Θέλω να είμαι ο σκλάβος σας (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το επόμενο πρωινό κατά τις δέκα ο Βίκτωρας ξύπνησε. Η Αφροδίτη κοιμόνταν ακόμη και σκέφτηκε πως θα ήταν μία πολύ σωστή κίνηση από μέρους του να παραγγείλει πρωινό. Πήρε τηλέφωνο στην ρεσεψιόν και ζήτησε να του φέρουν κρουασάν σοκολάτας, κέικ, γάλα και καφέ. Το κουδούνι της πόρτας όμως, ξύπνησε την Αφροδίτη η οποία είδε τον Βίκτωρα να παίρνει τον δίσκο από τον υπάλληλο του ξενοδοχείου και να τον τοποθετεί στην τραπεζαρία.

-    «Τι ακριβώς νομίζεις ότι κάνεις;», του φώναξε η Αφροδίτη αφού σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Δεν φτάνει που με ξύπνησες, αλλά σηκώθηκες από το πάτωμα όπου θα έπρεπε να είσαι χωρίς να σου δώσω εγώ την άδεια! Γονάτισε και έλα γρήγορα εδώ!», του είπε.

Ο Βίκτωρας γονάτισε και πλησίασε την Αφέντρα του, η οποία του έδωσε μια σειρά από χαστούκια και στα δυο του μάγουλα μέχρι αυτά να κοκκινίσουν αρκετά.

-    «Θα πρέπει να μάθεις πολλά πράγματα ακόμη. Ακολούθησε με στην τραπεζαρία και μην διανοηθείς να σηκωθείς όρθιος!»

Η Αφροδίτη κάθισε σε μια καρέκλα και ο Βίκτωρας έμεινε γονατιστός απέναντι της. Άρχισε να τρώει τα κρουασάν και να απολαμβάνει τον καφέ της, ρίχνοντας κάπου - κάπου και καμιά ματιά στον σκλάβο της. Αφού τελείωσε, έριξε στο πάτωμα μερικά κρουασάν και λίγο κέικ και αφού τα πάτησε με τις υπέροχες πατούσες της, τα έφτυσε και είπε στον Βίκτωρα να τα φάει από το πάτωμα γονατιστός.

Ο σκλάβος έσκυψε να τα φάει και η Αφέντρα από πάνω του… του πίεζε με τα γυμνά της πόδια το κεφάλι.

-    «Δεν θα μείνει τίποτα στο πάτωμα! Εγώ θα πάω να κάνω ένα ντους και να ετοιμαστώ για να φύγω. Εσύ μείνε εδώ, μάζεψε τα πράγματα σου και πλήρωσε το ξενοδοχείο. Αλλά θα πρέπει να ξέρεις πως αυτή ήταν η τελευταία φορά που βρισκόμαστε σε ξενοδοχείο. Θα ψάξεις να βρεις ένα σπίτι στο οποίο θα συναντιόμαστε. Αλίμονο σου αν δεν μου αρέσει!», του είπε και πήγε στο μπάνιο.

Μόλις τελείωσε το μπάνιο, βγήκε έξω στο δωμάτιο ντυμένη και είδε τον Βίκτωρα να τρώει ότι είχε απομείνει στο πάτωμα. Τον πλησίασε, και αφού διαπίστωσε πως είχε κάνει καλή δουλειά, του ζήτησε να της γλείψει τις μπότες.

-    «Θα πάω βόλτα και θέλω να γυαλίζουν. Φρόντισε να κάνεις καλή δουλειά!»

Ο σκλάβος άρχισε να γλείφει, και η Αφέντρα του έλεγε:

-    «Θα πας αμέσως μόλις τελειώσεις από εδώ, να νοικιάσεις μια μεζονέτα σε μια καλή περιοχή. Φρόντισε να είναι επιπλωμένη και να έχει όλες τις ανέσεις. Θα σε πάρω τηλέφωνο αργά το απόγευμα για να μου πεις τι έκανες…»

