Θέλω να είμαι ο σκλάβος σας

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το όνομα του Βίκτωρας. Στην ζωή του είχε ότι ήθελε. Ήταν ψηλός μελαχρινός με όμορφα μάτια και το κυριότερο είχε αυτό που ζητούν οι περισσότερες, δυστυχώς, γυναίκες. Πολλά χρήματα. Γόνος βλέπετε πλούσιας οικογένειας. Είχε μάθει να παίρνει αυτό που θέλει από όλες, ή μήπως όχι, τις γυναίκες. Σχέσεις στην ζωή του είχε κάνει πολλές, αλλά πάντα αυτός καθόριζε το πως και πότε θα τελείωναν. Οι γυναίκες είχαν γίνει το απόλυτο "σκεύος ηδονής" για τον ίδιο και καμιά φορά και για την παρέα του, τους κολλητούς του.

Ένα βράδυ του Οκτωβρίου αποφάσισε να βγει για ένα ποτό. Ήταν σίγουρος πως και αυτή την φορά θα κατέληγε στο κρεβάτι του με όποια του γυάλιζε. Αφού ετοιμάστηκε σε μια από τις πολλές τουαλέτες της έπαυλης του, μπήκε στην Ferrari του και κατέβηκε στην παραλιακή. Φτάνοντας έξω από το στέκι του, άφησε την Ferrari στον παρκαδόρο και με ύφος χιλίων καρδιναλίων μπήκε μέσα στο κλαμπ που έσφυζε από κόσμο. Αρχικά δεν είδε κάτι το ενδιαφέρον και αποφάσισε να καθίσει στο μπαρ και να απολαύσει το ποτό του. Φώναξε τον μπάρμαν και παρήγγειλε το αγαπημένο του.

-    «Μια Absolut με πάγο», του είπε και ο μπάρμαν τον εξυπηρέτησε αμέσως.

Το βλέμμα του "ακτινογραφούσε" τον χώρο αλλά καμία από τις πολλές γυναίκες που βρίσκονταν στο μαγαζί δεν του έκανε κλικ. Τουλάχιστον για την πρώτη μία ώρα της παραμονής του εκεί. Ξαφνικά, το βλέμμα του έπεσε στην πόρτα της εισόδου. Μία εντυπωσιακή δεσποινίς με μακριά μαύρα μαλλιά, γύρω στα τριάντα, έκανε την εμφάνιση της. Φορούσε ένα κολλητό μαύρο φόρεμα, λίγο πιο πάνω από το γόνατο, με το οποίο τονίζονταν τα πλούσια χαρακτηριστικά της, μαύρες ψηλοτάκουνες μπότες που έφταναν μέχρι το γόνατο και μία δερμάτινη καμπαρντίνα.

«Εδώ είμαστε!», σκέφτηκε ο Βίκτωρας και την παρακολουθούσε με το βλέμμα της για να δει αν συνοδευόταν. Το μάτι του "γυάλισε" όταν παρατήρησε πως έκατσε μόνη της στην άλλη άκρη του μπαρ. "Κακομαθημένος" καθώς ήταν, ένα ελάττωμα που είχε καθώς ποτέ δεν τον είχε απορρίψει μέχρι τότε γυναίκα, φώναξε τον μπάρμαν και του τόνισε πως ότι και να παραγγείλει η συγκεκριμένη κυρία να της πει πως θα ήταν κερασμένο από την αφεντιά του. Η κυρία, το όνομα της οποίας είναι Αφροδίτη, φώναξε τον μπάρμαν για να παραγγείλει ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Ο μπάρμαν της το πήγε λέγοντας της πως είναι κερασμένο από τον Βίκτωρα.

-    «Και ποιος είναι ο Βίκτωρας;», απόρησε η Αφροδίτη.

-     «Ο Κύριος με το γκρι κοστούμι που κάθεται απέναντι σας…», διευκρίνισε ο μπάρμαν.

Η Αφροδίτη αφού κοίταξε τον Βίκτωρα με ένα έντονο ύφος είπε στον μπάρμαν:

-    «Πες του να πάει να πάρει λίγο καθαρό αέρα έξω και να σταματήσει να με γδύνει με τα μάτια του και κράτα το ποτό!», δίνοντας του 7 ευρώ. «Εγώ δεν είμαι από τα κοριτσάκια που δέχονται κεράσματα από αγνώστους να του πεις!»

Μόλις ο μπάρμαν πληροφόρησε τον Βίκτωρα για το τι είχε συμβεί, ο τελευταίος του είπε:

-    «Μάλιστα, μας το παίζει δύσκολη η κυρία. Όλες έτσι κάνουν στην αρχή αλλά στο τέλος… παρακαλάνε γονατιστές».

Φυσικά ο Βίκτωρας ούτε που σκέφτηκε να ξεκολλήσει τα μάτια της από πάνω της, όπως αυτή είχε πει στον μπάρμαν να του πει, και φυσικά ούτε λόγος να βγει έξω για να πάρει καθαρό αέρα. Επί δύο ώρες την κοιτούσε συνεχώς αν κι αυτή προσπαθούσε να αποφύγει, τουλάχιστον όσο μπορούσε το βλέμμα του. Η Αφροδίτη καθόταν σταυροπόδι και το ένα της πόδι κινούνταν νευρικά. Ξαφνικά, σηκώθηκε από την θέση της κρατώντας το τρίτο ποτήρι κόκκινο κρασί που έπινε, και τον πλησίασε με άγριες διαθέσεις.

