Η γυναίκα μου με έκανε σκλάβα της

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το όνομά μου είναι X... και θα ήθελα να ξεκινήσω την ιστορία μου λέγοντας πως είμαι παντρεμένος με την πιο υπέροχη γυναίκα του κόσμου. H Μ... είναι 35 χρονών μελαχρινή, αδύνατη, με καλοφτιαγμένο σώμα κι εγώ 32 γυμνασμένος, επίσης αδύνατος.

Όλα ξεκίνησαν πριν δυο χρόνια, τέσσερις μήνες μετά το γάμο μας. Καθόμασταν στο σαλόνι και βλέπαμε τηλεόραση και η Μ... ταυτόχρονα έβαφε τα νύχια της, όταν γύρισε, με κοίταξε και μου είπε με ένα πονηρό χαμόγελο:

-    «Τι θα έλεγες να παίζαμε λίγο;»

-    «Φυσικά!», απάντησα. «Τι έχεις στο μυαλό σου;»

Σηκώθηκε και παίρνοντας το βερνίκι νυχιών της μαζί ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Έπιασε τα χέρια μου τα χάιδεψε, πήρε τα δάχτυλά μου στα χέρια της κι άρχισε να τα βάφει με το κόκκινο βερνίκι της.

-    «Τι κάνεις εκεί;» τη ρώτησα έκπληκτος.

-    «Φτιάχνω τα νύχια σου», μου απάντησε πολύ φυσιολογικά, σα να ήταν το πιο καθημερινό πράγμα στη ζωή μας.

-    «Μη, δε θέλω βαμμένα νύχια» είπα.

-    «Όχι», επέμεινε. «Έχεις υπέροχα νύχια και βαμμένα είναι ακόμη πιο όμορφα».

Συνέχισε και ένα - ένα μου έβαψε όλα τα νύχια που τώρα έλαμπαν κατακόκκινα. Παρόλα αυτά καύλωσα απίστευτα κάτι που το παρατήρησε η Μαρία και κατεβάζοντας τη φόρμα μου μαζί με το σλιπάκι μου άρχιζε να με μαλακίζει. Συνέχεια μου έλεγε πόσο όμορφα χέρια έχω και πως θα μου φαινόταν να τα βάφω πιο συχνά. Εγώ συμφωνούσα μέσα στην καύλα μου και πολύ γρήγορα έχυσα στο στόμα της. Αφού κατάπιε τα χύσια μου μέχρι την τελευταία σταγόνα, ξάπλωσε πίσω στον καναπέ, σήκωσε τη φούστα και με τράβηξε ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια της.

-    «Και τώρα η σειρά μου», μου είπε.

Άρχισα να γλείφω το υγρό μουνάκι της και να το δαγκώνω απαλά.

-    «Χώσε και τα δάχτυλά σου μέσα μου. Θέλω να με γαμήσουν αυτά τα κόκκινα δαχτυλάκια. Έλα κορίτσι μου.. πιο γρήγορα! Πιο βαθιά!»

Αν και μου κόπηκαν τα πόδια έτσι που με είπε συνέχισα πιο γρήγορα και πιο δυνατά μέχρι που ήρθε κι εκείνη σε οργασμό. Αφού χαλαρώσαμε, χωρίς να αναφερθούμε πάλι στα κόκκινα νύχια μου, πήγαμε στην κρεβατοκάμαρα να ξαπλώσουμε. Εκείνη γδύθηκε αλλά πριν ξαπλώσει φόρεσε ένα κόκκινο δαντελένιο στρινγκ κι από πάνω ένα αραχνοΰφαντο κοντό κόκκινο νυχτικάκι.

-    «Σου αρέσουν τα εσώρουχά μου;» με ρώτησε.

-    «Πολύ, πάρα πολύ!», της απάντησα, αν και το ήξερε πόσο πολύ μου άρεσαν τα καυτά της κιλοτάκια κι όχι μόνο.

-    «Ωραία! Αύριο θα τα φορέσεις εσύ», μου είπε.

Γέλασα χωρίς να το σχολιάσω και ξαπλώσαμε να κοιμηθούμε. Το επόμενο πρωινό σηκώθηκε πριν προλάβω να ντυθώ, πήγε στο μπάνιο και βγήκε κρατώντας κάτι πίσω απ’ την πλάτη της με πλησίασε.