Μία ώρα αργότερα, ο Βίκτωρας έφυγε από το ξενοδοχείο. Η Αφροδίτη είχε ήδη φύγει, και μπήκε στο πρώτο μεσιτικό γραφείο που βρήκε μπροστά του. Αμέσως μίλησε με τον μεσίτη και του είπε πως ψάχνει να νοικιάσει ένα διαμέρισμα πολυτελείας, διευκρινίζοντας του πως δεν τον ενδιαφέρει το πόσο θα είναι υποχρεωμένος να πληρώνει για ενοίκιο. Μετά από πολύ ψάξιμο, βρήκε μία διώροφη επιπλωμένη μεζονέτα στην Βούλα, με εσωτερική πισίνα στο υπόγειο, τζακούζι και σάουνα. Όλο χαρά υπέγραψε τα συμβόλαια, και προπλήρωσε τα ενοίκια ενός χρόνου. Φεύγοντας, πήγε στο νέο του σπίτι για να το δει από κοντά, και ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. «Είμαι σίγουρος πως η Αφέντρα μου θα μείνει απόλυτα ικανοποιημένη από την επιλογή μου. Άλλωστε το σπίτι δεν παίζεται με τίποτα. Έχει υπέροχη θέα και όλες τις ανέσεις για την Αφέντρα μου», σκέφτηκε και έφυγε από το σπίτι. Αργά το απόγευμα η Αφροδίτη τον πήρε τηλέφωνο.

-    «Μάλιστα Αφέντρα…»

-    «Τι έκανες; Βρήκες σπίτι για την Αφέντρα σου;»

-    «Φυσικά. Βρήκα μια υπέροχη μεζονέτα στην Βούλα που πιστεύω ότι θα σας αφήσει απόλυτα ικανοποιημένη».

-    «Αυτό θα το δούμε. Πέρνα τις εννέα να με πάρεις με το αυτοκίνητο σου από το γνωστό μπαρ για να πάμε να δούμε τι ψάρια έπιασες. Αν μείνω ικανοποιημένη από την ψαριά σου, δεν θα είμαι πολύ αυστηρή απέναντι σου σήμερα».

Ο Βίκτωρας στήθηκε από τις επτά και μισή το βράδυ έξω από το μπαρ και περίμενε την Αφέντρα του. Κατά τις εννέα και μισή η Αφροδίτη έκανε την εμφάνιση της και επιβιβάστηκε στην κόκκινη Ferrari του σκλάβου της. Μαζί της κουβαλούσε και ένα μικρό καφέ σάκο ταξιδίου, ο οποίος πήγαινε ασορτί με τα ρούχα που φορούσε, τις ψηλοτάκουνες καφέ καστόρ μπότες, το καφέ μίνι φόρεμα, το καφέ πουλόβερ και το καφέ δερμάτινο μπουφάν. Άπλωσε το χέρι της στον Βίκτωρα, ο οποίος το φίλησε. Ακόμη ένα δείγμα πως σιγά αλλά σταθερά είχε αρχίσει να μαθαίνει τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να συμπεριφέρεται στην Αφέντρα του.

-    «Τι περιμένεις; Ξεκίνα το σαράβαλο σου και πάμε να δούμε το παλάτι που νοίκιασες!», του είπε η Αφροδίτη με αρκετή δόση ειρωνείας.

Σε όλη την διαδρομή ο Βίκτωρας δεν ξεκόλλησε τα μάτια του από τον δρόμο, ενώ η Αφροδίτη έπαιζε νευρικά με το cd player του αυτοκινήτου. Μετά από λίγα λεπτά οδήγησης, έφτασαν στην Βούλα. Ο Βίκτωρας πάρκαρε το αυτοκίνητο στην πυλωτή της μεζονέτας και κατέβηκε από το αμάξι. Άνοιξε την πόρτα στην Αφέντρα του, αλλά αυτή δεν κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Ο σκλάβος κατάλαβε τι έκανε λάθος, και αμέσως γονάτισε μπροστά της και αυτή τελικά βγήκε από το αμάξι. Ο Βίκτωρας έκανε κίνηση να σηκωθεί, αλλά η Αφροδίτη με το πόδι της τον κλώτσησε και του είπε:

-    «Γονατιστός θα με οδηγήσεις στο σπίτι και δεν θα σηκωθείς από το πάτωμα αν δεν σου πω εγώ!»

Ο Βίκτωρας δεν είχε και άλλη επιλογή και γονατίζοντας εμπρός της άνοιξε την πόρτα της διώροφης μεζονέτας. Η Αφέντρα μπήκε μέσα και άναψε τα φώτα. Αυτό που αντίκρισε έδειχνε να της αρέσει. Στον πρώτο όροφο υπήρχε μια μεγάλη τραπεζαρία με αυτοκρατορικές πολυθρόνες, το σαλόνι και η κουζίνα η οποία χωρίζονταν με πάσο.

