Συναδελφικές καταστάσεις

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Είμαι ο Κ., 35 χρονών, αρκετά εμφανίσιμος με γυμνασμένο σώμα. Πριν δυο χρόνια δούλευα σαν προϊστάμενος σε μια εταιρεία. Είχα μια χαλαρή σχέση με μια κοπέλα χωρίς τίποτε ιδιαίτερο ανάμεσά μας. Η εταιρεία μου εκείνο τον καιρό έκανε τρεις - τέσσερις προσλήψεις όπου ανάμεσα στους νέους ανθρώπους που είχαν έρθει κοντά μας, ήταν και η Μαρία σαν βοηθός στο λογιστήριο. Μια όμορφη κοπέλα 25 χρονών που απ’ ότι έμαθα απ’ τις άλλες στο λογιστήριο ήταν χωρίς σχέση εκείνο το διάστημα. Πέρα από την τυπική συνεργασία δεν υπήρχε κάτι ανάμεσά μας μέχρι που φτάσαμε στο πρωτοχρονιάτικο πάρτι της εταιρείας σε ένα απ’ τα γνωστά σκυλομάγαζα με τους γνωστούς αοιδούς και τα μέχρι αηδίας τσιφτετέλια. Δεν θυμάμαι καν πως καταλήξαμε έξω απ’ το μαγαζί στις τρεις το πρωί να φιλιόμαστε παθιασμένα και στη συνέχεια να φεύγουμε για το σπίτι μου. Καταλήξαμε στο κρεβάτι όπου κάναμε ένα άγριο γαμήσι και πέσαμε εξαντλημένοι αγκαλιά για ύπνο. Το πρωί που σηκώθηκε παρατήρησε τις χειροπέδες που είχα κρεμασμένες στα κάγκελα του κρεβατιού και τις έπιασε να τις περιεργαστεί.

Πάνω στην κουβέντα της εξήγησα πως μου άρεσε να δένω την ερωτική μου σύντροφο και να τη γαμάω έτσι, δεμένη κι ανήμπορη στα χέρια μου. Της άρεσε η ιδέα και έδεσε μόνη της το ένα χέρι της με τη μεταλλική χειροπέδα. «Εδώ είμαστε!», σκέφτηκα κι αμέσως της έδεσα και το άλλο χέρι στα κάγκελα του κρεβατιού με εκείνη ξαπλωμένη μπρούμυτα από κάτω μου. Άρχισα να τη χαϊδεύω σ’ όλο της το κορμί και να την ερεθίζω με τα δάχτυλά μου. Που και που της έριχνα απαλές σφαλιάρες στο τουρλωτό της κωλαράκι και την έβλεπα να ανατριχιάζει απ’ την καύλα και σιγανά βογγητά ευχαρίστησης να βγαίνουν απ’ τα χειλάκια της.  Της άνοιξα τα πόδια και έχωσα τον καυλωμένο πούτσο μου στο υγρό της μουνάκι που έσταζε απ’ την καύλα της. Άρχισα να τη γαμάω γρήγορα και δυνατά μπαίνοντας μέσα της ως τη μήτρα της. Έχυνε και ξανάχυνε πάνω στο καυλί μου και ούρλιαζε απ’ την καύλα. Παράλληλα της έχωσα κωλοδάχτυλο ή μάλλον προσπάθησα να της χώσω γιατί βρήκα ένα πολύ στενό, αγάμητο κωλαράκι που με τρέλανε η προοπτική να το ξεπαρθενέψω. Τινάχτηκε και πήγε να τραβηχτεί φωνάζοντας:

-    «Μη! Όχι! Δε θέλω… όχι αυτό!»

Αλλά της έριξα δυο δυνατές σφαλιάρες στον κώλο της και της είπα:

-    «Σκάσε σκλάβα!»

Και μέχρι να συνέλθει απ’ το μικρό σοκ της έχωσα το δάχτυλό μου στην παρθένα κωλοτρυπίδα της. Έριξα μπόλικο σάλιο και σιγά - σιγά το μπαινόβγαζα στον κώλο της χωρίς να σταματάω να γαμάω το μουνί της. Αυτό τη χαλάρωσε λίγο και την ένιωσα πάλι να ξεσφίγγεται. Τινάχτηκε πάλι όταν της έχωσα και δεύτερο δάχτυλο στο κωλαράκι της και βόγκηξε απ’ τον πόνο αλλά αυτό το συνήθισε πιο γρήγορα απ’ το πρώτο. Δεν είχα σκοπό βέβαια να σταματήσω. Τράβηξα τον πούτσο μου που έσταζε απ’ το υγρά του μουνιού της, και πριν καταλάβει τι θα έκανα της τον έχωσα με τη μια στον κώλο. Έχω αρκετά χοντρό και μακρύ πούτσο, πράγμα που την έκανε να τσιρίξει απ’ τον πόνο αλλά δε με πτόησε. Προσπαθούσε να τραβηχτεί, να το αποφύγει αλλά έτσι όπως ήταν από κάτω μου και με δεμένα χέρια ήταν αδύνατο κάτι τέτοιο.

