Με τον κύριο απο την αγγελία

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

«Γειά σας. Άντρας, 40 χρόνων όχι μόνος, ψάχνω..............Θα χαρώ πολύ να επικοινωνήσουμε.» Διάβασα στο ιντερνετ σε ένα τσαχπινογαργιαλιάρικο site. Και σιγά να μην σας γράψω ολόκληρη την αγγελία! Αποφάσισα λοιπόν να το τολμήσω. Χωρίς πολύ σκέψη, μια και μάλλον θα το μετάνιωνα, έστειλα μειλ. Ίσως να μην το πίστέψετε, αλλά πρώτη φορά απαντούσα σε ερωτική αγγελία.

Μετά απο μια ημέρα είδα απαντηση στα εισερχόμενά μου. Πριν το ανοίξω και το διαβάσω ένιωσα μια αναστάτωση........ήθελα να το ανοιξω? Μήπως άνοιγα το κουτί της Πανδώρας? Με μια κοφτή ανάσα το ανοιγω και.......surprise - surprise. Δεν διαβαζόταν!!! Μια σελίδα γεμάτη ακατανόητα σύμβολα. Απογοήτευση. Του στέλνω απαντηση ότι δεν διάβασα τι έγραφε, και μου απαντά μονολεκτικα σχεδόν "try again".

Απελπισία. Και τότε η αναλαμπή. Το προώθησα στην άλλη μου διεύθυνση. Και εκεί ευτυχώς διαβαζόταν!!! Απο εκείνη τη στιγμή αρχίσαμε την ιδιόρυθμη αλληλογραφία μας. Σχεδόν καθημερινα. Του έλεγα, μου έλεγε, τον ρωταγα, με ρώταγε. Του έστελνα τις ερωτικές μου ιστορίες, του άρεσαν. Μου ζήταγε κι άλλες.

Ήταν «σφιχτός» μαζί μου. Λιγόλογος. Κλειστός. Για μένα πάλι τα πράγματα ήταν πιο εύκολα! Άφού το ειχα πάρει απόφαση να επικοινωνήσω, το έκανα σωστά!!! Ήμουν μαζί του πολύ χαλαρή και άνετη. Μάλλον τον ξεσήκωνα.

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε στο τηλέφωνο. Με το μυαλό μου είχα σχηματίσει μια εικόνα. Η φωνή του τη διέλυσε. Ιδιόρυθμη φωνή, αλλα ιδιόρυθμο είχα χαρακτηρίσει και τον ίδιο. Μιλήσαμε αρκετή ώρα την πρώτη φορά, ένιωσα.....αμήχανα. Με «πυροβόλησε». Με έστησε στα 3 μέτρα. Ένιωθα ότι με ανέκρινε, ψάχνοντας.........δεν ξέρω τι. Αλλά καταλάβαινα ότι οι απαντήσεις μου πέρναγαν απο το μικροσκόπιο.......

Έχασα τον ειρμό των σκέψεών μου όση ώρα μιλάγαμε. Ήθελα να τον ρωτήσω πράγματα μα τα ξέχασα! Δεν μπορούσα να συνδέσω με τίποτα τη φωνή που με ανέκρινε με τον άντρα που το προηγούμενο βράδυ μου ειχε στειλει sms «έχω καυλώσει, σε σκέφτομαι μπρούμητα». Απλά δεν ταίριαζε, να έφταιγε ο χώρος της δουλειας? (με πήρε τ/φ από τη δουλειά του)

Είχα άγχος για μια πιθανή συνάντησή μας. Ο τροπος του μεγάλωσε την αγωνία μου. Με βομβάρδιζε με ερωτήσεις. Δεν προλάβαινα να πάρω ανάσα. Ήταν Κυριακή και είχαμε ορίσει τη συνάντησή μας για την επόμενη Παρασκευή. Μου ζήτησε να του γράψω μια ιστορία που να συμμετέχει και αυτός. Υπέκυψα. (θυμήστε μου να τη βάλω και αυτή!!)

