Το λεωφορείο των πόθων

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Εσύ κι εγώ... Δύο ξένοι… μόνοι μέσα σε ένα γεμάτο λεωφορείο, να προσπαθούμε να γνωρίσουμε το αδύνατο… να πούμε μέσα από την αφή όλα αυτά που δεν μπορούμε (δεν γίνεται, δεν θέλουμε, δεν πρέπει) να εκφράσουμε με άλλο τρόπο…


Να βρισκόμαστε όμηροι ενός συναισθήματος που παραπαίει ανάμεσα στην απρέπεια και την ανωμαλία και παρ όλα αυτά να συνεχίζουμε… ξέροντας (ή μάλλον μην ξέροντας - μπορεί να κατέβαινες στην επόμενη στάση) πόσο λίγο θα διαρκέσει και πόσο εφήμερο θα είναι.

Μόνο για ένα πράγμα ήμασταν σίγουροι: πως ότι έγινε θα μείνει ένα μικρό ένοχο μυστικό, για το οποίο ποτέ δεν θα τολμήσουμε να πούμε ότι είμαστε περήφανοι, το οποίο ποτέ δεν θα ιστορήσουμε στους φίλους μας. Και γιατί να τα ιστορήσουμε; Τα μικρά ένοχα μυστικά μπορεί να γεννάνε και κρύβουν πόθους, που μόνο αν τους δοκιμάσεις μπορείς να ξέρεις, στιγμιαίες λάμψεις του μυαλού και των αισθήσεων που ισορροπούν πάνω στο θέλω και το πρέπει, αλλά που κάνουν το θέλω τόσο πιο δυνατό, όσο πιο σκληρό είναι το πρέπει.

Δυο ξένοι που τιμωρούσαμε τον εαυτό μας μέσα στους αναγκαστικούς περιορισμούς του χώρου, υποτάσσοντας το μεγάλο στο πολύ μικρό, τιθασεύοντας έναν άγριο πόθο σε απαλές αδιόρατες κινήσεις, κάνοντας τα ακροδάχτυλα να μιλάνε για όλα, να τα λένε όλα και να εννοούν πολύ περισσότερα, αλλά να ξέρουμε ότι αυτά τα πολύ περισσότερα δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ.

Ακόμα και τώρα θυμάμαι πως προσπαθούσα να ανακαλύψω σιγά-σιγά, βασανιστικά τον κώλο σου (εντάξει άσχημη λέξη, αλλά πως αλλιώς να το πω), να τον νιώσω πάνω από το φόρεμά σου ακουμπώντας αδιόρατα τα δάχτυλά μου πάνω του, ακολουθώντας με αυτά τις γραμμές του, περνώντας απαλά το χέρι μου πάνω από τη σχισμή του, κάνοντας με τα ακροδάχτυλα αφηρημένα, αλλά τόσο πολύ συγκεκριμένα σχήματα πάνω στις πτυχώσεις του και ξαναγυρίζοντας στα σημεία που από το σκίρτημά σου (ή μήπως ήταν της φαντασίας μου;) καταλάβαινα ότι σου άρεσε που τα άγγιζα.

Ξέρω τα συναισθήματα που ζούσες: αφού κι εγώ ζούσα τα ίδια.

Την ανησυχία μην μας δουν, την ντροπή του τι σκέφτεται ο άλλος, την ενοχή της παράδοσης. Αλλά όλα αυτά τα συναισθήματα ξεπλένονταν μέσα από την σφιγμένη ευχαρίστηση, το χαλάρωμα που άφηναν τα ακροδάχτυλα που ακολουθούν τα σχήματά σου, την προσμονή για το κάτι παραπάνω που περίμενες να σου κάνει αυτός που ποτέ δεν γνώρισες ούτε έζησες έστω και ελάχιστα για να ξέρεις τον δικό του ερωτισμό.

Συνέχιζα. Εσύ στεκόσουν μπροστά μου κι εγώ με πολύ διακριτικές και επιδέξιες κινήσεις γνώριζα και μάθαινα τον κώλο σου (πάλι αυτή η λέξη ) χωρίς να τον βλέπω, προσπαθούσα να βρω μέχρι που τον σκεπάζει το κιλοτάκι σου, ακολουθώντας το ανεπαίσθητο εξόγκωμα της ραφής του, το μετακινούσα απαλά προσπαθώντας να βρίσκω ένα ακόμα εκατοστό από το δέρμα σου και αυτό το εκατοστό το θεωρούσα μια μεγάλη, μια τεράστια κατάκτηση. Έσκυβα όσο γινόταν (ευτυχώς ήσουν αρκετά ψηλή) και οδηγούσα το δάχτυλό μου στη γραμμή του πίσω μέρους των ποδιών σου μέχρι εκεί που οι καμπύλες σου με άφηναν να καταλάβω ότι ένα δάχτυλο δεν είναι πια αρκετό, χρειάζεται να τις αγγίξουν και τα άλλα μου δάχτυλα.