-    «Εσύ περίμενε εδώ. Εγώ θα πάω να δω και το υπόλοιπο σπίτι…», είπε στον Βίκτωρα και συνέχισε την εξερεύνηση.

Στον πρώτο όροφο υπήρχε και μια μεγάλη τουαλέτα με τζακούζι. Ανέβηκε στο δεύτερο πάτωμα όπου υπήρχαν δυο τεράστιες κρεβατοκάμαρες και μια μικρή τουαλέτα, και στη συνέχεια κατέβηκε στο υπόγειο, το οποίο φιλοξενούσε μια τεράστια θερμαινόμενη πισίνα με τζακούζι. Αφού τελείωσε την… εξερεύνηση της, γύρισε στο ισόγειο όπου ο Βίκτωρας εξακολουθούσε να την περιμένει γονατιστός.

-    «Οφείλω να ομολογήσω πως έκανες πολύ καλή επιλογή! Γι’ αυτό τον λόγο και εγώ θα προσπαθήσω να είμαι ευγενική απέναντι σου σήμερα. Βέβαια αυτό εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό και από τη δική σου συμπεριφορά. Κατάλαβες;», είπε η Αφέντρα για να πάρει την απάντηση από τον σκλάβο.

-    «Μάλιστα Αφέντρα…»

Η Αφροδίτη κατευθύνθηκε προς τον μεγάλο καναπέ του σαλονιού και αφού κάθισε αναπαυτικά, είπε στον Βίκτωρα να γδυθεί. Αυτός, χωρίς να χάσει δευτερόλεπτο, πέταξε από πάνω του όλα τα ρούχα, και περίμενε για τις εντολές της Αφέντρας του.

-    «Πάρε τον σάκο μου από το πάτωμα και φέρ’ τον μου εδώ!», του είπε η Αφροδίτη καθώς έβγαζε το καφέ δερμάτινο μπουφάν της.

Ο σκλάβος πήρε τον σάκο και της τον πήγε.

-    «Άνοιξε το φερμουάρ με το στόμα σου, και βγάλε προσεκτικά όλα όσα αγόρασα εγώ για εσένα σήμερα!», του είπε η Αφροδίτη.

Ο Βίκτωρας άνοιξε τον σάκο και άρχισε να βγάζει το ένα μετά το άλλο τα… παιχνίδια της Αφέντρας του. Ένα φίμωτρο, μία μάσκα με φερμουάρ στο στόμα, μία βέργα, ένα ξύλινο μαστίγιο, χαλινάρια, μία αλυσίδα - λουράκι σκύλου, σιδερένια μανταλάκια, strapon, ένα ζευγάρι μαύρα δερμάτινα γάντια και κεριά. Αφού τα έβγαλε όλα, τα τοποθέτησε με σειρά στο τραπέζι του σαλονιού, και άκουσε την Αφροδίτη να του λέει:

-    «Φέρε και τα χθεσινά σύνεργα γιατί δεν έχω αποφασίσει ακόμη με ποια θα παίξουμε σήμερα. Άλλωστε, μην ξεχνάς πως πρέπει να είμαι ευγενική μαζί σου».

Κρύος ιδρώτας έλουσε τον σκλάβο και αυτό γιατί είχε ξεχάσει την σακούλα μέσα στο αυτοκίνητο του.

-    «Συγνώμη Αφέντρα, αλλά δεν τα έχω φέρει μαζί μου…», της είπε.

-    «Και πού τα άφησες άχρηστε;», και ένα χαστούκι άστραψε στο μάγουλο του.

-    «Τα έχω ξεχάσει στο αυτοκίνητο…»

Η Αφροδίτη ανάσανε βαθιά και τον έστειλε να πάει έξω γυμνός και γονατιστός και να φέρει την σακούλα από το αυτοκίνητο. Ο Βίκτωρας πήγε, και μετά από δύο λεπτά επέστρεψε με την σακούλα στο στόμα του.