Αφού έμεινα για λίγο ακίνητος να συνηθίσει το μέγεθος του πούτσου μου και την ένοιωσα λίγο-λίγο να χαλαρώνει, άρχισα να τον σπρώχνω όλο και πιο βαθιά στον παρθένο κώλο της. Μετά από κανένα πεντάλεπτο πόνου, βογγητών, ηδονής, αναστεναγμών το κωλαράκι της είχα ανοίξει και πια με ρούφαγε ολόκληρο μέσα του κι εκείνη το τίναζε και το κάρφωνε μόνη της στον πούτσο μου. Έχυσα μέσα στον κώλο της την ώρα που έχυνε κι εκείνη από κάτω μου. Όταν την έλυσα με αγκάλιασε και με φίλαγε, δεν είχε τρόπο να με ευχαριστήσει για την ηδονή που της γνώρισα. Από τότε το κάναμε πολύ συχνά. Χώρισα κι εγώ τη σχέση που είχα, και είτε στο δικό μου είτε στο σπίτι της Μαρίας την ξέσκιζα από παντού πια. Αρκετές από αυτές τις φορές την είχα σκλάβα μου, δεμένη με χειροπέδες, με κολάρο στο λαιμό και στην πορεία χρησιμοποίησα πάνω της μαστίγια και δονητές.

Και φτάνουμε στην πρώτη μας μέρα που μου άλλαξε τη ζωή…

Στο περσινό πάρτι της εταιρείας λοιπόν, με εμάς να είμαστε ένα χρόνο μαζί, μου ζήτησε να φύγουμε νωρίς απ’ το μαγαζί. Εκείνη θα προφασιζόταν αδιαθεσία και θα έφευγε πρώτη κι εγώ μετά από λίγο και θα την έβρισκα στο σπίτι της. Κι όπως κι έγινε. Μπήκα στο σπίτι της με τα κλειδιά που μου είχε δώσει και βρήκα ένα πολύ χαμηλό ρομαντικό φωτισμό από κεριά. Με φώναξε από μέσα να κλείσω τα μάτια μου και να μην τα ανοίξω αν δε μου το πει εκείνη. Άκουσα τα τακούνια της να με πλησιάζουν και ένιωσα κάτι απαλό, μάλλον μαντίλι, να μου δένει τα μάτια.

-    «Τώρα μπορείς να τα ανοίξεις…», μου είπε γελώντας.

Και βέβαια και που τα άνοιξα δεν έβλεπα τίποτε… Άρχισε να με γδύνει και με άφησε τελείως γυμνό ενώ μια δυο φορές που την ακούμπησα κατάλαβα πως εκείνη φόραγε μόνο κάποιο δαντελένιο κορμάκι και πιθανά και εσώρουχα.

-    «Και τώρα η έκπληξη μωρό μου…», μου ψιθύρισε στο αφτί. «Σήκωσε το πόδι σου».

Το σήκωσα με απορία. Δεν μπορούσα καν να αντιληφθώ τι μου ετοίμαζε, όταν ένιωσα κάτι να ακουμπάει στη γάμπα μου…

-    «Και τώρα το άλλο πόδι…»

Συνέχισε η Μαρία και πολύ γρήγορα βρέθηκα με κάποιο σλιπάκι να αγκαλιάζει τον πούτσο μου σφιχτά, και πίσω ήταν τόσο λεπτό που χωνόταν στον κώλο μου.

-    «Τι είναι αυτό…;», ξεκίνησα να τη ρωτάω, αλλά δυο απανωτές μπάτσες στον κώλο μου με έκαναν να σταματήσω.

-    «Σκασμός!», μου είπε με κοφτή φωνή. «Σήμερα θα γίνεις σκλάβος μου, ή πιο σωστά σκλάβα μου!», πρόσθεσε γελώντας.

Έτσι, παρόλη την έκπληξή μου δεν χρειάστηκε αναρωτηθώ τι να ήταν αυτό που μου έδενε στη μέση, σίγουρα ήταν ζαρτιέρες. Και πράγματι, αμέσως μετά με διέταξε, (γιατί πια διέταζε, δεν μίλαγε απλά), να σηκώσω το πόδι μου. Πάλι κι αυτή τη φορά ένιωθα ξεκάθαρα την κάλτσα να αγκαλιάζει το πόδι μου καθώς μου την ανέβαζε προς τα πάνω. Αφού έκανε το ίδιο και με το άλλο πόδι μου, στερέωσε τις κάλτσες στις ζαρτιέρες μ’ εμένα στημένο ακίνητο μπροστά της, ανίκανο να αντιδράσω. Από πάνω μου φόρεσε κάτι πολύ απαλό, δαντελένιο κοντό νυχτικό, όπως θα έβλεπα στη συνέχεια και με τράβηξε να την ακολουθήσω. Με πήγε στην κρεβατοκάμαρά της και αφού μου έλυσε τα μάτια με έβαλε μπροστά στον καθρέφτη να με θαυμάσω όπως είπε χαρακτηριστικά. Δεν πίστευα στα μάτια μου! Με είχε ντύσει με μαύρα εσώρουχα και παρά την έκπληξή μου η εικόνα μου στον καθρέφτη μάλλον μου άρεσε.

- «Από αύριο θα μάθεις να ντύνεσαι μόνη σου…», μου είπε. «Πάμε τώρα, έχεις δουλειά».

Και αφού μου ξανάδεσε τα μάτια με τράβηξε προς το σαλόνι. Κάποια στιγμή σταμάτησε και με διέταξε να γονατίσω.

-    «Θα με γλείφεις μέχρι να χύσω σκλάβα!», μου είπε.

Και χωρίς να προλάβω να πω λέξη, με τράβηξε απ’ τα μαλλιά και μου έχωσε το πρόσωπό μου στο υγρό της μουνί. Άλλη έκπληξη ακολούθησε την αρχική. Το είχε εντελώς ξυρισμένο, κάτι που της ζήταγα από καιρό να κάνει. Και να που το έκανε κι ήταν υπέροχη η απαλή σχεδόν βελούδινη αίσθηση του μουνιού της στα χείλη μου και στη γλώσσα μου, μόνο που τώρα εκείνη καθόταν στον καναπέ με ανοιχτά πόδια κι εγώ γονατισμένος μπροστά της ντυμένος σα γκόμενα. Έγλειφα τα υγρά της μουνόχειλα, πιπίλαγα και δάγκωνα ελαφρά την κλειτορίδα της, ρούφαγα άπληστα τα υγρά της, έχωνα τη γλώσσα μου βαθιά μέσα στο καυτό της μουνί μέχρι που έσφιξε τα πόδια της και κρατώντας με απ’ τα μαλλιά ακίνητο άρχισε να έχει έντονους σπασμούς και να χύνει στο στόμα μου.

