O φίλος μου ο Μάκης

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Την αποχαιρέτησε στα γρήγορα με ένα σκαστό φιλί στο στόμα και τους είπε να βιαστούν να επιβιβαστούν στο πλοίο γιατί έπρεπε να φύγει.

Ήταν η πρώτη φορά που χωρίζανε στα τρία χρόνια της σχέσης τους, αλλά ήταν πολύ σκληρό να την αφήσει να περάσει το τετραήμερο στην Αθήνα μόνο και μόνο επειδή αυτός είχε κλείσει δουλειές και meeting και Σάββατο και Κυριακή.

Άλλωστε πώς μπορούσε να της χαλάσει χατίρι. Δεν του το είπε ξεκάθαρα, αλλά το διάβασε ολοκάθαρα στα μάτια της τη λαχτάρα όταν τον ρώτησε δειλά

-Η Μαρία θα πάει για τετραήμερο στη Μύκονο, μήπως θα μπορούσες να αναβάλλεις τα ραντεβού σου να πηγαίναμε κι εμείς;

Σιγά μην ανέβαλε τα ραντεβού του. Που δηλαδή κι αυτό να γινόταν, δεν είχε καμιά όρεξη να περάσει το τετραήμερο με την ξενέρωτη Μαρία και ποιος άλλος ξέρει ποιους.

Αλλά η Λίζα ήταν άλλο πράγμα. Δεν είχε ποτέ του συναντήσει τέτοιο κορίτσι. Μάλιστα είχε πιστέψει ότι δεν υπάρχουν τέτοια πλάσματα παρά μόνο στη σφαίρα της φαντασίας και στον κόσμο των ονείρων.

Γλυκιά, τρυφερή, μετρημένη… ένα σεμνό και σοβαρό κορίτσι στη σύγχρονη Αθήνα... απίστευτο!
Εντάξει τον ενοχλούσε λιγάκι το γεγονός ότι ήταν ίσως υπερβολικά σεμνή για τα σημερινά δεδομένα. Έρωτα κάνανε κάθε Σάββατο απόγευμα μετά τη δουλειά. Εντάξει, ίσως τις έλλειπε το πάθος, ίσως θα την ήθελε πιο άνετη, να μην ζητά να κάνουν πάντα έρωτα με κλειστό το φως και πάντα ιεραποστολικά. Όμως ήταν γλυκιά και τρυφερή και τόσο ρομαντική και αιθέρια που δεν τον ένοιαζε. Πάντα καθαρή, με τα ακριβά δαντελλένια της εσωρουχάκια, με δέρμα να μοσχοβολά φρεσκοκομμένη βιολέτα δεχόταν –λιγάκι συγκαταβατικά ίσως- τον πόθο του με μια ρομαντική για τις μέρες μας σεμνότητα και αθωότητα που τον έκανε να νοιώθει ενοχές.

Ίσως του λείπανε εκείνα τα απίστευτα τσιμπούκια και οι ισπανικές που του χτύπαγε εκείνο το ξέκωλο η Μαριάννα που τα είχε πριν 3 χρόνια…αλλά απόδιωχνε τις «κακές» σκέψεις με βγδελυμία. Του είχε ψήσει το ψάρι στα χείλη η καριόλα 5 χρόνια. Πέντα ολόκληρα χρόνια ρόμπα και ρεζίλης να τρέχει από πίσω της σαν σκυλάκι και η σκύλα τα ξεσκίζεται στα φανερά με τον οποιονδήποτε οπουδήποτε.

Έλεος! Τώρα με το Λιζάκι είχε ηρεμήσει, είχε ξαναβρεί τον εαυτό του.

Λιθαράκι- λιθαράκι ανοικοδόμησε τον ψυχικό του κόσμο ξανά, βρήκε την ηρεμία του ξέκοψε από τα απελπισμένα μπεκρουλιάσματα, τις παρανοϊκές ολονυχτίες παρακολούθησης της Μαριάννας και του κάθε κολλητού του ηρέμισε. Οι δουλειές επιτέλους άρχισαν να πηγαίνουν καλά, το χρήμα να έρχεται να γίνεται κι αυτός επιτέλους «κάποιος».

