Απρόσμενος ενοικιαστής

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Κόντευε κιόλας έξι το απόγευμα αλλά η Βάνα ακόμη δεν είχε ξυπνήσει. Ίσως να έφταιγαν τα τζιτζίκια με τις μονότονες, νανουριστικές μελωδίες τους, ίσως το δροσερό αεράκι που δεν την άφηναν να αποδράσει από την γλυκιά αιχμαλωσία του ύπνου. Ίσως όμως απλώς δεν υπήρχε κάποιος να την ξυπνήσει με την φασαρία του, γιατί σ’ αυτό το εξοχικό σπίτι ήταν ολομόναχη.

Εδώ και μια εβδομάδα η Βάνα ζούσε μόνη της στο σπίτι, αφού οι γονείς της και η αδερφή της γύρισαν στην Αθήνα, να ξαναδουλέψουν την βιοτεχνία, μιας και τα πράγματα φέτος δεν πήγαν καθόλου καλά. Η Βάνα όμως, αδιάφορη τελείως για τις πιτζάμες και τα εσώρουχα, δεν ασχολιόταν με την «έτοιμη δουλειά», του πατέρα της, αλλά προτίμησε να αφιερωθεί στην φωτογραφία. Είχε σχεδόν τελειώσει την σχολή και στο μυαλό της γύριζαν χίλιες δύο ιδέες. Σκέφτηκε λοιπόν ότι μια - δυο εβδομάδες απομόνωσης θα την έκαναν τελικά να αποφασίσει τι θέλει από την ζωή της.

Ξαπλωμένη ανάσκελα στο διπλό κρεβάτι στην μεγάλη κρεβατοκάμαρα, η Βάνα ήταν ένα υπέροχο θέαμα. Παραδομένη στην δροσιά που έφερνε το απογευματινό βοριαδάκι είχε ανοίξει διάπλατα τα πόδια της. Το μόνο που φορούσε ήταν ένα ολόλευκο βαμβακερό σλιπάκι, που αγκάλιαζε όλες τις πτυχές του σώματός της. Τα χέρια τα έχει πάνω στα πλούσια στήθη της, σαν να τα έκρυβε από κάποιο αδιάκριτο μάτι, όμως μέσα από τα δάχτυλα φαινόταν οι μικρές, καλοσχηματισμένες ρώγες της. Το ηλιοκαμένο σώμα της Βάνας έκανε όμορφη αντίθεση με το εσώρουχό της, σαν να υποδήλωνε ότι είναι κάτι άχρηστο.

Μια ξαφνική αναστάτωση από τα σπουργίτια που έκαναν χορό στο μπαλκόνι έκανε το κορίτσι να ξυπνήσει και να τεντωθεί. Η Βάνα άνοιξε τα μάτια της και για λίγο παρέμεινε ακίνητη. Τα χέρια της άρχισαν να χαϊδεύουν το δέρμα της. Οι σκέψεις της πρέπει να γύριζαν σ’ ένα από τα αγόρια που είχε γιατί η αναπνοή της επιταχύνθηκε και στο βρακάκι ανάμεσα στα πόδια εμφανίσθηκε μια υγρή γραμμούλα. Αργά, σαν να μην ήταν σίγουρη, κατέβασε λίγο το σλιπάκι της, και μετά, φέρνοντας τα γόνατα στη κοιλιά, το έβγαλε τελείως.

Ο ερεθισμός της μεγάλωνε από στιγμή σε στιγμή. Τα χέρια της εξερευνούσαν τρυφερά τα στήθη και το υπόλοιπο σώμα, σαν να μην ήταν δικά της χέρια, αλλά κάποιου άλλου. Η Βάνα άνοιξε τα πόδια της και τα δάχτυλα γλίστρησαν απαλά ανάμεσά τους, αγγίζοντας ελαφρά τις υγρές τριχούλες. Μια γαργαλιστική αίσθηση κυρίευσε το σώμα της καθώς αυτή συνέχιζε να χαϊδεύει γύρω από το απόκρυφο σημείο της και μετά με βελούδινο άγγιγμα ακούμπησε την κλειτορίδα. Με τρυφερές κινήσεις το κορίτσι διερευνούσε την ευαίσθητη σχισμούλα, μισό-εισάγοντας τα δάχτυλα στο κόλπο της.

