορούσε να μπει εκείνη τη στιγμή μέσα μου, θα τελείωνα αμέσως.... Ένιωθα την ανάσα μου να βαραίνει και το στήθος μου να... πονάει σχεδόν από τον ερεθισμό.

Κουνήθηκα ανήσυχα στην καρέκλα συνεχίζοντας την περιγραφή του ονείρου.

-    «Βγάλε το φανελάκι σου μικρή» μου είπε ξαφνικά.

Η φωνή του ακούστηκε ψυχρή.
Το έκανα με μια κίνηση. Φόραγα το παντελόνι της πιζάμας μου. Αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι από μέσα δεν φόραγα σλιπάκι.

-    «Μη σταματάς, θέλω να δω που τελείωσε το όνειρο σου, μικρή»

Εγώ, συνέχισα, αλλά πια δαχτυλογραφούσα πολύ αργά... Το στήθος μου πόναγε, το μουνάκι μου έσταζε, τα δάχτυλα μου με έτρωγαν να χωθούν κάτω από τη πιζάμα... ένιωθα την κλειτορίδα μου να ικετεύει να την αγγίξω... Κουνιόμουν ανήσυχα πάνω στην καρέκλα.

Το διασκέδαζε, ωωωωω, είμαι σίγουρη ότι το διασκέδαζε, να με βλέπει να βασανίζομαι, ήταν το παιχνιδάκι του: να με κάνει να χάνω τον έλεγχό μου, με ποικίλους τρόπους. Ένα βογκητό μου ξέφυγε, πριν προλάβω να συγκρατηθώ.

-    «Καύλωσες μικρή;» με ρώτησε και ένιωσα τα δόντια του να γδέρνουν τον ώμο μου.

Ένα ακόμα δυνατότερο βογκητό μου ξέφυγε.

-    «Σσσσςςς.. θα τους ξυπνήσεις»

Μου είπε και με δάγκωσε δυνατά, πολύ δυνατά, στο αγαπημένο του σημείο, εκεί που ο ώμος ενώνεται με τον λαιμό και την ίδια στιγμή το χέρι του έκλεινε απότομα το στόμα μου να μην ακουστεί η κραυγή πόνου που μου ξέφυγε. Πρώτη φορά με πόναγε έτσι, τόσο ξαφνικά, τόσο πολύ.

Ένιωσα δάκρυα να κυλάνε από τα μάτια μου. Κύλησαν στην παλάμη του, που ακόμα κράταγε το στόμα μου. Τράβηξε το χέρι του.

-    «Μμμ... αλμυρά τα δάκρυά σου, μικρή» είπε. «Ναι, ναι. τα γεύτηκα…».

Ένιωσα την ανάσα του στο αφτί μου.

-    «Ξέρεις γιατί ήρθα, μικρή, απόψε. Δεν ξέρεις;»

-    «Μάλιστα, κύριε. Ξέρω» του είπα με φωνή που μόλις ακουγόταν.

-    «Γιατί ήρθα μικρή;» με ρώτησε επίμονα και σκληρά.

-    «Για να ικανοποιήσετε την καύλα σας, κύριε» του είπα κατακόκκινη.

-    «Και πως θα γίνει αυτό, μικρή;» με ρώτησε.

Δεν μίλαγα. Δεν ήξερα τι να πω. Δεν ήθελα να πω τίποτα. Ένιωθα απίστευτα καυλωμένη και απόλυτα παραδομένη. Ότι και να μου ζήταγε εκείνη τη στιγμή, θα το έκανα. Το ήξερε. Απολάμβανε τη σιγουριά του.

-    «Περιμένω» επέμεινε με ακόμα σκληρότερη φωνή.

-    «Όπως θέλετε εσείς κύριε» του είπα ξέπνοη.

-    «Θέλω να μου προσφέρεις τις τρύπες σου, μικρή. Δεν έχω αποφασίσει ακόμα πια θα πάρω» είπε.

Και ένιωσα εκρήξεις στο μυαλό μου. Ένιωθα να έρχομαι σε οργασμό. Εκεί… Εκείνη τη στιγμή. Άρχισα να τρέμω.

-    «Τώρα, μικρή!» είπε επιτακτικά. «Έτσι, όπως ξέρεις ότι μου αρέσει».

