Ιστορίες από τη ζωή μου (2o μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Γεια σας (και πάλι...). Είμαι η Έλενα που είχα γράψει την πρώτη μου ιστορία στις 14/06/08 και καταρχήν θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους και όλες που βρήκαν τον χρόνο να μου στείλουν μηνύματα και... προτάσεις! Σ' αυτήν την ιστορία θα σας περιγράψω, το πως ξεκίνησε η περιήγησή μου, στα... πονηρά πράγματα.

Πέρυσι το καλοκαιράκι, μόνη στην Αθήνα, αφού ο αδελφός μου έμενε σε έναν φίλο του και οι δικοί μου ήταν στην Ρουμανία για ιατρικούς λόγους για έναν συγγενή, έκανα βόλτα στην πλατεία της Αγίας Παρασκευής, μετά από καλοκαιρινό σινεμαδάκι. Την κολλητή μου την είχαν πάρει οι γονείς της κι εγώ κοίταζα τις βιτρίνες μέχρι να το πάρω απόφαση να γυρίσω σπίτι.

Τότε την είδα. Ήταν γύρω στα 45 πολύ κυρία, με αρκετά ωραίο κορμί και ακριβά ρούχα να πηγαίνει βόλτα το σκυλάκι της. Διασταυρωθήκαμε στο πεζοδρόμιο και το ζωάκι ήρθε να με μυρίσει. Γέλασα και πήγα πίσω.

-    «Καλησπέρα! Με λένε Όλγα. Μην το φοβάσαι, δεν δαγκώνει…», μου είπε. «Εσένα;»

-    «Έλενα με λένε. Καλά εσείς το ξέρετε ότι δεν δαγκώνει, αλλά αυτό το ξέρει;»

-    «Βρε έχεις χιούμορ, το ξέρεις;», μου είπε γελώντας.

-    «Το ξέρω, αλλά έχω και δύο πόδια που όμως τα θέλω... ολόκληρα...»

-    «Και μάλιστα είναι και πολύ όμορφα, όπως κι εσύ άλλωστε!», είπε και με κοίταζε χαμογελώντας.

-    «Κι εσείς δεν πάτε πίσω…», της αντιγύρισα το κομπλιμέντο.

-    «Ωραία μιλάς και μου αρέσει αυτό! Φίλο έχεις;»

-    «Όχι, τα αγόρια είναι τυφλά».

Γέλασε πάλι...

-    «Το δικό μου, αγόρι, λέει ότι είμαι η καλύτερη, τα τελευταία είκοσι χρόνια... τόσα χρόνια είμαστε παντρεμένοι».

-    «Μωρέ μπράβο! Δεν φαίνεστε πάνω από 34-35».

-    «Σε ευχαριστώ. Με κάτι τέτοια, που μου λες, απεφάσισα πως πρέπει να σε κεράσω, αλλά τα μαγαζιά είναι κλειστά, τέτοια ώρα. Θες να έρθεις σπίτι μας;»

-    «Δεν είναι αργά;», την ρώτησα. «Ο σύζυγός σας, τι θα πει;»

-    «Μην σε νοιάζει, τον κουμαντάρω…»,» είπε γελώντας.

-    «Δηλαδή;», ρώτησα.

-    «Τον κάνω ότι θέλω!», μου είπε πονηρά και με κοίταξε στα μάτια. «Δηλαδή του κάνω όλα τα χατίρια... Κατάλαβες;»

-    «Μάλλον, ναι…», της είπα χαμογελαστά.

-    «Πάμε λοιπόν».

Περπατήσαμε λιγάκι και μπήκαμε στο αμάξι της. Ο σκύλος πήδηξε πίσω και έκατσε ήσυχος.

-    «Βάλε ζώνη…», μου είπε.