-    «Σου έχω μια έκπληξη», μου είπε.

-    «Τι είναι;», τη ρώτησα.

Έφερε το χέρι της μπροστά και κρατούσε ένα λευκό κιλοτάκι της.

-    «Είναι αυτό που φορούσα χθες», μου είπε.

-    «Και τι θες να κάνω εγώ γι’ αυτό;» τη ρώτησα με απορία.

-    «Τι εννοείς; Στο είπα και χθες βράδυ! Σήμερα θέλω να φορέσεις τα εσώρουχά μου».

-    «Μα, έχω να πάω στη δουλειά. Το ξέχασες;»

-    «Ε και; Τι πειράζει; Ποιος θα δει το κιλοτάκι κάτω απ’ τα ρούχα σου;»

Και χωρίς να περιμένει απάντηση γονάτισε μπροστά μου.

-    «Σήκωσε το πόδι σου», μου είπε.

Και αφού σήκωσα πρώτα το ένα και μετά το άλλο πόδι, μου ανέβασε το βρακάκι της και το τράβηξε μέχρι πάνω. Το λεπτό ύφασμα σε συνδυασμό με τη λεπτή δαντέλα και την παράξενη αίσθηση, έκαναν τον πούτσο μου να σηκωθεί.

-    «Είδες που σου αρέσει;» μου είπε η Μ... χαμογελώντας. «Δείχνεις υπέροχη! Και τώρα φόρα το παντελόνι σου και είσαι έτοιμη».

Ήταν η δεύτερη φορά που μου μιλούσε σα να ήμουν γυναίκα αλλά δεν το σχολίασα. Με βοήθησε να ξεβάψω τα νύχια μου κι έφυγα για το γραφείο. Όλη την ημέρα στη δουλειά ένιωθα άβολα σα να ήξεραν όλοι ότι κάτω απ’ τα σοβαρά ρούχα μου φόραγα το βρακάκι της γυναίκας μου. Αλλά ταυτόχρονα ένιωθα τη δαντέλα να με σφίγγει απαλά και ήμουν συνέχεια ερεθισμένος. Για λίγες μέρες όλα ξανάγιναν φυσιολογικά μέχρι που ήρθε το Σάββατο. Τότε μου έβαψε και τα δάχτυλα των ποδιών μου και όταν κάναμε έρωτα μου είπε πως σκόπευε να έχω μόνιμα βαμμένα τα δάχτυλα των ποδιών μου μιας και δε θα τα έβλεπε κανείς. Δεν ήξερα αν το εννοούσε γιατί μέχρι τότε μου είχε πει πάρα πολλά που όμως δεν τα είχε κάνει ποτέ, εκτός απ’ το με ντύσει με το κιλοτάκι της. Μετά τον έρωτά μας πήγα στο μπάνιο να ξεβάψω τα νύχια μου κι εκείνη με ακολούθησε.

-    «Τι νομίζεις ότι κάνεις;» με ρώτησε.

-    «Ξεβάφω τα νύχια μου», της απάντησα.

-    «Νομίζω πως σου είπα να τα αφήσεις έτσι», μου είπε με άγρια φωνή για πρώτη φορά.

-    «Ναι, μα-» πήγα να πω.

-    «Δεν έχει μα! Θέλω να τα αφήσεις έτσι. Και τώρα έλα στο κρεβάτι».