-    «Πάντα ήθελα να με γλείψει μια γκόμενα!», μου είπε όταν συνήλθε. «Κι αφού δεν είμαι λεσβία, θα με γλείφεις εσύ γκομενάρα μου!»

-    «Ότι θέλεις μωρό μου!», της απάντησα αλλά μια σφαλιάρα μου τίναξε πίσω το κεφάλι.

-    «Μάλιστα Κυρία θα λες ηλίθια σκλάβα! Κατάλαβες;», μου είπε με έντονη φωνή.

-    «Μάλιστα κυρία…», κατάφερα να ψελλίσω.

-    «Και τώρα ακολούθησέ με!», μου είπε κι έμεινα με την απορία.

Πώς να την ακολουθούσα με δεμένα μάτια; Αφού δεν έβλεπα καν που ήταν και που σκόπευε να πάει. Πολύ γρήγορα μου λύθηκε η απορία όμως… μου έδεσε το κολάρο, που μέχρι χτες το έδενα σ εκείνη, στο λαιμό μου κι άρχισε να με τραβάει. Δεν σηκώθηκα παρά την ακολουθούσα στα τέσσερα από πίσω της.  Απ’ το πάτωμα που το διαδέχτηκε μωσαϊκό και πάλι παρκέ κατάλαβα πως με πήγαινε στο κρεβάτι της.

-    «Σήκω!», με διέταξε και με βοήθησε να ξαπλώσω στο κρεβάτι.

Μου έδεσε τα χέρια με τις χειροπέδες πάνω απ’ το κεφάλι μου κι άρχισε να παίζει με τις ρώγες μου, να τις στρίβει, να τις τσιμπάει και να τις δαγκώνει. Μου χάιδευε το καυλωμένο παλούκι μου που εξείχε απ’ το στενό κιλοτάκι που μου είχε φορέσει, και μου έλεγε πως θα γινόμουν καλή δούλα στα χέρα της, η πουτάνα στο σπίτι της και πως ακόμη και στη δουλειά για εκείνη θα ήμουν η προϊσταμένη της πια. Κάποια στιγμή, τράβηξε το κιλοτάκι μου στο πλάι και πήρε τον πούτσο μου στο στόμα της. Τον ρούφηξε δυνατά βαθιά ως το λαρύγγι της και με τρέλανε στην καύλα. Δεν συνέχισε για πολύ, για να μη χύσω αλλά σταμάτησε και με καβάλησε. Κάθισε πάνω στο καυλί μου κι ένιωσα το στενό της μουνάκι κυριολεκτικά να με καίει και να με σφίγγει.

-    «Και τώρα θα σε γαμήσω πουτανάκι!», μου είπε.

Κι όντως με γάμαγε έτσι που με έσφιγγε με τους μύες του μουνιού της, έτσι που καρφωνόταν πάνω μου με εμένα ακίνητο και δεμένο από κάτω της. Μου τράβαγε τις ρώγες, με έβριζε, μου έλεγε πως από εκείνη τη μέρα θα ντυνόμουν πάντα με γυναικεία εσώρουχα, πως θα ήμουν σκλάβα της, πως θα έκανα εγώ τις δουλειές του σπιτιού της και πως στο κρεβάτι θα ήμουν η πουτάνα της.  Θα την έγλειφα και θα τη γάμαγα όποτε εκείνη γούσταρε ή θα με γάμαγε κι εκείνη και σαν επιβεβαίωση όσων έλεγε, μου έχωσε το πρώτο μου κωλοδάχτυλο χωρίς να σταματήσει να ανεβοκατεβαίνει πάνω μου. Μου γάμαγε τον πούτσο με το μουνί της και τον κώλο μου με το δάχτυλο της μέχρι που έχυσε πάνω στο καυλί μου για μια φορά ακόμη. Έπεσε ξεψυχισμένη πάνω στο στέρνο μου με χάιδευε με φίλαγε ενώ το καυλί μου σπαρταρούσε από καύλα. Μου έλυσε τα χέρια και τα μάτια και ανέβηκε με ανοιχτά πόδια πάνω απ’ το πρόσωπό μου.

-    «Μπορείς να μαλακιστείς σκλάβα όσο με γλείφεις!», με διέταξε.

Και πριν απαντήσω μου κόλλησε το μουνί της που έσταζε στο στόμα. Την έγλειφα και κατάπινα τα υγρά της, ήταν άλλωστε κάτι που λάτρευα, το να γλείφω ένα μουνί που μόλις έχει χύσει. Δεν άργησα να πετάξω τα χύσια μου απ’ την τόση μαζεμένη καύλα που είχα κι η πουτανίτσα όπως καθόταν στο πρόσωπό μου ανασηκώθηκε, κάθισε στο στέρνο μου και μαζεύοντας τα χύσια μου με το χέρι της μου τα έτριψε στο πρόσωπο και μου έχωνε τα δάχτυλα της στο στόμα να τα γλείφω. Είχα λιώσει… είχα παραλύσει… και δεν μπορούσα να προβάλω την παραμικρή αντίσταση. Έτσι βρέθηκα να γλείφω τα ίδια μου τα χύσια απ’ το χέρι της.

