Ο Δάντης, η Μαίρη και... (1ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Η Μαίρη – 35άρα και γυναικάρα – παντρεμένη με τον Νεκτάριο και μαμά 2 αγοριών, ήταν σφοδρά ερωτευμένη. Όχι όμως με τον Νεκτάριο! Όχι-όχι. Ο Νεκτάριος ένας φαλλοκράτης μιας άλλης εποχής, συστηματικά την παραμελούσε.

Την είχε μόνο για την κουζίνα, τα ψώνια, το μεγάλωμα των παιδιών και κάπου-κάπου να της ρίχνει κι ένα, να φεύγουν τα χοντράδια.

Η Μαίρη ήταν ερωτευμένη με τον Αριστείδη. Τον κολλητό και παιδικό φίλο του Νεκτάριου. Όχι δηλαδή ότι ο Αριστείδης ήταν λιγότερο φαλλοκράτης, αλλά τουλάχιστον ήταν πιο αρρενωπός. Ο Αριστείδης τώρα, ήταν ξάδελφος του Δάντη.

Ο Δάντης ήταν ακριβώς το αντίθετο από τους δυο άντρες. Τις αγαπούσε τις γυναίκες. Τους είχε αδυναμία, και αυτό δεν είχε να κάνει μόνο με το σεξ, ή με το πόσο όμορφες είναι. Αυτό το είχε καταλάβει η Μαίρη γι’ αυτό σε κάποιο οικογενειακό συμμάζωμα ξεμονάχιασε τον Δάντη κι άρχισε να του λέει τα παράπονα για τον μεν και για την κάψα για τον δε. Μόνο που ο Αριστείδης της το είχε ξεκόψει, ότι ποτέ δεν θα έμπαινε ανάμεσα σ’ αυτή και στον Νεκτάριο. Κι αυτό την πονούσε περισσότερο.

Από εκείνη την μέρα ο Δάντης έγινε ο εξομολογητής της. Για εβδομάδες, μήνες τον έπαιρνε τηλέφωνο και του έλεγε τον πόνο της. Για τη μεταχείριση από τον άντρα της που την είχε σαν δούλα, για τον χωρίς ελπίδα έρωτα της, ακόμα και για παιδιά, την πεθερά και την Κούλα την μπακάλισσα και μεγαλύτερη κουτσομπόλα της γειτονιάς.

Εκείνο το βράδυ ο Δάντης μόλις είχε μπει στο διαμέρισμα, αφού κατάφερε να ‘δραπετεύσει’ από τον 3ο όροφο μιας άλλης πολυκατοικίας, πριν πλακώσει ο πυροσβέστης. Έμενε μόνος του στο 4άρι από τότε που κλώτσησε την γυναίκα του χάνοντας έτσι και την καθημερινή επαφή με τον γιο του.

Ίσως όμως καλλίτερα έτσι παρά να αφήσει το παιδί ορφανό. Μέχρι στα πρόθυρα του φόνου, τον είχε φτάσει η κακούργα. Από τότε δεν είχε κάνει κανένα μόνιμο δεσμό, και οι μόνες γυναίκες που έκαναν έρωτα μαζί του ήταν παντρεμένες. Σίγουρα πράγματα. Ούτε μπλεξίματα, ούτε τίποτα.

Έκανε ένα ντουζάκι κι ετοιμαζόταν να πέσει για ύπνο, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Κοίταξε το εκκρεμές στον τοίχο. 1:05 το πρωί. Ποιος που... να ‘τανε τέτοια ώρα…;
• «Εμπρός»
• «Δάντη, γεια σου. Σ’ έπαιρνα και νωρίτερα αλλά έλλειπες» είπε η Μαίρη με μια μισοκλαψιάρικη φωνή και κάπως τρεμάμενη.
• «Τι συμβαίνει; Είσαι καλά; Κλαις; Σε πείραξε κανείς;» ήθελε να μάθει
• «Θέλω να σε δω οπωσδήποτε» αποκρίθηκε η Μαίρη, χωρίς ν’ απαντήσει σε καμιά από τις ερωτήσεις του.
• «Τι συμβαίνει; Που είσαι; Σπίτι;»
• «Όχι. Είμαι σε μιας φίλης μου. Είναι ανάγκη να σε δω απόψε. Γράψε την διεύθυνση».

Τον ήξερε καλά αυτόν τον δρόμο. Σε κάποια ήσυχη περιοχή της Κηφισιάς, χωμένος μέσα στα πεύκα. Εκεί παρακάτω υπήρχε κι ένα ξενοδοχείο που νοίκιαζε δωμάτια με την ώρα. Όλες τις παντρεμένες εκεί τις συναντούσε. Διακριτικό, απομονωμένο και καθαρό. Τώρα τελευταία η ιδιοκτήτρια του έκανε κι έκπτωση. Τακτικός πελάτης βλέπεις!