Στο τρίτο φανάρι έστριψε δεξιά. Όχι.. Θα έκανε την «υπέρβαση». Τα ραντεβού μπορούσαν να αναβληθούν και θα τα ανέβαλλε. Το Λιζάκι έπρεπε να το παντρευτεί και θα το παντρευόταν τέλος. Και ποιο το πιο όμορφο μέρος να της κάνει πρόταση από τη Μύκονο. Τα κινητά πήρανε φωτιά. Ούτε ο Παπασπύρου ούτε ο Νικολαίδης φάνηκε να χολοσκάνε που θα αναβάλλονταν οι δουλειές για μετά το τετραήμερο. Χα η σοβαροφάνεια θα τους φάει όλους και το βλαχο-γιάππικο στυλάκι. Τέλεια!

Στάση για το απαραίτητο μονόπετρο. Τσούξανε λίγο τα 4 χιλιαρικάκια αλλά το Λιζάκι το μονοκάρατο VVS1 χρώματος F και σε κοπή Αμβέρσας το αξίζει και με το παραπάνω. Εισιτήρια με αρκετό παρακάλι και χρήση μέσων στο λιμεναρχείο, στάση στο σπίτι και αναμονή. Η Αθήνα έμοιαζε να μην τον χωράει πια. Βρώμικη, σαματατζού και άναρχη τον έπνιγε με τις κόρνες της και τον μπούκωνε με τις εξατμίσεις της. Η Μύκονος περίμενε…

Και η Μύκονος έφτασε. Ανέβαινε αργά τα σκαλοπάτια για τη βίλα της Μαρίας. Ο Ήλιος έπεφτε και ρόδιζε τα σύννεφα στον ορίζοντα. Έσφιγγε στα χέρια του το βελούδινο κουτάκι με το μονόπετρο και χαμογελούσε στη σκέψη ότι πετύχαινε το ιδανικό timing! Αυτός γονατιστός στο αίθριο θα πρόσφερε τον όρκο αγάπης του στο Λιζάκι, με όλη τη Μύκονο να απλώνεται στα πόδια τους και το ηλιοβασίλεμα να βάφει πύρινα τα δάκρια χαράς στα ματάκια της Λίζας του!

Τα φώτα είχανε ανάψει στον πάνω όροφο της βίλας. Τα κορίτσια τώρα θα βάφονταν και θα ετοιμάζονταν για καμιά βολτίτσα. Έσπρωξε την εξώπορτα ακροπατώντας μην χαλάσει την έκπληξη. Η δυνατή μουσική που ακουγόταν από πάνω ήταν σύμμαχός του. Θα κάλυπτε κάθε του βήμα μέχρι το πολυπόθητο surprise! Λαϊκά! Και βαριά μάλιστα! Βρε θα του το χαλάσει το Λιζάκι αυτή η Μαρία. Ανέβαινε με προσοχή τη σκάλα μέχρι το υπνοδωμάτιο των κοριτσιών, ακροπατώντας.

Στο κεφαλόσκαλο δεν έφτασε ποτέ. Με το που πέρασαν τα μάτια του τον νοητό ορίζοντα της σκάλας, από την ανοιχτή πόρτα της κρεβατοκάμαρας ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τη Λίζα του.

Η Λίζα του στα τέσσερα. Γυμνή έχοντας καβαλήσει έναν τύπο ξαπλωμένο ανάσκελα, κουνούσε με βία τον κώλο της και τον βίδωνε σε έναν αράπη που την έπαιρνε από πίσω. Η Λίζα του; Σάντουιτς η Λίζα του; Το κορίτσι με τα θλιμμένα μάτια, το κορίτσι που διάβαζε Ναυτεμπορική και Επενδυτή, το κορίτσι που έβγαζε όλο του το πάθος σε πρελούδια του Σοπέν στο πιάνο παιρνόταν βάναυσα σε παρτούζα.

Το κουτάκι με το δαχτυλίδι γλίστρησε από το χέρι του και κατρακύλησε με θόρυβο την ξύλινη σκάλα. Δεν το άκουσε. Άκουσε την φωνή της «φίλης» της Μαρίας που καθιστή όπως ήταν στο κρεβάτι σταμάτησε το τσιμπούκι που έπαιρνε σε έναν άλλο θηριώδη μαύρο για να φωνάξει στη Λίζα του «Σκίστης την κωλάρα σκυλάραπα!».