Έτσι είχα τα νύχια των ποδιών μου όλη την εβδομάδα βαμμένα μέχρι που άρχισαν να ξεβάφουν μόνα τους. Και τότε τα ξέβαψε η ίδια αλλά αμέσως μετά τα ξαναέβαψε. Και εντωμεταξύ όλο και πιο συχνά με έστελνε στη δουλειά φορώντας κάποια δικιά της κιλότα κάτω απ’ τα ρούχα μου. Ένα βράδυ μετά από μερικές μέρες με έντυσε με ένα ροζ κιλοτάκι κι από πάνω μου έβαλε ένα κοντό ροζ κι αυτό νυχτικάκι της. Κι αφού με κοίταξε ικανοποιημένη μου δήλωσε πως τέτοια θα φοράω στο εξής μέσα στο σπίτι. Ακόμη κι όταν κάναμε έρωτα εγώ θα έπρεπε να φοράω κάποιο δικό της εσώρουχο που εκείνη θα όριζε ποιο θα ήταν κάθε φορά. Στη συνέχεια, αφού με έβαλε να φοράω και το σουτιέν της αλλά σιγά - σιγά και τα φορέματά της, μου ζήτησε να ξυρίσω όλο το σώμα μου, εκτός από τα χέρια μου που θα φαινόταν στη δουλειά μου. Παράλληλα μου απαγόρευσε να κόβω τα μαλλιά μου, αλλά να τα αφήσω να μακρύνουν, να γίνουν πιο γυναικεία όπως είπε. Ώσπου ένα βράδυ, μετά από μερικές μέρες, με έβαψε για πρώτη φορά. Κραγιόν, μάσκαρα, μέικ απ, μου έβαλε άρωμα και σα να μην έφταναν όλα αυτά μου έφερε ένα κουτί και μου είπε:

«Ένα μικρό δώρο για το κορίτσι μου».

Το άνοιξα και βρήκα μέσα ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνες γόβες στο νούμερό μου. Τις φόρεσα με τρεμάμενα χέρια ξέροντας πια πως οι ρόλοι μας είχαν αντιστραφεί οριστικά και κατόπιν απαιτήσεώς της κάναμε έρωτα έτσι χωρίς καν να βγάλω τις γόβες μου. Κάθε πρωί πια με περίμενε το χτεσινό κιλοτάκι της γυναίκας μου για να το φορέσω και να πάω στη δουλειά. Και τα απογεύματα, σχεδόν σε καθημερινή βάση, φορούσα τα εσώρουχά της και πότε - πότε κάποια μπλούζα της, φούστα της ή φόρεμά της. Και κάποιο απόγευμα που γύρισα κουρασμένος απ’ τη δουλειά κι εκνευρισμένος κι αρνήθηκα να ντυθώ με τα ρούχα της, με πλησίασε με άγριες διαθέσεις, μου άστραψε μια σφαλιάρα που τη θυμάμαι ακόμη και μου είπε απότομα:

-    «Θα σε κάνω γυναίκα θέλεις δε θέλεις! Το κατάλαβες;»

Πάγωσα. Δεν μπορούσα ούτε ένα ναι ή ένα όχι να ψελλίσω. Κάποια στιγμή, μετά από ώρα, μπόρεσα να πω:

-    «Μα νόμιζα πως όλα αυτά ήταν ένα παιχνίδι που άρεσε και στους δυο μας, για να περνάμε καλά».

-    «Από σήμερα και στο εξής εσύ θα είσαι η γυναίκα εδώ μέσα και δε θέλω αντιρρήσεις. Αλλιώς σε παρατάω και φεύγω!» μου είπε.

Αναγκάστηκα να αποδεχτώ τους όρους της και να ντυθώ με τα ρούχα που μου είχε διαλέξει για εκείνη την ημέρα. Όσο περνούσε ο καιρός η Μ... με έβαζε όλο και πιο πολύ πέρα απ’ το ντύσιμο και στη γυναικεία σκέψη. «Μην περπατάς άχαρα με τα τακούνια. Κούνα προκλητικά το κωλαράκι σου. Μην κάθεσαι με ανοιχτά πόδια, φαίνεται το βρακάκι σου» και άλλα τέτοια. Και πέρα απ’ όλα αυτά μου άλλαξε το όνομα και πια.. με φώναζε Χριστίνα. Εκείνο το βράδυ δεν κάναμε έρωτα, αντίθετα με έβαλε να της γλείψω πολύ καλά και για πολύ ώρα τα πόδια της και μετά τον κώλο της. Έγλειφα και ρούφαγα την κωλοτρυπίδα της ενώ εκείνη μαλακιζόταν, έτριβε την κλειτορίδα της και έβαζε δάχτυλα στο μουνί της μέχρι που έχυσε. Όταν συνήλθε απ’ τον οργασμό της μου ανακοίνωσε πως αυτό που έγινε θα ήταν πια καθημερινή μου ασχολία σα δείγμα ικανοποίησης και ευχαρίστησης της κυρίας μου.