-    «Μπράβο πουτάνα!», μου είπε ικανοποιημένη. «Κοίτα να τα συνηθίσεις γιατί θα το κάνεις συχνά».

Κατέβηκε, πήρε το πεσμένο καυλί μου στο στόμα της και μαζεύοντας και τις τελευταίες σταγόνες με τη γλώσσα της, ήρθε και μου έδωσε ένα παθιασμένο φιλί δίνοντάς μου να τις πιω κι αυτές. Πέσαμε αγκαλιασμένοι για ύπνο και στους επόμενους έξι μήνες που ήμασταν μαζί, μου έκανε τα πάντα. Ακόμη και στη δουλειά πήγαινα ντυμένος με τα εσώρουχα της. Περνούσαν οι μέρες και βυθιζόμουν όλο και περισσότερο στην υποταγή. Μόλις δυο εβδομάδες μετά, μου έδωσε τα κλειδιά του σπιτιού της με σκοπό να πηγαίνω όταν εκείνη θα έλειπε, ώστε να κάνω τις δουλειές της. Όπως χαρακτηριστικά είχε πει, δεν θα ξανάπλενε ποτέ τα εσώρουχά της, παρά θα ήταν αποκλειστικά δική μου αρμοδιότητα, όπως βέβαια και το σκούπισμα, το σφουγγάρισμα, τα ποτήρια και τα πιάτα, για αρχή. Στη συνέχεια, πρόσθεσε, θα μου μάθαινε το πλυντήριο και το σιδέρωμα έτσι ώστε να τα αναλάβω κι αυτά εγώ.

Η πρώτη ευκαιρία παρουσιάστηκε δυο μέρες μετά, στο μεσημεριανό μου τρίωρο διάλλειμα. Απ’ το πρωί στη δουλειά, μου έστελνε μηνύματα στο κινητό μου και μια - δυο φορές μου ψιθύρισε στο αφτί τι απαιτούσε από εμένα. Με λίγα λόγια έπρεπε να πάω στο σπίτι της να γδυθώ, να φορέσω κάλτσες και στρινγκ που μου είχε αφήσει στον καναπέ καθώς και μια ποδίτσα, να πλύνω τα εσώρουχα της και να τακτοποιήσω το νεροχύτη. Αυτά τα λίγα επειδή ήταν η πρώτη μου φορά. Στο δρόμο για το σπίτι της σκέφτηκα πως δεν είναι και απαραίτητο να ντυθώ με τα εσώρουχά της, μπορούσα απλά να βάλω την ποδιά πάνω απ’ τα ρούχα μου, να κάνω στα γρήγορα τις δουλειές της και να ξεμπλέξω. Φτάνοντας στο σπίτι της βρήκα τα εσώρουχα στον καναπέ του σαλονιού μαζί με την ποδιά, αλλά από πάνω τους ήταν ένας ροζ φάκελος. Τον άνοιξα και μου κόπηκαν τα πόδια καθώς διάβαζα το μικρό κείμενο. Περιληπτικά έλεγε:  «Τσούλα, ξέρω πως μπορεί να σου περάσει απ’ το μυαλό να αμφισβητήσεις τις διαταγές μου κι έτσι το έχω φροντίσει κι αυτό. Πριν ξεντυθείς, θα πας στη ντουλάπα μου, θα βγάλεις απ’ το τρίτο συρτάρι την βιντεοκάμερα και θα την στήσεις στο τραπεζάκι του σαλονιού να σε καταγράφει πως ντύνεσαι. Και βέβαια μετά θα την πάρεις μαζί σου στο μπάνιο και στην κουζίνα να δω πόσο καλή δούλα είσαι. Φιλάκια, η Αφέντρα σου!».

Είχε διαβάσει τις σκέψεις μου πριν καν εγώ τις σκεφτώ ή με ήξερε τόσο καλά που δεν δυσκολεύτηκε να φανταστεί τι θα έκανα. Πήγα στη ντουλάπα της, πήρα τη βιντεοκάμερα, είχε έτοιμη μέσα άγραφη κασέτα και την έστησα στο τραπεζάκι του σαλονιού. Ξεκίνησα να γδύνομαι κι ένιωθα πολύ αμήχανα… παρόλο που ήμουν μόνος μου σ’ ένα άδειο σπίτι με κλειδωμένη πόρτα, ήταν σαν να το έκανα στην πλατεία Συντάγματος. Μουδιασμένος απ’ το σοκ, φόρεσα το ροζ κιλοτάκι που μου είχε αφήσει και τις άσπρες κάλτσες με το ελαστικό δαντελένιο τελείωμα από σιλικόνη που έσφιγγαν καλά στα μπούτια μου κι έτσι δεν χρειαζόταν ζαρτιέρες για να σταθούν. Έδεσα την ποδιά στη μέση μου, με το φακό της κάμερας να με καταγράφει σε κάθε μου κίνηση. Με την κάμερα στο χέρι πήγα στο μπάνιο της. Εκεί βρήκα ένα ακόμη σημείωμα με οδηγίες για το που θα έβρισκα τα άπλυτα βρακάκια της, απορρυπαντικό, λεκάνη για το πλύσιμο κλπ. Έστησα την κάμερα σε μια γωνία ώστε να καταγράφει όσο περισσότερο χώρο γινόταν, έβαλα τη λεκάνη μέσα στη μπανιέρα κι αφού κατέβασα ζεστό νερό, έσκυψα σχεδόν στα τέσσερα κι άρχισα το πλύσιμο. Ένιωθα το φακό να με γδύνει… να καταγράφει το εκτεθειμένο κωλαράκι μου με το ροζ στρινγκ να το χωρίζει στα δύο. Η σκέψη πως όλα αυτά θα τα έβλεπε το απόγευμα όταν θα γύριζε στο σπίτι της με καύλωσε κι άρχισα να ερεθίζομαι…

