Η αποπλάνηση της Μαρίνας

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Ιστορία φαντασίας, ελπίζω να σας αρέσει..


Ο Γιώργος είχε τρία χρόνια σχέση με την Μαρίνα και περνάγανε υπέροχα. Έβγαιναν κάθε Σάββατο λόγω δουλειάς και μέσα στην εβδομάδα για κανένα καφεδάκι. Ο Γιώργος και η μαρίνα ήταν τόσο δεμένοι, που το σκέπτονταν σοβαρά ότι θα παντρευτούν κάποτε, αλλά βέβαια τα οικονομικά τους δεν τους το επέτρεπαν ακόμα… ίσα - ίσα για να βγαίνουν. Ο Γιώργος με βασικό μισθό και η Μαρίνα τελείωνε τις σπουδές της. Σάββατο ετοιμάζονταν να βγουν, καθιερωμένα.

Γιώργος: «Έλα μωρό μου, τι κάνεις; Τι ώρα να έρθω να σε πάρω από το σπίτι;» της λέει ο Γιώργος.

Μαρίνα: «Τι λες να κάνουμε σήμερα;»

Γιώργος: «Πάμε κανένα σινεμαδάκι κλασικά, και μετά θα βρούμε κανένα ξενοδοχείο να περάσουμε καλά...»

Μαρίνα: «Ναι βρε μωράκι μου, αλλά αύριο θα φύγω νωρίς και δεν θέλω να αργήσω το βράδυ. Να μην κάτσουμε πολύ ε;»

Γιώργος: «Οκ κούκλα μου! Θα έρθω κατά τις οκτώ να σε πάρω».

Η Μαρίνα θα πήγαινε διακοπές με τους γονείς της σε ένα φιλικό σπίτι για δυο εβδομάδες, στους φίλους τον γονιών της που έχανε και ένα παιδί στην ηλικία της.

Ο Γιώργος έφτασε με το αμάξι και φύγανε για το σινεμά. Σε όλη την διάρκεια του έργου, το πρόβλημα που τον απασχολούσε τον Γιώργο, ήταν ο φόβος που τον κυριαρχούσε για το παιδί που θα ήταν εκεί στις διακοπές, μέσα στην χαλαρότητα της ξεκούρασης, μην παρασυρθεί και κάνει τίποτα η Μαρίνα του. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στο έργο. Το μόνο που περίμενε, ήταν να τελειώσει και να της πει τις φοβίες του.

Η Μαρίνα ήταν και πάρα πολύ όμορφη, με πολύ αθλητικό σώμα. Ήταν ερωτευμένη και τον αγαπούσε απίστευτα και δεν είχε δείξει ποτέ σημάδια απιστίας. Φτάνοντας στο ξενοδοχείο, μέσα στο δωμάτιο, αρχίζει να της λέει αυτά που σκεφτόταν.

Μαρίνα: «Βρε χαζούλη, σε λατρεύω! Δεν κοιτάζω κανέναν άλλον. Δεν μπορώ χωρίς εσένα. Πως τα σκέφτεσαι αυτά.; Ποτέ δεν θα έκανα με κανέναν τίποτα».

Βγάζοντας τον πούτσο του από το σορτσάκι και βάζοντας τον στο στόμα της, συνεχίζει:

-    «Έλα να σου κάνω κάτι για να με σκέφτεσαι τα βράδια…»

Ρουφώντας τον πούτσο του πάνω κάτω, φέρνει τον Γιώργο σε χαλάρωση. Ξαπλώνει πίσω και απολαμβάνει. Η Μαρίνα, έβαζε μια το στοματάκι της στο πουτσοκέφαλο του και του τον έπαιζε, και μία τον έπαιρνε όλο στο στόμα της, μέχρι τη στιγμή που ένιωσε να φουσκώνει το κεφάλι. Τότε, τον βγάζει από το στόμα, και αρχίζει να του τον παίζει.

Γιώργος: «Έλα βρε μωράκι, θέλω να σε χύσω μέσα…»

Μαρίνα: «Έλα! Μην με πιέζεις… τα σιχαίνομαι, το ξέρεις.»

Ο Γιώργος άρχισε να τρέμει και να χύνει. Έχυνε και έτρεχαν τα χύσια πάνω από τα χέρια της Μαρίνας στο σώμα του. Την άλλη μέρα, αφού καθησύχασε τον Γιώργο ξανά, ότι τον λατρεύει, θα είναι ήσυχη κοπελίτσα και θα μιλάνε συνέχεια στο τηλέφωνο, έφυγαν για το χωριό τον διακοπών. Φτάνοντας, έβαλαν τα πράγματα τους και κάθισαν για φαγητό. Το παιδί της φιλικής οικογένειας, λεγόταν Στάθης και είχε τυφλωθεί από τη ομορφιά της Μαρίνας! Αλλά η Μαρίνα, ούτε που του έδινε σημασία και μιλούσε τις περισσότερες ώρες με τον Γιώργο στο τηλέφωνο.

