Εμπειρίες... (Ροντέο)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

To e-mail μου είναι το:

Ο Πέτρος ήταν ένας μικροεφοπλιστής. Τρία εμπορικά είχε μόνο ο καημένος κι ένα γιοτ για ιδιωτική χρήση, μα το ναύλωνε κιόλας όταν χρειαζόταν. Τον Δάντη τον είχε γνωρίσει μέσω επαγγελματικής συνεργασίας και μιας και ταίριαζαν πολύ οι χαρακτήρες τους, ...

η σχέση τους επεκτάθηκε και εκτός εργασίας. Όταν γνώρισε και την Τζένη, τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. ‘Γιατί να μην την είχε γνωρίσει εκείνος πρώτος’, είχε πει κάποτε στον Δάντη, μπροστά στην Τζένη φυσικά.

Εκείνο τον καιρό η κόρη του θα γιόρταζε τα 18α της γενέθλια. Ο Πέτρος έφερε στον Δάντη την πρόσκληση για το επόμενο Σάββατο στο Ροντέο. Η ντίσκο είχε κτιστεί στη τοποθεσία που ήταν κάποτε ένα τεράστιο Λούνα Παρκ, στην παραλιακή οδό.

Δυο μέρες έψαχναν ο Δάντης και η Τζένη για το φόρεμα που θα φορούσε το βράδυ εκείνο. Τελικά το βρήκε ο Δάντης σε μια μπουτίκ και παρόλο που του ήρθε σχεδόν λιποθυμία μόλις άκουσε την τιμή, το αγόρασε, δώρο στην σέξι και πάντα προκλητική Τζένη.
Το φόρεμα (γνωστού Ελληνικού Οίκου) ήταν μαύρο με ασημένιες κλωστές που αντανακλούσαν το φως που έπεφτε πάνω τους. Η μίνι φούστα έφτανε μέχρι σχεδόν την μέση των μεταξένιων μηρών της Τζένης και είχε δυο σκισίματα δεξιά-αριστερά, ακριβώς στο πλάι του μηρού, που όμως ήταν κρύβονταν ανάμεσα στις πολλές πτυχές της φούστας. Έφτανε όμως μια απλή πιρουέτα ν’ ανοίξει το φόρεμα σα βεντάλια γύρω από την στενή μεσούλα της και να αποκαλύψει έτσι όλα τα απόκρυφα!
Φρεσκοξυρισμένο για την περίπτωση και με μόνο μια λεπτή χνουδωτή γραμμή να δείχνει τον δρόμο για την κλειτορίδα της και δυο ολοστρόγγυλα κι ανασηκωμένα κωλομάγουλα που ταλαντεύονταν λικνιστικά σε κάθε βήμα της.

Από την νοητή γραμμή της ζώνης, ξεκινούσαν δυο ρομβοειδή κομμάτια υφάσματος τα οποία είχαν κάτι σαν λαστιχάκι στις πλευρές τους και τα οποία αφού αγκάλιαζαν το μικρό στητό στήθος της έδεναν με φιογκάκι στο πίσω μέρος του λαιμού.
Ο αφαλός και ένα αρκετά μεγάλο τριγωνάκι της σφριγηλής κοιλίτσας της, εκτεθειμένο στα λάγνα μάτια του κάθε αρσενικού, έκανε τη φαντασίωση καθενός να δουλεύει υπερωρίες. Η πλάτη επίσης ήταν ελεύθερη παντελώς στη θέα και το βαθύ ντεκολτέ έφτανε λίγο πιο πάνω από την αρχή του υπέροχου στρογγυλού κωλαράκου της που σε υπνώτιζε κάθε φορά που πέρναγε από μπροστά σου.
Φόρεσε τα ψηλοτάκουνα, σχεδόν στιλέτο, μαύρα γοβάκια της και το φίνο άρωμα, δώρο κι αυτό του Δάντη, τακτοποίηση τις μπούκλες του περμανάντ κι ήταν έτοιμη.
Δεν χρειαζόταν να φορέσει τίποτα άλλο. Άλλωστε η νύχτα ήταν ζέστη!