-    «Φέρ’ τα και αυτά εδώ και βάλ’ τα μαζί με τα άλλα», του είπε η Αφροδίτη εκνευρισμένη για να συμπληρώσει: «Αυτό το λάθος που έκανες ήταν αρκετό. Ξέχασε για σήμερα το ότι θα είμαι ευγενική μαζί σου! Αλλά επειδή το σπίτι που βρήκες είναι αρκετά καλό, θα σου επιτρέψω να χύσεις όχι τρεις, όπως χθες, αλλά τέσσερις φορές. Το ξέρω πως αυτό θα είναι δύσκολο για εσένα, αλλά θα πρέπει να μάθεις σιγά-σιγά το μάθημα σου. Άλλωστε, σε λίγο καιρό αυτά θα σου φαίνονται παιχνιδάκι. Σε λίγο καιρό θα βγάζεις αίμα από τον πούτσο σου και όχι μόνο…», του είπε ρίχνοντας του μία κλοτσιά στο στομάχι διπλώνοντας τον στο πάτωμα.

Η Αφέντρα σηκώθηκε από τον καναπέ και πλησίασε στο τραπεζάκι. Πήρε το δερμάτινο λουράκι και το φόρεσε στον λαιμό του σκλάβου της.

-    «Αυτό από εδώ και πέρα θα γίνει ένα με το σώμα σου. Μην διανοηθείς ποτέ να το βγάλεις από τον λαιμό σου! Με αυτό θα κυκλοφορείς παντού. Αν μάθω πως το έβγαλες, η τιμωρία που θα υποστείς δεν θα έχει προηγούμενο. Κατάλαβες;»

-    «Μάλιστα Αφέντρα…», της είπε ο σκλάβος.

-    «Πολύ καλά. Τώρα ξεκίνησε και μαλακίσου. Έχεις πέντε λεπτά για να χύσεις. Αυτή θα είναι η προθέρμανση. Αν καθυστερήσεις έστω και ένα δευτερόλεπτο θα αναγκαστώ να σε τιμωρήσω!», του είπε η Αφροδίτη.

Ο Βίκτωρας άρχισε να παίζει τον πούτσο του αλλά δεν μπορούσε να έρθει σε οργασμό. Τα λεπτά περνούσαν μα τίποτα δεν συνέβαινε. Η Αφέντρα τον έβλεπε να ταλαιπωρείται και έδειχνε να το διασκεδάζει. Έφερνε στροφές γύρω από τον γονατισμένο σκλάβο της κοιτώντας το ρολόι της.

-    «Έχεις ακόμη δύο λεπτά. Δεν νομίζω να τα καταφέρεις και αυτό θα σου στοιχίσει ακριβά!», του είπε γεμίζοντας με άγχος τον Βίκτωρα.

Τελικά δεν τα κατάφερε, τα πέντε λεπτά πέρασαν χωρίς να χύσει. Χωρίς να περιμένει ούτε ένα δευτερόλεπτο η Αφροδίτη, πήρε από το τραπεζάκι το μαστίγιο με τις εννιά ουρές και άρχισε να χτυπά τον σκλάβο της σε όλο του το κορμί.

-    «Θα σε χτυπήσω αλύπητα! Δεν είναι δυνατόν και μόνο στην θέα μου να μην μπορείς να χύσεις!», του είπε και συνέχισε να τον μαστιγώνει για είκοσι λεπτά.

Η πλάτη του Βίκτωρα άρχισε να ματώνει όταν τελικά σταμάτησε να τον χτυπά. Κάθισε στην πολυθρόνα του σαλονιού και του έκανε νόημα να πλησιάσει. Φόρεσε τα γάντια και άρχισε να του παίζει τον πούτσο. Μέσα σε τρία λεπτά είχε ήδη χύσει.

-    «Μάλιστα. Μάλλον θα θέλεις για προθέρμανση ένα καλό μαστίγωμα!», του είπε χαμογελώντας.

Για να τον σπρώξει στη συνέχεια με τις μπότες της να πέσει μπρούμυτα στο πάτωμα. Σηκώθηκε από τον καναπέ και άρχισε να τον πατάει με τις ψηλοτάκουνες καφέ μπότες της. Ανέβηκε επάνω του και χοροπηδούσε ενώ ο Βίκτωρας άφηνε κραυγές πόνου. Άλλωστε, δεν είχαν περάσει αρκετά λεπτά από τη στιγμή που είχε σταματήσει να τον μαστιγώνει. Μετά από λίγη ώρα τον πρόσταξε να γονατίσει και πάλι και με έκπληξη είδε τον πούτσο του να είναι ερεθισμένος.