Μερικές βδομάδες αργότερα, και αφού πια με είχε κάνει γυναίκα που έκανα και όλες τις δουλειές του σπιτιού, μου δήλωσε πως είχε μιλήσει σε μια φίλη της για μένα και πως εκείνη ήθελε να με γνωρίσει. Πάγωσα, δεν ήξερα τι να πω, αλλά εκείνη δεν μου άφησε περιθώρια. Σήκωσε το ακουστικό και πήρε τηλέφωνο μια Δ... και αφού μιλούσε και γελούσε μαζί της, της είπε:

-    «Μισό λεπτό» και μου έδωσε το ακουστικό. «Η Δ... θέλει να σου μιλήσει» μου είπε, σα να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα.

-    «Γεια σου X... Επιτέλους σου μιλάω. Τι κάνεις;» με ρώτησε μια άγνωστη γυναικεία φωνή απ’ την άλλη άκρη του τηλεφώνου.

-    «Καλά», ήταν το μόνο που μπόρεσα να πω απ’ την αμηχανία μου.

-    «Η Μ... μου είπε πως σε εκπαίδευσε και σου έμαθε πως τα πραγματικά κορίτσια εξουσιάζουν τα αγοράκια», συνέχισε.

-    «Μμμ… ναι» απάντησα.

-    «Και μου είπε επίσης πως κάθε μέρα γίνεσαι όλο και καλύτερο κοριτσάκι. Αλήθεια είναι;»

-    «Ναι..» απάντησα πάλι, παγωμένος ακόμη.

-    «Και πώς έχεις μάθει το ρόλο σου σαν καλό κορίτσι για να ικανοποιείς τη Μ...;»

Έμεινα σιωπηλός για λίγο. Πού το πήγαινε;

-    «Χ...;» ρώτησε.

-    «Ναι», της απάντησα.

-    «Ξέρεις τελικά τον τρόπο να ευχαριστείς ένα κορίτσι;»

-    «Μάλιστα» απάντησα και σχεδόν κόντευα να βάλω τα κλάματα απ’ τη ντροπή μου. «Μάλιστα» απάντησα πάλι.

-    «Πες μου…», επέμενε εκείνη.

-    «Γλείφω τα πόδια τους» απάντησα.

-    «Και τι άλλο;» συνέχισε.

-    «Και τον κώλο τους», είπα με τρεμάμενη φωνή.
¨
-    «Αυτό είναι πολύ καλό. Μπράβο X...!» Η Μ... μου είπε πως σου έχει πάρει ένα σωρό όμορφα πράγματα για να φοράς και πως τελευταία έχουν αρχίσει να σου αρέσουν τα φορέματα που σε διατάζει να βάζεις. Έτσι είναι;»

-    «Μμμ… ναι» απάντησα πάλι.

-    «Ποιο σου αρέσει περισσότερο απ’ όλα;»

-    «Το ροζ» απάντησα χωρίς δεύτερη σκέψη.

-    «Το ροζ; Πες μου περισσότερα γι’ αυτό», επέμενε εκείνη.

-    «Είναι εξώπλατο, κοντό, με επίσης κοντά μανίκια, και στέκεται ωραία πάνω μου» απάντησα.

-    «Και η Μ... μου είπε πως σου έχει και ταιριαστές γόβες γι’ αυτό».

-    «Μμμ… ναι» απάντησα και σκεφτόμουν τα ροζ γοβάκια μου.

-    «Και με τι άλλο ταιριάζει;» συνέχισε η Δ...

Εκεί κόμπλαρα για άλλη μια φορά αλλά εκείνη δεν μου άφησε περιθώρια.

-    «Έλα γλυκιά μου, πες στην κυρία Δ... με τι άλλο ταιριάζει το φουστανάκι σου».

-    «Με το μικρό ροζ τσαντάκι μου», της απάντησα ντροπιασμένος.

-    «Ξέρεις X..., θα ήθελα να σε επισκεφτώ και να σε δω από κοντά με το ροζ φορεματάκι σου. Πώς σου φαίνεται;»

Έμεινα με το ακουστικό στο χέρι χωρίς να ξέρω τι να απαντήσω.