Οι μέρες μέχρι την Παρασκευή περάσανε χαρακτηριστικά αργά. Την ιστορία ενώ ήθελα να τη στείλω μέχρι Τετάρτη, δεν καταφερα να τη στείλω παρα Πέμπτη απόγευμα. Δεν την σχολίασε καθόλου. Ανησύχησα. Την Παρασκευή με το που ξύπνησα, ήμουν ήδη αναστατωμένη. Πρώτη φορά θα συναντούσα έναν άγνωστο μετά απο γνωριμία απο το ιντερνετ. Κι αν ήταν ο τρελός δολοφόνος με το τσεκούρι?? Προσπάθησα να αποθησω τη σκέψη αυτή απο το μυαλό μου.

Ευτυχώς, που δούλευα Παρασκευή πρωϊ και θα περναγαν κάποιες ώρες χωρίς να σκέφτομαι τη βραδυνή συνάντησή μας. Γύρισα σπίτι 15.30. Ένιωθα σαν έφηβη στο πρώτο ραντεβού, τελείως ανόητο και χαζό, το ήξερα. Ο άνθρωπος έψαχνε μια επαφή για σεξ, αυτό ηταν όλο. Το 'λεγα και το ξανάλεγα στον εαυτό μου, αλλά εκεί. Η ταχυπαλμία, ταχυπαλμία.

Ειχε επιμείνει τόσο πολύ να με ρωτά τι θα φορέσω, που η κυριότερη πηγή άγχους μου ήταν τα ρούχα μου και τα εσώρουχά μου!! Απο μέσα, αποφάσισα να βάλω ένα καινουργιο σεξι και τρελιάρικο σλιπάκι που αν φτάναμε σε σημείο να βγάλω το παντελόνι μου, έκανε τον κώλο μου να φαίνεται απίθανος, ειδικά ξαπλωμένη μπρούμητα με τεντωμένα τα οπίσθιά μου στον αέρα, αν και το σουτιέν του ήταν λιγάκι υπερβολικό για το σχετικά μικρό μου στήθος.

Μια άλλη σκέψη περασε απο το μυαλό μου, έχε γούστο να μου έρθει κουστουμαρισμένος και εγώ να είμαι με τα τζινάκια μου.......... έπρεπε να τον έχω ρωτήσει, πως να ντυνεται άραγε? Αποφάσισα να μείνω σταθερή σε all time classic αξιες. Ασπρο παντελόνι και ενα μπλουζάκι ασπρόμαυρο navy style και φλατ παπούτσια.....οπότε το ψιλοέσωζα ότι και να φόραγε.

Είχαμε ραντεβού στις 22.00. Και η ώρα ειχε πάει 20.00. Ευτυχώς είχα καταφέρει να κοιμηθώ και μια ώρα. Μπήκα στο μπάνιο. Αποφάσισα να ετοιμαστώ χαλαρά για να μου φύγει η αγωνία. Μπήκα στη μπανιέρα, λούστηκα με την ησυχία μου, άνοιξα το ντους και άρχισα να σαπουνίζομαι. Ειχα ιδιαίτερα ερωτική διάθεση παρά το άγχος μου. Σαπούνισα, προσεχτικά όλο μου το σώμα, και σε μια αναλαμπή της επιθυμίας του (να κανω μπάνιο φορώντας τα γυαλιά μου, και να θολώνουν), φορεσα τα γυαλιά μου ενώ ασχολιόμουνα με το να απλώνω σαπουναδες στο σώμα μου. Σε δευτερόλεπτα τα γυαλιά θόλωσαν και δεν έβλεπα τίποτα, ωστόσο δεν τα έβγαλα. Θυμήθηκα και το άλλο που μου είχε πει «σκέψου πως θα θολώνουν όταν θα με γλύφεις» και μια γλυκιά ανατριχίλα προσμονής διέτρεξε την σπονδυλική μου στήλη.

Ξεπλήθυκα και βγήκα απο το μπάνιο με μια πετσέτα τυλιγμένη στο σώμα μου και μια στα μαλλιά. Πήγα στο δωμάτιο, έκλεισα την πορτα και στο μυαλό μου ήρθε ακαριαία η βραδιά, πριν απο λίγες μέρες, με τις τρελές ορέξεις που είχα και την ιστορία που του έγραψα. Αρχισε η γνωστή διαδικασία με το γαλάκτωμα, αλλά αυτή την φορά δεν άφησα να παρασυρθώ. Οι κινήσεις μου ήταν κοφτές.

