Μια τυχαία αφέντρα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

To e-mail μου είναι το:

Ένα ζεστό απόγευμα του περασμένου καλοκαιριού βρέθηκα σε καφετέρια του κέντρου της Αθήνας να πίνω μπύρα με ένα φίλο μου. Την τραβούσε η ζέστη και ήθελα να αφιερώσω ένα απόγευμα μόνο για κουβεντούλα. Τίποτε άλλο.

Στο διπλανό τραπέζι ήρθε και κάθισε μια παρέα με δύο αγόρια και τρία κορίτσια. Φαίνεται ότι κάτι περίμεναν γιατί κοίταζαν συνέχεια την πόρτα. Μετά από λίγο εμφανίστηκε μια γυναίκα, με αρχοντικό στιλ, τέτοιο που δήλωνε βέβαιη για τον εαυτό της, τους χαιρέτησε όλους από μακριά και από κοντά έναν-έναν, μέχρι να καθίσει τελικά σε μια καρέκλα δίπλα από τη δικιά μου.

Με το φίλο μου λέγαμε κάποιες σαχλαμάρες και η ώρα πέρναγε ευχάριστα. Κάποια στιγμή παρατήρησα ότι έπεσε από την εν λόγω κυρία ο αναπτήρας. Έσκυψα και τον πήρα για να της το προσφέρω και, πριν καλά-καλά της το δώσω, άκουσα να λέει, ψιθυριστά, στο αυτί μου:
- «Όπως ακριβώς πρέπει σε μια κυρία. Μπράβο σου!».

Την κοίταξα και αυτή κάρφωσε τα μάτια της στα δικά μου. Δήθεν τυχαία έριξε τα τσιγάρα της, για να δει αν και αυτή τη φορά θα την υπηρετήσω. Έσκυψα, τα έπιασα και της τα πρόσφερα.
- «Υπακούεις, τελικά. Καλό αυτό».

Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Αυτά τα λόγια μου έφεραν στο νου μια παλιότερη Αφέντρα που είχα, με την οποία είχαμε να ιδωθούμε πολύ καιρό. Την κοίταξα αν της έμοιαζε. Καθόλου!
- «Πήγαινε στην τουαλέτα», ψιθύρισε στο αυτί μου, με ένα τόνο που δε σήκωνε αντιρρήσεις.

Ψέλλισα μια δικαιολογία στο φίλο μου και πήγα προς το μπαρ. Πριν να φτάσω, μια μικροκαμωμένη σερβιτόρα με σταμάτησε, με ρώτησε αν πηγαίνω προς την τουαλέτα και, όταν της απάντησα καταφατικά, μου έδειξε την κατεύθυνση και μου είπε να πάω στην πρώτη δεξιά γυναικεία.

Σαν ρομπότ εκτέλεσα την εντολή που μου έδωσαν οι δύο άγνωστές μου γυναίκες. Κάτι σαν ένστικτο με καθοδηγούσε να κάνω ότι ακριβώς με είχαν διατάξει. Στις γυναικείες τουαλέτες δεν ήταν κανένας.
Μπήκα γρήγορα-γρήγορα στην πρώτη από τα δεξιά και έκλεισα την πόρτα βιαστικά. Ήταν σχετικά ευρύχωρη.

Μετά από λίγο κάποια χτύπησε την πόρτα με το δαχτυλίδι της. Τρεις φορές συνεχόμενες. Ένα «άνοιξε» μου έδωσε να καταλάβω ότι ήταν αυτή η κυρία που με είχε προστάξει να φτάσω εδώ. Άνοιξα. Με το δεξί της χέρι με παραμέρισε και κάθισε στη λεκάνη αφού κατέβασε το καπάκι.
- «Βγάλε το πουκάμισό σου», μου είπε.

Μου έκανε νόημα να γονατίσω. Έβγαλε από την τσάντα της ένα μικρό μαστίγιο. Μαστίγωσε 4 ή 5 φορές την πλάτη μου. Μετά με τη γόβα της τη γρατζούνισε τόσο όσο να γίνει κόκκινη.
- «Κάνεις για σκλάβος μιας κυρίας», μου είπε. «Θα συνεννοηθείς και θα δούμε αν σε κρατήσω για σκλάβο μου. Νομίζω ότι θέλεις. Έτσι δεν είναι;».
Για απάντηση έσκυψα το κεφάλι και ψιθύρισα ένα…
- «Μάλιστα κυρία».