Προσπάθησα να την βάλω και ήρθε κοντά μου. Με βοήθησε και τα χέρια της έπιασαν τα δικά μου και δέσαμε την ζώνη με δυο κινήσεις. Στην προσπάθειά μου το φουστανάκι μου είχε σηκωθεί ψηλά μέχρι την μέση στα μπούτια μου. Τα κοίταξε και μου είπε:

-    «Τελικά πραγματικά, είναι όμορφα τα πόδια σου, στο είπα και πριν. Να τα δω καλύτερα;», μου είπε.

Παραξενεύτηκα και πριν μιλήσω, έγειρε κοντά μου και σήκωσε ψηλά την φουστίτσα μου.

-    «Μμμμ… Άψογα είναι!»

-    «Και τα δικά σας πρέπει να είναι ωραία!», της είπα πιστεύοντας ότι θα ήταν αγένεια να μην πω κάτι σχετικό.

-    «Δες τα αν θέλεις…», μου είπε και με κοίταξε στα μάτια.

Δίστασα και τελικά σήκωσα το φόρεμά της. Τα μπούτια της ήταν πιο γεμάτα από τα δικά μου, αλλά και πάλι ήταν πολύ ωραία. Της το είπα.

-    «Το δέρμα τους δεν είναι πια το ίδιο όπως πριν λίγα χρόνια. Να, πιάσε τα να δεις…»

Με τα χέρια μου της ζούληξα το δεξί μπούτι. Μου άρεσε και το έκανα πολλές φορές, σαν να της έκανα μασάζ. Της άρεσε γιατί αναστέναξε, γλείφοντας τα χείλια της.

-    «Ας φύγουμε…», μου είπε βραχνά.

Ξαφνικά η ατμόσφαιρα στο αμάξι είχε αλλάξει. Έβαλε μπροστά και γύρισα στην θέση μου κατεβάζοντας πιο χαμηλά το φόρεμά της.

-    «Σε πειράζει να το ανεβάσεις ξανά εκεί που ήτανε πριν;», μου είπε.

Μου άρεσε η όλη ιστορία και το έκανα.

-    «Σήκωσε και το δικό σου όπως πριν, σε παρακαλώ…», μου είπε.

-    «Μα οδηγείς!», της παραπονέθηκα.

-    «Σε παρακαλώ…», μου ξαναείπε. «Σε παρακαλώ πολύ!»

Της έκανα το χατίρι και άφησα το φορεματάκι μου πολύ ψηλά.

-    «Σε πειράζει να ξεκουράζω το χέρι μου στα μπούτια σου;. Μου αρέσουν πολύ, Έλενα!»

-    «Καλά, κάντε ότι θέλετε, αλλά να μην καρφωθούμε πουθενά!», της είπα γελώντας.

-    «Εντάξει - εντάξει ότι πεις!», μου είπε ξεκαρδισμένη.

Στο πρώτο στενό κιόλας το δεξί της χέρι ήρθε στα μπούτια μου ψηλά και άρχισε να με χαϊδεύει όλο και ψηλότερα. Λίγο ακόμα και θα με χάιδευε στην κοιλιά μου χαμηλά.

-    «Πιο κάτω, σας παρακαλώ…», της είπα γελώντας.

-    «Α! Όλα κι όλα!», είπε γελώντας. «Μην αλλάζεις γνώμη. Πριν λίγο μου είπες να κάνω ότι θέλω. Ε! Αυτό θέλω».

-    «Καλά - καλά ότι πείτε!», αποκρίθηκα γελώντας.

Με τα πολλά σε πέντε λεπτά φτάσαμε στο σπίτι της. Μπήκαμε στο πάρκινγκ και έσβησε την μηχανή.

-    «Έλενα…», μου είπε.

-    «Πες τε μου…», την παρότρυνα.

-    «Αυτή η διαδρομή ήταν πολύ όμορφη για μένα. Μου άρεσε πολύ!»

-    «Και μένα. Ειλικρινά».

-    «Ερεθίστηκα πολύ έτσι όπως σου χάιδευα τα μπουτάκια σου. Να, δες!», είπε και μου έδειξε το ύφασμα στο στήθος της, που ήταν τσιτωμένο. «Οι ρώγες μου είναι ερεθισμένες. Πιάσε τις».