Μη δίνοντας θάρρος στον Στάθη, δεν έβγαινε μαζί του κάτω στην πόλη και ακολουθούσε τους γονείς της όπου πήγαιναν. Μια μέρα, η μητέρα του της λέει:

-    «Βρε κορίτσι μου, γιατί δεν πας με το Στάθη κάτω στην πόλη να διασκεδάσεις; Είναι ωραία για σας τους νέους εκεί».

Και με την παρότρυνση των γωνιών της, αποφάσισε να πάει μαζί του. Μπαίνουν στο αμάξι και ξεκινάνε για τα νυχτερινά μαγαζιά του χωριού.

Στάθης: «Πάμε να συναντηθούμε πρώτα με τους φίλους μου στη καφετέρια να ξεκινήσουμε για το κλαμπάκι. Θα σου αρέσει πολύ κάτω!»

-    «Ωραία!» Είπε η Μαρίνα και ξεκίνησαν.

Φτάνοντας, συστήθηκαν με τα παιδιά, τον Βασίλη, τον Γιώργο, τον Μάριο και την Όλγα. Η Μαρίνα, όπως ήταν φυσικό, άρχισε την κουβέντα με την Όλγα και τα παιδιά μεταξύ τους, περπατώντας για το κλαμπάκι.

Βασίλης: «Ρε μαλάκα! Τι γκομενάρα είναι αυτή.!!! Έκανες τίποτα;»

Στάθης: «Ρε τι να κάνω; Δεν μου δίνει σημασία. Ψηλομύτα είναι! Φαίνεται εμείς είμαστε χωριάτες, δεν μας εγκρίνει για το επίπεδο μας. Μιλάει συνέχεια στο τηλέφωνο, δεν κάνει και τίποτα άλλο!»

Όπως και εκείνη την στιγμή…

Μαρίνα: «Έλα μωράκι! Ναι, ωραία περνάμε! Πάμε να διασκεδάσουμε σε ένα νυχτερινό μαγαζί. Εντάξει μωρό μου, σε αγαπώ πολύ! Φιλάκια!!!»

Ο καθένας από τα παιδιά, σκεφτόταν πως θα τα καταφέρουν μαζί της.

Μάριος: «Κοίτα να δεις, εγώ θα την βγάλω σήμερα!»

Γιώργος: «Άντε ρε! Κάνε όνειρα. Εγώ τα καταφέρνω καλύτερα από σένα».

Στάθης: «Ωραία ρε παιδιά! Πάμε να δούμε ποιος θα καταφέρει να είναι ο γαμάτος της παρέας…»

-    «Έγινε!» απαντάνε όλοι.

Οι κοπέλες εντωμεταξύ, πέρα βρέχει! Κουβέντα είχαν. Φτάνουν στο μαγαζί. Το κλίμα ήταν ωραίο, με μουσική χορευτική και πολύ κόσμο, τραπεζάκι με μπουκαλάκι, όλα τέλεια. Εν πορεία, καθώς περνούσαν οι ώρες και οι τέσσερις έφαγαν τα μούτρα τους και κανείς δεν κατάφερνε να έχει μια κουβέντα συνεχόμενη. Η Μαρίνα απαντούσε μονολεκτικά και στην προσπάθεια της να μην τους δώσει θάρρος, το παράκανε και φαινόταν ψηλομύτα, κάτι που έκανε τα παιδιά να τα παίρνουν στο κρανίο.

Βασίλης: «Ρε μαλάκες! Τι πουτάνα είναι αυτή; Είχες δίκιο ρε Στάθη. Θέλει ένα γερό μάθημα αυτή η κοπέλα!»

Στάθης: «Ναι ρε παιδιά, δίκιο έχετε αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι. Εγώ είμαι σε δύσκολη θέση…»

Βασίλης: «Κοίτα τι σκέφτηκα: θα πιούμε τα ποτάκια μας εδώ, θα την ποτίσουμε όσο πιο πολύ μπορούμε, θα βάλουμε και την Όλγα στο κόλπο, και πάμε όλοι για τυρόπιτες στο φούρνο και αράζουμε -και καλά- στο μπαλκόνι μου στη θάλασσα μπροστά να φάμε, με ωραία θέα. Εσύ φεύγεις με την Όλγα -και καλά να φασωθείτε, και εμείς φασώνουμε το μεθυσμένο Μαρινάκι… και την άλλη μέρα το πρωί, λέμε ότι το γούσταρε κιόλας! Δεν θα θυμάται τίποτα.»