Το ταξί τους άφησε ακριβώς στην είσοδο της ντίσκο. Έδειξαν την πρόσκληση στον υπάλληλο και εκείνος τους καθοδήγησε. Ο Πέτρος είχε κλείσει εκεί αριστερά στο μαγαζί ένα σεπαρέ αρκετά μεγάλο, μα που πάλι δε χωρούσε όλους τους καλεσμένους. Στα τραπεζάκια υπήρχαν όλων των ειδών οι λιχουδιές. Από τυρομπουκιές, μέχρι χαβιάρι. Η ροζ σαμπάνια σερβιρισμένη με κρεμ ντε κασίς άφηνε μια υπέροχη γεύση στο στόμα.

Μόλις τους είδε, σηκώθηκε αμέσως να τους καλωσορίσει και τα μάτια του άστραψαν μόλις είδαν την Τζένη. Αφού πρώτα την αγκάλιασε απαλά και την φίλησε στο μάγουλο, την κράτησε από το χέρι και σα μια χορευτική φιγούρα την έβαλε να κάνει μια απλή πιρουέτα. Τα μάτια των παρισταμένων με το ζόρι έμειναν στη θέση τους! Ιδίως εκείνων που ήταν εκείνη την ώρα καθιστοί, μια που το αποκαλυπτικό φορεματάκι της, δεν άφησε τίποτα στην φαντασία τους!

Αμέσως ήρθαν οι σαμπάνιες, οι χαιρετούρες και οι συστάσεις και οι πιο τολμηροί αρσενικοί δεν έχασαν την ευκαιρία να μισοχαϊδέψουν την φίνα επιδερμίδα της πλάτης της.
«Θέλω να χορέψω» είπε κάποια στιγμή η Τζένη στον Δάντη, κι εκείνος την οδήγησε στην πίστα που ήταν μόλις λίγα μέτρα από κει που κάθονταν.

Το κέντρο είχε 3 πίστες και 3 (ίσως και παραπάνω) μπάρες. Στη παρέα του Πέτρου όμως υπήρχε κι αποκλειστικός σερβιτόρος. «Δώρο του αφεντικού» είχε πει ο Πέτρος. «Γνωριζόμαστε από παιδιά»
Μερικά μέτρα αριστερά του ‘σαλέ’, άρχιζε η παραλία και μετά φυσικά ήταν η θάλασσα. Λίγο πριν αρχίσει η αμμουδιά και στη μέση του μονοπατιού ήταν κάτι σαν παλιό πηγάδι, σφραγισμένο βέβαια. Εκεί η μουσική γινόταν πιο υποφερτή και η αύρα της θάλασσας σε αναζωογονούσε.

Στην πίστα ο Δάντης δεν έχανε ευκαιρία να προκαλέσει αντρικά και γυναικεία βλέμματα με τις συχνές πιρουέτες της Τζένης. Άλλωστε είχε πληρώσει ένα σωρό λεφτά γι’ αυτό το φόρεμα, να μη το ευχαριστηθεί κιόλας;

Κάπου εκεί ανέβηκε κι ο Πέτρος στην πίστα.
«Φαίνεσαι κουρασμένος» είπε γελαστά στον Δάντη. «Πήγαινε πιες κάτι, και αναλαμβάνω εγώ να την χορέψω»
Μόνο που ο Πέτρος στον εγκέφαλο του δεν άκουγε ντίσκο μουσική, αλλά μπλουζ! Ήταν η καλλίτερη ευκαιρία να ανιχνεύσει κάθε ίντσα από την απαλή επιδερμίδα της πλάτης της Τζένης και κάπου-κάπου τάχα μου, να του ξεφύγει το χέρι και να πιάσει και λίγο κώλο. Η Τζένη φυσικά δεν αντιδρούσε στο παιχνίδι αυτό του Πέτρου. Ήξερε ότι ο Δάντης την παρακολουθούσε και αυτό την έκανε πιο προκλητική και μόνη της πλέον έκανε τις πιρουέτες της ή κολλούσε πάνω στον Πέτρο, μέχρι που ένοιωθε το σηκωμένο καυλί του ανάμεσα στα μουνόχειλα της. Και πάλι τραβιόταν και έπαιζε μαζί του όπως η γάτα με το ποντίκι.