-    «Δεν θα το ήθελα. Δεν το έχω ξανακάνει αυτό…», της είπα.

-    «Έλα βρε χαζή. Μόνες μας είμαστε…», μου είπε και μου έπιασε σταθερά το αριστερό μου χέρι και το τράβηξε στα στήθια της.

Πράγματι, ένιωσα τις ρώγες της να είναι σκληρές πολύ. Της το είπα.

-    «Τρίψε τις λιγάκι σε παρακαλώ πολύ…», μου είπε, και έγειρε στο κάθισμά της.

Έγειρα κοντά της και χούφτωσα το δεξί της στήθος με την παλάμη μου. Άρχισα να της το μαλάζω και η Όλγα άρχισε να αναστενάζει και να στριφογυρνάει στο κάθισμά της. Δεν μπορώ να πω ότι δεν μου άρεσε το σκηνικό. Έγειρα πιο πολύ κοντά της και συνέχισα.

-    «Σας αρέσει;», την ρώτησα κολλώντας σχεδόν τα χείλη μου στο αφτί της.

-    «Με τρελαίνεις!», μου είπε, και ήρθε προς το μέρος μου.

Μου έπιασε το κεφάλι και τα χείλη της ζήτησαν τα δικά μου. Έκανα λιγάκι πίσω μα με συγκράτησε.

-    «Μην φεύγεις μακριά μου…», είπε και τα χείλια της ρούφηξαν τρυφερά τα δικά μου.

Μου άρεσε πολύ η αίσθηση και ένα λεπτό μετά ανταποκρίθηκα. Το χέρι μου μάλαζε και χούφτωνε το στήθος της πιο δυνατά από πριν.

-    «Σου αρέσουν αυτά, που κάνουμε;», με ρώτησε τρυφερά.

-    «Είναι καινούργια για μένα, αλλά ναι, μ’ αρέσουν!», της είπα.

-    «Για να δω…», μου είπε και λύνοντας τις ζώνες μας έγειρε κοντά μου και πριν προλάβω να κουνηθώ μου χούφτωσε το στήθος πάνω από το πουκάμισο.

-    «Καλά καλά, έλα μην τρομάζεις. Τις ρώγες σου θέλω να δω, αν είναι ερεθισμένες. Άσε με να τις δω λιγάκι…»

-    «Όχι εσείς. Αφήστε εμένα!», της είπα τρομαγμένη.

Αποτραβήχτηκα και ξεκούμπωσα τα κουμπιά του πουκαμίσου μου μέχρι κάτω. Άνοιξα μπροστά και, κατεβάζοντας το σουτιέν μου, έβγαλα τα βυζιά μου έξω. Τα χέρια της σαν μαγνητισμένα πήγαν πάνω τους και τα χάιδεψαν, τρυφερά στην αρχή και πιο δυνατά μετά. Μου άρεσε πολύ και άρχισα να ανασαίνω βαριά. Με πλησίασε πιο κοντά και με ρώτησε αν μ’ αρέσει...

-    «Πολύ μ’ αρέσει, αλλά δεν είναι σωστό. Μ’ αρέσει όμως!»

Σαν να περίμενε αυτό που άκουσε έσκυψε πιο πολύ και πήρε την αριστερή μου ρώγα στο στόμα της. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα κάτι τέτοιο και ένιωσα να ζαλίζομαι από την γλύκα. Άρχισε να την πιπιλάει σαν μωρό και να την γλείφει γλυκά. Τρελαινόμουνα και της το είπα.

-    «Πάμε σπίτι…», είπε.

-    «Πώς θα μας δει ο άντρας σας έτσι που είμαστε;», την ρώτησα ανήσυχη.

-    «Μην σε νοιάζει και θα του αρέσει Έλενίτσα μου...»