Γιώργος: «Καλά ρε! Μόνος σου το σκέφτηκες όλο αυτό; Με εκπλήσσεις ώρες - ώρες..! Μέσα!»

Στάθης: «Μέσα!»

Μάριος: «Ωραία! Πάω να μιλήσω στην Όλγα...»

Και πήγε να την αποσπάσει από την Μαρίνα για να της πει το σχέδιο. Η Όλγα συμφώνησε, αν και φαινόταν ότι κόλλησαν καλά, ζήλευε που ήταν τόσο όμορφη και ήθελε να την ξεσκίσουν τα παιδιά. Δυσκολεύτηκαν λίγο, γιατί η Μαρίνα δεν έπινε, αλλά έχοντας την ‘’πισώπλατη’’ καινούρια της φίλη να πίνει και αυτή επίτηδες και να την παροτρύνει, τα ποτήρια γέμιζαν και ξανά γέμιζαν… εκτός των αγοριών που πρόσεχαν, αλλά έκαναν ότι γίνονταν τύφλα. Χόρευαν και περνάγανε καλά όλοι.

Όλγα: «Έλα, έλα, την κανάτα μονορούφι! Αν δεν πιούμε, δεν περνάμε καλά».

Η Μαρίνα είχε αρχίσει να ζαλίζεται και ήθελε να σταματήσει. Δυστυχώς ήταν αδύναμη στο χαρακτήρα και υπέκυπτε στις πιέσεις και εμπιστευόταν λάθος άτομα. Το κλάμπιγκ τελείωσε και όλοι κατευθύνονται στο φούρνο, δείχνοντας την υποστήριξη τους στην Μαρίνα που δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια της.

Στάθης: «Έλα… φάε μια τυρόπιτα. Θα γίνεις καλύτερα και θα πάμε να αράξουμε στο σπίτι του Βασίλη που έχει ωραία θέα…»

Μαρίνα: «Όχι! Όχι! Θέλω να πάω σπίτι, είμαι χάλια…» λέει η Μαρίνα κρατώντας την τυρόπιτα στα χέρια.

Στάθης: «Δεν μπορούμε να πάμε ακόμα. Μην μας δουν έτσι χάλια, πρέπει να συνέλθουμε λίγο».

Έτσι, πήγαν όλοι στο μπαλκόνι… Η Μαρίνα ξάπλωσε στον καναπέ στο σαλόνι, και ο Στάθης με την Όλγα την κάνανε επάνω στα δωμάτια (υποτίθεται) γιατί στην πραγματικότητα, κρυφοκοίταζαν να δουν το θέαμα! Χωρίς δεύτερη ανάσα, οι τρεις τους πάνε στον καναπέ, να βρουν την Μαρίνα που ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα. Κάθεται ο ένας στην άκρη του καναπέ, κοντά στα πόδια της, και η άλλοι δυο πιο μπροστά, και αρχίζουν να την χαϊδεύουν και να της φιλάνε το σώμα, στα πόδια, στην πλάτη, στο λαιμό…

Μαρίνα: «Εεε! Τι κάνετε;» Σιγομουρμουράει όπως ήταν.

Βασίλης: «Έλα μωρό μου! Μας έχεις καυλώσει! Δεν μπορούμε…»

Και πετάει την πούτσα του έξω που ήταν πέτρα, τραβώντας την βάλανο να φανεί το φουσκωμένο πουτσοκέφαλο! Άρχισε να της τον τρίβει στα κλειστά της χειλάκια.

Μαρίνα: «Θέλω να φύγω! Σταματήστε!»

Γυρνώντας το κεφάλι της από την άλλη και προσπαθώντας να κουνηθεί -στην κατάσταση που ήταν. Της βάζει τον πούτσο με ορμή μέσα στο στόμα, κρατώντας της το κεφάλι αυτή τη φορά για να μην το ξαναγυρίσει.

Γιώργος: «Μωρή πουτάνα, θα δεις τώρα πως γαμάμε εμείς τις ψηλομύτες!»

Και της σηκώνει την φούστα, της κατεβάζει το στρινγκάκι που φοράει ως τα γόνατα. Φτύνει στην κωλοτρυπίδα της και προσπαθεί να της βάλει ένα δάχτυλο στον κώλο. Της σφήνωσε τα πόδια της με τα πόδια του καθιστά επάνω της, και της χώνει το δαχτυλάκι προσπαθώντας να της ανοίξει την τρύπα, κάνοντας κυκλικές κινήσεις.

