Ιντερνετ... ική ιστορία

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Σχέση καμιά δεν είχε με το internet..... της άνοιξαν τα μάτια οι γιοι της κάποιο βράδυ δείχνοντάς της ένα site γνωριμιών..... γέλασε. Το βρήκε ανόητο.... μέρες μετά, ένα Σάββατο βράδυ, από ανία αποφάσισε να ρίξει μια ματιά σαν επισκέπτρια. Την επόμενη μπήκε στον πειρασμό να φτιάξει ένα προφίλ.
Η θυρίδα της γέμισε με mail.

Πριν ένα χρόνο, ακριβώς σαν σήμερα τέτοια ώρα, έλαβε ένα mail από κάποιον που δήλωνε ανύπαντρος 45άρης, στρατιωτικός ακόλουθος της πρεσβείας μας, μόλις επαναπατρισθείς από πολύχρονη παραμονή στο εξωτερικό, ο οποίος έψαχνε να παντρευτεί.....
"Είναι δυνατόν;" Σκέφτηκε εκείνη. "Πιστεύει ο τύπος ότι υπάρχει γυναίκα που θα τσιμπήσει με τον τρόπο αυτό;"

Αγνόησε το mail του, αγνόησε και τα επόμενα που έφθαναν καθημερινά.....
Εκείνος επέμενε ότι από όσα διάβασε στο προφίλ της θεωρούσε ότι ήταν αυτό που έψαχνε....
Κάποια μέρα, που βαρέθηκε να διαγράφει τα αναπάντητα mail του στη θυρίδα της, του απάντησε.
Του είπε πως από περιέργεια είχε μπει στο site, και πως δεν έψαχνε τίποτα, και επιπλέον είχε περάσει ο καιρός που πίστευε στα παραμύθια, στο βασιλόπουλο που εμφανίζεται από το πουθενά και κάνει ευτυχισμένη την πριγκίπισσα..... και πως όσα βατραχάκια και αν είχε φιλήσει ίσα με τώρα, κανένα δεν είχε μεταμορφωθεί σε βασιλόπουλο.

Από εκείνη τη στιγμή και μετά την ονόμασε "πριγκίπισσα" και τον εαυτό του "βατραχάκι"
Χειριζόταν άψογα την Ελληνική γλώσσα το "βατραχάκι" και συχνά χρησιμοποιούσε λέξεις ξεχασμένες που προσέδιδαν στα γραπτά του μια μαγεία. Είχε ανεπτυγμένο πνεύμα και χιούμορ.
Αυτό και μόνο την γοήτευε. Την ξεκούραζε να τον διαβάζει.
Της έγραφε για τον εαυτό του, για την ζωή του, για τους τόπους που είχε ταξιδέψει και γνωρίσει.....

Εκείνη στην αρχή ήταν "μαγκωμένη". Μπορεί να ήταν αλήθεια όλα αυτά που έλεγε, αλλά μπορεί και να ήταν οτιδήποτε άλλο… ένα ήταν σίγουρο και αδιαμφισβήτητο, το πνεύμα του, η καλλιέργεια του, οι γνώσεις του, η μόρφωση του, και το ότι ήταν καρφωμένη με τις ώρες στον υπολογιστή να ρουφάει τα γραπτά του.

Εκείνη στην Αθήνα, εκείνος στην Θεσσαλονίκη. Σε λίγους μήνες το βατραχάκι θα έφευγε με μετάθεση στο Παρίσι, και θα ζούσε το υπόλοιπο της ζωής του εκεί. Της έστειλε και φωτογραφίες με το σπίτι που αγόρασε εκεί και πόσο λαχταρούσε να πάει εκεί σύντομα -όχι μόνος- αλλά με μια σύντροφο.
Η πριγκίπισσα το προσπερνούσε αυτό. Έκανε ότι δεν το διάβαζε καν.

Έφτασε στιγμή που αντάλλαξαν τηλέφωνα.
Όταν άκουσε την φωνή του μαγεύτηκε.....! Το χρώμα της φωνής, η ζεστασιά της, η ιδιόμορφη προφορά του..... την συγκλόνισαν αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί.
Της τηλεφωνούσε καθημερινά κάθε μια ώρα περίπου και της έστελνε άπειρα sms.