Βγήκαμε από το αμάξι. Άνοιξε και στο σκυλάκι που πήγε στο βάθος του πάρκινγκ στο σπιτάκι του. Με το που έκανα δυο βήματα θολωμένη έτσι που ήμουν παραπάτησα και παραλίγο να σωριασθώ κάτω. Κρατήθηκα από το αμάξι. Ήρθε κοντά μου γελώντας και με πήρε από το χέρι.

-    «Ηρέμησε…», μου είπε και με έβαλε να στηριχθώ με την πλάτη στο αυτοκίνητο μέχρι να συνέλθω.

Το κεφάλι μου γύριζε σαν σβούρα. Ήρθε μπροστά μου και κόλλησε το σώμα της στο δικό μου στριμώχνοντας με στο αμάξι. Μου άνοιξε τα πόδια και μπήκε έτσι όρθια που στεκόταν μπροστά μου ανάμεσά τους. Ένιωσα πιο ασφαλισμένη έτσι. Μου έπιασε τρυφερά το κεφάλι και με ρώτησε γλυκά αν ένιωθα καλύτερα. Της είπα ναι.

-    «Γιατί νιώθω έτσι;», την ρώτησα σαν χαζή.

-    «Μου έχεις εμπιστοσύνη; Θέλεις να νιώσεις καλύτερα;», με ρώτησε.

-    «Βέβαια! Αλλά πως θα γίνει κάτι τέτοιο;»

-    «Ότι και να γίνει δεν θα κάνεις πίσω. Μου το υπόσχεσαι;»

-    «Περίεργα είναι όλα αυτά, αλλά ναι υπόσχομαι ότι σε όλα θα πω ναι. Τι κάνουμε τώρα;», την ρώτησα.

-    «Εσύ δεν κάνεις τίποτα. Εγώ θα κάνω…», μου είπε βραχνά.

Με πίεσε στο αμάξι ακόμα πιο πολύ και μου άνοιξε εντελώς το πουκάμισό μου μπροστά βγάζοντάς το από την φουστίτσα μου. Πήγα να αντιδράσω μα μου υπενθύμισε ότι είχα δεχθεί κάποια πράγματα. Το κεφάλι της ήρθε κοντά στο δικό μου και τα χείλια της αιχμαλώτισαν τα δικά μου. Με πίεζε συνεχώς και πιο πολύ. Μου άρεσε και άρχισα να ανασαίνω βαριά. Τα χέρια της χούφτωσαν τα βυζιά μου και άρχισαν να τα μαλάζουν και να τα τρίβουν δυνατά δίνοντας προσοχή στις ρώγες μου που τις ένιωθα να καίνε. Ήταν λίγο πιο ψηλή από μένα.

Άρχισε να με πιέζει πολύ δυνατά πλέον και να ανεβοκατεβάζει την λεκάνη της μπροστά, πάνω στην δικιά μου. Οι γλώσσες μας πλέον σπρώχνανε η μια την άλλη μέσα στα στόματά μας και τα χέρια της σφίγγανε τα βυζιά μου που από την γλύκα είχανε σκληρύνει και μεγαλώσει όσο ποτέ άλλοτε. Τρελαινόμασταν σιγά - σιγά αλλά μου άρεσε.

-    «Τράβα με κοντά σου…», μου ψιθύρισε κολλώντας το στόμα της, δυνατά, στο δικό μου.

Την αγκάλιασα από την μέση και την τράβηξα πάνω μου.

-    «Από πιο κάτω…», μου ψιθύρισε λιγωμένα.

Την βούτηξα από πιο χαμηλά και βύθισα τα δάχτυλά μου στον κώλο της τραβώντας την πάνω στο κορμί μου. Ελευθέρωσε το δεξί της χέρι και το έβαλε χαμηλά ανάμεσα στα κορμιά μας. Σήκωσε την φούστα μου και γλίστρησε την παλάμη της μέσα από το κιλοτάκι μου. Το ένιωσα σαν ένα γλυκό φίδι πάνω στην κοιλιά μου και το καλοδέχτηκα γιατί ήξερα τι θα συμβεί. Τα δάχτυλά της χώθηκαν στην βάση των ποδιών μου ψηλά και προσπάθησαν να μπουν μέσα μου.