-    «Χ... γλυκιά μου, είσαι εκεί;»

-    «Μμμμ… ναι» απάντησα.

-    «Δώσε μου την κυρία σου», μου είπε τότε εκείνη, «Αφού εσύ δεν απαντάς».

Το έδωσα στη Μ... που όλη αυτή την ώρα ήταν κοντά μου και με επέβλεπε και με έστειλε στην κουζίνα να πλύνω τα πιάτα για να μην ακούω τι κανονίζανε. Όταν τελείωσε μου ανακοίνωσε μόνο να είμαι έτοιμη για την Κυριακή και δεν αναφέρθηκε ξανά στο θέμα. Την Κυριακή με έντυσε με το ροζ φορεματάκι, με ροζ στρινγκ, ασορτί ζαρτιέρες και κάλτσες και τις ροζ γόβες μου. Και τότε μου ανακοίνωσε:

-    «X..., η κυρία Δ... θα έρθει αργότερα να σε επισκεφτεί. Θέλω να είσαι καλή και ευγενική μαζί της. Και μην ξεχνάς πάνω απ’ όλα είναι γυναίκα και πρέπει να της δείξεις τον ανάλογο σεβασμό».

-    «Μάλιστα κυρία» απάντησα.

-    «Εγώ θα λείπω», συνέχισε, «για να σε αφήσω μόνη μαζί της, να νιώθει κι εκείνη πιο άνετα. Τώρα πήγαινε και ετοίμασε το γεύμα να της σερβίρεις».

-    «Μα… θα με αφήσεις μόνο μου με μια ξένη;» ρώτησα.

-    «Δε θα σε αφήσω μόνο σου αλλά μόνη σου και πρέπει να μάθεις να δείχνεις σεβασμό σε όλες τις γυναίκες κι όχι μόνο σε μένα. Και να είσαι καλή και υπάκουη ακόμη κι όταν δεν είμαι εγώ μπροστά. Κι αν το θελήσει, θα την ευχαριστήσεις όπως εμένα. Όχι μόνο με ένα απλό ευχαριστώ. Αν το θελήσει θα της φιλήσεις τα πόδια κι ακόμη και τον κώλο της αν σε διατάξει».

-    «Μάλιστα κυρία» απάντησα μη μπορώντας να κάνω κάτι άλλο.

Η Δ... ήρθε στις δώδεκα και έφερε ροζ τριαντάφυλλα που μου τα πρόσφερε.

-    «Αυτά είναι για σένα μικρή μου», μου είπε.

Ήταν μια ψηλή, ξανθιά γυναίκα, γύρω στα σαράντα αλλά διατηρημένη, με γυμνασμένο σώμα και όμορφα χαρακτηριστικά.

-    «Ευχαριστώ κυρί»α είπα και τα πήρα και τα έβαλα σ’ ένα βάζο.

-    «Έτσι θα ευχαριστήσεις την κυρία Δ...;» φώναξε η γυναίκα μου από δίπλα.

Γονάτισα μπροστά στην άγνωστη και φίλησα και τα δυο παπούτσια της λέγοντας πάλι:

-    «Ευχαριστώ κυρία Δ...»

-    «Μπράβο γλυκιά μου!» είπε η Μ... «Και τώρα εγώ να πηγαίνω, έχω αργήσει..» Και γυρνώντας σ’ εμένα: «Εσύ μικρή μου να είσαι φρόνιμη και καλή με την καλεσμένη σου».

Όταν μείναμε μόνοι μας, παρά την αρχική αμηχανία και ντροπή μου, σέρβιρα καφέ στη Δ... κι εκείνη μιλούσε μαζί μου σα να μην έτρεχε τίποτε.

-    «Λοιπόν, πως σου φαίνεται η ζωή σου σαν κοριτσάκι;» με ρώτησε.

-    «Ωραία κυρία» απάντησα αμήχανα.

-    «Και ποια είναι η θέση σου απέναντι στις γυναίκες;» επέμενε εκείνη.

-    «Να τις υπηρετώ και να τις ευχαριστώ κυρία» απάντησα.