Σιγά-σιγά ξανοίχτηκε και η πριγκίπισσα και του μίλησε για κείνη, την ζωή της τα όνειρα, τους φόβους, της ελπίδες, τα θέλω της, τις ιδιομορφίες του χαρακτήρα της.
Η "παρουσία" του έστω και έτσι είχε δώσει άλλο χρώμα και νόημα στη ζωή της και η πριγκίπισσα συνειδητοποίησε ότι ήταν ερωτευμένη με κάποιον άγνωστο… κάποιον που δεν είχε δει τη μορφή του, αλλά και δεν ήξερε τίποτα για αυτόν.

"Μπορεί να είμαι τόσο ανόητη μεγάλη γυναίκα;" Σκεφτόταν και προσπαθούσε να τον βγάλει απ’ το μυαλό της… να πάψει να είναι ερωτευμένη με έναν "εικονικό" άνθρωπο.
Δεν το ομολογούσε ούτε στον εαυτό της ότι είναι ερωτευμένη, ήταν ανόητο… παράλογο.....
Το βατραχάκι όμως της ομολόγησε ότι είναι ερωτευμένο μαζί της..... της ομολόγησε ότι έκανε όνειρα για μια κοινή ζωή μαζί της.
"Κυρά μου" την έλεγε πια, και εξέπεμπε αυτή η λέξη μια λατρεία και ένα σεβασμό που την άφηνε άφωνη.

Μπροστά της ξεδιπλωνόταν ένα παραμύθι που όμοιό του δεν είχε ούτε ονειρευτεί και την προκαλούσε.... με κόπο κρατιόταν να μην βουτήξει σ’ αυτό και αν μην παραδοθεί στα νύχια του.
Τι ειρωνεία αλήθεια... χρόνια τώρα παρακάλαγε με όλη τη δύναμη της ψυχής της να βρεθεί κάποιος στο δρόμο της, που θα δώσει φωτιά στο φιτίλι της ψυχής της. Και στον διάβολο θα πουλιόταν να ερωτευτεί, και να την ερωτευτεί κάποιος, και τώρα της συνέβαινε… με τον τρόπο αυτόν, τον τόσο παράλογο.

Εκείνη μαζευόταν όλο και περισσότερο… εκείνος ανοιγόταν.....
"Μα δεν με έχεις δει.... δεν είμαι όμορφη..... δεν έχω ωραίο σώμα, έχω πάρει πολλά κιλά τελευταία..... δεν θα σου αρέσω... μην κάνεις όνειρα λοιπόν."
«Για μένα είσαι η πιο όμορφη..... γνωρίζω την ψυχή σου. Αυτή η ομορφιά με νοιάζει...." Έλεγε το βατραχάκι..... και "κλείσε τα μάτια τώρα και φαντάξου πως σε λίγους μήνες θα σε κρατώ απ\' το χέρι και θα κάνουμε βόλτα στον Σηκουάνα.... θα σε κρατάω αγκαλιά μπροστά στο τζάκι του σπιτιού μας… θα.....θα...θα....."

Πόσο ήθελε να βουτήξει στα νερά αυτού του ονείρου η πριγκίπισσα.....! Πόσο το είχε ανάγκη..... πόσο είχε ανάγκη μια αγκαλιά, κάποιον να την κρατάει απ’ το χέρι..... κάποιον να της λέει "σ’ αγαπώ κυρά μου" πόσο είχε ανάγκη πια να νοιώσει πως είναι να κουρνιάζεις την νύχτα σε μια αγκαλιά και σ’ αυτήν να ξυπνάς το πρωί.
Αλλά ήταν ανόητο και παράλογο να λέει…
«Την Παρασκευή έρχομαι Αθήνα.. το βράδυ θα βρεθούμε επιτέλους!» Της είπε μια Τετάρτη.

Αιώνες της φάνηκαν τα εικοσιτετράωρα. Την Παρασκευή την κοπάνησε νωρίς απ’ την δουλειά. Πήγε στο κομμωτήριο, αγόρασε καινούργια ρούχα, πήγε σπίτι και χώθηκε στην μπανιέρα. Ήθελε να γίνει όμορφη.. και περίμενε το τηλεφώνημα του. Περίμενε… περίμενε... αλλά τίποτα.. το κινητό του κλειστό και εκείνος άφαντος.. πέρασε το βράδυ εκείνο περιμένοντας, και η οργή της φούντωσε. Οργή για τον εαυτό της, την ανοησία της.

