Ερωτικά ταξίδια: Η Αλεξάνδρα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Ήταν από τις κοπέλες της Τρίτης που δεν είχαν κανένα όνειρο να μπουν σε μια Σχολή. Αντιθέτως, ο έρωτάς της, όπως και δικός μου, ήταν το θέατρο και την γνώρισα στην θεατρική ομάδα του Λυκείου, η μόνη κοπέλα της Τρίτης που ήταν σε αυτή.

Είχε κάτι το παρακμιακό που με ερέθιζε, με εκείνα τα βαμμένα της μαλλιά, τα μεγάλα μάτια, το εκφραστικό πρόσωπο και το καυλιάρικο κορμί. Στην οντισιόν - γιατί έτσι επιλέγονταν οι ηθοποιοί στην ομάδα αφού έκανε πάταγο - παίξαμε μαζί και, αργότερα, με ζήτησε για συμπρωταγωνιστή της, βγάζοντας έτσι το "πρωτάκι", δηλαδή εμένα, από την αφάνεια στην οποία ήμουν καταδικασμένος.

Άλλωστε, δεν θα ξεχάσω ποτέ τι έβλεπε, ή τουλάχιστον, έτσι μου φαινόταν πως έβλεπε: ένα συμπαθητικό, ανοιχτόχρωμο αγόρι, γυμνασμένο ίσα - ίσα για να έχει μια καλή εικόνα με ένα περίεργο χρώμα στα μάτια του. Αυτό μου έδειχνε, γιατί με κοίταζε αρκετά και, με την σειρά μου, και εγώ την θαύμαζα. Χώρια που έπαιζε καλά.

Κάπου Νοέμβρη, με τα κρύα, που αρχίσαμε να παίζουμε και κανονικά, είχαμε μια σκηνή αγκαλιασμένοι. Εκεί το έχασα και το λίγο που είχα, ενώ ο "μικρός" στο παντελόνι, έπαυε να είναι μικρός και με όση ανάπτυξη προσέφερε η εφηβεία μου - και δεν μπορώ να πω πως την πήρα σε ύψος, όσο σε... μήκος, αφού έφτασα μόνο το ένα και εβδομήντα επτά - σηκωνόταν έτοιμος για... δράση.

Η όλη ιδέα του να την ρίξω με άγχωνε, πόσο μάλλον όταν είχες την Αλεξάνδρα να σου ζητάει βοήθεια κάθε τρεις και λίγο. Είχα πάντα την εντύπωση, όμως, πως έπαιζε λίγο μαζί μου, κι έτσι δεν χρειάστηκε να κάνω πολλά, παρά μόνο να εκμεταλλευτώ αυτό. Έτσι κι αλλιώς, για γάμο δεν την ήθελα και, με τα μισάνοιχτα εφηβικά μου μάτια, έβλεπα μια τέτοια εκμετάλλευση σωστότερη από τον αγοραίο έρωτα.

Θυμάμαι πως ήταν Χριστούγεννα κι εγώ, με εκείνον τον παράξενο ιδρώτα που σε πιάνει στα κρύα, πήγα στο σπίτι της, αφού οι δικοί της έλειπαν. Στο πως τα μπάλωσα στους δικούς μου, βοήθησε αρκετά η νονά που πάντοτε με καταλάβαινε.

-    «Στην τελική», μου είχε πει, «θα πούμε πως έρχεσαι σε μένα».

Καλή γυναίκα η νονά, αν δεν ήταν αυτή, δεν ξέρω κι εγώ τι θα έκανα. Έχοντας δώσει την ψευδαίσθηση του έμπειρου στην Αλεξάνδρα, βρεθήκαμε εκείνο το απογευματάκι. Είχε νυχτώσει και νωρίς, θυμάμαι, κι εγώ έτρεμα σχεδόν γεμάτος αδημονία και άγχος. Σε εμάς τους άντρες, όμως, είτε όταν είμαστε μικροί ή μεγάλοι, η καύλα υπερισχύει οτιδήποτε άλλου και, με την βοήθεια της έμπειρης Αλεξάνδρας, όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν, λίγο άτσαλα, μα ήταν οπωσδήποτε μια αρχή.