Έλυσα την πετσέτα απο τα μαλλιά μου και άρχισα να τα ξεμπερδεύω με τη βούρτσα, καθισμενη στο κρεβάτι. Ήξερα ότι θα τα προτιμούσε στο φυσικό τους χρώμα, καστανά, και για να πω και την αλήθεια, την προηγούμενη μέρα μου πέρασε η τρελή ιδέα να πάω στο κομμωτήριο να τα σκουρύνω, αλλά την προσπέρασα!! Έβαλα αφρό και τα μάζεψα χαλαρά για να στεγνώσουν φυσικα.

Σκεφτόμουν συνεχώς τα πιθανά σενάρια της βραδιάς. Από το πιο απαισιοδοξο (αμοιβαία ή μονοπλευρη αντιπάθεια και μετά το 1ο ποτό λέμε καληνύχτα) μέχρι το πιο αισιόδοξο (μεταξυ 2ου και 3ου ποτού να βρεθούμε ανάσκελα σε κάποιο ξενοδοχείο και να μην πάρουμε ανασα μέχρι το πρωι!). 'Ολο το απόγευμα με είχε πάρει 2-3 τηλέφωνα να δει τι κανω και αν ειναι ολα οκ για το βράδυ και αυτό πολύ μου άρεσε και με ξεσήκωσε. Μου έδειχνε με τον τρόπο του ότι και αυτός ένιωθε μια ανυπομονησία για τη συνάντησή μας.

Ντύθηκα και βάφτηκα σε χρόνο ρεκόρ. Τηλεφώνησα για ταξί, 21.50 ήμουν στο Moonshine cafe (παραπλάνηση το cafe, εννοείται οτι λειτουργεί και σαν μπαρ! Και φυσικά ειναι στη Γλυφάδα, αλλά για τους πιο....ψαγμένους!!!). Ειχα ζητήσει να μας κρατήσουν τραπεζι για να μη βρεθούμε προ εκπλήξεων και μεινουμε όρθιοι, αν και ηταν νωρις για πολύ κίνηση στο μαγαζί.

Το πρωί που πήρα τφ να κρατήσω το τραπέζι, με ρώτησε μια φιλη μου που δουλευει εκεί, τι έχω το βράδυ και κλεινω τραπέζι και επειδή έσκαγα να πω σε κάποιον κατι, αλλά δεν μπορούσα και να της πω ολη την αληθεια (αγγελία από το ιντερνετ για γνωριμία και σεξ?? Εγώ????? Απαπαπα!), σκάρωσα μια ιστορία για αυτόν και για μένα και το πρωτο μας ραντεβού!!!! Της ειπα σχεδόν ολη την αλήθεια! Και χάρηκα! Απλά απο εκείνη τη στιγμή που της τα ειπα έγινε πιο.... πραγματικό! Πιο αληθινό!!

Μπήκα στο μπαρ. Κανείς από τους θαμώνες, δεν μου θύμισε το προφίλ που ειχα δει στη φωτογραφία που μου ειχε στείλει. Κάθισα, και σκεφτόμουν να παραγγείλω, να πιω και δυο γουλιές πριν έρθει?? Υπερίσχυσε η κοινωνική μου μόρφωση που επιβάλει να τον περιμένω να παραγγείλουμε μαζί.

Ξάφνου, ακούω τη φωνή του «Μαίρη?» γυρνάω και τον βλέπω. «Καλησπέρα Κώστα» του λέω χαμογελώντας. Κάνω να σηκωθώ, με εμποδίζει. Κάθεται απεναντί μου. Χαμογελάμε αμήχανα. Ο σερβιτόρος μας σώζει. Ζητάω τζιν με πάγο. Ζητάει το αγαπημένο του ουϊσκι, bushmils, η απάντηση αρνητικη, απογοητεύεται. Συμβιβάζεται με ρούμι.