Άνοιξα ασυναίσθητα τα πόδια μου και το πρώτο της δάχτυλο χώθηκε μέσα στην σχισμή μου. Πέθανα και λίγο μετά μπήκε και το δεύτερο. Ένιωσα μια τρέλα. Άρχισε να μου τρίβει με προσοχή την κλειτορίδα ενώ τα χείλη της μου τραγούδαγαν.

-    «Τι κάνουν τα δαχτυλάκια μου στο μουνάκι σου, μωρό μου; Τι τρίβουν ανάμεσά τους; Αρέσουν στο μωράκι μου αυτά που του κάνει η μανούλα του; Θα ‘θελες να έχω έναν πούτσο αντί για τα δαχτυλάκια μου;»

Ένιωσα τον οργασμό να έρχεται σαν θάλασσα και να με παίρνει μακριά... Άρχισαν οι σπασμοί μου και ευτυχώς που με κράταγε. Θα έπεφτα κάτω… δεν ήξερα που είναι η γη και που είναι ο ουρανός. Χτυπιόμουνα πάνω στο αμάξι με τον κώλο μου και δεν μπορούσα να συγκρατηθώ. Ποτέ μου δεν είχα τελειώσει τόσο βίαια. Πέθαινα κάθε δευτερόλεπτο. Τα πόδια μου, δεν με κρατάγανε πια. Με συγκράτησε για λίγο αλλιώς θα έπεφτα κάτω. Πέρασε λίγη ώρα, έβγαλε το χέρι της από τα μπούτια μου και μου έφτιαξε το πουκάμισο.

-    «Μπορείς να περπατήσεις τώρα;», ρώτησε.

-    «Μάλλον ναι… δεν είναι σίγουρο…», είπα και γελάσαμε.

-    «Εσύ τελείωσες, εγώ όμως τσου…»

Την κοίταξα τρυφερά.

-    «Έχετε δίκιο…», της είπα. «Θέλετε να κάνουμε τα ίδια με σας;»

-    «Ο πληθυντικός πέθανε πια!», είπε και γελάσαμε.

Με κοίταξε και την κοίταξα.

-    «Λοιπόν…;», την ρώτησα.

-    «Να πάμε επάνω καλύτερα!», μου είπε. «Εδώ θα μας δούνε».

-    «Μα δεν είναι ο άντρας σου επάνω;», ρώτησα απορημένη.

-    «Είναι βρε χαζούλα. Το πολύ - πολύ να τον αφήσουμε να βλέπει κι αυτός. Μην φοβάσαι. Τον ελέγχω καλά. Τίποτε δεν θα γίνει αν δεν το θέλεις κι εσύ…», μου είπε με τρόπο

Ομολογώ ότι εκείνη την ώρα δεν καταλάβαινα και πολλά πράγματα.

-    «Λοιπόν, πώς σου φάνηκαν αυτά που κάναμε προηγουμένως;»

-    «Ήταν η πρώτη μου φορά και μάλιστα με γυναίκα. Μου άρεσαν πραγματικά, πάρα πολύ!»

Εκείνη την στιγμή χτύπησε το κινητό της. Το πήρε και ήταν ο άντρας της. Δεν άκουγα τι την ρωτούσε αυτός, αλλά άκουγα την Όλγα.

-    «Από κάτω είμαι και μάλιστα με παρέα. Ανεβαίνουμε τώρα. Μην κοιμηθείς…», του είπε.

Χέρι - χέρι πιασμένες και χαρούμενες ανεβήκαμε στο σπίτι τους.

Η συνέχεια σε λίγες μέρες…

Εάν θέλετε να μου γράψετε σχόλια και απόψεις κάντε το αλλά σας παρακαλώ χωρίς βωμολοχίες και προστυχιές. Δεν είμαι το κοριτσάκι του Κατηχητικού αλλά, κάποια πράγματα, δεν μ’ αρέσουν.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")