-    «Δεν ξέρω αν το έχεις καταλάβει», του είπε, «αλλά έχεις καταντήσει αηδία. Από την ώρα που μπήκα στο μαγαζί με κοιτάς συνεχώς και μου δημιουργείς τεράστιο πρόβλημα. Θα σε παρακαλέσω να με αφήσεις ήσυχη για να μην γνωρίσεις τον άλλο μου εαυτό», είπε στον Βίκτωρα.

Ο τελευταίος δεν φάνηκε να πολυνοιάζεται και με ύφος χιλίων καρδιναλίων της απάντησε:

-    «Ζούμε σε δημοκρατική χώρα και έχω το δικαίωμα να κοιτάω όπου και όποιον θέλω!»

Αυτό ήταν! Η Αφροδίτη, κατακόκκινη από τον θυμό της, του άστραψε ένα χαστούκι και άδειασε το περιεχόμενο του ποτηριού που κρατούσε στα μούτρα του φεύγοντας εκνευρισμένη από το μαγαζί. Ο Βίκτωρας, αφού ξεπέρασε το αρχικό σοκ σηκώθηκε από την θέση του και πήγε στην τουαλέτα για να πλύνει το πρόσωπο του. Γυρνώντας στην θέση του ο μπάρμαν του έδωσε ένα χαρτί στο οποίο έγραφε τα εξής:

«Το όνομα μου είναι Αφροδίτη. Ξέρω πως τσαντίστηκες με αυτό που έγινε αλλά θέλω να γνωρίζεις πως αν αποφασίσεις να μπλέξεις μαζί μου, αυτό που έγινε σήμερα δεν θα είναι τίποτα μπροστά σε αυτά που θα ακολουθήσουν. Δεν είμαι από τα κοριτσάκια που μπορείς να κοροϊδεύεις. Αν θέλεις να το ρισκάρεις πάρε με τηλέφωνο και εγώ θα αποφασίσω για το εάν ή όχι θα ασχοληθώ μαζί σου».

Ο Βίκτωρας έμεινε στήλη άλατος! Είναι γεγονός πως σε καμία περίπτωση δεν περίμενε την συγκεκριμένη εξέλιξη. Αφού πλήρωσε τα ποτά που είχε πιεί, επιβιβάστηκε στην Ferrari του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι του. Όλο το βράδυ τον βασάνιζε η προοπτική του να πάρει ή όχι τηλέφωνο την Αφροδίτη. Κατά τις πέντε τα χαράματα πληκτρολόγησε τον δεκαψήφιο αριθμό της στο κινητό του. Μετά από αρκετή αναμονή στην απέναντι άκρη της γραμμής ακούστηκε η φωνή της:

-    «Παρακαλώ;»

-    «Καλημέρα! Είμαι ο Βίκτωρας, ο κύριος από το μπαρ…», είπε.

Πριν προλάβει όμως να ολοκληρώσει την φράση του…

-    «Και τι ώρα είναι αυτή που με παίρνεις τηλέφωνο ρε παλιοξεφτιλισμένε; Μου φαίνεται πως θα πρέπει να σε μάθω τρόπους συμπεριφοράς αν τελικά ασχοληθώ μαζί σου…», του είπε η Αφροδίτη και του έκλεισε κατάμουτρα το τηλέφωνο.

Φυσικά μετά έκλεισε το κινητό της και έτσι ο Βίκτωρας δεν μπόρεσε να την… ξαναενοχλήσει. Μετά από τρεις ημέρες και σε ανύποπτο χρόνο, το κινητό του Βίκτωρα χτύπησε. Ήταν αυτή.

-    «Παρακαλώ;», είπε για να πάρει την απάντηση από την Αφροδίτη.

-    «Έτσι μπράβο! Θα πρέπει πάντα, όταν απευθύνεσαι σε εμένα, να με παρακαλάς. Αν και δεν έχουμε βρεθεί ακόμη οι δυο μας, νομίζω πως σιγά - σιγά θα αρχίσεις να καταλαβαίνεις το τι πραγματικά θέλω από εσένα. Σήμερα το βράδυ στις έντεκα θα σε περιμένω στο γνωστό κλαμπ. Φρόντισε να μην αργήσεις γιατί δεν έχω καθόλου καλή διάθεση σήμερα…», του είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Η ώρα ήταν οκτώ το βράδυ και ο Βίκτωρας βρισκόταν στην Λαμία. Χωρίς να το πολυσκεφτεί μπήκε στο αυτοκίνητο του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Κατά τις δέκα είχε φτάσει στην Γλειφάδα και την έπαυλη του, και αφού έκανε ένα γρήγορο ντους ντύθηκε και πήρε τον δρόμο για την παραλιακή και το γνωστό κλαμπ. Στις έντεκα παρά δέκα μπήκε μέσα, και αφού διαπίστωσε πως η Αφροδίτη δεν βρισκόταν εκεί, έκατσε στο μπαρ για να πιει το ποτό του. Η ώρα περνούσε και η Αφροδίτη… πουθενά. Κατά τις δύο το πρωί, και αφού οι ελπίδες του είχαν εξανεμιστεί, χτύπησε το κινητό του.

-    «Που είσαι;», ήταν η Αφροδίτη.

-    «Στο μπαρ είμαι και σε περιμένω από τις δέκα, αλλά εσύ δεν ήρθες. Μήπως παίζεις μαζί μου; Αν ναι, δεν έχω καμία όρεξη να ακολουθήσω αυτό το παιχνίδι!», της είπε εκνευρισμένος.