Καλεσμένοι και θαμώνες του κέντρου έριχναν κλεφτές ματιές και περίμεναν μπας και δουν και περισσότερα. Όταν επέστρεψαν στο τραπέζι όλα πήραν πάλι τον κανονικό ρυθμό τους. Η σαμπάνια ξεχείλιζε τα ποτήρια, τα καναπεδάκια έρχονταν κατά κράτος και ο καημένος ο σερβιτόρος δεν προλάβαινε να πηγαινοέρχεται. Κάποια στιγμή, έφερε κι ένα ειδικό τραπεζάκι όπου έβαλε την τεράστια τούρτα, κι αφού η ‘μαντόνα’ έσβησε τα κεράκια την έκοψε επί τόπου και σέρβιρε τους καλεσμένους.

Μετά την τούρτα, ο Δάντης πήρε την Τζένη για ένα περίπατο. Σταμάτησαν στο παλιό πηγάδι και άναψαν τσιγάρο.
«Εδώ και ώρες, έχω κάτι καύλες που κάνουν το καυλί μου να πονάει» είπε ο Δάντης.
«Κι εγώ είμαι μουσκεμένη τελείως» του απάντησε, «ιδίως όταν χόρευα με τον Πέτρο και τον ένοιωθα καυλωμένο να τρίβεται πάνω μου»
«Σας είδα, κι αυτό με έφτιαξε ακόμα πιο πολύ» είπε ο Δάντης.

Πέταξε το τσιγάρο και την τράβηξε πάνω του. Της έδωσε ένα από αυτά τα φιλιά που έκοβαν την ανάσα της. Τα χέρια του πέρασαν κάτω από το φίνο ύφασμα και έψαξαν για τις ρώγες της, που ήταν τόσο σκληρές, που έβγαζαν μάτια! Παραμέρισε λίγο το φόρεμα και πήρε τις ρώγες εναλλάξ ανάμεσα στα χείλη του. Μια τις ρουφούσε, μια τις έκλεινε απαλά ανάμεσα στα δόντια του, μια τις μαστίγωνε με την γλώσσα του.
Πέρασε το ένα χέρι του από το σκίσιμο της φούστας και χούφτωσε τον υπέροχο κώλο της που θα έκανε πολλούς απόψε να τον ονειρευτούν. Χωρίς να σταματήσει να την φιλάει, έφερε το χέρι του μπροστά και έχωσε το μεσαίο δάκτυλο ανάμεσα στα μουνόχειλα της. Τα υγρά της κύλισαν στην παλάμη του. Σιγά-σιγά έψαξε για την κλειτορίδα της που ήταν τόσο πρησμένη, ώστε έφτανε να μοιάζει με την ερεθισμένη ρώγα του στήθους της.

Την στριφογύρισε απαλά κι έφερε την γυμνή πλάτη της στο στήθος της. Άρχισε να την φιλά στον λαιμό και στους ώμους, όμως δεν παρέλειπε τις μικρές δαγκωματιές που έκαναν την σπονδυλική της στήλη να ανατριχιάζει.
Ενώ με το δεξί χέρι στην κοιλιά της την τράβαγε κοντά του, με το αριστερό κατέβασε το φερμουάρ. Ο «Κόναν» ξεπετάχτηκε έξω με μιας έτοιμος για την σώμα-με-σώμα μάχη!
Ακούμπησε στο στηθαίο του πηγαδιού κι έφερε τον κώλο της ακόμα πιο κοντά. Πέρασε το χέρι του ανάμεσα από τα σκέλη της κι έχωσε το μεσαίο δάκτυλο στην μικρή λιμνοθάλασσα που είχε για αιδοίο. Προσπάθησε να ρίξει εκεί μέσα και τον ‘βάρβαρο’ μα ήταν κομματάκι δύσκολο. Θα έπρεπε η Τζένη να σκύψει ακόμα λίγο κι αυτό δεν θα πέρναγε απαρατήρητο από τους θαμώνες που έβγαιναν για λίγο αέρα.
«Δεν κρατιέμαι» της είπε. «ούτε τσιμπούκι δεν μπορούμε με τον κόσμο που μαζεύτηκε». «Κάνε ότι νομίζεις» ήρθε η απάντηση.