Έτσι άρχισα κι εγώ να παίζω με το φακό σαν τσούλα. Κούναγα πρόστυχα τον κώλο μου, γύριζα και κοίταζα όσο πιο ναζιάρικα μπορούσα, κάθε κιλοτάκι που έπλενα το έδειχνα στην κάμερα και κάνα δυο φορές σήκωσα την ποδίτσα ώστε να φανεί κι ο καυλωμένος πούτσος μου που πια εξείχε έξω απ’ το στενό κιλοτάκι της. Αφού τα έπλυνα τρεις φορές το καθένα και τα ξέπλυνα άλλες τόσες, τα άπλωσα όπως με είχε διατάξει στο σημείωμα σε μια μικρή απλώστρα μέσα στο μπάνιο και παίρνοντας την κάμερα πήγα στην κουζίνα. Έστησα την κάμερα στο τραπέζι της κουζίνας, πήγα στο νεροχύτη όπου όλα κι όλα ήταν δυο πιάτα, ένα πιρούνι, ένα ποτήρι και μια κούπα από καφέ. Τίποτε δηλαδή σαν δουλειά αλλά το ντύσιμό μου κι η κάμερα που με κατέγραφε έκαναν όλο το σκηνικό πολύ ταπεινωτικό κι εξευτελιστικό για μένα.

Την ώρα που τα τελείωνα, χτύπησε το κινητό μου με το χαρακτηριστικό ήχο πως έλαβα μήνυμα. Ήταν εκείνη. Αφού έπαιζε με τη θέση μου και ρώταγε πως τα πάει η δούλα του σπιτιού με τις δουλειές, τελείωνε με νέες οδηγίες: να στρώσω το κρεβάτι της, να γυαλίσω με τη γλώσσα μου τις ψηλοτάκουνες μαύρες γόβες της κι όταν τελειώσω να μην αλλάξω, να βγάλω μόνο την ποδιά και να φορέσω τα ρούχα μου από πάνω και να γυρίσω στη δουλειά. Και να μην ξεχάσω να ευχαριστήσω στην κάμερα την Αφέντρα που μου επιτρέπει να είμαι δούλα της. Είχε περάσει περίπου μισή ώρα κι αφού έλεγξα και την κασέτα και είδα πως είναι στη μέση, πήγα με την κάμερα στο δωμάτιό της κι αφού έστρωσα το κρεβάτι, γονάτισα στο ξύλινο πάτωμα σε γωνία που να με καταγράφει και πήρα τις γόβες της μπροστά μου. Τις έγλειψα καλά - καλά μέχρι που το μαύρο λουστρίνι γυάλιζε παντού, κοιτώντας ταυτόχρονα τη βιντεοκάμερα και λέγοντας κάθε τόσο:

-    «Σας ευχαριστώ Αφέντρα που μου επιτρέπετε να σας υπηρετώ».

Τελείωσα, έκλεισα την κάμερα και την πήρα μαζί μου στο σαλόνι, είχαν απομείνει λίγα λεπτά εγγραφής ακόμη. Της έστειλα μήνυμα πως όλα έγιναν όπως διέταξε κι αν η Κυρία ήθελε κάτι άλλο. Μου απάντησε πως για πρώτη φορά ήταν αρκετά όσα έκανα αν και θα έβλεπε το απόγευμα αν τα έκανα καλά ή αν έπρεπε να τιμωρηθώ και πρόσθεσε πως μπορούσα να βάλω λίγο κρασί και να καθίσω να ξεκουραστώ. Έβγαλα την ποδιά κι αφού έβαλα ένα ποτήρι κρασί άνοιξα τη βιντεοκάμερα, την έβαλα απέναντί μου και κάθισα μόνο με το στρινγκ και τις κάλτσες στον καναπέ ώστε να με καταγράφει.

Έπαιζα, χαϊδευόμουν, άνοιγα τα πόδια μου, έπαιρνα προκλητικές πόζες μέχρι που η κασέτα τελείωσε... Έκλεισα τη βιντεοκάμερα κα την έβαλα στη θέση της και τέλειωσα το κρασί μου. Ντύθηκα όπως με είχε διατάξει, χωρίς να βγάλω το κιλοτάκι της και τις κάλτσες, μόνο που πάνω απ’ τις κάλτσες φόρεσα και τις δικές μου ώστε να μη φανούν σε κάποια κίνηση του ποδιού. Γύρισα στη δουλειά κι εκείνη μου μίλαγε και με ενημέρωνε τυπικά για εκκρεμότητες που προέκυψαν όσο έλειπα, σα να μην είχε συμβεί τίποτε. Μετά από λίγη ώρα εκείνη σχόλασε κι έφυγε για το σπίτι της κι έμεινα στη δουλειά με το μυαλό μου και την καρδιά μου στο κινητό, περιμένοντας τις αντιδράσεις και τις εντυπώσεις της. Πέρασε καμιά ώρα μέχρι που χτύπησε το κινητό μου. Με μεγάλη προσμονή και αγωνία το άνοιξα και διάβασα: «Έμεινα πολύ ικανοποιημένη σκλάβα. Σύντομα θα ανταμειφτείς. Η Αφέντρα σου!». Δεν πέρασαν πολλές μέρες από εκείνο το μεσημέρι και με κάλεσε στο σπίτι της για την ανταμοιβή που μου είχε υποσχεθεί. Μπήκα και τη βρήκα στο σαλόνι με κλειστά ρολά και το δωμάτιο να φωτίζεται μόνο από κάποια κεριά διάσπαρτα στο χώρο.