-    «Πρώτον, όταν μιλάς σε εμένα δεν θα μου λες ψέματα. Στις δέκα και μισή έφυγα από το μαγαζί και δεν είχες έρθει ακόμη και δεύτερον, από εδώ και στο εξής όταν σου δίνω ραντεβού θα έρχεσαι τουλάχιστον δύο ώρες νωρίτερα, γιατί αλλιώς θα πρέπει να σε τιμωρήσω!», του είπε και του έκλεισε το τηλέφωνο.

Ο Βίκτωρας έμεινε μαλάκας. «Ρε τι γίνεται εδώ;», αναρωτήθηκε και σηκώθηκε να φύγει. Στο δρόμο της επιστροφής άκουσε και πάλι το τηλέφωνο του. Αυτή την φορά η Αφροδίτη του έστειλε μήνυμα. «Αν έμαθες το μάθημά σου αύριο στις δέκα το βράδυ θα πρέπει να βρίσκεσαι στο σταθμό του Μετρό στην Ακρόπολη. Αλίμονο σου αν αργήσεις!». Τον Βίκτωρα τον έζωσαν τα φίδια. Για την ίδια ώρα αύριο είχε προγραμματίσει ένα πολύ σημαντικό επαγγελματικό ραντεβού στο οποίο θα έπρεπε να δώσει το παρών με τον πατέρα του για να κλείσει μία συμφωνία πολλών εκατομμυρίων ευρώ για την ναυτιλιακή του εταιρία. Χωρίς να χάσει χρόνο πήρε τηλέφωνο τον πατέρα του, μην ξεχνιόμαστε τρεις η ώρα το πρωί, για να του πει να ακυρώσει το ραντεβού.

-    «Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται!», του απάντησε ο πατέρας του για να συμπληρώσει: «Με παίρνεις τηλέφωνο στις τρεις τα χαράματα για να μου πεις αυτές τις μαλακίες; Αν δεν έρθεις στο ραντεβού μαύρο φίδι που σε έφαγε!», του είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

«Τώρα τι κάνουμε;», σκέφτηκε ο Βίκτωρας. Το επόμενο πρωί, την ημέρα του ραντεβού δηλαδή, επισκέφτηκε τα γραφεία της ναυτιλιακής του εταιρείας και πήγε στον πατέρα του.

-    «Μπαμπά, πρέπει να ακυρώσεις οπωσδήποτε το ραντεβού με τους πελάτες ή αν μπορείς να το μεταφέρεις για το μεσημέρι», είπε στον πατέρα του για να πάρει μία απάντηση την οποία δεν περίμενε σε καμία περίπτωση.

-    «Τελικά οι πελάτες δεν πρόκειται να έρθουν. Μα καλά εσύ δεν ακούς ειδήσεις; Το αεροπλάνο που τους μετέφερε από την Μόσχα έπεσε. Δεν επέζησε κανείς!»

Ήταν μία από τις ελάχιστες φορές που η δυστυχία κάποιου άλλου προσέφερε απέραντη χαρά στον Βίκτωρα. Εκείνη την στιγμή του ήρθε να φιλήσει τον πατέρα του για τα καλά νέα που του έφερνε αλλά φυσικά δεν το έκανε.

-    «Κρίμα…», αρκέστηκε να πει και έφυγε σχεδόν τρέχοντας από το γραφείο του πατέρα του.

Μετρούσε τις ώρες αντίστροφα και φυσικά θυμόνταν τα λόγια της Αφροδίτης η οποία του είχε πει πως όταν του δίνει ραντεβού θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί δύο τουλάχιστον ώρες νωρίτερα και να την περιμένει. Αυτό ακριβώς έκανε και το βράδυ. Από τις οκτώ το απόγευμα στήθηκε στην στάση του ΜΕΤΡΟ στην Ακρόπολη και την περίμενε… Τα λεπτά που περνούσαν του φαίνονταν αιωνιότητα. Πολλές φορές σκεπτόταν πως κατάντησε έτσι αυτός που μπορούσε να έχει όποια γυναίκα θέλει στο κρεβάτι του. Να είναι στημένος σε μία στάση και να περιμένει κάποια η οποία λίγες ημέρες νωρίτερα τον είχε κάνει ρεζίλι μπροστά στα έκπληκτα μάτια των θαμώνων ενός μπαρ. Η ώρα πλησίαζε δέκα, και ξαφνικά κατάλαβε πως ίσως να περιμένει σε λάθος σημείο.

Όμως, δεν έκανε λάθος. Δέκα λεπτά αργότερα φάνηκε η Αφροδίτη. Φορούσε ένα τζιν κολλητό παντελόνι, κόκκινο πουλόβερ, μαύρες ψηλοτάκουνες μπότες οι οποίες είχαν τυλίξει το παντελόνι της και ένα μαύρο παλτό. Μόλις τον είδε να την περιμένει, σταμάτησε απέναντι του, σε μία απόσταση είκοσι μέτρων και του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Αυτή πήγαινε μπροστά στα στενά της Πλάκας και αυτός ακολουθούσε από πίσω σαν το σκυλάκι της. Ξαφνικά πέρασε από δίπλα του μια πανέμορφη κοπέλα και το βλέμμα του έφυγε από την Αφροδίτη. Φυσικά αυτή τον κατάλαβε και σταμάτησε τον βηματισμό της κάνοντας του νόημα να την πλησιάσει. Μόλις έφτασε κοντά της και χωρίς να το πολυσκεφτεί του άστραψε ένα κατακέφαλο.

-    «Όταν βρίσκεσαι μαζί μου, δεν θα έχεις μάτια για άλλες!», του είπε.