-    «Τι βλέπω; Έχουμε καύλες σκλάβε; Μαλακίσου και ελπίζω αυτή την φορά να καταφέρεις να χύσεις. Βέβαια τώρα τα χρονικά περιθώρια θα στενέψουν. Έχεις τέσσερα λεπτά. Ξεκίνα!», του είπε η Αφέντρα και ο Βίκτωρας άρχισε και πάλι να τον παίζει.

Αυτή τη φορά κατάφερε να έρθει σε οργασμό και αφού πήρε την άδεια της έχυσε. Αυτή ήταν η δεύτερη φορά.

-    «Σήμερα είχα σκοπό να μην σε ταλαιπωρήσω, αλλά το ένα σου λάθος διαδέχεται το άλλο. Πρώτον: Ξέχασες την σακούλα στο αυτοκίνητο, και σαν να μην φτάνει αυτό, δεν μπόρεσες να χύσεις την πρώτη φορά. Για αυτό τον λόγο θα σε τιμωρήσω αλλά ταυτόχρονα θα σε υποχρεώσω να βγάλεις και άλλο ζουμί από τον πούτσο σου!», του είπε και πήρα στα χέρια της τα μανταλάκια.

Του έβαλε ένα μανταλάκι στη μία ρώγα και άλλο ένα στην άλλη και τον υποχρέωσε να γονατίσει και να ακουμπήσει τα μανταλάκια στο πάσο της κουζίνας. Αυτή ανέβηκε επάνω στο πάσο και άρχισε να πατάει τα μανταλάκια με τις σόλες της.

-    «Μαλακίσου πάλι και χύσε! Σου δίνω από τώρα την άδεια να το κάνεις!», του είπε.

Το μαρτύριο κράτησε αρκετή ώρα. Άλλωστε, ήταν πολύ δύσκολο για τον σκλάβο να χύσει για τρίτη φορά σε τόσο μικρό διάστημα. Τελικά λίγες σταγόνες έκαναν την εμφάνιση τους, αλλά αυτές ήταν αρκετές για να ικανοποιήσουν την Αφροδίτη. Αφού τον έβαλε να της φιλήσει τις μπότες, κατέβηκε από το πάσο και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο αλλά μέσα δεν υπήρχε τίποτα.

-    «Δεν μου λες σκλάβε! Δεν κανόνισες τίποτα για φαγητό; Είμαι αρκετά κουρασμένη και θα ήθελα κάτι να τσιμπήσω, αλλά εσύ δεν έκανες τίποτα για αυτό. Λοιπόν τι έχεις να πεις;»

Ο Βίκτωρας πήγε γονατιστός στην κουζίνα και έβγαλε από τον φούρνο μικροκυμάτων ένα πιάτο φαγητό για την Αφέντρα του. Η Αφροδίτη εντυπωσιάστηκε! Δεν περίμενε σε καμία περίπτωση πως ο Βίκτωρας θα είχε ετοιμάσει φαγητό γι’ αυτήν! Μια καλοψημένη μπριζόλα με πατάτες τηγανιτές, το αγαπημένο της φαγητό. Αφού τον χάιδεψε στοργικά στο μάγουλο, πήρε το πιάτο και πήγε στην τραπεζαρία. Ο σκλάβος με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη, την ακολούθησε γονατιστός και έκατσε δίπλα στην καρέκλα της. Η Αφέντρα άρχισε να τρώει και αφού τελείωσε έριξε το κόκκαλο στην άλλη άκρη του δωματίου.

-    «Σκύλε! Πήγαινε να το φας και όπως θα έρχεσαι, φέρε μου και την αλυσίδα να σου την περάσω στο κολάρο!», του είπε.

Ο Βίκτωρας πήγε, και αφού κατάφερε να φάει με χίλια βάσανα το κόκκαλο, της έφερε την αλυσίδα. Η Αφέντρα του την πέρασε στον κρίκο του κολάρου.

-    «Όλα τα σκυλιά μετά το φαγητό, θέλουν να πάνε έξω από το σπίτι για να κάνουν την ανάγκη τους. Αυτό θα κάνουμε κι εμείς τώρα!», του είπε η Αφροδίτη.