Πάλι κοιταζόμαστε αμήχανα. Νιώθω τα ματια του να με περνάνε ακτινογραφία. Νιώθω άβολα και κουνιέμαια μήχανα στο κάθισμα. «Έτσι, θέλω να κουνιέσαι πάνω μου, Μαιρούλα» λεει με λίγο πιο βραχνή φωνή. Κοκκινίζω σαν παντζάρι. «Κοκκίνησες» σχολιάζει με γνήσια έκπληξη. «Στο είπα ότι ειμαι ντροπαλή» του λέω, κοκκινίζοντας κι άλλο.

Απλώνει το χέρι του πανω στο τραπέζι και πιάνει το δικό μου. «Χαλάρωσε» μου λεει. Την ιδια στιγμή έρχονται τα ποτά μας. Τα χέρια μας χωρίζουν. Ο σερβιτόρος φεύγει. «Στην υγειά σου» του λέω πιανοντας το ποτό μου. «Στην υγειά μας» απαντά. Πίνω μια γενναία γουλιά. Παρατηρεί τα πάντα πάνω μου, και εγώ αγχώνομαι όλο και περισσότερο. Το βλέμμα του, όλο και πιο επίμονο. Νιώθω το μετωπό μου να ιδρώνει.

Βγάζω ένα χαρτομάντηλο. «Ζεσταίνεσαι?» με ρωτάει. «Όχι, έχω αγχωθεί» του απαντάω. Ξεκινάμε συζητηση περί ανέμων και υδάτων. Ειναι καλός συζητητης. Ευτυχώς με την κουβέντα και το πρώτο ποτό που τελείωνε είχα αρχίσει να χαλαρώνω. Μου περιέγραφε αστεία περιστατικά απο τη δουλειά του. Ακόμα και το χιούμορ του ήταν ιδιαίτερα ιδιόρυθμο, σχεδόν διεστραμένο! Το απολάμβανα. Ξαφνικά θυμηθηκα ότι δεν ήξερε τη δουλειά μου.

«Δεν θα με ρωτησεις τι δουλεια κάνω?» τον ρωτάω. «Περιμένω να μου πεις, απο μόνη σου» απαντάει (στα e-mail που ειχαμε ανταλλάξει, ήταν το μόνο πράγμα που είχα ανρηθεί πεισματικά να του αποκαλύψω! Χωρις ιδιαίτερο λόγο, απλά για να έχει και κατι να περιμένει!!!). Του λέω που δουλεύω και η έκπληξη ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του, πριν προλάβει να την κρύψει. «Δεν θα το φανταζόμουν ποτέ» λεει. «Στο γραφείο σου ξέρουν για τις πονηρές σου ιστορίες, πονηρή Μαίρη??» με ρωτάει. «Οχι, φυσικά» του απαντάω, αλλά βλέπω στα ματια του την αμφισβήτηση.

Ειμαστε στο τελείωμα του 2ου ποτού όταν του ζητάω συγνώμη και σηκώνομαι να παω τουαλέτα. Νιώθω το βλέμμα του να με ακολουθεί. Νιώθω αμηχανα, αλλά ωραία αμήχανα. Στο γυρισμό τα ίδια. Ωστόσω, εκτός απο 1-2 σχόλια πιο....πικάντικα η συζήτησή μας ήταν σε φιλικό χαλαρό και λιγο πειρακτικό θα έλεγα τόνο.

Έχω πειστεί ότι η βραδιά μας θα τελειώσει έξω απο το μαγαζί, όπου απλά θα καληνυχτιστούμε. Βγαίνω αληθινή, όταν τον ακούω να λεει, «πάμε σιγά-σιγά?»

«Φυσικά», του απαντάω. Κάνει νόημα στο σερβιτόρο να πληρώσουμε. Φεύγοντας, καταλαβαίνω ότι η ώρα είχε παει 00.30. Βγαίνουμε απο το μαγαζί. «Προς τα που έχεις παρκάρει?» τον ρωτάω. Δειχνει προς τα πάνω.