Ο Βίκτωρας προσπάθησε να της απαντήσει, αλλά πριν ακόμη ανοίξει τον στόμα του δέχτηκε ακόμη ένα χαστούκι. Φυσικά όλα αυτά γίνονταν βράδυ στην Πλάκα όπου βρισκόταν πάρα πολύς κόσμος.

-    «Σκάσε! Μην μιλάς αν δεν σου απευθύνω πρώτα τον λόγο!», του είπε η Αφροδίτη και συνέχισε τον βηματισμό της.

Ο Βίκτωρας, αφού είχε συνέλθει από το αρχικό σοκ συνέχισε να την ακολουθεί. Περπατούσαν επί δύο ώρες στα στενά της Πλάκας και κατέληξαν στην Πλατεία Μοναστηρακίου. Φυσικά η Αφροδίτη δεν του ξαναμίλησε καθόλου, απλά κάπου - κάπου γυρνούσε το κεφάλι της για να διαπιστώσει αν την ακολουθεί ακόμη. «Μα καλά», αναρωτήθηκε ο Βίκτωρας, «δεν έχει κουραστεί τόσες ώρες να περπατάει με αυτές τις ψηλοτάκουνες μπότες;» Σαν να κατάλαβε τις σκέψεις του η Αφροδίτη σταμάτησε και του έγνεψε να πλησιάσει. Βρίσκονταν ήδη έξω από τον σταθμό του Μετρό στο Μοναστηράκι.

-    «Λοιπόν…», του είπε κοιτάζοντας τον με ένα περιφρονητικό ύφος. «Σήμερα τα πήγες αρκετά καλά, αν και σε κάποια στιγμή παραφέρθηκες…», του είπε εννοώντας το βλέμμα που έριξε προς την όμορφη κοπέλα. «Αισθάνομαι αρκετά κουρασμένη και θα σε αφήσω. Θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή όταν το θελήσω εγώ».

Ο Βίκτωρας προσπάθησε να μιλήσει αλλά η Αφροδίτη είχε ήδη φύγει… «Η γκόμενα προσπαθεί να παίξει μαζί μου», σκέφτηκε ο Βίκτωρας καθισμένος σε ένα παγκάκι της πλατείας Μοναστηρακίου, «αλλά δεν έχει καταλάβει ακόμη με ποιον έχει μπλέξει», είπε ολοκληρώνοντας τις σκέψεις του και σηκώθηκε για να πάρει ένα ταξί και να πάει στο σπίτι του. Όλο το βράδυ αναρωτιόνταν για ποιο λόγο αξίζει να ασχοληθεί μαζί της. Το μόνο που ήξερε για αυτήν ήταν το όνομά της και το κινητό της τηλέφωνο και τίποτα παραπάνω. Πάντως δεν έκρυβε πως τον είχε εντυπωσιάσει η εξωτερική της εμφάνιση, και δεν θα ήταν ψέμα αν παραδεχόταν πως τον είχε φάει η περιέργεια να δει που θα το πάει το σκηνικό μαζί του. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως από την ημέρα που την είχε γνωρίσει, έστω και με αυτόν τον τρόπο, είχε σταματήσει τα… νυχτοπερπατήματα. Δεν είχε άλλα μάτια παρά μόνο γι’ αυτήν. Κρεμόταν από το κινητό, και περίμενε να τον πάρει τηλέφωνο… Αυτό έγινε τρεις ημέρες αργότερα. Ήταν η επέτειος της Εθνικής μας εορτής, 28η Οκτωβρίου.

-    «Ναι…;», είπε ο Βίκτωρας καθώς σήκωσε το κινητό του.

Από την άλλη πλευρά όμως δεν ακούστηκε τίποτα άλλο από το κλείσιμο της γραμμής. Μετά από δύο λεπτά, ντριν και πάλι.

-    «Παρακαλώ;», είπε αυτή την φορά ο Βίκτωρας για να ακούσει επιτέλους την φωνή της.

-    «Ρε παλιομαλάκα, έπρεπε να σε πάρω δεύτερη φορά για να ακούσω την σωστή έκφραση;» του είπε φανερά εκνευρισμένη η Αφροδίτη για να απαντήσει ο Βίκτωρας.

-    «Ζητώ συγγνώμη, αλλά δεν πρόσεξα πως ήσουν εσύ στο τηλέφωνο».

-    «Ήσουν;», είπε η Αφροδίτη για να συμπληρώσει. «Μάλλον δεν έχεις καταλάβει πως, όταν απευθύνεσαι σε εμένα θα μου μιλάς στον πληθυντικό. Προφανώς χρειάζεσαι πολλά μαθήματα ακόμη, αν και πιστεύω πως πολύ σύντομα θα σε φέρω στα νερά μου», του είπε.

Ο Βίκτωρας δε μιλούσε.

-    «Λοιπόν;», είπε η Αφροδίτη. «Γιατί δεν μιλάς; Δεν έχεις τίποτα να πεις;»

Μετά από σιωπή λίγων δευτερολέπτων, ο Βίκτωρας βρήκε το θάρρος να της μιλήσει.

-    «Θέλω οπωσδήποτε να σε δω…», της είπε για να πάρει την απάντηση που περίμενε με τόση ανυπομονησία.

-    «Σε μια ώρα να βρίσκεσαι στο μπαρ που με πρωτοείδες. Αλίμονο σου αν αργήσεις. Δεν έχω καμία απολύτως διάθεση να σε περιμένω. Αν δεν είσαι εκεί στην ώρα σου δεν πρόκειται να με ξαναδείς!», του είπε η Αφροδίτη και έκλεισε το τηλέφωνο.

Χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο, ετοιμάστηκε και ξεκίνησε για το γνωστό μπαρ. Σε μισή ώρα είχε ήδη φτάσει. Μπήκε μέσα και κάθισε στο πρώτο τραπέζι που βρήκε μπροστά του. Τρία τέταρτα αργότερα, έκανε την εμφάνιση της και η Αφροδίτη. Φορούσε ένα κοντό φουστάνι με μία κολλητή μαύρη μπλούζα, και φυσικά μια μαύρη οικολογική γούνα για να την προφυλάσσει από το κρύο. Πάντως το βλέμμα του Βίκτωρα έπεσε κατευθείαν στις μπότες τις, ένα ζευγάρι μαύρες ψηλοτάκουνες μπότες που ταίριαζαν απόλυτα στα υπέροχα πόδια της. Μόλις τον αντιλήφθηκε, του έκανε νόημα να την ακολουθήσει και να κάτσουν στο τραπέζι της δικής τη επιλογής. Αμέσως σηκώθηκε και την ακολούθησε στην απέναντι πλευρά του μπαρ και σε ένα τραπέζι που ήταν ακριβώς στην μέση του μαγαζιού και που βρισκόταν στο οπτικό πεδίο όλων των θαμώνων του μπαρ. Κάθισαν, αλλά κανείς δεν μιλούσε. Μετά από αρκετή ώρα, ο Βίκτωρας βρήκε το θάρρος να της απευθύνει τον λόγο.

-    «Σας ευχαριστώ πολύ που δεχθήκατε να με δείτε…», της είπε για να πάρει την απάντηση του.

-    «Δεν δέχθηκα να σε δω. Άλλωστε μην ξεχνάς πως εγώ σε κάλεσα να έρθεις και από ότι βλέπω υπάκουσες στην εντολή μου. Επίσης, είναι πολύ ευχάριστο το ότι συνήθισες και μου μιλάς ήδη στον πληθυντικό. Θέλω να γνωρίζεις, πως πάντα από εδώ και μπρος, και αν βέβαια συμφωνήσεις με όλα όσα θα σου πω, θα μου μιλάς στον πληθυντικό και πάντα… γονατιστός!»

Ο Βίκτωρας πάγωσε. «Μα τι έχει στο μυαλό της επιτέλους αυτή η γυναίκα;» αναρωτήθηκε.

-    «Γνωρίζω πολλά πράγματα για εσένα», του είπε η Αφροδίτη για να συνεχίσει: «Ξέρω πολύ καλά πως έχεις πληγώσει πολλές γυναίκες με την υπεροψία σου και το τουπέ σου. Επίσης γνωρίζω πως πιστεύεις πως με τα χρήματα που έχεις από τον μπαμπά σου μπορείς να αγοράσεις τα πάντα. Τώρα έφτασε η στιγμή να σε αγοράσω εγώ και να σε κάνω σκλάβο μου, χωρίς μάλιστα να πληρώσω ούτε μία δραχμή. Μάλιστα, ίσως χρειαστεί να χαλάσεις εσύ κάποια χρήματα για να ικανοποιήσεις τις απαιτήσεις μου».

Και συνέχισε:

-    «Αν θέλεις να είμαστε μαζί, για όσο καιρό φυσικά αποφασίσω εγώ, θα πρέπει να γίνεις ο προσωπικός μου σκλάβος. Δεν θα με αποκαλείς με το όνομα μου, παρά μόνο με την λέξη Αφέντρα. Θα κάνεις ότι σου ζητάω για να με ικανοποιείς, και αν τελικά δω πως τα καταφέρνεις, ίσως να σε ανταμείψω και εγώ με τον τρόπο μου. Λοιπόν τι λες;»

Ο Βίκτωρας αποσβολωμένος, την παρακολουθούσε χωρίς να πει το παραμικρό, όμως μέσα του κάτι του έλεγε: «Γίνε ο σκλάβος της και δεν θα το μετανιώσεις». Είναι αλήθεια πως πρώτη φορά στην ζωή του, του συνέβαινε αυτό το πράγμα. Χωρίς να το καταλάβει, από τα χείλη του βγήκε η ακόλουθη λέξη…

-    «Δέχομαι…»

-    «Δέχομαι τι;», του είπε η Αφροδίτη.

-    «Δέχομαι Αφέντρα», της απάντησε αλλά το βλέμμα της Αφροδίτης παρέμεινε ψυχρό…

«Κάτι δεν κάνω σωστά» σκέφτηκε και τότε θυμήθηκε τα λόγια της: «Θέλω να γνωρίζεις πως πάντα από εδώ και μπρος και αν βέβαια συμφωνήσεις με όλα όσα θα σου πω, θα μου μιλάς στον πληθυντικό και πάντα… γονατιστός».

-    «Δεν νομίζω να περιμένετε να γονατίσω εδώ μπροστά σε όλο τον κόσμο;», της είπε για να πάρει την απάντηση του.

-    «Αν θέλεις να γίνεις ο σκλάβος μου, θα πρέπει να γονατίσεις και επειδή δεν με αποκάλεσες όπως σου είπα, θα μου φιλήσεις και τις μπότες. Φυσικά αν δεν θες, μπορείς απλά να σηκωθείς και να φύγεις και να τα ξεχάσεις όλα όσα έγιναν. Εγώ δεν πρόκειται να σε ξαναενοχλήσω!», του είπε η Αφροδίτη.