Ο Βίκτωρας ευχαριστούσε την τύχη του καθώς το σπίτι που νοίκιασε ήταν σε ερημική τοποθεσία και δύσκολα θα τους έβλεπε κάποιος έξω. Η Αφέντρα άνοιξε την πόρτα και πήρε μαζί της και τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Κατευθύνθηκαν στην Ferrari του Βίκτωρα, αυτή μπροστά και ο σκλάβος της να την ακολουθεί στα τέσσερα. Άνοιξε την πόρτα του αμαξιού και κάθισε στο δερμάτινο κάθισμα του οδηγού αφήνοντας τα πόδια της από έξω.

-    «Όλα τα σκυλιά προτιμούν τις ρόδες του αυτοκινήτου για να κατουρήσουν. Αυτό θέλω να κάνεις και εσύ!», του είπε.

Ο Βίκτωρας σήκωσε το αριστερό του πόδι, έτσι όπως κάνουν και τα σκυλιά και κατούρησε πάνω στο λάστιχο του αυτοκινήτου.

-    «Πολύ ωραία! Τώρα γλείψε τα κάτουρα σου από την ρόδα!»

Ο σκλάβος άρχισε να γλείφει ενώ η Αφέντρα του τραβούσε το λουρί κάνοντας του το έργο ακόμη πιο δύσκολο. Τελικά μετά από αρκετή ώρα σηκώθηκε και αφού κλείδωσε το αυτοκίνητο πήγαν και πάλι μέσα στο σπίτι για να συνεχίσει το παιχνίδι. Άλλωστε, της χρωστούσε ακόμη ένα χύσιμο…

-    «Έχεις χύσει ήδη τρεις φορές, αλλά επειδή σήμερα έχω τα κέφια μου, σε άφησα αρκετή ώρα έτσι ώστε να μπορέσεις να έρθεις και πάλι σε οργασμό. Αυτή την φορά δεν θα σε πιέσω αρκετά, γιατί πραγματικά δεν περίμενα πως θα είχες έτοιμο φαγητό για εμένα. Γλείψε μου τις σόλες μου γιατί λερώθηκαν έξω και ταυτόχρονα μαλακίσου! Αλλά, πρόσεξε! Δεν θα χύσεις αν δεν σου δώσω εγώ την άδεια!», του είπε.

Και κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα βάζοντας του την μία μπότα πάνω στην γλώσσα του. Ο Βίκτωρας άρχισε να γλείφει την βρώμικη σόλα της μπότας της και ταυτόχρονα έπαιζε τον πούτσο του. Αφού γυάλισε την μια πήρε την άλλη στο στόμα του. Συνέχισε να γλείφει και καταλάβαινε πως ερχόταν σε οργασμό.

-    «Σας παρακαλώ Αφέντρα… αφήστε με να χύσω…», της έλεγε, αλλά αυτή δεν απαντούσε παρά μόνο χαμογέλαγε. «Δεν αντέχω άλλο, σας παρακαλώ… επιτρέψτε μου να χύσω».

Τίποτα η Αφροδίτη! Έδειχνε να θέλει να τον αναγκάσει να χύσει χωρίς την άδεια της, έτσι ώστε να έχει την ευκαιρία να τον τιμωρήσει για ακόμη μια φορά.

-    «Δεν αντέχω!», φώναζε ο σκλάβος.

Και ταυτόχρονα δάκρυα έκαναν την εμφάνιση τους στο πρόσωπο του. Είχε κοκκινίσει από την προσπάθεια να κρατηθεί και τότε άκουσε την μαγική λέξη:

-    «Χύσε!» του είπε η Αφροδίτη.

Και ένας πίδακας καυτού υγρού, εκτοξεύτηκε από την ουρήθρα του.

-    «Είδες που τελικά τα κατάφερες;», του είπε χαϊδεύοντας του τα μαλλιά. «Το ευχάριστο είναι πως έφτασες στο σημείο να με παρακαλάς για να χύσεις, και μάλιστα για τέταρτη φορά! Θα πρέπει να καταλάβεις πως από εδώ και πέρα, έτσι θα γίνεται συνέχεια. Και ακόμη δεν έχεις δει τίποτα! Για αυτό θέλω να σου πω πως αν το μετάνιωσες, σου δίνω την ευκαιρία να μου το πεις και να μην με ξαναδείς ποτέ», του είπε η Αφέντρα.

Ο Βίκτωρας το σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα, και της απάντησε!

-    «Θέλω να είμαι ο σκλάβος σας για όσο καιρό εσείς το επιθυμείτε…»

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")