«Λοιπόν, κάπου εδώ θα καληνυχτιστούμε» του λέω. «Ναι, έτσι νομίζω» μου λέει. «Μα θα σε πάω σπίτι σου» συνεχίζει. «Οχι, ευχαριστώ. Θα πάρω ταξάκι.» του απαντάω

«Εεεε, όχι, αυτό δεν το δέχομαι.» επέμεινε. «Η μαμά μου με έχει μάθει να πηγαίνω το βράδυ τα κοριτσάκια που συνοδεύω, σπίτι τους» συνεχίζει σε πειρακτικό τόνο. Η αλήθεια είναι ότι είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη μου και δεν το θεώρησα τόσο τρομερό να με πάει σπίτι. Αρχίζουμε να περπατάμε. Ειναι 1-2 βήματα πιο πίσω απο μένα. Ξαφνικά νιώθω να με αγκαλιάζει απο πισω και να με σταματά, κολλώντας το σώμα του πάνω στο δικό μου.

«Εδώ είμαστε» λεει και ειμαστε μπροστά σε ένα αυτοκίνητο που ουτε κατάλαβα τι αυτοκίνητο ήταν, αφού ετσι όπως είχε κολήσει πανω μου, ένιωθα κατι σκληρό να με πιέζει, χαμηλά. «Ναι??» ρωτάω ξέπνοα. Γέρνει το κεφάλι του και κολλάει το στόμα του στο πλάι του λαιμού μου. «Σοβαρά, νόμιζες ότι θα σε αφηνα να φύγεις?» μουρμούρισε πανω στο λαιμό μου. Εγώ είχα κοκκαλώσει, και προσπαθούσα να καταλάβω αν το φανταζομουν ή αν στ'αλήθεια τα χέρια του ήταν κάτω από τη μπλούζα μου! «Σε ποιο ξενοδοχείο παμε?» με ρωτάει την ωρα που τα χερια του κάτι έψαχναν εκεί, μπροστά στην κοιλιά μου και λίγο χαμηλότερα.... «Χμμ......εγώ μονο ενα στην ακρη της Γλυφαδας προς το κολυμβητήριο, ξερω» του λέω βρίσκοντας τη φωνή μου.

«Οκ, πάμε εκεί» απαντάει και μου ανοίγει την πόρτα. Μπαίνει γρήγορα στη θέση του οδηγού και ξεκινάει αποφασιστικά. «Τη φωτογραφική μηχανή σου την έφερες μαζί?» με ρωτάει και εγώ κοκκινίζω ολόκληρη στη σκέψη να με βγάζει φωτογραφίες σε διάφορες στάσεις..........(και φυσικα ειχαμε αναλωθεί σε μεγάλες συζητήσεις για το αν δέχομαι να μου βγάλει «άσεμνες» φωτογραφίες, και ειχα τελικά δεχτεί με τον όρο να ειναι τραβηγμένες με τη δική μου μηχανή!! Ανασφάλειες ξέρω!!)

Σε ελάχιστη ώρα, ήμασταν στο ξενοδοχείο. Στη ρεσεψιόν ακούμε τον τυπάκο να μας λέει, «απλό ή ένα ινδικό που έχω?». Κοιταχτήκαμε με απορία και απαντησαμε γελώντας ταυτόχρονα «ινδικό». Μπήκαμε στο .....ινδικό δωμάτιο και αρχίσαμε να το εξερευνούμε γελώντας και προσπαθωντας να προσπεράσουμε την εμφανή πλέον αμηχανια μας.

«νιώθω αμηχανία» του λέω. «Δεν θα έπρεπε» απαντάει.

«Γδύσου» μου λεει απαλα, αλλά αποφασιστικά. Τον κοιτάζω αφωνη.

«Έλα» επιμένει. «Σε παρακαλω».

Χαμηλώνει λιγο τα φώτα. Νιώθω αμηχανα και πολύ περιεργα. Του το λέω. Έρχεται κοντά μου, πολύ κοντά μου. Αρχίζει να με χαϊδευει, μου ζητάει να κλεισω τα ματια μου, συνεχιζει να με χαϊδευει, ξεκουμπωνοντας ταυτόχρονα το παντελόνι μου, βαζει το ένα του χέρι, απο μέσα.......τα πόδια μου έχουν κοπεί.