Ολόκληρο το Σαββατοκύριακο πέρασε χωρίς να δώσει σημάδι ζωής το βατραχάκι και το κινητό του κλειστό..
Δευτέρα την ξύπνησε ο ήχος ειδοποίησης για νέο sms.... φούντωσε η οργή της όταν διάβασε «Καλημέρα κυρά μου». Τον κάλεσε και τον πέρασε από σαράντα κύματα.... «Σκέψου ότι ίσως κάτι μου συνέβη» της είπε......
«Και πεθαμένος να ήσουν, είχες υποχρέωση να με ενημερώσεις να μην περιμένω. Τέλος! Μην με ξαναενοχλήσεις!»
Δεν της τηλεφωνούσε πια… μόνο κάθε μέρα της έστελνε ένα «σ’ αγαπώ αύρα μου» με mail.

Παραμονή πρωτοχρονιάς της τηλεφώνησε..... ήταν ψυχρή στην αρχή σαν ένα κομμάτι πάγο.
«Δεν σου πάει κυρά μου να είσαι έτσι..... κάποτε θα καταλάβεις γιατί σε έστησα.... δεν μπορώ να σου πω τώρα. Σ’ αγαπώ όσο τίποτα άλλο. Αρκέσου σ’ αυτό τώρα.... όταν έρθει η ώρα θα καταλάβεις»
Δεν καταλάβαινε όμως εκείνη..... δεν φανταζόταν τον πραγματικό λόγο.... υποψιαζόταν μόνο διάφορα..... υποψιαζόταν ότι κάπου σε κάτι της είχε πει ψέματα, και μια συνάντηση ίσως αποκάλυπτε το ψέμα του...... μόνο τον πραγματικό λόγο δεν υποψιαζόταν.

Ήταν ερωτευμένη όμως, και μαλάκωσε. Του έδωσε μια ευκαιρία και η ιστορία συνεχίστηκε. Κάθε φορά της έδινε υπόσχεση ότι θα έρθει να την συναντήσει, και κάθε φορά κάτι προέκυπτε και αναβαλλόταν..... το πήρε απόφαση πως ποτέ δεν θα τον έβλεπε από κοντά.... κάποτε θα κατάφερνε να μην της είναι τόσο επιτακτικά απαραίτητη η επικοινωνία μαζί του. Κάποτε θα κουραζόταν και θα ξέφτιζε όλο τούτο.
Του ζήτησε μόνο να πάψει να της λέει όλα εκείνα που ονειρευόταν ότι θα ζούσε μαζί της. Της έκανε το χατίρι.

Ο καιρός πέρασε και το βατραχάκι έφυγε στο Παρίσι......
Τα τηλεφωνήματα καθημερινά και τα mail.
Πλησίαζε Πάσχα.....
«Θα έρθω στην πατρίδα για λίγες μέρες..... αυτή τη φορά σου δίνω το λόγο μου ότι θα συναντηθούμε..... Παρασκευή φτάνω Θεσσαλονίκη. Θα πάω κατ’ ευθείαν Τρίκαλα, και την Τρίτη του Πάσχα θα είμαι κοντά σου κυρά μου»
Δεν τον πίστευε πια..... αλλά τον αγαπούσε και αυτή η αγάπη δεν την άφηνε να του κακιώσει..... ναι, τον αγαπούσε..... μην σας φαίνεται περίεργο.....
«Δεν με νοιάζει πια» του έλεγε «Δεν θα σε δω ποτέ, το ξέρω. Αλλά σ’ αγαπώ και θέλω μόνο να είσαι καλά». Κάτι στην φωνή του την έκανε να φοβάται..... να ψυχανεμίζεται κάτι άσχημο.... ένα τρέμουλο… μια μελαγχολία που πριν δεν είχε η φωνή του....

Έφτασε Πέμπτη......
«Τι ώρα θα πας σπίτι σήμερα;» Τη ρώτησε.
«Δεν ξέρω.....»
Δεν του άρκεσε η απάντηση της. Επέμενε και αναρωτήθηκε γιατί τόση επιμονή..... δεν πήρε απάντηση όσο και αν ρώτησε, γιατί ρωτούσε εκείνος..... ξαφνικά το μεσημέρι, ένοιωσε την ανάγκη να φύγει απ’ τη δουλειά..... ήθελε να περπατήσει κοντά στη θάλασσα..... μάζεψε τα χαρτιά της και τακτοποίησε το γραφείο της.
«Φεύγω θέλω να πάω στη θάλασσα» του έγραψε σε sms......