Ο Βίκτωρας έκανε να σηκωθεί για να φύγει αλλά κάτι τον κρατούσε καρφωμένο στην καρέκλα του. Χωρίς να το πολυσκεφτεί γονάτισε μπροστά στα έκπληκτα μάτια όσων τον κοιτούσαν.

-    «Λοιπόν;» του είπε η Αφροδίτη, «Θα περιμένω πολλή ώρα ακόμη για να μου φιλήσεις τις μπότες;»

Και του άπλωσε την σόλα της δεξιάς της μπότας στα μούτρα του. Ο Βίκτωρας άρχισε να φιλάει χωρίς να σκέφτεται τι γινόταν γύρω του.

-    «Αρκετά!», του είπε η Αφροδίτη και σηκώθηκε από την καρέκλα της για να πάει στη τουαλέτα.

Ο Βίκτωρας σηκώθηκε και αυτός με την σειρά του και έκατσε στο τραπέζι. Γύρω του όλο τον κοιτούσαν και ψιθύριζαν μεταξύ τους ενώ κάποιοι είχαν αρχίσει ήδη να γελούν με τα χάλια του. Η Αφροδίτη επέστρεψε και αφού ήπιε λίγο από το ποτό της, ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, του είπε:

-    «Σου είπα να μου φιλήσεις τις μπότες και εσύ μου φίλησες μόνο την μία. Νομίζω πως κάτι μου χρωστάς ακόμη, και επίσης δεν θυμάμαι να σου έδωσα την άδεια να σηκωθείς από το πάτωμα!»

Και με το βλέμμα της, του έδειξε το αριστερό της πόδι. Ο Βίκτωρας, αφού άλλωστε είχε γίνει ήδη ρεζίλι, ξαναγονάτισε και άρχισε να της φιλά και την άλλη μπότα. Η Αφροδίτη μετά από πέντε λεπτά σηκώθηκε και πάλι. Πήρε την τσάντα της, φόρεσε την γούνα της και έφυγε από το μπαρ. Ο Βίκτωρας έμεινε με ανοιχτό το στόμα! Προσπάθησε να την ακολουθήσει αλλά σκέφτηκε πως δεν θα κέρδιζε κάτι με το να το κάνει. Αφού κάθισε στην καρέκλα του και τελείωσε το ποτό του, φώναξε τον σερβιτόρο για να πληρώσει και έφυγε για το σπίτι του. Όλο το βράδυ σκεφτόταν αυτό που έγινε και αισθανόταν τον πούτσο του να σκληραίνει. Είναι αλήθεια πως ποτέ στην ζωή του δεν είχε νιώσει ανάλογο συναίσθημα και πραγματικά του άρεσε. Κατά τις τρεις το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο του. Ήταν αυτή.

-    «Μάλιστα Αφέντρα!», της είπε.

-    «Αύριο στις έντεκα το πρωί, δεν θα πας στην δουλειά σου. Θα πας σε ένα sex shop και θα αγοράσεις όλα αυτά τα πράγματα που θα σου στείλω σε μήνυμα αύριο το πρωί. Αφού τα αγοράσεις, θα με πάρεις τηλέφωνο για περαιτέρω οδηγίες…», του είπε η Αφροδίτη και του έκλεισε το τηλέφωνο.

Το μήνυμα ήρθε στο κινητό του κατά τις δέκα το πρωί. «Θα πας να αγοράσεις: ένα μαστίγιο ιππασίας, ένα μαστίγιο με εννιά ουρές, ένα ζευγάρι χειροπέδες, ένα δερμάτινο κολάρο για τον λαιμό σου, ένα σετ βραχιόλια ποδιών, ένα δονητή. Μόλις τελειώσεις με τα ψώνια, να με πάρεις τηλέφωνο». Ο Βίκτωρας κατέβηκε στην Ομόνοια και μπήκε μέσα στο πρώτο sex shop που συνάντησε στον δρόμο του. Για κακή του τύχη ο πωλητής ήταν άνδρας και όπως ήταν φυσικό δεν αισθανόταν και τόσο άνετα να του ζητήσει αυτά τα πράγματα. Τελικά βρήκε το θάρρος, και αφού αγόρασε όλα όσα του είπε η Αφροδίτη, ή καλύτερα η Αφέντρα του, την πήρε τηλέφωνο.

-    «Αφέντρα μου ψώνισα όλα όσα μου ζητήσατε».

-    «Πολύ καλά. Θα σε περιμένω στις οκτώ το απόγευμα στην Γλειφάδα στην καφετέρια… (διαφήμιση δεν κάνουμε). Σήμερα θα γνωρίσεις ένα μέρος του αληθινού μου προσώπου…», του είπε η Αφροδίτη και φυσικά του έκλεισε το τηλέφωνο.

Οι ώρες δεν περνούσαν με τίποτα. Κατά τις έξι το απόγευμα, ο Βίκτωρας βρισκόταν ήδη στην καφετέρια. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, δεν ασχολούνταν με τα πολλά όμορφα κορίτσια που βρίσκονταν στο μαγαζί. Πλέον δεν είχε μάτια για άλλες παρά μόνο για αυτήν, την Αφέντρα του, την Αφροδίτη. Κατά τις οκτώ και μισή ήρθε και η Αφροδίτη. Κάθισε στο τραπέζι απέναντί του χωρίς να του πει ούτε γεια. Παρήγγειλε ένα γαλλικό καφέ και σε όλη την διάρκεια της συνάντησης τους δεν μίλησαν καθόλου. Μετά από μία ώρα, σηκώθηκε και του είπε να την ακολουθήσει. Σταμάτησε ένα ταξί και μπήκαν μέσα. Ο προορισμός τους ήταν ένα πανάκριβο ξενοδοχείο στην παραλιακή οδό. (είπαμε, διαφήμιση δεν κάνουμε…). Αφού μπήκαν μέσα, κατευθύνθηκαν στην ρεσεψιόν και η Αφροδίτη ζήτησε μια σουίτα για ένα βράδυ. Πήρε τα κλειδιά, μπήκαν στο ασανσέρ και ανέβηκαν στον 6ο όροφο.

