Ερωτικά Ταξίδια: Η Αφετηρία μου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Οι ιστορίες είναι αληθινές. Τα γεγονότα, τουλάχιστον, παραμένουν ίδια, αυτό που αλλάζει είναι το πως τα βίωσα εγώ, η Μαίρη, η Λένα, ο Λουκάς, ο Τέλης και όσοι άλλοι παίρνουν μέρος στην ιστορία.

Διαφορετικά θα σας τα πω εγώ. Διαφορετικά θα σας τα πει ο Τέλης. Όμως, σχεδόν όλα θα είναι ίδια.

Η μεγαλύτερη ευλογία είναι να ξέρεις τον εαυτό σου και να είσαι ειλικρινής μαζί του. Το ξέρω καιρό τώρα αυτό. Τον εαυτό μου, όμως, δεν τον γνωρίζω ακόμη τόσο καλά όσο θα περίμενα: απορώ γιατί το κάνω αυτό. Γιατί, δηλαδή, να κάνω ένα τέτοιο πισωγύρισμα τώρα που ξεκινάω την καριέρα μου, ένας φιλόδοξος εικοσιεπτάρης που η ορμή της νεότητάς του γίνεται σιγά-σιγά παγιωμένη αντίληψη.

Η αλήθεια είναι πως ξεκινήσαμε όλοι μαζί, από το Γυμνάσιο: εγώ και ο Τέλης ήμαστε διπλανοί. Ο Λουκάς στο μπροστινό θρανίο. Η Σοφία σε άλλη τάξη, όπως και ο Κρίστιαν, στην τάξη της Μαίρης. Η Λένα μαζί μας. Η Ζωή δίπλα στον Λουκά. Τι ήμουν τότε; Ένας δεκατεσσάρης βασανισμένος από την ακμή του. Τι θα γινόμουν; Ποιος θα μπορούσε να πει;

Λίγα πράγματα ήταν σίγουρα και ένα από αυτά ήταν πως η ζωή μου μόνο συνηθισμένη δεν θα ήταν -και δεν το ήθελα κιόλας.
Κατάλαβα, λοιπόν, πως είχα από νωρίς δύο ιδιαιτερότητες: η μία ήταν η αμφισεξουαλικότητά μου. Η δεύτερη; Η μαγεία. Με αυτά τα δύο πορεύτηκα. Με τις ελπίδες και τους φόβους. Τους πόθους, τα όνειρα... Τις αναμνήσεις.

Ξεκίνησα τότε, στον Πειραιά, ένα πανέμορφο ταξίδι με την παρέα μου. Μα η ζωή είναι παράξενη και από ολόκληρη παρέα λίγοι μείναμε να τα θυμόμαστε. Και οι άλλοι δεν νομίζω να τα θυμούνταν αν δεν ήμουν εγώ, γιατί έχω τις ίδιες συνήθειες που είχα τότε, στα δεκαπέντε μου, κι αν με ρωτήσετε ακόμη δεκαπέντε θα σας πω πως νιώθω: έτοιμος να κάνω τόσα πράγματα, να τους τρελάνω όλους, να μην αφήσω γυναίκα που να μην χαρώ κάθε στάλα που μπορεί να μου δώσει το ηδονικό της κορμί.

Μα οι συνήθειες είναι συνήθειες και, συχνά, κάτι μέρες σα σήμερα, που ξεκινούν τα κρύα, ή κάτι βράδια καλοκαιρινά που μαζευόμασταν στα εξοχικά ή γυρνούσαμε από τα κέντρα και κοιτούσαμε τα άστρα, με έπιανε μια γλυκιά, ευπρόσδεκτη, ζεστή μελαγχολία. Αυτό το ένιωθα σαν κατάρα μου: να δίνω χαρά και ελπίδα στους άλλους τόσο εύκολα και κατά βάθος εγώ να μελαγχολώ τόσο εύκολα.

Πίσω στο σχολείο, λοιπόν, τα ξέρετε τα πράγματα πως είναι: μονίμως οι άνθρωποι πρέπει κάπου να ανήκουν. Είτε αυτό θα είναι οι νταήδες, είτε τα θύματα των, είτε τα φυτά, είτε οι ρουφιάνοι και δεν συμμαζεύεται. Εγώ, όμως, δεν ήθελα να είμαι κάτι από αυτούς.