Βγήκε στο δρόμο...... ποτέ δεν κοιτούσε γύρω της. Εκείνη την μέρα, κάτι σαν μαγνήτης, τράβηξε τη ματιά της μόλις βρήκε στο δρόμο..... το βλέμμα της έπεσε πάνω σε έναν κύριο που στεκόταν απέναντι από την είσοδο του εργοστασίου που δουλεύει..... ένας ψηλός λεπτός σαρανταπεντάρης...... τράβηξε το βλέμμα και προχώρησε....... έφτασε στον Πειραιά. Χάζεψε στις βιτρίνες...... Κανά δυο φορές έκανε να μπει να αγοράσει ένα δώρο στο βατραχάκι, αλλά..... σταμάτησε…
«Μην είσαι ανόητη. Ποτέ δεν θα έρθει.» Είπε στον εαυτό της.

Περπατούσε και στιγμές- στιγμές ένοιωθε ότι κάποιος ήταν δίπλα της… ένοιωθε τη ματιά του, την ανάσα του..... γύρισε το κεφάλι.... αλλά κόσμος πήγαινε και ερχόταν....
Έκατσε να πιει καφέ κοντά στη θάλασσα μόνη όπως πάντα..... χάθηκε το βλέμμα της εκεί που ενώνονται ορίζοντας και θάλασσα, για ώρες. Αυτή η αίσθηση όμως ότι κάποιος είναι κάπου παραδίπλα, της ήταν έντονη, αλλά κανέναν δεν έβλεπε τριγύρω..... το ίδιο και το βράδυ στο σπίτι, και την άλλη… και την παράλλη μέρα..... έναν αέρα ανθρώπου ένοιωθε...

Έφτασε Τρίτη του Πάσχα....
«Θα έρθεις τελικά;» Τον ρώτησε...... «Ήρθα είδα και φεύγω....» της είπε..... Το ήξερε ότι δεν θα ερχόταν, αλλά μια μικρή ελπίδα πάντα τρεμόσβηνε μέσα της..... η απάντηση που της έδωσε ήταν...... πικρή.....
«Αυτό το ταμπελάκι με το νούμερο 34 της οδού Α....... πρέπει κάποιος να το φτιάξει..... είναι κρυμμένο και δεν φαίνεται καλά.»

Έμεινε άφωνη......! Μια λεπτομέρεια που μόνο κάποιος που θα έψαχνε το σπίτι της μπορούσε να την προσέξει........ τρελάθηκε.......! «Είσαι άδικος!» του φώναξε. « Εσύ με είδες αλλά μου στέρησες την ευκαιρία να σε δω και εγώ για μια και μόνη φορά! Είσαι άδικος!»
Δεν τόλμησε να του πει ότι την είδε, δεν του άρεσε -ήταν σίγουρη ότι δεν του άρεσε- και έφυγε χωρίς να της μιλήσει.
«Ησύχασε κυρά μου, την Κυριακή θα είμαι κοντά σου...... είμαι κοντά σου κάθε στιγμή»
«Δεν θα σε δω, ποτέ δεν θα σε δω.... θα αγαπώ πάντα κάποιον που δεν θα ξέρω την μορφή του» είπε και πνίγηκε στο κλάμα.

Ξημέρωσε Κυριακή...... μόλις η πρώτη αχτίδα του ηλίου γλίστρησε στο δωμάτιο, εκείνη σηκώθηκε..... φόρεσε μια ρόμπα πάνω απ’ το νυχτικό της, έφτιαξε καφέ και βρήκε στο μπαλκόνι..... το στόμα της πικρό απ’ τα τσιγάρα και τα μάτια πρησμένα απ’ το κλάμα..... κάθε που έφερνε όλη την ιστορία στο μυαλό της, τα ματιά της έτρεχαν..... κοιτούσε στο κενό..... μέσα στα δακρυσμένα μάτια της, μια σκιά… η σκιά ενός άντρα διαγράφτηκε...... στεκόταν απέναντι και της χαμογελούσε..... σκούπισε τα μάτια να δει καλύτερα...... κάτι της θύμιζε η φιγούρα του αλλά τι....;

Ναι...! Ήταν εκείνος έξω από την πόρτα του εργοστασίου. Εκείνος ήταν που στεκόταν δίπλα της σε μια βιτρίνα στον Πειραιά, αυτός ο ίδιος στάθηκε δίπλα της και άναψε κερί στην εκκλησία την Παρασκευή όταν άναβε και εκείνη....... ήταν Εκείνος!