Μαρίνα: «Αααα! Σταμάτααααα!!! Σταμάταααα!!! Μηηηηηη!!!»

Είπε μπουκωμένη και ακόμα ζαλισμένη, μη μπορώντας να αντισταθεί, μπρούμυτα όπως ήταν, με το κεφάλι της σηκωμένο, να παίρνει την μεγάλη πούτσα στο στόμα. Ένιωθε το σκληρό κρέας του Βασίλη να διαπερνά τα χείλια και να ακουμπά ο πουτσοκέφαλος την γλώσσα και στη συνέχεια το λάρυγγά της, πνίγοντάς την κάθε τόσο. Ο Βασίλης της το γαμούσε κανονικά, όπως θα γάμαγε το μουνί της. Ο Μάριος τους κοιτούσε περιμένοντας τη σειρά του. Ο Γιώργος, πιστεύοντας ότι είναι έτοιμο το παρθένο μουνάκι της, ακουμπάει το κεφάλι του καυλιού του στην τρυπούλα της, δίνοντας πίεση αργά-αργά και βασανιστικά να μπει μέσα…

Ένας πόνος ξύπνησε τη Μαρίνα από τον λήθαργο, ουρλιάζοντας. Η Μαρίνα πετάχτηκε στον αέρα, μη μπορώντας να κάνει πολλές κινήσεις, γιατί την είχαν στριμώξει καλά. Ο Γιώργος είχε βάλει ένα μέρος από τον πούτσο μέσα στο κωλαράκι και της έριχνε δυνατές σφαλιάρες στον κώλο βρίζοντάς την:

-    «Πουτάνα! Φάτον γαμιόλα!!!»

Ο Στάθης με την Όλγα κοιτούσαν από πάνω τη Μαρίνα να την παρτουζώνουν οι φίλοι του. Και χαιρόταν… Ο Μάριος έφερε ένα κολάρο σφιγκτήρα από το σκύλο του Βασίλη, και της το βάζει στο λαιμό. Την στήνει στα τέσσερα, πάει από πάνω της, και με κάθε κίνησή της να ξεφύγει, την τραβάει ελαφρά να πονέσει, σαν σκύλο. Τώρα ο Βασίλης της πήδαγε το μουνί από κάτω, και ο Γιώργος τον κώλο ανελέητα! Η Μαρίνα έκλαιγε και ούρλιαζε από τον πόνο. Ξαφνικά, χτυπάει το κινητό της. Το πιάνει ο Μάριος να δει ποιος την καλεί και διαβάζει: «Μωρό μου». Τότε της λέει:

-    «Χαχαχα! Μίλα του πουτάνα να ακούσει πως σε γαμάμε! Αν του πεις ότι σε βιάζουμε, θα σε τραβήξω τόσο πολύ, που θα σε πνίξω σκύλα!»

Πατάει το πλήκτρο να ανοίξει η γραμμή, και της βάζει το hands free στο αφτί.

Γιώργος: (το αγόρι της) «Μωρό μου, που είσαι; Ανησύχησα!»

Ακούγοντάς την να αναστενάζει και τις πούτσες που την χτύπαγαν σαν ελατήριο. Τότε ο Μάριος της λέει από το άλλο αφτί:

-    «Πες του τι σου κάνουμε! Πες του!»

Μαρίνα: «Με γαμάνε αγάπη μου…»

Γιώργος (το αγόρι της) έχει ασπρίσει… έχει φύγει η γη κάτω από τα πόδια του ακούγοντας τους πούτσους που την σφυροκοπούσαν και τα βρομόλογα που πετούσαν.

Μάριος: «Πες του να μην το κλείσει και ότι δεν σε γάμαγε καλά! Να ακούσει και να τραβήξει μαλακία μπας και μάθει τίποτα!»

Και η Μαρίνα του τα είπε. Ο Γιώργος, (το αγόρι της) δεν έλεγε τίποτα, είχε χάσει την μιλιά του, απλά άκουγε... Ο Μάριος κλείνει το τηλέφωνο στα μούτρα του, στη φάση που φωνάζει ο Βασίλης:

-    «Χύνω! Χύνω πουτανάκι! Θα τα καταπιείς όλα καύλα μου!!!»

Βγάζοντας το καυλί του από την τρύπα του μουνιού της, γλιστράει από κάτω της και πάει να της τον βάλει στο στόμα, ενώ ο Μάριος την σφίγγει τραβώντας την από το λουρί. Η Μαρίνα δεν άνοιγε το στόμα, προσπαθούσε να κουνηθεί για να το αποφύγει και ο Μάριος την τραβούσε.