Η Λίζα κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του αλλά δεν τον έβλεπε. Η βαριά μυρωδιά χασίς και σπέρματος τον χτύπησε στο πρόσωπο κορυφώνοντας την αποστροφή του για τον εφιάλτη που αντίκριζε. Η μελλοντική μητέρα των παιδιών του με μάτια θολά από την καύλα και τη μαστούρα, βγάζοντας άναρθρες κραυγές, καρφωνόταν με δύναμη στο πέος του μαύρου κτήνους που την όργωνε. Κοιτούσε χωρίς να μπορεί να κουνηθεί.

Ένας άλλος άγνωστος βγήκε από το μπάνιο, πέρασε μπροστά του χωρίς να τον προσέξει και μπήκε στο δωμάτιο με την ψωλή του σηκωμένη. Το Λιζάκι ΤΟΥ, ναι το δικό του Λιζάκι ανασηκώθηκε κι άδραξε με τα χέρια της την ψωλή αυτού του άγνωστου και τον έσπρωξε στο στόμα της.

Δεν ήταν δυνατόν… αυτό το στόμα που τόσα λόγια αγάπης του ψιθύριζαν αυτά τα ροδοδάχτυλα χεράκια που θα φόραγαν τον ως πριν λίγο τον δακτυλίδι της αγάπης που θα τους ένωνε, δεν μπορεί όλα αυτά να σκηνοθετούσαν σε αυτό το βρώμικο έργο που αντίκριζε.

Από το όνειρο τον έβγαλαν οι βίαιες συσπάσεις των οργασμών της Λίζας. Τραβήχτηκε μπροστά, τούρλωσε την μέση της σε ένα τέλειο ημικύκλιο κι άρχισε να σφαδάζει. Το χέρι της έπαιζε άγρια την πούτσα του άγνωστου τύπου που πριν λίγο είχε στο στόμα της. Αυτός που ήταν από κάτω της σηκώθηκε στα γόνατα κι άρχισε να αυνανίζεται πάνω στην κοιλιά της. Ο θηριώδης αράπης από πίσω της την έπαιζε πάνω από το πρόσωπό της. Συνωμοτώντας όλοι… όλοι τους σε μια απαίσια συμφωνία σε ένα φρικώδες κρεσέντο, σε ένα μακάβριο χορό, λες έχοντας σαν σύνθημα την τελευταία άγρια κορώνα της Λίζας χύνουν και οι τρεις ταυτόχρονα. Πηχτό καυτό άσπρο σπέρμα χτυπά με δύναμη το πρόσωπο της Λίζας. Πρόστυχα γλιστερά ρυάκια τρέχουν στα μάγουλα και στο λαιμό της, άσπρες παχιές σταγόνες πιτσιλάνε το στήθος της κι αργοκυλάνε στην κοιλιά της κοροϊδεύοντας τον.

Και η Λίζα του μαζεύει με τα δάχτυλά της αυτόν τον πρόστυχο εμπαιγμό, τον φέρνει στο στόμα της και τον καταπίνει, γλύφει τα δάχτυλά της, πασαλείβει το στήθος της. Ο φίλος μου ο Μάκης εδώ και δύο χρόνια είναι μόνος. Κάθε προσπάθειά μου δική μου ή των φίλων μας να του γνωρίσουμε μια κοπέλα είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη. Εξαιρετικές φίλες, γλυκύτατες υπάρξεις πανέμορφα κορίτσια στην παρέα μας τον αφήνουν παντελώς ασυγκίνητο. Το ξέρουμε όλοι.

Ξέρουμε πως εδώ και δύο χρόνια κάθε δεύτερο βράδυ ο Μάκης παίρνει το αυτοκίνητο και κάνει βόλτα στην Ευρυπίδου πάνω από την πλατεία θεάτρου, στην πιάτσα με τις μαύρες. Γνωρίζουμε ότι πάντα θα διαλέξει την πιο βρώμικη την πιο χοντρή μαύρη πουτάνα με τα πιο τεράστια βυζιά. Κι αφού την πάρει κάθε φορά πριν τελειώσει ξέρουμε πως θα βγάλει το πορτοφόλι του, θα χύσει αργά πάνω σε ένα πενηντάευρω και θα της κολλήσει το γλοιώδες χαρτονόμισμα στη μάπα. Μετά θα σηκωθεί και θα φύγει χωρίς να πει κουβέντα.

Ο φίλος μου ο Μάκης είναι εξαιρετικό παιδί, αλλά όλοι πλέον ξέρουμε ως θα μείνει για πάντα εργένης.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")