Άνοιξε την πόρτα και αφού μπήκαν μέσα κλείδωσε και κάθισε σταυροπόδι σε μια αυτοκρατορική πολυθρόνα χωρίς να πει κουβέντα στον Βίκτωρα, ο οποίος όλη αυτή την ώρα στεκόταν δίπλα της σαν κούτσουρο. Φορούσε ένα μαύρο κολάν με μαύρες ψηλοτάκουνες μπότες από έξω. Από επάνω ένα στενό μαύρο κορμάκι τόνιζε τις καμπύλες της και μια μαύρη δερμάτινη καμπαρντίνα την προστάτευε από το κρύο. Ζήτησε από τον Βίκτωρα να γδυθεί και να γονατίσει μπροστά της. Χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο ο Βίκτωρας, έβγαλε τα ρούχα του και γονάτισε μπροστά στην Αφέντρα του. Αυτή σηκώθηκε από την πολυθρόνα και έβγαλε την καμπαρντίνα της. Πήρε την σακούλα από το sex shop, και επιθεώρησε τα πράγματα που είχε αγοράσει ο σκλάβος της. Από το βλέμμα της φάνηκε να έμεινε ικανοποιημένη. Πήρε στο χέρι της το μαστίγιο ιππασίας και στάθηκε όρθια μπροστά από τον Βίκτωρα. Με το λεπτό μαστίγιο άρχισε να χτυπά ελαφρά τον πούτσο και τα αρχίδια του, και διαπίστωσε πως είχε αρχίσει ήδη να ερεθίζεται.

-    «Α, ωραία! Αν σου σηκώνεται από τώρα, βλέπω σήμερα να σπάω όλα τα ρεκόρ!», του είπε ειρωνικά.

-    «Ποια ρεκόρ Αφέντρα μου;», ρώτησε ο Βίκτωρας.

-    «Θα δεις σκλάβε…», του είπε η Αφροδίτη και συνέχισε να πιέζει τα αρχίδια του με την άκρη του μαστίγιου.

Αφού ο πούτσος του είχε ήδη σκληρύνει αρκετά, τον έπιασε με το χέρι της και άρχισε να του τον παίζει. Τρεις φορές πάνω - κάτω ήταν αρκετές, και τα πρώτα… σκάγια έφυγαν. Ο Βίκτωρας ένιωσε το μαστίγιο της Αφέντρας του να προσγειώνεται με δύναμη στην πλάτη του και την Αφροδίτη σε έξαλλη κατάσταση να του λέει:

-    «Τι κάνεις ρε παλιομαλάκα; Σου έδωσα εγώ την άδεια να χύσεις; Τώρα θα πρέπει να σε τιμωρήσω!», του είπε και άρχισε να τον χτυπά με το μαστίγιο στην πλάτη.

Ο Βίκτωρας φώναζε, αλλά αυτή δεν σταματούσε να τον χτυπά. Μετά από περίπου είκοσι λεπτά ανελέητου μαστιγώματος, σταμάτησε και ζήτησε από τον Βίκτωρα να της φιλήσει το χέρι με το οποίο κρατούσε το μαστίγιο. Αυτός το έκανε αν και πονούσε πολύ στην πλάτη του, χωρίς να πει το παραμικρό. Η Αφροδίτη κάθισε σταυροπόδι και πάλι στην πολυθρόνα και είπε στον Βίκτωρα να της φιλήσει τις μπότες. Ο Βίκτωρας άρχισε να φιλά με μανία την μία μπότα ενώ με το τακούνι της άλλης η Αφροδίτη του πατούσε τις ρώγες. Αν και δεν είχε περάσει αρκετή ώρα από την πρώτη φορά που έχυσε, ο πούτσος του Βίκτωρα άρχισε και πάλι να σκληραίνει. Η Αφροδίτη το είδε, και με τις μπότες τις άρχισε να του τον παίζει. Ο σκλάβος δεν άντεξε και για ακόμη μία φορά έχυσε χωρίς να πάρει την άδεια της Αφέντρας του ρίχνοντας τους χυμούς του επάνω στις καλογυαλισμένες μαύρες μπότες της Αφροδίτης.

-    «Εσύ δεν βάζεις μυαλό με τίποτα, εκτός και αν σου αρέσει να σε μαστιγώνω!», του είπε η Αφροδίτη. «Πήγαινε αμέσως και φέρε μου το μαστίγιο με τις εννιά ουρές. Αυτή την φορά θα σε τιμωρήσω ακόμη πιο σκληρά έτσι ώστε την επόμενη να ζητήσεις την άδεια μου για να χύσεις!», του είπε.

Ο Βίκτωρας γονάτισε και της έφερε το μαστίγιο.

-    «Τέντωσε τον κώλο σου!», του είπε.