Το πρόσωπο του άστραψε με μιας. Η Τζένη έδωσε την συγκατάθεση της. Χωρίς να πει άλλο τίποτε, συνέχισε να την φιλά και να δαγκώνει τον υπέροχο μακρύ λαιμό της.
Το αριστερό χέρι, πέρασε πλέον μπροστά κάτω από το φόρεμα και συνέχισε να τρίβει την κλειτορίδα. Το δεξί που καλυπτόταν καλλίτερα από τις σκιές, πρώτα μάζευε τους ερωτικούς χυμούς της από το σχεδόν εφηβικό μουνάκι της και μετά τα άπλωνε ανάμεσα στους πανέμορφους γλουτούς της δίνοντας περισσότερο ενδιαφέρον στην βελουδένια κωλοτρυπίδα της, όπου ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση όρμησε να κατακτήσει ο Κόναν.
Η παραβίαση της Κερκόπορτας ήταν γεγονός! Το μικρό πνιχτό βογγητό που βγήκε από τα χείλη της Τζένης επιβεβαίωσε την άνευ όρων παράδοση του κάστρου.
Αφού έμειναν ακίνητοι για μερικά δευτερόλεπτα, ώσπου δηλαδή να συνηθίσει την παρουσία, αλλά και το μέγεθος του κατακτητή, άρχισαν να κινούνται στον ρυθμό της μουσικής. Ή τουλάχιστον εκείνοι αυτό πίστευαν!
Οι παριστάμενοι όμως κάπως αλλιώς θα μετέφραζαν τις παλινδρομικές κινήσεις τους, οι οποίες κράτησαν δεν κράτησαν κανένα 5λεπτο.

Κάπου εκεί ο Δάντης κράτησε με μεγάλο κόπο την επιθυμία να μπήξει τα δόντια του βαθειά στην βελούδινη σάρκα της για να μην αφήσει εκείνη την κραυγή που έμοιαζε με του Λυκάνθρωπου!
Η Τζένη συνέχιζε να πιέζει τον κώλο της πάνω στον Δάντη, κάνοντας το ευαίσθητο πλέον καυλί του να πονά. Αφού σιγουρεύτηκε πως έπεσε και η τελευταία σταγόνα από τα καυτά του χύσια, άρχισε σιγά-σιγά ν’ αναστηλώνεται. ‘κλικ-κλικ’ ένοιωθε τον βάρβαρο να οπισθοχωρεί, ώσπου τελικά γύρισε στην κρυψώνα του.

«Σ’ ευχαριστώ κούκλα μου, στο χρωστάω αυτό απόψε» της είπε ο Δάντης. Η Τζένη χαμογέλασε. Πέρασε καιρός από τότε όταν του ομολόγησε πως εκείνο το βράδυ η βιαιότητα του πρωκτικού έρωτα και οι δαγκωματιές στον λαιμό την είχαν φέρει σε οργασμό! Όμως, δεν είπε τίποτε. Ήθελε να τον κάνει να αισθανθεί λιγάκι ένοχος....

Τακτοποίησαν κάπως τα ρούχα τους, άναψαν από ένα τσιγάρο και πήγαν πάλι στο τραπέζι.
«Βρε τα πουλάκια μου!» είπε ο Πέτρος. «Δεν πιστεύω να πήγατε να κυλιστείτε στην άμμο; Για έλα δω Τζένη» είπε κι έδειξε τα γόνατα του, «κάτσε δω και πες μου τα όλα»
Το τραπεζάκι μπροστά ήταν γεμάτο με ποτά όλων των ειδών. Πήρε ένα στο χέρι της και προχώρησε προς το μέρος του χαμογελώντας.


Συνεχίζεται...

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")