-    «Καλώς την σκλάβα μου!», μου είπε. «Πήγαινε μέσα ν’ αλλάξεις κι έλα».

Πήγα στο δωμάτιό της και βρήκα πάνω στο κρεβάτι της απλωμένα αυτά που προόριζε να φορέσω. Ένα λευκό δαντελένιο μπουστάκι, ένα ασορτί στρινγκ κιλοτάκι, ζαρτιέρες και κάλτσες. Πρώτη φορά τα έβλεπα κι απ’ τα μεγέθη τους κατάλαβα πως δεν ήταν δικά της αλλά τα είχε αγοράσει για μένα. Γδύθηκα και τα φόρεσα και γύρισα έτσι στο σαλόνι με τον πούτσο καυλωμένο μέσα στο στενό δαντελένιο βρακάκι.

-    «Καλώς την! Χαίρομαι που σου άρεσαν όσο κι εμένα!», μου είπε χαρούμενη.
«Γονάτισε!»

Γονάτισα αμέσως μπροστά της στο χαλί μπροστά στον καναπέ που καθόταν. Τα μάτια μου συνήθιζαν λίγο - λίγο στο λιγοστό φως και είδα πως φορούσε ένα μαύρο κορσέ κι αντίστοιχο κιλοτάκι και κάλτσες, ενώ στα πόδια της ένα ζευγάρι κόκκινες ψηλοτάκουνες γόβες συμπλήρωνε το σύνολο και το έκανε φοβερά ερεθιστικό.

-    «Γλείψε!», διέταξε λακωνικά τεντώνοντας το πόδι της στο πρόσωπό μου.

Άρχισα να γλείφω το κόκκινο λουστρίνι παντού και να παίρνω στο στόμα μου το ψηλό λεπτό τακούνι. Το ίδιο έγινε και με την άλλη γόβα. Εκείνη ξαπλωμένη στον καναπέ κάπνιζε κι απολάμβανε το κρασί της και κάθε τόσο άλλαζε πόδι.

-    «Βγάλε μου τις γόβες και συνέχισε με τα πόδια μου τσούλα!», είπε κάποια στιγμή.

Έβγαλα προσεκτικά τις γόβες της και τις τακτοποίησα στο πλάι του καναπέ και πήρα το πόδι της στο στόμα μου. Έγλειφα και φίλαγα τα δάχτυλά της και την πατούσα της πάνω απ’ τις λεπτές κάλτσες που φορούσε. Όταν έμεινε ικανοποιημένη, τράβηξε το πόδι που έγλειφα, το ακούμπησε στην ώμο μου και πιέζοντάς με προς τα κάτω με έστησε στα τέσσερα. Ακούμπησε το πόδι της στην πλάτη μου και μου έσπρωξε το δεύτερο στο στόμα μου. Αφού το έγλειψα κι αυτό με τη σειρά του, το έβαλε πάνω στην πλάτη μου και ξάπλωσε εντελώς στον καναπέ με τα πόδια της πάνω μου. Κάπνιζε κι απολάμβανε τη θέση μου. Μετά από λίγο πιάστηκα, μούδιασαν τα γόνατά μου και μετακινήθηκα ελαφρά. Αυτό όμως τη θύμωσε. Έπιασε στα χέρια της το μαστίγιο ιππασίας που προφανώς είχε απ’ την αρχή δίπλα της και μου είπε μόνο:

-    «Μέτρα‼!»

Μέτρησα είκοσι δυνατά χτυπήματα στον κώλο μου. Είκοσι χτυπήματα που μ’ έκαναν να αναπηδήσω ισάριθμες φορές.

-    «Αυτό ήταν για να μην τολμήσεις και κουνηθείς άλλη φορά ψώλα!», μου είπε θυμωμένη.

-    «Ευχαριστώ Αφέντρα…», απάντησα με σκυμμένο κεφάλι στο χαλί.

-    «Σήκω και φέρε μου ένα ποτήρι κρασί!»

Σηκώθηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και πήγα στην κουζίνα, έβαλα σε καθαρό ποτήρι κρασί και της το πήγα, γονάτισα μπροστά της και το πρόσφερα.

-    «Βλέπω με λίγο μαστίγωμα στρώνεις τσούλα!», είπε γελώντας. «Χαίρομαι!»

-    «Μάλιστα Αφέντρα…», απάντησα.

Το μάλιστα και το ευχαριστώ ήταν οι μόνες λέξεις που μου επέτρεπε να λέω χωρίς να ζητήσω την άδειά της. Και να σκεφτεί κανείς πως αυτό το κοριτσάκι αφενός πριν μερικούς μήνες ήταν η καινούρια και ψαρωμένη στη δουλειά και αφετέρου πως σε καθημερινή βάση ήμουν ο προϊστάμενος της και ζήταγε την άδειά μου ή την έγκρισή μου για πολλά πράγματα που δεν είχε την αρμοδιότητα να τα κάνει.

-    «Πάρε αυτό να το πας μέσα και καθάρισε και το νεροχύτη!», μου είπε και μου έδωσε το άδειο ποτήρι.

Πήρα το ποτήρι και το πήγα στην κουζίνα, το έπλυνα και μαζί μ’ αυτό έπλυνα τα πιάτα και τα ποτήρια που βρήκα στο νεροχύτη.

-    «Μόλις τελειώσεις, τσακίσου στο μπάνιο δούλα!», μου φώναξε απ’ το σαλόνι. «Σε περιμένουν τα κιλοτάκια μου».

Αφού έπλυνα και άπλωσα τα βρακάκια της γύρισα στο σαλόνι και γονάτισα μπροστά της.

-    «Θα ήθελε κάτι άλλο η Κυρία;», ρώτησα με σκυμμένο κεφάλι.

