Ο φαντάρος και η Ρούλα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Επειδή δεν πρόκειται ποτέ να στρωθώ και να γράψω κάποια ιστορία της προκοπής, θα ξεκινήσω να σας εξιστορώ την ερωτική μου περιπέτεια για μια αρπαχτή που είχα κάνει στην 602 αμαξοστοιχία όταν ήμουν φαντάρος και είχα πάρει φοιτητική άδεια. Οτιδήποτε εξιστορήσω είναι αληθινότατο. Τα ονόματα που διαλέγω, είναι εντελώς τυχαία.

Είχε μπει το καλοκαιράκι και το στρατόπεδο στη Χώρα της Σάμου δεν με "χώραγε"! Περίμενα πως και πως την δεκαπενταήμερη φοιτητική άδεια που θα έπαιρνα για να γράψω εξετάσεις. Μαζί με μένα θα έπαιρναν άδεια και άλλα πέντε φιλαράκια για να φροντίσουν και αυτοί το "μέλλον" τους. Έτσι και έγινε. Πήραμε τα αδειόχαρτα, μαζέψαμε τα πραγματάκια μας και βουρ στο αεροδρόμιο του Ηραίου για να πετάξουμε. Βλέπεις η μισή ώρα πτήσης δεν συγκρινόταν με τις δεκαπέντε ώρες του σκυλοπνίχτη "Σάμινα" και ο χρόνος σε μια άδεια ενός φαντάρου είναι πολύτιμος.

Να μη σας τα πολυλογώ, φτάνουμε Αθήνα και βουρ για το Σταθμό Λαρίσης για να πάρουμε το τρενάκι. Η ώρα πήγε τρεις παρά τέταρτοκαι το τραίνο σκάει μύτη στην πρώτη αποβάθρα (κανονικά έπρεπε να ξεκινήσει στις δυο και είκοσι πέντε). Μπαίνουμε μέσα κουβαλώντας εκτός από τα φανταροπράγματα και τη φανταρόκαυλα. Στο μυαλό μας όλες ήταν έτοιμες να πηδηχτούν! Όποια έπαιρνε το μάτι μας ήταν καλή για να σβήσει τις καύλες από την πίπα κώλο και εμπλοκή υπηρεσία που μας πήγαινε είκοσι μέσα μία έξω.

Το τραίνο ξεκίνησε κι εμείς βολευτήκαμε όρθιοι στο διάδρομο για να παίρνουμε μάτι κανένα μουνάκι που θα περνούσε, για να ρίξουμε το καμάκι μας και ότι βγει. Ρίχναμε πεινασμένες ματιές σε μερικά γκομενάκια που είχαν καθίσει στα κουπέ των βαγονιών αλλά αντιμετωπίζαμε την αδιαφορία μιας και γκάριζε από μακριά η φανταρίλα μας. Ήταν διάχυτη η φανταρομυρωδιά από τα νοτισμένα και άπλυτα ρούχα των εφοριαμών του Λόχου, σίγουρα την θυμάστε όσοι έχετε κάνει φαντάροι.

Αφού λοιπόν "προσγειωθήκαμε" και καταλάβαμε ότι καμιά δεν έδινε δεκάρα για το περισσευούμενο σπέρμα που είχαμε στοκάρει τόσο καιρό στο στρατόπεδο, αρχίσαμε να βρίσκουμε τον φανταροεαυτό μας. Αρχίσαμε τις καφρίλες, τα πειράγματα, τα αστειάκια μας. Ότι ανέκδοτο ξέραμε και ότι γκομενοιστορία είχαμε την αμολήσαμε εκείνη τη μέρα. Δεν θα ξεχάσω τον ψευταρά τον Γιάννη Γ. από τα Τρίκαλα που μας είχε πει για μια ιστορία με μια γκόμενα της οποίας της είχε κάνει γλειφομούνι, επί πέντε ώρες παρακαλώ!

Εκεί λοιπόν που καυχόμαστε ότι ο καθένας έχει πηδήξει τις μισές γυναίκες από το νομό διαμονής του, την προσοχή μου την τράβηξαν δυο ναζιάρικα αλλά ταυτόχρονα πρόστυχα ματάκια. Πήρα το βλέμμα μου βιαστικά σκεπτόμενος ότι δεν είναι δυνατόν αυτό το εξαίσιο μουνάκι να χαλβαδιάζει εμένα τον φαντάρο. Μπορεί μεν να κάναμε καμάκι αλλά μέσα μας ξέραμε ότι οι πιθανότητες επιτυχίας ήταν ελάχιστες λέγω της κωλοφανταροκατάστασης που είχαμε χωθεί εδώ και κάτι μήνες.