• «Θα είμαι εκεί σε 20’» της είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο.
Τρία λεπτά αργότερα ήταν στον δρόμο. Κοίταξε με λατρεία το 750cc GSX Suzuki, αλλά τελικά αποφάσισε να πάρει το Alfa Romeo. Η νύχτα ήταν ψυχρή και μόλις είχε κάνει ντουζ. Η ‘Εύα’ βρυχήθηκε ρυθμικά μόλις γύρισε το κλειδί και ξεχύθηκε στους νυχτερινούς δρόμους της Αθήνας σαν άσπρος σίφουνας.
20’ αργότερα παρκάριζε έξω από την νεόκτιστη πολυτελή πολυκατοικία.

«Θα ‘ναι γερή κονόμα η γκόμενα» σκέφτηκε ο Δάντης καθώς χτύπαγε το θυροτηλέφωνο. Το διαμέρισμα ήταν στον 5ο όροφο. «δεν πρόκειται να την γλυτώσω από δω. Πολύ ψηλά για να πηδήξω» σκέφτηκε και χαμογέλασε στον εαυτό του.

Την πόρτα του διαμερίσματος την άνοιξε η Μαίρη τυλιγμένη σε μια χνουδωτή αντρική ρόμπα. Τον τράβηξε από το χέρι βιαστικά μέσα κι αμέσως κόλλησε τα χείλη της στο στόμα του.
Ο Δάντης ξαφνιάστηκε, αλλά ανταπέδωσε το φιλί. Η στρεσαρισμένη γυναίκα αντιδρά με ποικίλους τρόπους. Το ήξερε αυτό.

Αφού την άφησε να στριφογυρίσει την γλώσσα της στο στόμα του μερικές φορές την έσπρωξε απαλά για να πάρει ανάσα και γύρισε να ρίξει μια ματιά στο δωμάτιο.
Αυτό που περίμενε να δει ήταν ένα πάτωμα γεμάτο χρησιμοποιημένα χαρτομάντιλα, κάνα μπουκάλι κρασί, τσέρι η μπράντι και κάνα δυο ποτήρια.

Όμως αυτό που είδε δεν είχε καμία σχέση με αυτό που φανταζόταν. Το δωμάτιο φωτιζόταν αποκλειστικά από καμιά 50αριά κεριά διαφόρων χρωμάτων και σχημάτων. Το τεράστιο σαλόνι ήταν όμορφα και ακριβά επιπλωμένο με μια τεράστια τζαμαρία στην απέναντι πλευρά. Μια απαλή μουσική δωματίου ερχόταν από το Β&Ο και στο τραπεζάκι μπροστά στον τεράστιο καναπέ ήταν ένα σχεδόν γεμάτο Σίβας, 3 ποτήρια γεμάτα και ένα μπολ με παγάκια. Δίπλα όμως σ’ αυτά ήταν και κάτι άλλο. Ήταν 3 διαφορετικοί σε χρώμα, μέγεθος και υφή δονητές! Μόλις τότε πρόσεξε ότι στην tv έπαιζε κάποια τσόντα και μάλιστα σκληρή.

Γύρισε να ρωτήσει τη Μαίρη τι στο διάολο έτρεχε εκεί μέσα, μα την είδε να λύνει την ζώνη της ρόμπας και να την αφήνει να γλιστρήσει από τους ώμους της. Από κάτω φορούσε ένα μαύρο δαντελωτό νεγκλιζέ και ένα πολύ φίνο κυλοττάκι κι αυτό δαντελωτό.

Τα ζουμερά βυζιά της πετάγονταν σα να ήθελαν να δραπετεύσουν από το νεγκλιζέ με τις ρώγες της ήδη να έχουν περάσει ανάμεσα από τη δαντέλα.
Τα πόδια της μακριά και καλλίγραμμα με εκείνη την μελένια επιδερμίδα να γυαλίζει στο φως των κεριών. Με το 1.80 και κάτι ήταν σαν είχε βγει από φιγουρίνι μόδας.

Το στόμα του παρέμεινε ανοιχτό ανίκανος να αρθρώσει λέξη. Όχι όμως για πολύ γιατί η Μαίρη το σφράγισε πάλι με ένα από εκείνα τα ατελείωτα αισθησιακά φιλιά της. Τα χέρια του ήταν κρεμασμένα στα πλευρά του μη πιστεύοντας ακόμα αυτό που συνέβαινε. Του τα πήρε και τα απόθεσε στον κώλο της. Τα κράτησε εκεί για μια στιγμή, ενώ σκεφτόταν την επόμενη κίνηση του. Ξαφνικά, ένα χέρι τον ακούμπησε στον ώμο. Ανασκίρτησε.

Συνεχίζεται...

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")