-    «Ναι σκλάβα. Βάλε μου ένα ποτήρι κρασί ακόμη».

Αφού της πρόσφερα το καινούριο ποτήρι κι έπλυνα το χρησιμοποιημένο, γύρισα κοντά της κι επανέλαβα την ίδια διαδικασία.

-    «Γλείψε!», μου είπε και μου ξανάσπρωξε τα πόδια της στο πρόσωπό μου.

Μετά από λίγα λεπτά με διέκοψε…

-    «Και τώρα το μουνί μου σκλάβα!»

Παραμέρισε μόνη της το κιλοτάκι και ξάπλωσε περισσότερο στον καναπέ ανοίγοντας ταυτόχρονα τα πόδια της. Έγλειφα και ρούφαγα το υγρό μουνί της αχόρταγα, κατάπινα τα υγρά της, έχωνα τη γλώσσα μου βαθιά μέσα της. Πιπίλαγα τα χειλάκια της και την κλειτορίδα της και ξανάβαζα τη γλώσσα μου μέσα της. Το μουνί της έκαιγε απ’ την καύλα, έσταζε συνέχεια τα υγρά του στο στόμα μου, με έσφιγγε και με ρούφαγε μέσα του. Τινάχτηκε απότομα, έσφιξε τα πόδια της γύρω απ’ το κεφάλι μου, με κράτησε ακίνητο και με έντονες συσπάσεις άρχισε να χύνει στο στόμα μου και στην πρόθυμη γλώσσα μου. Μόλις καταλάγιασαν οι συσπάσεις της με έσπρωξε μακριά κι έμεινε ξαπλωμένη προσπαθώντας να ξαναβρεί την αναπνοή της. Μετά από μερικά λεπτά κι αφού συνήρθε μου είπε:

-    «Και τώρα η ανταμοιβή σου σκλαβάκι μου. Πήγαινε στη ντουλάπα, άνοιξε τη και φέρε μου ένα κουτί παπουτσιών που θα βρεις πάνω - πάνω».

Πήγα και της το έφερα, προσφέροντάς της το, γονατισμένος στο χαλί.

-    «Άνοιξε το!», μου είπε.

Το άνοιξα κι έμεινα έκπληκτος να κοιτάζω το περιεχόμενό του. Αντί για κάποιο ζευγάρι παπούτσια που περίμενα να βρω, αντίκρισα ένα μαύρο γυαλιστερό στραπόν, ένα καυλί με ιμάντες που μέχρι τότε το είχα δει μόνο σε πορνοπεριοδικά.

-    «Τι… τι είναι αυτό…;», πήγα να ρωτήσω αλλά η φωνή της με διέκοψε απότομα.

-    «Σκασμός ψώλα! Βοήθα με να το φορέσω!»

Με τα χέρια μου να τρέμουν απ’ την ταραχή και το μυαλό μου να το βομβαρδίζουν αλλεπάλληλες σκέψεις για το τι θα ακολουθήσει, το πήρα στα χέρια μου και καθώς εκείνη σηκώθηκε το πέρασα σαν εσώρουχο ανάμεσα στα πόδια της και το ανέβασα στη μέση της. Έσφιξα τους ιμάντες του κι έμεινα να το κοιτάζω να κουνιέται σα ζωντανό δεμένο πάνω της.

-    «Τι το κοιτάς τσούλα; Τσιμπούκωσε το!»

Κοντοστάθηκα για μερικά δευτερόλεπτα αλλά ήταν αρκετά για να προκαλέσουν την επόμενη τιμωρία μου.

-    «Γονάτισε αμέσως στον καναπέ!», μου είπε θυμωμένη. «Το κορμί σου πάνω και τα γόνατα στο πάτωμα».

Μόλις το έκανα και πριν καν προλάβω να πω κάτι, μου είπε:

-    «Μέτρα!», κι άρχισε με το μαστίγιο να με χτυπάει δυνατά.

Ο κώλος μου πήρε φωτιά απ’ τα χτυπήματα αλλά εκείνη με μαστίγωνε ασταμάτητα. Είχα φτάσει στο πενήντα όταν πέταξε το μαστίγιο στον καναπέ δίπλα μου και μου είπε:

-    «Για να δούμε τώρα… Θα μου πάρεις τσιμπούκι πουτάνα;»

-    «Μάλιστα Αφέντρα…», κατάφερα να πω και να γονατίσω μπροστά της.

Πήρα δειλά το μαύρο καυλί στο στόμα μου κι άρχισα να το γλείφω όπως έκαναν οι εκάστοτε γκομενίτσες με το δικό μου. Μόνο που τώρα η γκομενίτσα ήμουν εγώ, γονατισμένος ή μάλλον γονατισμένη μπροστά σε μια γυναίκα να ρουφάω τον πλαστικό πούτσο της.

-    «Γλείφ’ το καλά γαμιόλα! Καύλωσε το για να σε γαμήσει!», ου είπε με πιο χαλαρή φωνή αυτή τη φορά.

Ευτυχώς δεν ήταν πάνω από 15-17 εκατοστά κι έτσι ήταν σχετικά εύκολο να το πάρω στο στόμα μου.

-    «Και τα αρχίδια μου πουτάνα!»

Έγλειψα και τα πλαστικά αρχίδια του μαύρου στραπόν ΤΗΣ και όταν με σταμάτησε τραβώντας με απ’ τα μαλλιά μου…

-    «Στήσου στον καναπέ ψώλα!»