Έκανε νόημα να ντυθώ και με έβγαλε από την τουαλέτα, προσέχοντας να μην έρθει κανένας. Έφυγε πρώτη και μετά εγώ.
Ανέβηκα τα σκαλιά και κατευθύνθηκα προς το φίλο μου. Στα μισά του δρόμου με σταμάτησε η σερβιτόρα.
- «Αύριο στις 5.00 το απόγευμα στην πλατεία, εντάξει;»
Έγνεψα «ναι» και απομακρυνθήκαμε.

Την άλλη μέρα ήμουν εκεί, λίγο πιο νωρίς. Σε λίγο ήρθε και αυτή. Της είπα το όνομά μου και περίμενα το δικό της.
- «Φαίνεται θα ξεχνάς ότι οι σκλάβοι δεν έχουν όνομα», μου είπε. «Το θέμα είναι αν θέλεις όντως να γίνεις σκλάβος της Αφέντρας. Θα πρέπει όμως πρώτα να σε ενημερώσω για το τι σημαίνει αυτό. Και δεν έχω πολύ χρόνο, μόλις τώρα σχόλασα και αν συμφωνήσεις θα πρέπει να πάμε να τη βρούμε αμέσως».

Μου είπε ότι οι σκλάβοι είναι ιδιοκτησία του Κυρίαρχου, έχουν κάποιους κωδικούς ασφαλείας, αλλά, από εκεί και πέρα, δεν κανονίζουν τη ζωή τους αυτοί. Οι τιμωρίες είναι αυστηρές, όταν επιβάλλονται. Η Αφέντρα δεν είναι υποχρεωμένη να το συζητά γιατί επιβάλλει μια τιμωρία, αλλά συνήθως το κάνει.

Λέγοντας αυτά μου άνοιξε τα δύο πρώτα κουμπιά του πουκαμίσου μου και σβέλτα έβαλε δύο κλιπς, ένα σε κάθε ρώγα μου. Ήταν πλαστικά με μικρή και σχετικά δυνατή δαγκάνα, σαν αυτά που βάζουμε στα τραπεζομάντιλα για να μην τα πάρει ο αέρας.
- «Πρόσεχε, αν απαντήσεις θετικά, τότε δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής, εκτός και αν παρακαλέσεις να φύγεις οριστικά. Σκέψου το λίγο. Για ένα σκλάβο είναι καλό να βάζει μέσα έναν άλλο, αλλά έχει και πολλές ευθύνες».

Έπαιζε λίγο τα κλιπς που έκαναν ένα περίεργο θόρυβο, θα πρέπει να είχαν ένα μπαλάκι μέσα, στη βάση τους.
- «Λοιπόν…;»,
Έγνεψα θετικά, μου κούμπωσε τα δύο κουμπιά και μου έκανε νόημα να την ακολουθήσω.
- «Τα χέρια πίσω και το κεφάλι προς τα κάτω. Θα μιλάς με το «μάλιστα» και στο πληθυντικό, ακόμα και σε μένα, στην Αφέντρα θα συμπληρώνεις το «κυρία», κατάλαβες;», με ρώτησε.


Χωρίς να περιμένει απάντηση προχώρησε προς ένα λοφίσκο. Προσπαθούσα να περπατάω έτσι που να μην κάνω πολύ θόρυβο με τα κλιπς. Δεν μου τα είχε βγάλει και δεν μπορούσα να τα βγάλω εγώ, αφού είχα τα χέρια πίσω από την πλάτη μου.

Αισθανόμουν σαν να πήγαινα σε μια μυσταγωγία. Σταματήσαμε σε ένα διώροφο σπίτι. Άνοιξε την πόρτα με ένα κλειδί και με διέταξε να περιμένω στο χολ. Ήρθε αμέσως μετά και με έβαλε σε ένα μικρό δωμάτιο.
Μου έδωσε δύο-τρεις οδηγίες. Να γδυθώ, να έχω χαμηλωμένο το κεφάλι, να μιλάω με το «μάλιστα» και το «κυρία» στην Αφέντρα, τα υπόλοιπα θα μου τα έλεγε μετά. Θα ερχόταν να με βρει και θα έπρεπε να ήμουν στα τέσσερα.

Πραγματικά ήμουν στα τέσσερα. Ήρθε πρώτα αυτή η κοπέλα. Χάιδεψε τα κλιπς που είχα στις ρώγες μου. Με πόναγαν αρκετά. Τα τράβηξε και έκανα ένα μορφασμό. Το ήξερα ότι δεν έπρεπε να βγάλω κάποια κραυγή πόνου.
Αυτό θα τη δυσαρεστούσε και δεν ήξερα τι θα επακολουθήσει.
- «Αν είναι να πονάς με αυτό, τότε με τα άλλα που θα γίνουν τι θα κάνεις;», με ρώτησε.