Άγγιζα με τα δάχτυλά την πλάτη σου πολύ χαμηλά, εκεί στους νευρώνες της σπονδυλικής σου στήλης και κατέβαινα προς τα κάτω, προς τα εκεί που θα έπρεπε να μπουν μέσα σου, αλλά εγώ δεν τα έβαλα ποτέ (παρά μόνο εάν γινόταν εκείνη τη στιγμή εσύ να μου το ζητήσεις). Έβλεπα τα μαλλιά σου, άγγιζα απαλά το πρόσωπό μου πάνω τους και μύριζα αδιόρατα το άρωμά σου.

Έβλεπα το λαιμό σου και ποθούσα τόσο πολύ να τον φιλήσω, έδωσα μάχη ξέρεις με τον εαυτό μου για να μην το κάνω μπροστά σε ξένο κόσμο. Αλλά τον πλησίαζα όσο μπορούσα, ένιωθες ίσως την ανάσα μου. Και για να μπορούσες να καταλαβαίνεις πόσο ερεθισμένος ήμουν, σε ακουμπούσα κάθε τόσο με το σώμα μου και σε έσπρωχνα με αυτό τρυφερά, απαλά, τόσο όσο να αισθανθείς πόσο «σκληρός» ήμουν.

Αλλά κι εσύ. Όταν σε έσπρωχνα έκανες κι εσύ το ίδιο δίνοντας μου να καταλάβω ότι ζεις τα ίδια συναισθήματα, άφηνες τα πόδια μου να νοιώσουν τα δικά σου πόδια, τους προσαγωγούς μου να νιώσουν όλο το σχήμα της γοητείας σου, έφτιαχνες με το χέρι σου τα μαλλιά σου (φυσικά και είδα τη βέρα που φόραγες) με αυτή την υπέροχη κίνηση που τόσα πολλά φανερώνει για μια γυναίκα, φρόντιζες να τονίζεις τις καμπύλες σου κάνοντας εκείνες τις αδιόρατες κινήσεις που μια γυναίκα ξέρει να κάνει, με έκανες να αισθάνομαι σιγουριά και αυτοπεποίθηση.

Έστω και τώρα να σου πω ότι εκείνη τη στιγμή σε αισθανόμουν τον πιο δικό μου άνθρωπο στον κόσμο. Προσπαθούσα να σε προστατεύσω από το σπρωξίδι και τη φασαρία και ήμουν έτοιμος να δείρω τον κάθε αλήτη κολητηρτζή (αυτό το λέω εγώ ο αγνός ) που θα τολμούσε να σε αγγίξει. Αλλά εγώ ηξερα ποια είσαι, τι θέλεις… ούτε στιγμή δεν σε είδα χυδαία… ούτε στιγμή δεν σε είδα σαν αντικείμενο. Ούτε στιγμή. Και δεν μπορείς να φανταστείς τι αισθάνθηκα όταν δεν κάθισες στη θέση που άδειασε μπροστά σου ή όταν δεν κινήθηκες για να απομακρυνθείς όταν άδειασε λίγο ο χώρος, αλλά κόλλησες περισσότερο πάνω μου.

Κατέβηκες πρώτη και εγώ συνέχισα λίγο ακόμα. Για να σου πω την αλήθεια η δική μου στάση ήταν πιο πριν από τη δική σου, αλλά εγώ ήθελα να συνεχίσω να είμαι εκεί που πριν λίγες στιγμές ήσουν κι εσύ. Έπρεπε να συνθέσω στο μυαλό μου την εικόνα αυτών που άγγιξα, επαναλαμβάνοντας νοητά τις κινήσεις που έχουν κάνει τα δάχτυλά μου πάνω στην ανατομία σου.

Μπορούσα πια να σε φανταστώ τόσο υπέροχη, τόσο δική μου και ξένη ταυτόχρονα…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")