Κατέβηκε τις σκάλες σαν τρελή και έπεσε στην αγκαλιά του!
Εκείνη την μέρα ήταν δικός της! Για μια και μοναδική μέρα......! Ανέβηκαν σπίτι..... τον κοιτούσε… δεν έπαιρνε τα μάτια της από το πρόσωπο του για να το χαράξει στην μνήμη της.... ήξερε ότι δεν θα τον ξανάβλεπε. Δεν ήξερε το γιατί όμως.

Έκαναν έρωτα. Ποτέ δεν είχε κάνει έτσι έρωτα ξανά. Τα κορμιά τους ενώθηκαν σε ένα, κι όλη νύχτα έτρεμαν από ηδονή... Οι οργασμοί ήταν απανωτοί... ήταν τέτοια η χημεία που ένωνε τα κορμιά τους, σαν να είχαν γεννηθεί ο ένας για τον άλλον... Ποτέ κανένας άντρας δεν την είχε κάνει δική του με τέτοια λατρεία και τέτοιο σεβασμό.

Έφτασε η ώρα να χωριστούν.....
«Αύριο πάλι κυρά μου » της είπε.
«Αύριο πάλι αγαπημένε μου» του είπε και εκείνη και ας ήξερε πώς δεν υπήρχε αύριο....
«Να μην ξεχάσεις ποτέ ότι είσαι η κυρά μου και σ’ αγαπώ»
Χάθηκε...... αφήνοντας της την ανάμνηση του......
Στιγμή δεν έπαψε να τον σκέφτεται....... μάταια τον αναζήτησε...... το κινητό του κλειστό και το τηλέφωνο στο σπίτι στο Παρίσι δεν απαντούσε ποτέ.

Ήταν όλα όσα της είχε πει...... αλλά υπήρχε κάτι που δεν ήξερε και δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό. Το ένστικτο της έλεγε ότι την αγαπούσε, έτσι όπως της έλεγε απ’ τον πρώτο καιρό της επικοινωνίας τους.
Σήμερα το πρωί κάποιος χτύπησε την πόρτα του γραφείου της.
«Η κυρία Κ.........;» Τη ρώτησε. «Αυτόν τον φάκελο σας τον στέλνει το...... βατραχάκι» είπε. Τινάχτηκε απ\' την καρέκλα και άρπαξε τον φάκελο, τον έσκισε και άρχισε να διαβάζει.

«Κυρά μου σ’ αγαπώ… συγχώρησε με που δεν κατάφερα να μείνω κοντά σου όσο και αν το ήθελα. Μην πονέσεις κυρά μου. Δεν θέλω να πονάς. Πάλεψα να τα καταφέρω μα.... νικήθηκα. Από κει που είμαι τώρα, θα είμαι πάντα δίπλα σου.
Εκείνη τη φορά που σε έστησα, έμαθα πως έχω μόνο λίγο καιρό ζωή. Την ώρα που βρήκα νόημα στη ζωή μου, εκείνη αποφάσιζε να μου γυρίσει την πλάτη.
Αυτός ήταν ο λόγος που κάθε φορά ερχόμουν αλλά δεν ερχόμουν. Δεν ήθελα να πονέσεις, να καταλάβεις, να σου πω την αλήθεια..... σκέφτηκα πολύ αν έπρεπε να μάθεις, αλλά αν δεν μάθαινες τελικά θα έμενες με την πίκρα ότι δεν σ’ αγάπησα και ήμουν ψεύτης.
Σ’ αγαπώ και ευχαριστώ τη ζωή που, πριν μου γυρίσει την πλάτη, μου έκανε δώρο την ύπαρξη σου. Έστω και για τόσο λίγο.
Να προσέχεις τον εαυτό σου κυρά μου και να χαμογελάς. Να είσαι δυνατή.
Σ αγαπώ.»

Σωριάστηκε στην καρέκλα… ο πόνος ήταν βουβός… τα δάκρυα πέτρωσαν στις άκρες των ματιών της.
«ΓΙΑΤΙ ΘΕΕ;;;» ούρλιαζε.
«ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΠΗΡΕΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΝ; ΓΙΑΤΙ;»

Μέσα σε δέκα χρόνια, ήταν ο δεύτερος άντρας που αγάπησε και την αγάπησε και τους πήρε ο θεός σε ταξίδι δίχως γυρισμό.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")