Εμένα το μόνο που μου άρεσε ήταν να περνάω καλά -και πέρασα πολλές φορές, έστω και εις βάρος των άλλων. Γι’ αυτό χάραξα την δική μου πορεία, ξεχωριστά: εγώ, η Μαίρη, ο Τέλης, ο Λουκάς, η Λένα και η Ζωή και ένα σωρό άλλοι, μια παρέα τρελή.

Αυτοί ήταν οι μόνοι που με προσέγγιζαν πραγματικά και τόσο βαθιά γιατί, μπορεί να ήμουν χαμογελαστός και να λειτουργούσα ευχάριστα σε μια παρέα, μα στην πραγματικότητα, αφενός προτιμούσα την σόλο καριέρα (λόγο εγωισμού και κρυψίνοιας, κυρίως) κι αφετέρου, πάντοτε ήμουν λίγο σνομπ προς τα παιδιά της ηλικίας μου -χαρακτηριστικό μου μέχρι και τα τώρα.

Όταν, λοιπόν, εκείνοι έτρεχαν στα διάφορα μπουρδέλα, εγώ, όσο ξιπασμένο κι αν ακούγεται, απλά δεν μπορούσα να ακολουθήσω. Τους έβρισκα παρακμιακούς και απίστευτα δήθεν, γιατί, μόλις ξεπαρθενεύτηκα, το βάστηξα για τον εαυτό μου, σε αντίθεση με αυτούς που το μόνο που ήξεραν να κάνουν ήταν να το διατυμπανίζουν. Ο Τέλης προσυπόγραφε σε αυτό. Ο Λουκάς έχασε την παρθενιά του στην Φυλής.

Μπήκαμε στο Λύκειο, εγώ παρθένος ακόμη αλλά και οι άλλοι που πήγαν ξεπαρθένευτοι δεν είδανε καμία προκοπή. Θες εξαιτίας αυτού, θες γιατί είχα αρχίσει να βαριέμαι με τις ως τότε σχέσεις μου -ανάξιες αναφοράς μπροστά σε εκείνα που ακολούθησαν -έψαχνα άγρια και, όμως, επιλεκτικά.

Κλεισμένος σε δεσμά που μου έβαλε ο ίδιος ο απαξιωτικός μου χαρακτήρας, έπρεπε να βρω κάτι αντιπροσωπευτικό όσων έλεγα στους άλλους, παρότι ήμουν πάντοτε η μετουσίωση του "δάσκαλε που δίδασκες".

Αυτό ήταν ένα πρόσθετο βάρος, αν σκεφτείς πως εκείνη την εποχή η Λένα έτρεχε με κάποιον που αργότερα θα εξελισσόταν σε μεγάλο αστέρι της μπάλας. Τον είχαμε, βλέπετε, συμμαθητή μας και τώρα είναι αρκετά γνωστός. Και τον θυμάμαι ακόμα, ένα παιδί όχι ιδιαίτερα κοινωνικό, λίγο μεγαλύτερό μας, υποκειμενικά (για την Λένα) όμορφος και λίγο μουλάρι, αν σκεφτώ τους βασανισμούς που της έκανε.

Κάπου εκεί, λοιπόν, τσίνησα κι εγώ κι έριξα κι έναν καβγά με τον Λουκά μου κάτι μου είπε. Εγώ έφταιγα, δεν λέω, αλλά ο νεανικός μου εγωισμός δεν δεχόταν με τίποτα ουδεμία αμφισβήτηση. Και προς μεγάλη μου έκπληξη, τότε η Ζωή, η κοπέλα του Λουκά, ήρθε με το μέρος μου, κάτι που η Ζωή ποτέ δεν έκανε, αφού φαινόταν να της είμαστε απλά αδιάφοροι.

Όμως, το σχολείο είχε αλλάξει, η παρέα είχε αλλάξει, τα μυαλά άρχιζαν να συγκροτούνται όπως και οι ιδεολογίες και όλοι μαζί μπλέκαμε σε έναν παράξενο στρόβιλο συναισθημάτων, κουτσομπολιών, πισώπλατων μαχαιριών, νεύρων και ερωτών που μοναχά η εφηβεία μπορούσε να προσφέρει.
Κάπου εκεί, γνώρισα και την Αλεξάνδρα.

 

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")