Μου έβαλε ένα δερμάτινο κολάρο και με τράβηξε με αυτό προς μια σκάλα. Κατέβηκε τα σκαλιά και μαζί της και εγώ, όπως ένα σκυλάκι. Φτάσαμε σε ένα υπόγειο που κάτω ήταν μια παχιά μοκέτα. Είχε δροσιά και σχεδόν καθόλου φως. Δεν μπορούσα να δω τίποτε. Έτσι ή αλλιώς είχα το κεφάλι στραμμένο κάτω και δεν μπορούσα να είχα μια άποψη για το τι περιείχε αυτό το δωμάτιο.

Σταμάτησε σε μια γωνιά. Ακούστηκαν βήματα στη σκάλα, πιθανότατα γόβας. Κατάλαβα ότι θα ήταν η Αφέντρα που θα ερχόταν.
- «Θυμήσου τους κανόνες που σου είπα. Τώρα θα ακούσεις και τους άλλους. Να το ξέρεις, πάντως, απαγορεύεται να μιλάμε μεταξύ μας και να απευθύνουμε το λόγο στην Αφέντρα, εκτός και αν μας ζητήσει αυτή να της μιλήσουμε. Αν όχι, τότε θα τιμωρηθούμε και οι δύο», μου είπε ψιθυριστά.

Σε λίγο είδα τα πόδια της Αφέντρας να σταματάνε μπροστά μου. Ήταν πολύ όμορφα. Σχετικά λεπτά, καλοσχηματισμένα, σαν να τα είχε κάνει γλύπτης. Ήθελα πολύ να τα φιλήσω, αλλά δεν μπορούσα, δεν είχα τέτοια εντολή.
Μου τόνισε κάποιους κανόνες.

Να υπακούω, να μη μιλάω αν δεν μου απευθύνουν το λόγο, να υπακούω τη σκλάβα της, η οποία, για εμένα, θα ήταν επιστάτρια, δηλαδή ανώτερή μου, να χρησιμοποιώ μια λέξη ασφαλείας, το «έλεος», αυτή ήταν η λέξη, αλλά θα καταλάβαινε αν το έκανα για να σταματήσω και αν δεν είχα φτάσει στο όριό μου, τότε η τιμωρία θα ήταν πολύ αυστηρή.

Τους υπόλοιπους κανόνες θα μου τους εξηγούσε η επιστάτρια.
Προσωρινά θα μου έδειχναν κάποιες τιμωρίες, φυσικά πάνω μου! Μου έδεσαν τα μάτια με ένα μαύρο πανί για να μη βλέπω τι γίνεται. Μου είπε η επιστάτρια να σηκωθώ και με έσπρωξε μέχρι να φτάσω σε ένα σημείο. Φαίνεται εκεί ήταν ένας γάντζος.

Μου έδεσε τα χέρια μπροστά και με μια πολύ γρήγορη κίνηση σήκωσε το γάντζο τόσο που ακουμπούσα στις μύτες των ποδιών μου.
- «Είσαι εντάξει, μωρό μου», μου είπε…
Και τόνισε το «μωρό μου» πιο πολύ έτσι ώστε να φαίνεται λίγο ειρωνικό.
- «Τώρα ή τώρα», μου είπε…
Ενώ άκουσα για ένα δευτερόλεπτο το σφύριγμα του δέρματος του μαστιγίου που έπεσε με δύναμη στην πλάτη μου.

Θυμήθηκα ότι δεν έπρεπε να μιλήσω και την τελευταία στιγμή έκλεισα το στόμα μου. Το μαστίγιο έπεσε άλλες τρεις φορές στο ίδιο σημείο. Τουλάχιστον ήξερε καλό σημάδι! Ήρθε μπρος μου. Μου έγλειψε τις ρώγες και αμέσως μετά μου έβαλε κάποια μεταλλικά κλιπς.

Το σίδερο ήταν ψυχρό και αυτά πολύ δυνατά και με πόναγαν. Αυτές τις σκέψεις τις σταμάτησε ένα πιο δυνατό μαστίγιο που έπεφτε πότε δεξιά και πότε αριστερά στην πλάτη μου. Ο πόνος του μαστιγίου συναγωνιζόταν αυτόν των κλιπς, έτσι πότε αυτός των κλιπς εξαφανιζόταν, πότε αυτός του μαστιγίου υπερτερούσε, και το αντίστροφο.