Ο οργασμός δεν άργησε να έρθει. Όλα μέσα της σφίχτηκαν… μια αίσθηση σαν από ηλεκτρικό ρεύμα διαπέρασε το σώμα της και από το στόμα της βγήκε άθελα μια κραυγή απόλαυσης. Ανήμπορη να κινηθεί η Βάνα παρέμεινε για αρκετή ώρα έτσι, με τα πόδια ανοικτά και τα χέρια της να χαϊδεύουν τα στήθη της.

Ο ήλιος κοντεύει να δύσει όταν η Βάνα θυμήθηκε ότι δεν είχε ποτίσει τα λουλούδια στον κήπο. Ντυμένη πρόχειρα σε ένα ανάλαφρο φουστανάκι άρπαξε το λάστιχο και άρχισε να μοιράζει νερό στα διάφορα φυτά πού υπήρχαν στο κτήμα. Ανυπομονώντας να τελειώσει είχε απορροφηθεί τόσο από την δουλειά της που δεν πρόσεξε έναν νεαρό που πλησίασε το φράχτη και την κοιτούσε.

-    «Μήπως νοικιάζετε διαμερίσματα;», ρώτησε ο νεαρός.

«Νοικιάζουμε; Και βέβαια όχι!», σκέφτηκε η κοπέλα. Πάντα αντιπαθούσε αυτούς τους γλοιώδεις ενοικιαστές με τις γκρινιάρες γυναίκες τους και τα ανυπόφορα παιδιά τους. Εξάλλου το σπίτι δεν ήταν διαμορφωμένο κατάλληλα αλλά και η ίδια θα έφευγε σε τρεις - τέσσερις ημέρες. Έχοντας έτοιμη την απάντηση η Βάνα στράφηκε προς το μέρος του νεαρού. Μόλις όμως τον αντίκρισε ξέχασε αμέσως τις σκέψεις της. Μπροστά της στεκόταν ένας καλογυμνασμένος νέος, ψηλός με γαλανά μάτια, σωστός Απόλλωνας. Δεν έμοιαζε ούτε με τους γλοιώδεις παραθεριστές αλλά ούτε με εγωιστικά «καμάκια» της παραλίας. Η καρδιά της Βάνας άρχισε να χτυπάει δυνατά.

-    «Έχουμε ένα δωμάτιο, αλλά εγώ φεύγω την Δευτέρα…», είπε στο αγόρι.

-    «Δεν με πειράζει, το θέλω για Σαββατοκύριακο. Ξέρεις, ήρθα να δουλέψω στο μαγαζί του θείου μου, αλλά αυτού του ήρθε να πάει για τριήμερο στην Θεσσαλονίκη και έτσι έμεινα χωρίς καν σπίτι».

Ήταν ίσως η γοητεία του νεαρού, ίσως έφταιγε ότι είχαν περάσει αρκετοί μήνες από τότε που χώρισε με το αγόρι της, αλλά πριν καλά να το σκεφτεί η Βάνα του πρότεινε να μείνει στο μικρό δωματιάκι στην σοφίτα.

-    «Μόνο πέντε χιλιάδες την μέρα…», είπε.

Το αγόρι κατενθουσιάστηκε!

-    «Είχα αρχίσει να απελπίζομαι. Με τέτοιες τιμές που νοικιάζουν εδώ πέρα δεν θα άντεχα ούτε δύο μέρες. Με λένε Μανώλη, εσένα;»

-    «Βάνα. Έλα να σου δείξω το δωμάτιό σου. Μόλις τακτοποιηθείς κατέβα κάτω για βραδινό».

Αφού οδήγησε τον Μανώλη η Βάνα κατέβηκε στο δωμάτιό της και άρχισε να σκέφτεται πως να κάνει το παιδί να πέσει στην αγκαλιά της. Ο Μανώλης ήταν σίγουρο ότι δεν θα προσπαθήσει να την πλησιάσει, γιατί δεν θα διακινδύνευε να χάσει το σπίτι νυχτιάτικα. Έτσι έπρεπε να κάνει κάτι αυτή. Έμπειρη πλέον σ’ αυτά τα θέματα η Βάνα άρχισε να προετοιμάζει την επίθεσή της. Μετά το μπάνιο, φόρεσε στο γυμνό της σώμα μόνο ένα φορεματάκι, τόσο εφαρμοστό που δεν χρειαζόταν και πολλή φαντασία για να μαντέψεις τι έκρυβε. Μετά πήγε στην κουζίνα και άρχισε να προετοιμάζει βραδινό, περιμένοντας το αγόρι να κατέβει.

