Το μουνί της Ζωής

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

 

Όντας κοινωνικός, έκανα αρκετές παρέες καθ’ όλη την διάρκεια του σχολείου όμως, επειδή ήμουν δύσκολος άνθρωπος, με λίγους ερχόμουν πολύ κοντά.

Ένας από αυτούς ήταν και ο Λουκάς: μαζί στο σχολείο, μαζί στο γυμναστήριο, μαζί και στις βόλτες, είχαμε γίνει σχεδόν αυτοκόλλητοι για κάποιον καιρό, αν και συχνά τσακωνόμασταν κυρίως γιατί με κοντράριζε.

Όταν ο Λουκάς γνώρισε την Ζωή εγώ περνούσα μια από τις πιο κυνικές περιόδους της δικής μου ζωής και λίγο ασχολήθηκα με αυτό, θεωρώντας πως θα ήταν κάτι περαστικό.

Η Ζωή ήταν μια λεπτεπίλεπτη κοπελίτσα, με σπιθάτα μάτια και ανοιχτόξανθα μαλλιά, συνήθως καρέ. Την περίοδο που έγιναν όλα όσα θα γράψω, πηγαίναμε και οι τρεις Δευτέρα Λυκείου. Η Ζωή πέρασε Μηχανολόγος.

Έχοντας βγει από μια σχέση που ξεκίνησε καλά και κατέληξε κολαστήριο, εκείνη με την Αλεξάνδρα, δεν ήμουν και στα καλύτερα μου. Έτσι, με την αρχή των σχολείων εγώ, δυστυχώς, βρισκόμουν σε κατατονία. Ο Λουκάς δεν ήταν εκεί -μπορώ να πω πως το χαιρόταν κι ελαφρώς- και ο Τέλης, ο άλλος μου φίλος, είχε δικά του προβλήματα.

Κυρίως, μου συμπαραστάθηκαν τα κορίτσια της παρέας, ανάμεσα στα οποία και η Ζωή. Ήταν τόσο τρυφερή και είχαμε έρθει τόσο κοντά που, κοντά στα Χριστούγεννα, πειραζόμασταν άγρια και πολλές φορές μου ερχόταν στο μυαλό πως ίσως δεν μας ταίριαζε αυτό το πνιγηρό "μόνο φίλοι".

Η Ζωή τσακώθηκε με τον Λουκά κάποια μέρα. Πέρασα από το σπίτι, το λιγότερο που μπορούσα να κάνω ώστε να ξεπληρώσω για τις τόσες φορές που μου είχε σταθεί. Ήταν ράκος. Ακόμα το θυμάμαι. Άκουγε μουσική, ξένη, καταθλιπτική. Τα φώτα σβηστά. Μόνο ένα, στον διάδρομο.

Μου άνοιξε η μητέρα της, την οποία πέτυχα στην πόρτα: έφευγε. Χωρισμένη και αδιάφορη για την κόρη της. Με χαιρέτησε τσιμπώντας μου το μάγουλο και βγήκε. Βρήκα την Ζωή να κλαίει. Τα μάτια της, απλά πανέμορφα άλλες φορές, τώρα ήταν κοκκινισμένα.

Άλλαξα το τραγούδι σε κάτι πιο απαλό και κάθισα δίπλα της. Την πήρα αγκαλιά. Αργά. Τίποτα το βιαστικό. Έδειχνε τόσο εύθραυστη εκείνη την στιγμή κι εγώ, μπροστά της, τρομακτικά μυώδης κι άχαρος. Ο Λουκάς την είχε απατήσει, την είχε πονέσει, εγώ όχι.

Την ένιωθα γαντζωμένη πάνω μου. Ξαφνικά, δεν ξέρω πως, από μια περίεργη, γενετήσια ορμή, άρχισα να την φιλάω στο λαιμό και να ανεβαίνω. Ανταποκρίθηκε. Την ξάπλωσα και την έγδυσα, μέσα στο μισοσκόταδο. Άρχισα να την φιλάω παντού.

Το να κάνω στοματικό σε αυτή την κοπέλα, ήταν κάτι παραπάνω από ευχαρίστησή μου. Και την τελείωσα έτσι, με την γλώσσα, γιατί προφυλακτικά δεν είχαμε κι εγώ, πρωτάρης ακόμα φοβόμουν. Κι εκείνη με το στόμα με τελείωσε, αργά, υγρά, σχεδόν τελετουργικά.

Μπορεί να ήμουν για εκείνη αυτός με τον οποίο προσπάθησε να ξεπεράσει τον Λουκά. Όταν το μουνί της, υγρό, ροζ και απαλό, κατάπινε το καυλί μου, δεν ξέρω ποιον σκεφτόταν. Δύο φορές βρεθήκαμε και ολοκληρωμένα κάναμε έρωτα την μία, γρήγορα, έντονα, με εμένα να τα δίνω όλα, να την έχω στα τέσσερα μπροστά μου και να γαμάω το απίστευτο μουνάκι της.

Αργότερα, τα ξαναβρήκε με τον Λουκά, για κανένα μήνα. Τότε του τα είπε όλα -εγώ, προφανώς από τύψεις, είχα διακόψει την κολλητή παρέα μαζί του.  Κι ας χώρισε η παρέα στα δύο, εγώ ποτέ δεν μετάνιωσα τα όσα έγιναν.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")