Μπορεί να είχαμε φρέσκα κάτι κονέ και να καταφέραμε να πηδήξουμε στην άδεια ορκωμοσίας αλλά μετά από μερικούς μήνες στην πίκρα, μας είχαν ξεχάσει ακόμη και οι πιο ξεφτιλισμένες γκόμενες. Μπορεί οι φανταρόπουτσοι να είναι καυτεροί από τον εγκλεισμό, αλλά όταν θέλεις να σβήσεις το μουνάκι σου από την τρελή καύλα, ο φαντάρος την ίδια στιγμή κτυπάει "Γερμανικό Νούμερο" έτσι λοιπόν η γκομενίτσα αρκείται στο σίγουρο καυλί που είναι ακριβώς δίπλα της.

Ξανακοίταξα. Το βλέμμα της ακόμα ήταν καρφωμένο πάνω μου. Δεν σας κρύβω ότι τα έχασα! Το φανταρίστικο θράσος μου, αλλά και το θράσος που είχα "δουλεμένο" λέγω εμπειρίας, δεν ήταν ικανά για να κρύψουν την αμηχανία μου. Ξαναπήρα τα μάτια μου από πάνω της. Όχι όμως για πολύ, μιας και την τρίτη φορά που την κοίταξα είχα ξαναβρεί τον παλιό καλό εαυτό μου. Είχα ξαναβρεί τον Ηλία που είχα γυμνώσει για να του φορέσω τη φαιοπράσινη. Τον Ηλία που στην παρέα είχε την ατάκα, "Ότι περπατάει και ότι πετάει πρέπει να γαμιέται". Μέσα μου ξύπνησε η εποχή που όποια ανέβαινε στην τετρακοσάρα μηχανή μου, στη "μουνοπαγίδα" μου, όπως συνήθιζα να αποκαλώ τη μηχανή μου, έπρεπε να πηδηχτεί, και ήξερε ότι θα πηδηχτεί.

Ήταν ένα κορίτσι γύρω στα είκοσι ένα, με πολύ ναζιάρικο προσωπάκι, όχι ιδιαίτερα ψηλή, με πόδια που την κατέτασσαν στις "αλόγες". Είχε κοντά καστανά μαλλιά και πράσινα μάτια. Το στήθος της ήταν μετρίου μεγέθους αλλά πολύ στητό. Φορούσε ένα κολλητό τζιν το οποίο αναδείκνυε τις υπέροχες καμπύλες της. Από πάνω φορούσε ένα άσπρο πουκαμισάκι έχοντας κάνα δυο κουμπιά επίτηδες ξεκουμπωμένα, αφήνοντας να φαίνεται λίγο το σουτιέν. Η χαραμάδα μάλιστα ανάμεσα στα σφιχτά στήθη της ήταν μαγευτική…! Δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της.

Δεν ξέρω κι εγώ πόση ώρα την κοιτούσα συλλογιζόμενος τα παραπάνω. Αυτό που θυμάμαι είναι να της γνέφω και να της λέω με τρόπο ώστε να μπορέσει να διαβάσει τα χείλη μου μιας και η απόσταση που μας χώριζε μαζί με τον θόρυβο του τραίνου έκαναν τον ήχο να μην φτάνει στις άκρες των αυτιών της:

-    «Πάμε για καφέ;», της είπα.

Χαμογέλασε και έγνεψε καταφατικά. Ξεκίνησα λοιπόν να πηγαίνω προς το μέρος της. Έριξα μερικές κλεφτές ματιές στα υπόλοιπα παιδιά της παρέας μου, διακρίνοντας ανάμικτα συναισθήματα, ανάμεσα σε μια μικρή ζήλια για το γεγονός ότι όλα έγιναν πολύ απλά και σε μια επιβράβευση για το γεγονός ότι η "παλιοσειρά" τα κατάφερε!

-    «Παιδιά, τα λέμε σε λίγο…», τους είπα.

Μου χαμογέλασαν και ο Γιώργος έκανε τόπο να περάσω στον διάδρομο του βαγονιού.

-    «Γεια σου! Με λένε Ηλία. Αν δεν κάνω λάθος, προηγουμένως μου έγνεψες καταφατικά για να πάμε για καφέ, όταν στο πρότεινα».

Της το είπα και ένας κόμπος ανέβηκε στον λαιμό μου. Κώλωσα για μια στιγμή φοβούμενος μήπως και είχα κάνει λάθος.