Χωρίς δεύτερη σκέψη και με πολύ φρέσκο το προηγούμενο μαστίγωμα, στήθηκα όπως και πριν λίγο στον καναπέ της. Εκείνη έσκυψε πίσω μου κι αφού μου κατέβασε το κιλοτάκι στα γόνατα, μου έγλειψε την κωλοτρυπίδα, μου έβαλε ένα δάχτυλο και στη συνέχεια και δεύτερο. Τα γύριζε μέσα μου και τα έβγαζε, τα ξανάχωνε πιο βαθιά… πάλι… και πάλι. Κάποια στιγμή σταμάτησε…

-    «Έτοιμη;», με ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση άρχισε να σπρώχνει το καυλί της στην τρύπα μου.

Το πουτσοκέφαλο του στραπόν με διαπέρασε με τη μία κάνοντάς με να βογκήξω απ’ τον πόνο.

-    «Σκάσε πουτάνα! Ακόμη δεν άρχισε το γαμήσι!», μου είπε και μου έριξε δυο σφαλιάρες στον ήδη πονεμένο κώλο μου.

Έσπρωξε κι άλλο… με είχε κολλήσει πάνω στον καναπέ κι έτσι τον έτρωγα χωρίς να έχω περιθώρια αντίδρασης.

-    «Και τ’ αρχίδια θα σου χώσω γαμιόλα! Σήμερα θα σε κάνω ξέκωλο! Τσούλα και πουτάνα γκόμενα, όπως σου αξίζει!», μου έλεγε.

Άρχισε να με γαμάει πιο γρήγορα, όλο και πιο βαθιά. Με ξέσκιζε, με όργωνε, αλλά ο έντονος πόνος είχε υποχωρήσει και όλο και περισσότερο μου άρεσε.

-    «Πάντα ήθελα να το κάνω αυτό γαμιόλα! Να γαμήσω έναν άντρα! Να τον κάνω γκόμενα μου! Σου αρέσει πουτάνα; Ωραία δεν είναι να σε γαμάνε;»

-    «Μάλιστα Αφέντρα…», απάντησα.

Και να μη μου άρεσε, στη θύμηση του μαστιγίου, το ίδιο θα έλεγα.

-    «Κοίτα να το συνηθίσεις τσούλα, γιατί θα σε γαμάω πολύ συχνά!»

Με γάμαγε πολύ δυνατά πια. Η τρύπα μου είχε ανοίξει διάπλατα και ρούφαγε τον πούτσο της χωρίς να πονάω.

-    «Παρ’ τα! Παρ’ τα γαμιόλα! Παρ’ ταααα! Σε χύνω τσούλα!!!», φώναξε κι έπεσε πάνω μου χωρίς να βγει από μέσα μου.

Αποτραβήχτηκε και με άφησε ξέπνοο στον καναπέ να προσπαθώ να συνέρθω απ’ το γαμήσι που μου είχε ρίξει. Άκουσα το νερό στο μπάνιο να τρέχει και μετά από κανένα τέταρτο με φώναξε:

-    «Έλα στο μπάνιο δούλα!»

Σηκώθηκα και με κομμένα πόδια κατευθύνθηκα στο μπάνιο της. Την βρήκα γυμνή να σκουπίζεται με μια πετσέτα.

-    «Γδύσου και μπες στη μπανιέρα!», ε διέταξε.

Γδύθηκα και μπήκα μέσα στη μπανιέρα της χωρίς να μπορώ να καταλάβω τι ήθελε αυτή τη φορά.

-    «Ξάπλωσε!», μου είπε και μπήκε κι εκείνη στη μπανιέρα.

Στάθηκε όρθια από πάνω μου με ανοιχτά τα πόδια της, αριστερά και δεξιά απ’ το σώμα μου.

-    «Κλείσε τα μάτια κι άνοιξε το στόμα σου σκλάβα!», μου είπε, και πρόσθεσε: «Σήμερα θα σε βαφτίσω».

Έκανα ότι με διέταξα όταν κάτι υγρό και ζεστό άρχισε να τρέχει πάνω στο σώμα μου. Δεν χρειαζόταν να βλέπω για να καταλάβω πως με κατούραγε.

-    «Βαφτίζεται η δούλα του Θεού, ή μάλλον η δούλα η δική μου…», άρχισε να λέει και τέλειωσε: «Και το όνομα αυτής Ντίνα».

Παρόλη την αηδία από αυτό που μου έκανε και την έντονη μυρωδιά των ούρων έμεινα ξαπλωμένος μέσα στη μπανιέρα. Τα ούρα της έπεφταν πάνω στον καυλωμένο πούτσο μου και στ’ αρχίδια μου και μετά από λίγο στο στήθος μου ενώ κάποιες σταγόνες πετάχτηκαν και στο ανοιχτό μου στόμα. Ευτυχώς τελείωσε πριν με διατάξει να τα πιω. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να υπακούσω ή πόσες θα μου έριχνε πάλι με το μαστίγιο. Όσο σκεφτόμουν αυτά, ήρθε πάνω απ’ το κεφάλι μου και γονάτισε στο πρόσωπό μου και κόλλησε το μουνί της στο στόμα μου…

-    «Γλείφε Ντίνα και μαλακίσου! Θέλω να χύσεις πουτανάκι μου!»

Έγλειφα τα υγρά της, τις τελευταίες σταγόνες απ’ τα ούρα της και ταυτόχρονα έπαιζα δυνατά τον καυλωμένο πούτσο μου. Δεν άργησα να πετάξω τα χύσια μου στο στομάχι μου και στα δάχτυλά μου. Τα πήρε με το χέρι Της και μου τα έχωνε στο στόμα μου να τα γλείψω μέχρι που τα ήπια όλα.

-    «Κάνε μπάνιο κι έλα στο σαλόνι…», μου είπε ικανοποιημένη και με άφησε ξέπνοο και απόλυτα ικανοποιημένο μέσα στη μπανιέρα της.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")