Και αφού σηκώθηκε, άρχισε να τον μαστιγώνει με μανία στα κωλομέρια του. Ο πόνος ήταν αφόρητος για ακόμη μια φορά, αλλά αυτό δεν έδειξε να ενοχλεί την Αφροδίτη η οποία επί μισή ώρα, συνέχισε να υποβάλλει τον Βίκτωρα στο μαρτύριο του μαστιγώματος. Αφού κουράστηκε να τον χτυπά, πέταξε το μαστίγιο στο πάτωμα και ζήτησε από τον Βίκτωρα να γλείψει τις μπότες της έτσι ώστε να γυαλίσουν και πάλι. Ο σκλάβος άρχισε να γλείφει με μανία και μετά από δεκαπέντε λεπτά συνεχούς γλειψίματος δεν είχε μείνει τίποτα επάνω στις μπότες. Το σίγουρο πλέον ήταν πως την επόμενη φορά ο Βίκτωρας θα το σκέφτονταν αρκετά πριν χύσει. Η Αφροδίτη κάθισε στο κρεβάτι αυτή την φορά και ζήτησε από τον Βίκτωρα να ξαπλώσει ανάσκελα στο πάτωμα. Αυτός το έκανε, και η Αφέντρα άρχισε να τον πατά σε όλο του το κορμί. Αρχικά στο κεφάλι, μετά στο στήθος, στο στομάχι και στα γεννητικά του όργανα, όπου επικέντρωσε για περισσότερη ώρα τα τακούνια της. Ο Βίκτωρας αισθανόταν πόνο μαζί με την αίσθηση της ηδονής και είδε για τρίτη φορά τον πούτσο του να μεγαλώνει.

-    «Αφέντρα μου, σας παρακαλώ… αφήστε με να χύσω…»

-    «Πάλι;», του είπε η Αφροδίτη.

-    «Ναι σας παρακαλώ… δεν αντέχω άλλο…»

-    «Θα χύσεις όταν και εάν στο επιτρέψω εγώ!», του είπε η Αφέντρα και τον πάτησε με δύναμη στα αρχίδια του.

Ο πόνος ήταν φρικτός και με μίας η αίσθηση της ηδονής εξαφανίστηκε για να νιώσει μόνο πόνο.

-    «Όπως κατάλαβες, δεν ήθελα να χύσεις. Θα πρέπει να καταλάβεις πως μόνο όταν θέλω εγώ θα έχεις την δυνατότητα να έρχεσαι σε οργασμό. Είσαι ο σκλάβος μου και είμαι η Αφέντρα σου. Είσαι εδώ κάτω από τις ψηλοτάκουνες μπότες μου για να ικανοποιείς εμένα και μόνο εμένα. Αυτό θα πρέπει να το βάλεις για τα καλά στο μυαλουδάκι σου. Πλέον, είσαι ένα μηδενικό και εγώ είμαι τα πάντα για εσένα. Σήμερα πήρες μία πρώτη γεύση για το τι πρόκειται να ακολουθήσει στις επόμενες συναντήσεις μας. Μην ξεχνάς πως δέχθηκες να είσαι ο σκλάβος μου. Πλέον δεν υπάρχει γυρισμός για εσένα», του είπε η Αφροδίτη.

Και αφού τον κλώτσησε παραπέρα, σηκώθηκε όρθια.

-    «Θα πάω να απολαύσω το τζακούζι. Μόλις τελειώσω, θα σε φωνάξω να με σκουπίσεις. Εσύ κάθισε γονατιστός εδώ πέρα και μαλακίσου. Όταν είσαι έτοιμος να χύσεις, χύσε και φύλαξε τα υγρά σου σε ένα ποτηράκι!», του είπε και κατευθύνθηκε στο μπάνιο.

Ο Βίκτωρας έμεινε γονατιστός στο δωμάτιο και άρχισε να παίζει τον πούτσο του. Μόλις του ήρθαν τα χύσια έτρεξε στην κουζίνα και άφησε τα υγρά του να πέσουν μέσα σε ένα ποτήρι. Μετά από περίπου μία ώρα, η Αφροδίτη τον φώναξε να πάει στο μπάνιο. Ο Βίκτωρας χωρίς να χάσει λεπτό, κατευθύνθηκε γονατιστός στο τζακούζι.

-    «Πάρε την πετσέτα και έλα να με σκουπίσεις!», του είπε ενώ έβγαινε από την μπανιέρα.

Ο Βίκτωρας ένιωσε μεγάλη απογοήτευση όταν διαπίστωσε πως η Αφέντρα του φορούσε μπικίνι.

-    «Δεν νομίζω να περίμενες πως θα με δεις γυμνή;», του είπε με ειρωνικό ύφος η Αφροδίτη για να συμπληρώσει: «Αυτό θα γίνει όταν και εάν το θελήσω εγώ, και φυσικά μετά από πολύ καιρό…»

Ο Βίκτωρας άρχισε να την σκουπίζει και αφού τελείωσε η Αφροδίτη, τον έστειλε να της φέρει το νυχτικό της και ένα ζευγάρι εσώρουχα που είχε στην τσάντα της για να αλλάξει. Αφού ντύθηκε, κατευθύνθηκε στο κρεβάτι και ζήτησε από τον σκλάβο της να της φέρει το ποτήρι με τα χύσια του. Ο Βίκτωρας το έφερε και η Αφροδίτη του είπε να τα πιει. Χωρίς δεύτερη κουβέντα, ο Βίκτωρας τα ήπιε.

-    «Ώρα για ύπνο. Εγώ θα κοιμηθώ στο κρεβάτι, κι εσύ στο πάτωμα. Αν σε χρειαστώ κάτι κατά τη διάρκεια της νύχτας, θα στο πω. Αλίμονο σου αν κοιμάσαι βαριά!», του είπε η Αφροδίτη και ξάπλωσε στο κρεβάτι. «Σβήσε τα φώτα σκλάβε!»

Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")