Γι’ αυτό και δεν θα περιγράψω την πρώτη μου φορά. Ούτε και την δεύτερη. Αντιθέτως, θα περιγράψω την τρίτη που, έχοντας πάρει τον αέρα πια -όσο είναι δυνατόν αυτό, γιατί πάντα υπάρχει κάτι για να μάθεις- τα πήγα κατά πολύ καλύτερα.

Ήταν από εκείνες τις ημέρες του χειμώνα που έχεις διάθεση να κάτσεις μέσα, ξαπλωμένος, ή, το πολύ - πολύ, να μαζέψεις την παρέα και να καθίσετε.

Οι δικοί μου έλειπαν στο χωριό Σαββατοκύριακο για το λάδι. Δεν μπορούσα να το αφήσω ανεκμετάλλευτο: κάλεσα την Αλεξάνδρα. Ήταν περίπου επτά όταν ήρθε κι εγώ καθόμουν σε μια πολυθρόνα και άκουγα μουσική.

Η Αλεξάνδρα ήρθε με καθυστέρηση ενός τετάρτου. Ήμουν ερεθισμένος από την αναμονή και μόνο, ίσως να είχα παίξει και λίγη μαλακία στην σκέψη του τι θα ακολουθούσε, αλλά με σιγουριά δεν μπορώ να πω.

Ήταν όμορφη αυτή η κοπέλα, με πολύ σέξι σώμα και καυλιάρικη φάτσα. Στην πολυθρόνα, ήρθε αγκαλιά μου και δεν άργησε να αποτελειώσει την καύλα μου. Φιλιόμασταν και χουφτωνόμασταν αρκετά, με εμένα να δείχνω ξεκάθαρα τι ζητάω έτσι όπως χωνόταν το χέρι μου ανάμεσα στο μπούτια της, και δεν αργήσαμε να καταλήξουμε στο δωμάτιό μου, στο κρεβάτι μου.

Γδύθηκε και ξάπλωσε και, βαστώντας μια καπότα, με κοίταξε με ένα καυλιάρικο ύφος που έκανε το μποξεράκι μου να γεμίσει προσπερματικά. Είχα γδυθεί στο λεπτό και βρισκόμουν δίπλα της, θαυμάζοντας τα απίστευτα όμορφο, νεανικό της μουνάκι - ήταν όμως οι τόσες φήμες που με έκαναν να μην το γλείψω ποτέ.

-    «Καύλωσες μικρέ;»

Το χέρι της έπιασε σφιχτά τον πούτσο μου. Παίζοντας μαζί του, κόλλησε πάνω μου και η γλώσσα της σύρθηκε αργά, από την βάση του λαιμού μου στο αφτί μου.

-    «Γάμα με...»

Μου έδωσε το προφυλακτικό. Το πήρα και το άνοιξα. Της το επέστρεψα όμως γρήγορα.

-    «Φόρα το μου εσύ».

Συχνό το παιχνίδι μου αυτό. Το γούσταρε όμως η κουκλάρα μου γιατί την θυμάμαι να με γλείφει παίζοντας ταυτόχρονα το μουνάκι της.

Ήταν απίστευτα όμορφος ο τρόπος που ρουφούσε. Τόσο υγρός που στο τέλος πάντοτε άφηνε το καυλί μου καταμουσκεμένο. Με έφτανε στα όρια μου. Δεν ήθελα όμως να χύσω έτσι. Όχι πριν ικανοποιήσω και την μουνάρα μου, την πρώτη κοπέλα που πήγα μαζί της και την μόνη που θα θυμάμαι σίγουρα για πάντα.

Το τελευταίο που θυμάμαι από το βράδυ εκείνο, ήταν την Αλεξάνδρα από πάνω μου, να ανεβοκατεβαίνει ξέφρενα με τις βυζάρες της να τραμπαλίζονται και το μουνάκι της να καταπίνει πρόθυμα το καυλί μου.

Και τότε τελείωσε.. τελείωσε φωνάζοντας… γρατζουνώντας με βαθιά… κοιτάζοντάς με στα μάτια...