-    «Γεια σου Ηλία, με λένε Ρούλα», μου απάντησε και ένα ζεστό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα πανέμορφα χείλη της.

-    «Τι λες λοιπόν; Πάμε για εκείνο τον καφέ που λέγαμε;», είπα έχοντας ανακτήσει το 100% της αυτοπεποίθησης μου..

Ξεκινήσαμε λοιπόν… το βαγόνι κυλικείο ήταν το προτελευταίο από τα βαγόνια και καθώς προχωρούσε μπροστά μου, είχα την ευκαιρία να κοιτάζω λαίμαργα το στητό κωλαράκι της. Αυτή, σα να καταλάβαινε το βλέμμα μου, και σε κάθε ευκαιρία το λίκνιζε αυθάδικα κάνοντας με να κολλάω τα μάτια μου όλο και περισσότερο. Φτάσαμε στο κυλικείο και καθίσαμε στο μονό τραπεζάκι που πιάνει δυο άτομα αντικριστά. Παρήγγειλα τους καφέδες και αρχίσαμε να συζητούμε τα κλασσικά θέματα που συζητούν οι άνθρωποι όταν γνωρίζονται.

Αν και κοιτούσα τα υπέροχα πράσινα ματάκια της, κλεφτές ματιές πήγαιναν κατευθείαν στο σουτιέν της και στα βυζάκια της. Σιγά σιγά οι κλεφτές ματιές έγιναν περισσότερες, μέχρι που δεν μπορούσα να αντισταθώ και να ξεκολλήσω το βλέμμα μου από τις πανέμορφες καμπύλες της. Καθώς μιλούσαμε, οι σκέψεις μου ήταν ανακατεμένες… φανταζόμουν να της ξεκουμπώνω το πουκάμισο και με απότομη κίνηση να της βγάζω το σουτιέν χώνοντας τη γλώσσα μου ανάμεσα και πάνω τους.

Δεν ξέρω πόση ώρα περάσαμε στο να μιλάμε και στο να τη φαντασιώνομαι, αλλά καθόλη τη διάρκεια του καφέ, είχα προδοθεί άπειρες φορές για τις καυλωτικές σκέψεις που έκανα. Αυτή απλά χαμογελούσε κατανοώντας την καύλα που είχα. Θα πρέπει να είχαμε περάσει το σταθμό της Λειβαδιάς, όταν της πρότεινα να πάμε στο τελευταίο βαγόνι για να είμαστε πιο μόνοι. Δεν αρνήθηκε. Το τελευταίο βαγόνι ήταν κατά καλή μου τύχη η σκευοφόρος και αυτό σήμαινε ότι δεν υπήρχαν ούτε θέσεις, ούτε κουπέ, αλλά ούτε και πολύς κόσμος. Μόνο δυο υπάλληλοι υπήρχαν και αυτοί μάλιστα κάθονταν στο μικρό γραφειάκι της σκευοφόρου στο μπροστινό μέρος του βαγονιού.

Καθόμασταν και κοιτούσαμε τις ράγες του τραίνου που ξεδιπλώνονταν μπροστά μας. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Το μυαλό μου στριφογύριζε προσπαθώντας να βρει έναν καλό λόγο για να μπορέσω να την αγκαλιάσω. Είχαμε πολλή ώρα που μιλούσαμε περί ανέμων και υδάτων αλλά αφορμή καμία. Δεν ξέρω πως, αλλά κάποια στιγμή μου μίλησε για το σχολείο και για την αναίδεια κάποιου συμμαθητή της που θέλησε να τη φιλήσει. Μου είπε μάλιστα ότι τον χαστούκισε. Αυτό ήταν! Αυτή ήταν η αφορμή που ζητούσα. Θα τα έπαιζα όλα για όλα. Ή θα κάνω κάτι ή θα τελειώσει το ταξίδι και θα πάω στο σπιτάκι μου να τραβήξω μια πετυχημένη μαλακία για πάρτη της.

-    «Αν σε φιλούσα με τον ίδιο τρόπο εγώ, τι θα έκανες; Θα με χαστούκιζες;», της είπα.

-    «Αναλόγως...», μου είπε.

-    «Αναλόγως τι;», απάντησα με κομμένη την ανάσα διότι ήξερα ότι πλέον ήταν υπόθεση δευτερολέπτων για να αρχίσω να εκπληρώνω στο κορμί της όλες τις πρόστυχες σκέψεις που είχα κάνει μέχρι εκείνη τη στιγμή.

-    «Αναλόγως αν θα μου αρέσει...», μου είπε ναζιάρικα διαγράφοντας στα χείλη της ένα πολύ πρόστυχο χαμόγελο.