Μάριος: «Άνοιξέ το πουτάνα!»

Ενώ ο Βασίλης της έριχνε σφαλιάρες στα βυζιά από κάτω, που κουνιόντουσαν μπρος - πίσω. Η Μαρίνα ένιωθε την πούτσα που είχε μπει στο στόμα της. Ένιωθε το κεφάλι του καυλιού φουσκωμένο στη γλώσσα, έτοιμο να της πετάξει τα χύσια που σιχαινόταν, μέσα της. Δεν μπορούσε να κουνηθεί γιατί πνιγόταν.

Βασίλης: «Ααααααχχχ! Χύνωωωωωω!!! Ρούφα! Ρούφα καριόλα!»

Τα χύσια έβγαιναν από την τρύπα του πουτσοκέφαλου ζεστά, και έτρεχε επάνω στην γλώσσα της και οι σπασμοί του συνεχίζονταν αδιάκοπα, χύνοντας τα πηχτά ζουμιά μέσα της. Τα πικρά του χύσια έρεαν ζεστά στη γλώσσα της.

Ο Γιώργος από την άλλη, της πήδαγε τον κώλο της. Η Μαρίνα ένιωθε το τσούξιμο από το μέσα - έξω που της γέμιζε τον κώλο το καυλί του Μάριου σφηνωμένο στην τρύπα της. Σε μια στιγμή, νιώθει να τον χώνει όσο πιο μέσα μπορεί, ενώ ακούει τα βογκητά του και αισθάνεται μέσα της να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει από τις συσπάσεις του πούτσου που της έσφιγγαν ακόμα πιο πολύ την τρυπούλα της. Ένιωθε τα καυτά υγρά χύσια να βγαίνουν σταδιακά, σε κάθε σύσπαση που πέταγε το καυλί του Γιώργου μέσα της. Βγάζοντας το καυλί του, ο κώλος της ήταν γεμάτος πηχτά υγρά που τρέχανε…

Το τηλέφωνο χτυπούσε ασταμάτητα! Είχε πάνω από 15 αναπάντητες… Η Μαρίνα έκλαιγε. Είχε σωριαστεί στον καναπέ, μπρούμυτα όπως ήταν, γυμνή, αλλά δεν είχαν τελειώσει τα βάσανά της…

Μάριος: «Έλα! Σήκω καριόλα! Έχεις άλλη μια πούτσα να φροντίσεις…»

Και άρχισε να την τραβάει από το λαιμό με το λουρί, έχοντάς την στα τέσσερα.

Μάριος: «Πουτάνα! Περπάτα σαν σκυλί!»

Και την οδηγεί στον καναπέ που καθόταν ο Γιώργος, με τον πούτσο έτοιμο.
Η Μαρίνα σερνόταν στο πάτωμα σαν σκυλάκι. Από πίσω φαινόταν το υπέροχο μουνάκι της και τα μουνοχειλάκια που τα κοιτούσε ο Γιώργος από πίσω.
Ο Μάριος σπρώχνει το κεφάλι της πάνω στον καυλωμένο και σκληρό πούτσο του Γιώργου και της φωνάζει:

-    «Γλύφε! Πάνω-κάτω… ξεκίνα! Δεν ξέρεις να τσιμπουκώνεις μωρή; Τον γκόμενό σου πως τον φρόντιζες καριόλα; Θα σου μάθουμε καινούρια κόλπα, να μάθεις να του τα κάνεις!»

Ενώ ρούφαγε η Μαρίνα πάνω - κάτω, κλαμένη… το πρόσωπό της ήταν μούσκεμα… νιώθει τον πουτσοκέφαλο να φουσκώνει… πάει να τον βγάλει από το στόμα…


-    «Βάλτον μέσααα!!!» της φωνάζει ο Βασίλης.

Ενώ η Μαρίνα αισθάνεται το λουρί να της πνίγει το λαιμό με δύναμη.

Μαρίνα: «Δεν μπορώ! Σιχαίνομαι…», ψιθύρισε.

Και τότε, τρώει μια σφαλιάρα στον κώλο!
Τον ξανάβαλε μέσα…

Μάριος: «Ρούφα! Ρούφα! Με πίεση!»

Η Μαρίνα ρούφαγε τα υγρά του, που μύριζαν και ήταν πηχτά…

Την έντυσαν και την ξαναπέταξαν στον καναπέ, όπου την πήρε ο ύπνος ως το επόμενο πρωί…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")