«Εγω, θα βγάλω το πουκαμισό μου. Εσύ τι θα βγάλεις?» λεει. Η αμηχηχανία μου ως δια μαγείας εξαφανίζεται. Τον κοιτάω να βγάζει το πουκαμισό του την ώρα που εγώ έβγαλα το παντελόνι και τα παπούτσια μου. «Γύρνα», μου λεει βραχνά. Και εγώ κανω κατι καλύτερο. Πέφτω στο κρεβάτι μπρούμητα. Σηκωνοντας λίγο ψηλότερα τον κώλο μου.

Ξαφνικά νιώθω το σώμα του πανω στο δικό μου. Ετσι με το παντελόνι και τα παπούτσια. Μου φιλαει, και μου γλύφει τον λαιμό. Η ζώνη του με πονάει. Του το λέω και τραβιέται. Μου ζητάει να μην κουνηθώ και ακούω τους θορυβους που κανει βγάζοντας το παντελόνι και τα παπούτσια του.

Σε ελάχιστο χρόνο, νιώθω τα χέρια του στα οπίσθιά μου. Μου δινει ένα μαλακό σκαμπίλι, βογκάω, με χαιδεύει, πιέζει, παίζει, τα δαχτυλά του χαραζουν μονοπατια πισω, μπροστά, αναμεσα......λιώώώώνω...... Ειμαι μπρούμητα, με το μπλουζάκι μου ακομα, κανω να βγάλω τα γυαλιά μου, με σταματάει. Τα χερια του ειναι στην πλατη μου κατω απο τη μπλούζα μου.

Έλα, θέλω να σε δω απο πανω μου, μου λεει. Βγάζω τη μπλούζα μου, εχει ξαπλωσει ανασκελα. Έρχομαι απο πάνω του. Τα γυαλιά μου έχουν ήδη θολώσει. Φοράει μόνο το εσωρουχό του. Το σωμα του ειναι υπέροχα σκληρό και γυμνασμένο. Τεντώνει τα χέρια του, πιάνει τα δικά μου και με τραβάει να σκύψω. Δαγκώνει τις ρογες μου πανω από το σουτιέν, έχω ερεθιστεί, οι γοφοί μου κινουνται αργά, νωχελικά και σχεδόν απο μονοι τους.

Μου ξεκουμπώνει το σουτιέν, το πετάει στην ακρη. Χαϊδευω το σωμα του και τα χερια μου πανε αναμεσα στα σωματά μας, τον αγγιζω πανω απο το εσωρουχο. Κανω να βαλω το χερι μου απο κάτω. Με σταματαει.

Σηκώνεται, με αφηνει ξαπλωμενη. Με ρωταει αν έχω τη φωτογραφική μαζί και αν θα τον αφησω να τη χρησιμοποιήσει. Εγώ ειμαι ερεθισμένη, του λεω οτι ειναι μεσα στην τσαντα μου. Την παίρνει. Μου ζητάει να γυρίσω παλι μπρουμητα, και να βαλω ενα μαξιλαρι κατω απο τους γοφούς μου. Μεχρι να στηθω μου εχει ηδη τραβηξει μερικες φωτογραφίες.

Παίζει μαζί μου. Ερχεται κοντα, με χαϊδευει, απομακρυνεται τραβαει φωτογραφια και παλι απ'την αρχη. Τον ρωτάω καποια στιγμή αν βαρεθηκε. «Οχι , μου αρεσει πολύ», λεει. Σε λιγάκι αφηνει τη μηχανή και έρχεται κοντά. Με γυριζει ανάσκελα. Το προσωπο του ειναι σχεδόν αναμεσα στα ποδια μου.

«Θέλω τώρα, να σου βγάλω τη φωτογραφία που εκείνος ο κακός άνθρωπος, δεν σου έβγαλε στην παραλια» λεει και νιωθω το στομα του πανω απο το εσώρουχό μου. Τα ποδια μου ανοιγουν. Βογκάω. Νιωθω την ανάσα του. «Αλλα πρώτα θέλω να σε γλύψω» μου λεει. Μεχρι ο εγκεφαλος μου να λειτουργησει κ να καταλαβει τι ειπε, τραβάει το εσωρουχό μου και η γλώσσα του επιτιθεται στην κλειτοριδα μου.