-    «Να δοκιμάσουμε τότε...», ψέλλισα.

Και πριν καλά - καλά προφτάσω να τελειώσω την φράση μου, την αρπάζω προς το μέρος μου κολλώντας τα χείλη μου επάνω στα δικά της. Τη φιλούσα αχόρταγα ρουφώντας τα χείλη της, παιχνιδίζοντας παράλληλα με τη γλώσσα της. Τα χέρια μου της χάιδευαν το καυτό κορμί της, ακουμπώντας πότε το στήθος της και πότε το υπέροχο κωλαράκι, έχοντας πάντα σαν στόχο να ελευθερώσουν τα καυλιάρικα βυζάκια της από το σουτιέν. Φορούσε ένα υπέροχο σουτιέν όπου το μισό βυζάκι μέχρι και το μισό κυκλάκι από τη ρώγα ήταν έξω.

Με μα επιδέξια κίνηση, το ξεκούμπωσα με αποτέλεσμα να αναπηδήσουν τα ατίθασα βυζάκια της. Οι ρώγες της ήταν σκληρές και τσιτωμένες κάνοντας με να μην μπορώ να ξεκολλήσω τα χείλη μου από πάνω τους. Τις ρουφούσα αχόρταγα, τις έγλειφα, τις δάγκωνα νιώθοντας την πνιχτή ανάσα της που με έκαιγε. Παράλληλα με τα χέρια μου ξεκούμπωνα το παντελόνι της. Το μουνάκι της το είχε ξυρισμένο εντελώς και τα δάχτυλα μου γλίστρησαν εύκολα στην υγρή της σάρκα αρχίζοντας το παιχνίδισμα με την κλειτορίδα. Ενώ της χάιδευα απαλά το υγρό μουνάκι, αυτή είχε αρχίσει να μου χαϊδεύει το καυλί έξω από το παντελόνι. Με τρεμάμενη από ηδονή φωνή μου ψιθύρισε:

-    «Θέλω να με πηδήξεις...»

Την ίδια στιγμή είχα διαπιστώσει ότι πλησιάζαμε τον σταθμό της Θήβας.

-    «Μωρό μου…», είπα. «Δεν γίνεται να το κάνουμε εδώ. Καλύτερα να πάμε κάπου να μην μας δει κανένα μάτι…»

Συμφώνησε και χέρι χέρι αρχίσαμε να ψάχνουμε ένα σίγουρο μέρος για να μπορέσουμε να απολύσουμε ο ένας τη σάρκα του άλλου, μιας και η καύλα μας είχε τρελάνει το μυαλό. Προχωρήσαμε προς τα μπροστινά βαγόνια με την ελπίδα να βρούμε μια κουκέτα να μπορέσουμε να παρθούμε τρελά. Περπατούσε μπροστά μου κι εγώ δεν έπαιρνα τα μάτια μου από το υπέροχο κωλαράκι της. Σκεπτόμουν ότι σε λίγα λεπτά αυτό το κωλαράκι θα το έσκιζα με μανία. Μάταια όμως… η 602 δεν είχε κουκέτες αλλά μόνο θέσεις ανά εξάδες. Πάνω στην απελπισία μου, η ιδέα της τουαλέτας φάνταζε λυτρωτική. Έτσι και έγινε. μπήκαμε βιαστικά σε μια τουαλέτα και κλειδώσαμε αμέσως το πορτάκι.

Με πολύ γρήγορες κινήσεις της έβγαλα το μπλουζάκι και το σουτιέν ενώ παράλληλα της ξεκούμπωσα το παντελόνι βάζοντας το χέρι μου μέσα στο υγρό μουνάκι της. Το ίδιο έκανε κι αυτή. Ξεκούμπωσε το παντελόνι μου και άρχισε να χαϊδεύει το ερεθισμένο μου καυλί. Κουνούσε την χουφτίτσα της ρυθμικά και δυνατά κάνοντας με τρελό από καύλα ενώ εγώ έδινα απαλές πιέσεις με το δάχτυλο μου στην πίσω τρυπίτσα της. Αναστέναζε από ηδονή ενώ έσπρωχνε το κωλαράκι της όλο και προς τα πίσω δείχνοντας μου ότι κάτι έπρεπε να κάνω για να ευχαριστήσω αυτό το όμορφο σφιχτό δαχτυλιδάκι που κοσμούσε τα λαχταριστά κωλομέρια της.