-    «Είμαστε μόνοι μας στο σπίτι, έτσι δεν είναι;», είπε ο Μανώλης μπαίνοντας στην κουζίνα.

-    «Ναι!», του απάντησε η Βάνα. «Οι γονείς μου φύγανε δέκα μέρες τώρα. Έλα, κάτσε, το φαγητό είναι έτοιμο. Ωραίο δεν είναι;»

Το βραδινό ήταν όντως ωραίο, και η βραδιά κυλούσε με κουβεντούλα και αστειάκια. Τα μάτια του Μανώλη δεν σταματούσαν να καρφώνουν τα φοβερά στήθη της Βάνας, με τις ρώγες της να φαίνονται ξεκάθαρα μέσα από το φόρεμα. Ήταν ολοφάνερο ότι το κορίτσι δεν φορούσε τίποτε από κάτω γιατί το στενό φορεματάκι θα το φανέρωνε αμέσως. Η έμπειρη Βάνα κατάλαβε ότι το ψάρι έχει πιαστεί για τα καλά και όλα ήταν απλώς θέμα χρόνου. Απ’ αυτό που ήθελε τους χώριζε μόνο ένα πρόσχημα, μια λεπτή γραμμή, που όμως αυτή δεν τολμούσε να ξεπεράσει. Τα πράγματα ήρθαν μόνα τους.

-    «Ξέρεις, στο κρεβάτι της σοφίτας δεν υπάρχει μαξιλάρι…», είπε σε κάποια στιγμή ο Μανώλης.

-    «Έχουμε ένα στο δωμάτιο μου, αλλά είναι στην πάνω ντουλάπα. Πάρε την σκάλα απ’ την βεράντα και έλα μαζί μου…», του απάντησε η Βάνα.

-    «Τι σκάλα είναι αυτή;», ρώτησε ειρωνικά ο Μανώλης φέρνοντας ένα παλιό, ξύλινο κατασκεύασμα. «Θα πέσεις!»

-    «Εσύ θα με βοηθήσεις!»

Τα παιδιά έστησαν την σκάλα κοντά στην μεγάλη ντουλάπα. Η Βάνα ανέβηκε για να κατεβάσει το μαξιλάρι και ο Μανώλης έπιασε την σκάλα. Το πρόσωπό του τώρα ήταν εκεί που τελείωνε το φουστάνι της. Ανήμπορος να αντισταθεί στο πειρασμό, κοίταξε προς τα πάνω, και στα μάτια του ανοίχτηκε η πιο όμορφη θέα που έχει δει ποτέ. Τα ανοιχτά  - για να στηρίζεται - πόδια της Βάνας, αποκάλυπταν ένα καταπληκτικό μουνάκι, μιας και δεν υπήρχε κανένα εσώρουχο να το οχυρώσει.

Συγκλονισμένος ο Μανώλης άφησε για λίγο τη σκάλα, η οποία διαλύθηκε φέρνοντας το κορίτσι με το μαξιλάρι στην αγκαλιά του. Ερεθισμένος όπως ήταν, ο Μανώλης άρχισε να σφίγγει και να χαϊδεύει την Βάνα, η οποία, προς μεγάλη του έκπληξη, του ανταπέδιδε θερμά. Τα χέρια του αγοριού εξερευνούσαν τις υπέροχες καμπύλες της Βάνας και τα στόματά τους είχαν κολλήσει σε ένα ατελείωτο φιλί. Ο Μανώλης δάγκωνε ελαφρά τα στήθη της ενώ με τα χέρια τη χάιδευε σε όλο της το σώμα.