Τα πόδια μου έτρεμαν. Σηκώθηκα, έκανα κινήσεις μηχανικές, κοφτές και σίγουρες. Δεν πρόδιδαν τον ερεθισμό μου. Με τίποτα. Γύρισα στο κρεβάτι, γονάτισα στο πάτωμα, κρατώντας τα πόδια μου ανοικτά, όσο πιο πολύ μπορούσα και με μια βιαστική κίνηση κατέβασα την πιζάμα μου, αφήνοντας, εκτεθειμένα τα σημεία μου, στην καύλα του.

-    «Κάτι ξέχασες, μικρή» μου είπε κοφτά, απότομα.

Την ίδια στιγμή το φερμουάρ που ξεκούμπωνε, ακούστηκε εκκωφαντικά δυνατά. Γύρισα το κεφάλι μου να τον κοιτάξω. Ήταν ανέκφραστος. Αυτό με τρέλαινε πάντα. Μια γρήγορη ματιά, χαμηλά με έπεισε για το πόσο ερεθισμένος ήταν. Τον κοίταξα με απορία.

-    «Άνοιξε μου καλά, μικρή» είπε.

Κατάλαβα, τι είχα ξεχάσει. Τα χέρια μου απλώθηκαν και άνοιξαν διάπλατα τον κώλο μου. Γύρισα και τον κοίταξα. Αγέρωχα. Ας ήμουν εκεί, έτσι ανοιχτή και αφημένη. Τον κοίταξα αγέρωχα. Αυτό το βλέμμα τον έκανε έξαλλο. Το είδα. Το κατάλαβα σχεδόν αμέσως.

Ήρθε ολόκληρος από πάνω μου, και καρφώθηκε βίαια στον κώλο μου. Πόνος, ατελείωτος πόνος. Τα μάτια μου έτρεχαν. Ήθελα όμως, να έχω εγώ τον τελευταίο λόγο αυτή τη φορά. Με είχε αφήσει μόνη μου τόσο καιρό. Ήθελα να τον κάνω να χάσει τον έλεγχο. Πήρα μια κοφτή, ρηχή, ανάσα. Ο πόνος ήταν απερίγραπτος. Ήξερα τι θα έκανα.

-    «Μη σταματάτε, κύριε. Όσο κι αν πονάω, μη σταματάτε. Ο κώλος μου είναι δικός σας κύριε.»

Τον ένιωθα μέσα μου να σκληραίνει κι άλλο.

-    «Πάρτε τον κώλο της πουτάνας σας κύριε»

Συνέχισα και τον ένιωσα εκείνη τη στιγμή να χύνει.

-    «Πουτανάκι!»

Μούγκρισε και την ώρα που τραβιόταν, έμπηξε τα δόντια του, εκεί στο ίδιο σημείο, με βία. Ένιωσα ότι μάτωσα. Ο πόνος έτσι απότομα που τραβήχτηκε ήταν σχεδόν ίδιας έντασης με τον πόνο που ένιωσα όταν μπήκε και συναγωνιζόταν επάξια τον πόνο στον ώμο μου. Δεν είχα κουράγιο να κάνω τίποτα. Ανέβηκα με δυσκολία στο κρεβάτι και τράβηξα το πάπλωμα πάνω μου...

Ένιωσα το φως από το παράθυρο ενοχλητικά στα μάτια μου. Τα ανοιγόκλεισα αρκετές φορές. Πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό μου τα γεγονότα της νύχτας. «Μπα, όνειρο ήταν», σκέφτηκα. Χαμογέλασα σε αυτή τη σκέψη. «Μου έχει λείψει ο κύριος μου, γαμότο, γαμότο, γαμότο!», σκέφτηκα και χαμογέλασα.

Πέταξα το πάπλωμα από πάνω μου και κοκάλωσα. Το παντελόνι της πιζάμας μου ήταν μισοκατεβασμένο και δεν φόραγα το φανελάκι μου, και όπως ανακάθισα ένιωσα έναν δυνατό πόνο, εκεί χαμηλά, πίσω. Κούνησα το κεφάλι μου, σαν να προσπαθούσα να ξυπνήσω. Το φανελάκι μου ήταν πεταμένο, δίπλα στο laptop.

Σηκώθηκα… ο πόνος από πίσω, δεν άφηνε και πολλές αμφιβολίες. Το πλησίασμα στον καθρέφτη του δωματίου, απλά επιβεβαίωσε, αυτό που αρνιόμουν να δεχτώ: η μελανιά, εκεί στο αγαπημένο του σημείο ήταν γεγονός...

Μα.... γίνεται...;;;

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")