-    «Ωραία! Πέσε στο πάτωμα και γλείψε μου τα πόδια!» διέταξε.

Έπεσα στα τέσσερα στο χαλί, έβγαλα τις γόβες της και πήρα στο στόμα μου τα δάχτυλα των ποδιών της και έγλειφα, φίλαγα, ρούφαγα πάνω απ’ το καλσόν της. Μετά από λίγο με σταμάτησε, σηκώθηκε και έβγαλε το καλσόν και ξανακάθισε σηκώνοντας ψηλά το φόρεμά της. Εγώ ξανάγλειφα τα γυμνά πια δάχτυλά της ένα - ένα και όλα μαζί κι εκείνη μου έλεγε βρομόλογα, με έβριζε και έτριβε την κλειτορίδα και το μουνάκι της πάνω απ’ το βρακάκι της.

-    «Φτάνει μικρή μου βρωμιάρα», με σταμάτησε και γυρνώντας ανέβηκε στον καναπέ με τον κώλο της προς εμένα.

Σήκωσε εντελώς το φουστάνι της, κατέβασε το κιλοτάκι της και με διέταξε να γλείψω και τον κώλο της. Έγλειφα τα κωλομάγουλά της και μετά την τρυπούλα της κι εκείνη μαλακιζόταν βόγκαγε, έβριζε, ούρλιαζε από καύλα. Όταν έχυσε με έβαλε να σήκωσα το φορεματάκι μου να κατεβάσω το κιλοτάκι ως τα γόνατα και να μαλακιστώ σαν καλό κορίτσι μπροστά της. Ο πούτσος μου, τεράστιος από καύλα, δεν ήθελε πολύ για να χύσει. Εκείνη γονάτισε και προς μεγάλη μου έκπληξη τον πήρε στο στόμα της ενώ παράλληλα μου χάιδευε το κωλαράκι μου και τα πόδια μου. Έχυσα ακαριαία στο στόμα και τα ρούφηξε όλα. Δεν τα κατάπιε όμως όπως περίμενα αλλά σηκώθηκε και με μια λάμψη στα μάτια της με έπιασε απ’ τα μαλλιά και μου έδωσε ένα βαθύ φιλί στο στόμα αδειάζοντας τα χύσια μου μέσα στο στόμα μου. Με κράταγε ακίνητο, με φίλαγε, μου έχωνε τη γλώσσα της μέχρι που κατάπια και την τελευταία σταγόνα απ’ τα χύσια μου.

-    «Πώς σου φάνηκε;» με ρώτησε όταν καθίσαμε στον καναπέ.

Εγώ δεν μπορούσα να συνέλθω ακόμη απ’ αυτό που είχε γίνει. Με είχε βάλει να πιω τα χύσια μου!

-    «Έτσι νιώθουν τα κοριτσάκια την πρώτη τους φορά», συνέχισε εκείνη. «Σιγά - σιγά θα το συνηθίσεις και θα σου αρέσει».

Αφού το ξεπέρασα, της σέρβιρα φαγητό και φάγαμε μαζί σαν δυο καλές φίλες. Ήπιαμε κρασί, την ευχαρίστησα, το ίδιο κι εκείνη κι έφυγε. Μετά από καμιά ώρα κι ενώ είχα πλύνει τα πιάτα και καθαρίσει το χώρο, επέστρεψε η γυναίκα μου χαρούμενη.

-    «Γεια σου X...», μου είπε χαμογελαστή. «Μίλησα με τη φίλη μου και έμεινε πολύ ικανοποιημένη μαζί σου. Έτσι κι εγώ θα σου κάνω ένα μεγάλο δώρο. Απόψε θα σε κάνω ολοκληρωμένη γυναίκα.

Πριν καταλάβω τι ήθελε να πει, έβγαλε ένα δονητή απ’ την τσάντα της και τον άφησε πάνω στο τραπέζι. Από τότε είμαι η σκλάβα και η πουτάνα της γυναίκας μου και πια έχω αποδεχτεί το ρόλο μου και μου αρέσει πάρα πολύ. Με ντύνει, με εξουσιάζει, με γαμάει και που και που φέρνει καμιά φίλη της και τις υπηρετώ και τις υπακούω.

Χ...

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")