Ξαφνικά η Βάνα σηκώθηκε και αφού έδωσε το χέρι στο παιδί, τον οδήγησε στο κρεβάτι της. Το στενό φορεματάκι βγήκε μέσε σε ένα δευτερόλεπτο αποκαλύπτοντας τα αριστουργηματικά προσόντα της. Αφαιρούμενα από δύο άτομα, τα ρούχα του Μανώλη έκαναν ελάχιστα παραπάνω χρόνο. Τα παιδιά, ολόγυμνα, σταμάτησαν για λίγο, κοιτώντας ο ένας τον άλλον και μετά αγκαλιάστηκαν παραδομένοι στην μοναδική αίσθηση επαφής των σωμάτων τους. Ο Μανώλης ένιωθε τις σκληρές ρώγες του κοριτσιού να γαργαλάνε ερεθιστικά το δέρμα του και τα κοφτερά νύχια της να του γρατζουνούν τρυφερά την πλάτη.

Τα παιδιά αντάλλαζαν κουβεντούλες απόλαυσης και τρυφερότητας και τα χείλη του ενός φιλούσαν αδιάκοπα τα χείλη του άλλου. Το αγόρι ξάπλωσε ανάσκελα τη Βάνα, έβαλε τα χέρια της κάτω από το μαξιλάρι και άνοιξε τα πόδια της μέχρι που οι αστράγαλοί της να βγουν έξω από το κρεβάτι. Το κορίτσι δεν είχε καταλάβει τις προθέσεις του, παρόλα αυτά δεν αντιδρούσε, περιμένοντας να δει τι θα κάνει. Ο Μανώλης μπήκε ανάμεσα στα πόδια της, και με τα χέρια να ακουμπούν στο σεντόνι άρχισε να προχωράει προς τα πάνω, σκύβοντας όλο και πιο πολύ.

Όταν έφτασε στα ερεθισμένα βυζάκια της, άρχισε να τα χαϊδεύει με τα χείλη του με απαλές, κυκλικές κινήσεις. Μετά, άγγιξε ανεπαίσθητα τις σκληρές, από τον ερεθισμό, ρώγες της. Ο Μανώλης εξερευνούσε με τη γλώσσα διαδοχικά μια το ένα μια το άλλο τα στήθια της κοπέλας, που σπαρταρούσε από απόλαυση, και το σκληρό του καυλί ίσα - ίσα που ακουμπούσε στο φλεγόμενο μουνάκι της, ανάβοντας μέσα της την επιθυμία να το αρπάξει και να το χώσει βαθιά μέσα της. Ο Μανώλης όμως δεν την άφηνε, και συνέχιζε να περιεργάζεται τα κοκκινισμένα από διέγερση βυζιά της.

Κάποια στιγμή τα άφησε και άρχισε να προχωράει προς τα κάτω, φιλώντας την στην κοιλιά. Όταν έφτασε στο αριστερό πόδι της δεν σταμάτησε, αλλά προχώρησε παρακάτω, σκεπάζοντας με φιλιά το σφριγηλό μπουτάκι της. Με τα δυο χέρια έφερε τα πόδια της κοντά το ένα στο άλλο ενώ η γλώσσα του έκανε τρελά σχέδια πάνω στους μηρούς της. Περνώντας στην τελική υγρή επίθεση ο Μανώλης πέρασε τις παλάμες του κάτω από τα γόνατα της Βάνας, σήκωσε τα μαζεμένα πόδια της μέχρι αυτά να έρθουν κάθετα στο σώμα της και μετά άρχισε να τα ανοίγει σιγά - σιγά προς τα πλάγια, χαμηλώνοντας συνέχεια το κεφάλι του και γλύφοντας ασταμάτητα στην εσωτερική επιφάνεια των μηρών της.

Τα βογκητά ηδονής της Βάνας ακουγόταν όλο και πιο δυνατά, όσο προχωρούσε ο Μανώλης, μέχρι που μια κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της, τη στιγμή που η ζεστή γλώσσα ακούμπησε το υγρή, αναμμένη κλειτορίδα της. Το αγόρι έγλειφε ασταμάτητα μια τα μικρά χείλη, μια τη είσοδο του κόλπου, εισάγοντας που και που τη γλώσσα του μέσα σ’ αυτό και μια την κλειτορίδα. Η Βάνα ένιωθε ότι το κάθε άγγιγμα την έφερνε πιο κοντά στην έκρηξη. Η αποκορύφωση ήταν συγκλονιστική. Δεν ελέγχοντας πια το εαυτό της η Βάνα φώναζε και σπαρταρούσε καθώς το μουνάκι της συγκλονιζόταν από ένα πρωτοφανή οργασμό.