Λιώνω, αργά, σταθερά λιώνω. Βογκάω. Συνεχίζει. Θέλω και εγώ, του λέω. Οχι ακομα, λεει. Ξαφνικά σταματάει. Ενα βογκητο διαμαρτυρίας απο μερους μου. «Κοιταξε με» μου λεει. «Σήκω και κοιταξέ με», επιμενει. Διαμαρτύρομαι. Αλλά η καυλα μου υπερισχυει. Σηκώνομαι, και στηριζομαι στα δυο μου χέρια, μου βγάζει, 1, 2, 3, 4 φωτογραφίες, ετσι, ερεθισμένη, εκτεθειμένη, με τα γυαλιά μου θολά, με τα μαλλια μου αναστατωμενα, με τα χείλη μου και τις ρογες μου ερεθισμένες.

«Χαιδεψε το μουνι σου, μωράκι» λεει με βραχνή φωνή.

«Με τρελαίνει να βλέπω να παίζεις με το μουνάκι σου» συνέχισε. Δεν του χαλασα φυσικά χατίρι. Πάλι το φλας, 1, 2, εγώ πια ειμαι ξαπλωμένη ανασκελα, με το χερι μου πάνω στην κλειτοριδα μου.

Αφηνει ένα βογκητό, παρατάει τη μηχανή, βγάζει το εσωρουχό του και ερχεται διπλα στο κρεβάτι. Δε λεει τιποτα, δε χρειάζεται. Τον χαιδευω, τον παιρνω στο στομα μου, τον ακουω που βογκάει και τρελαινομαι. Κάνω να βγάλω το σλιπακι μου. «ΜΗ» μου φωναζει. «Αστο, σε παρακαλώ» μου λεει.

Δε με αφηνει άλλο. Ξαπλώνει και με τραβάει απο πάνω του. Παιρνει ενα προφυλακτικό απο αυτά που ειχε αφησει στο.....ινδικό κομοδινο. Το φοράει, εγώ τον χαιδευω. «Ελα», μου λεει. Τραβαει το εσωρουχο μου στην άκρη, χαμηλώνω σιγά-σιγα, ακουμπάει στα χειλη μου, σχεδον γλιστράει μέσα. Βογκάω, τα χέρια του ειναι στις ρογες μου. Αρχιζει να κουνιέται. «Οχι, οχι ακομα» τον παρακαλαω, με ενα βογκητο. Αφηνει ενα βογκητο διαμαρτυρίας. Αρχιζω να σηκωνομαι λιγάκι, λιγώνω, καθομαι παλι, κουνιέται ανήσυχα.

Ελα, λιγο πιο γρήγορα, επιμενει. Η αισθηση ειναι απιθανη. Τα ματια μου ειναι κλειστά. Ο ρυθμός του επιταχύνεται. Βαζει το ενα του χερι να χαιδεψει τη κλειτοριδα μου, διαλύομαι, σε χιλιάδες κομμάτια.........ακολουθει σχεδόν αμέσως. Ξαπλώνω δίπλα του. Προσπαθώ να ξαναβρώ την ανάσα μου. Το ιδιο και αυτός.

Βγάζω τα γυαλιά μου και γελάει. «Θέλω να σε δω λίγο» του λέω. Με χαιδευει και μου αρέσει. Μιλάμε, και με ρωτάει αν στ' αληθεια μου αρεσει απο πίσω. Σκύβω και του ψιθυρίζω κατι στο αυτί. Ήταν σειρα του να κοκκινησει!

Συνεχίσαμε και 2ο γύρο. Και 3ο..........

Πάντως ενα ειναι σιγουρο.

Εχουμε πια, και εγώ και αυτός, πονηρές και άσεμνες φωτογραφίες!

Δυστυχώς με τον «Κώστα», παιξαμε μόνο αυτή τη μια φορά.

Απο κεινο το βράδυ εξαφανιστηκε........αν δεν ειχα τις φωτογραφιες, θα ελεγα ότι το φαντάστηκα!

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")