Σταμάτησε. Ήρθε πίσω μου. Μου είπε ότι αντέχω και ότι αυτό είναι καλό.
- «Καλό για αρχή», συμπλήρωσε, «γιατί θα ακολουθήσουν πολλά».
Ξαφνικά τίποτε. Νόμιζα ότι με άφησε μόνο μου. Ένα σφύριγμα που κάνει το λεπτό ξύλο όταν κινείται στον αέρα, αυτό με «ξύπνησε», ένα λεπτό ξύλο έπεσε στον κώλο μου.

Η δύναμη ήταν μεγάλη και το τσούξιμο πολύ. Δεν ήθελα να φωνάξω, δεν ήθελα να της κάνω το χατίρι να υποκύψω. Ακολούθησε δεύτερη, τρίτη, συνολικά δέκα φορές αυτή βέργα είχε πέσει στον κώλο μου, φαντάζομαι παράλληλα με το έδαφος.

Σταμάτησε. Ήρθε πίσω μου, μου χάιδεψε τον κώλο μου και τα κρύα χέρια της κρύωσαν τον πολύ ζεστό κώλο μου. Με τα νύχια της όργωσε τα κωλομέρια μου, φτάνοντάς με στιγμιαία σε μια μεγάλη όξυνση του πόνου. Μου ήρθε να ουρλιάξω, αλλά την τελευταία στιγμή σταμάτησα.
- «Ωραία θα τα πάμε καλά εμείς οι δύο. Θα σε κάνω να κλάψεις από τον πόνο. Πρέπει να σε υποτάξω για να γίνει, τελικά, σκλάβος», μου είπε.

Συλλογιζόμουν τι θα ακολουθούσε. Ευχόμουν να μη χρησιμοποιήσει το μαστίγιο του ταύρου. Το θυμόμουν ακόμα από την Αφέντρα που είχα πριν αρκετά χρόνια!

Μια βουρδουλιά με αυτό με έκανε να τιναχτώ προς τα εμπρός. Μια δεύτερη, μια τρίτη και το κεφάλι έπεσε μόνο του προς τα εμπρός. Δεν άντεχα άλλο. Δε θα έδινα όμως σε αυτή το δικαίωμα να με υποτάξει!! Δε θυμάμαι πόσες μου έριξε. Σταμάτησα να μετρώ. Θα έπρεπε η πλάτη μου να ήταν κατακόκκινη και όλο ραβδώσεις.

Αισθάνθηκα δύο άλλα χέρια να με χαϊδεύουν.
- «Ρίξε! Γιατί σταμάτησες; Σε λίγο θα έχει γίνει σκλάβος… θέλεις να τιμωρηθείς, σκύλα!», είπε η Αφέντρα.

Ο χρόνος σταμάτησε όταν η βέργα προσγειώθηκε στην πλάτη μου. Χωρίς πολλή δύναμη.
- «Μέτρα μέχρι το δέκα, από μέσα σου. Τότε θα πέσεις κάτω χωρίς να το θέλεις, τσούλα», μου ψιθύρισε η επιστάτρια.
Η βέργα έπεφτε με όλο και περισσότερη δύναμη. Πάντα παράλληλα με το έδαφος. Όλο και πιο δυνατά. Κάθε φορά τιναζόμουν μπροστά.

Μέχρι το δέκα δεν άντεξα και λύγισα τα γόνατά μου… μια ακόμα, και άλλη μία, ήταν ικανές για να πω έκπνοα «έλεος». Σταμάτησε… Ήμουν πλέον ο σκλάβος τους. Έλυσε φαίνεται ένα κορδόνι και με άφησε να πέσω με δύναμη στη μοκέτα.

- «Μπορείς να ξεκουραστείς λίγο. Μετά θα σε λύσω, θα ντυθείς και θα φύγεις. Εφόσον δέχεσαι θα είσαι ο σκλάβος της Αφέντρας. Θέλει να ξαναέρθεις, θα επικοινωνήσω εγώ μαζί σου στο τηλέφωνο που θα μου δώσεις. Κατάλαβες;».

Μια ακόμα με τη βέργα, αυτή τη φορά με όλη της τη δύναμη, στην πλάτη μου με τίναξε σαν ρεύμα, σηκώθηκα προς τα πάνω για να πέσω αμέσως ξανά κάτω. Έκανα νόημα με το κεφάλι ότι κατάλαβα. Αυτή ήταν η μύησή μου σαν σκλάβος αυτής της Αφέντρας.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")