Μετά από λίγο έσκυψε αργά και βάζοντας το καυλί μου μέσα στο στόμα της, άρχισε να το παίρνει όλο μέσα.. ένιωθα την άκρη του πέους μου να ανοίγει βαθιά το λαρύγγι της κάνοντας με να της σπρώχνω βίαια το κεφάλι προς τα μένα. Πηδούσα το στόμα της μανιασμένα, κάνοντας την πολλές φορές να πνίγεται. Δεν ξέρω πόσο κράτησε αυτό το παθιασμένο τσιμπούκι, αλλά κάποια στιγμή μου είπε:

-    «Μωρό μου σε θέλω βαθιά μέσα μου. Θέλω να μου ξεσκίσεις το μουνάκι!»

Έβγαλε ένα προφυλακτικό και μου το φόρεσε. Χωρίς να χάσω χρόνο, την άρπαξα και σηκώνοντας τη την κάρφωσα επάνω στο καυλί μου κάνοντας τη να τρελαθεί από ηδονή. Μπαινόβγαινα δυνατά μέσα της, ενώ αυτή άφηνε πνιχτές ανάσες προσπαθώντας να μην αφήσει κραυγές ηδονής, χώνοντας τα νύχια της βαθιά μέσα στη σάρκα της πλάτης μου. Έπειτα γύρισε, στήριξε τα χέρια της στο παραθυράκι και μου έστησε αυθάδικα το κωλαράκι της. Άρχισα να την παίρνω στα τέσσερα χώνοντας με ορμή το ξαναμμένο μου καυλί.

Μπαινόβγαινα σαν τρελός χτυπώντας δυνατά το κορμί μου στα κωλομέρια της και πότε πότε μπατσίζοντας τα, δίνοντας τους ένα ροδοκόκκινο χρώμα. Το θέαμα της ντελικάτης πλατούλας της που πήγαινε μπρος πίσω και του ηδονικού βλέμματος που μου έριχνε, με έκαναν να μην μπορώ να σταματήσω αυτό το αμόκ μου με είχε πιάσει. Νιώθοντας πρησμένο το καυλί μου και έτοιμο να χύσει, μου λέει:

-     «Θέλω να νιώσω το σπέρμα σου στο στόμα μου...»

Γύρισε, έσκυψε και άρχισε πολύ δυνατά να παίζει το καυλί μου. Την ώρα που ήταν να χύσω, το έχωσε μέσα στο στόμα της ρουφώντας και καταπίνοντας τα υγρά μου. Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε αυτό, αλλά το μωράκι δεν είχε αφήσει ούτε σταγόνα να πάει χαμένη. Καθόμουν και την κοιτούσα πως ντυνόταν. Ήταν πανέμορφη κι εγώ μόλις την είχα κάνει δική μου. Βγήκαμε έξω και περπατήσαμε πάλι προς το τέλος της αμαξοστοιχίας. Κοιτούσαμε αγκαλιασμένοι το τοπίο που απομακρύνονταν, χωρίς να λέμε κουβέντα.

Είμαι σίγουρος ότι και οι δυο σκεπτόμασταν το ίδιο.. σκεπτόμασταν ότι θα χαθούμε.. ότι αυτό το κυματάκι πάθους που πλημμύρισε τα κορμιά και τις ψυχές μας δεν θα επαναλαμβανόταν. Σκεπτόμασταν ότι ίσως δεν θα ξαναρουφούσε ο ένας το κορμί του άλλου τόσο αχόρταγα. Και σε αυτές τις σκέψεις τόσο έσφιγγε ο ένας το κορμί του άλλου. Το τραίνο πλησίαζε τον σταθμό του Λειανοκλαδίου. Δεν μπορούσαμε να πούμε κουβέντα.. κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο βαθιά στα μάτια. Σε μια στιγμή ψέλλισα:

-    «Θα μου δώσεις το τηλέφωνο σου;»

Μου είπε έναν τηλεφωνικό αριθμό ενώ ταυτόχρονα μάζευα τα πράγματα μου για να κατέβω. Το τραίνο είχε σταματήσει. Οι πόρτες άνοιξαν βρίσκοντας μας αγκαλιασμένους και να φιλιόμαστε με πάθος. Κατέβηκα και την χαιρέτησα. Το τραίνο ξεκίνησε και το γλυκό της προσωπάκι χάθηκε σιγά - σιγά. Αντίο Γλαυκιά μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό το γλυκό κύμα που άπλωσε επάνω μας τόση ηδονή.

Έπειτα από μερικές ημέρες, πήρα τηλέφωνο ζητώντας τη Ρούλα. Η φωνή στην άλλη άκρη του σύρματος, μου είπε ότι πήρα λάθος νούμερο.

Τέλος

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")