Αφού συνήλθε λίγο, η Βάνα πήρε αυτή τη πρωτοβουλία. Έβαλε τον Μανώλη να ξαπλώσει. Ήθελε να ανταποδώσει την απόλαυση που της έδωσε, αλλά επειδή δεν είχε ξανακάνει στοματικό έρωτα, ήταν διστακτική. Αφού άνοιξε λίγο τα πόδια του συντρόφου της, έσκυψε πάνω από το καυλί του, στηριζόμενη στους αγκώνες και τα γόνατα. Αργά με το δεξί της χέρι τράβηξε το δέρμα που το κάλυπτε και μετά το πήρε στο στόμα της.

Μια πρωτόγνωρη αίσθηση πλημμύρισε την Βάνα, καθώς η γλώσσα της ερχόταν σε επαφή με το τρυφερό δέρμα του καυλιού και την έκανε να ξαφνιαστεί με την υπέροχη γεύση που είχε! Με ρυθμικές κινήσεις το κορίτσι έγλειφε τον πούτσο του αγοριού, παραδίδοντάς τον στην άπειρη ευχαρίστηση. Τα χείλη της το έσφιγγαν με δύναμη και με την άκρη της γλώσσας της το πίεζε ανάλαφρα κάτω από το κεφαλάκι του.

Ο Μανώλης όμως δεν έμεινε παθητικός και πήρε και πάλι τα ηνία στα χέρια του. Ξάπλωσε τη Βάνα με το κώλο της στο μαξιλάρι και τους αστραγάλους της να ακουμπάνε στις δύο άκρες του κρεβατιού. Μετά, στηριζόμενος στα τέσσερα, άρχισε να προχωράει μέχρι που το πρόσωπό του να ήταν εκεί που ήταν το δροσερό μουνάκι της και το μακρύ καυλί του να κρέμεται ακριβώς πάνω από το στόμα της. Μαθημένη, η Βάνα δεν περίμενε και το πήρε πρώτη στο στόμα της.

Αυτός ολοκλήρωσε το 69 αγγίζοντας με τα χείλη του τα καυτά χείλη του μουνιού της. Η γλώσσα του Μανώλη άρχισε πάλι τον τρελό χορό της, μα αυτή τη φορά βοηθούσαν και τα δάχτυλά του, που άνοιγαν διάπλατα την είσοδο του κόλπου της και έμπαιναν εναλλάξ με τη γλώσσα του στα καυτά βάθη του. Τα δύο παιδιά συνέχιζαν το έργο τους, ο καθένας από την πλευρά του, μέχρι που η Βάνα δεν μπορούσε να υπερνικήσει τη επιθυμία της να νιώσει το σκληρό καυλί του Μανώλη μέσα της.

Ο Μανώλης από τη πλευρά του δεν άντεχε άλλο, αφού το υπέρ-ερεθισμένο καυλί του άρχισε να τον πονάει. Η Βάνα απελευθερώθηκε, ξάπλωσε κανονικά στο κρεβάτι και έφερε ψηλά τα πόδια της, με τα γόνατα να ακουμπούν τα ζουμερά βυζιά της. Το αγόρι πλησίασε πολύ κοντά και με μια απαλή κίνηση εισήγαγε το πυρωμένο καυλί του βαθιά στο υγρό και ζεστό μουνάκι της, νιώθοντας μια σφιχτή, υγρή φυλακή να αιχμαλωτίζει την πονεμένη προεξοχή του.

Για λίγα λεπτά όλα είχαν παραδοθεί στην ρυθμικότητα της κίνησης. Τα βογκητά και των δύο αναμείχθηκαν και οι κινήσεις του Μανώλη μεταδιδόταν σε όλο το σώμα του κοριτσιού, κάνοντας τα στήθη της να πάλλονται στο ρυθμό. Ξαφνικά, η Βάνα σφίχτηκε ολόκληρη, και τα νύχια της καρφώθηκαν στην πλάτη του Μανώλη. Ένας δεύτερος οργασμός, ισάξιος του πρώτου ερχόταν να την κατακλύσει.

Η Βάνα έχει χάσει το έλεγχο του εαυτού της, παρμένη από μια ανεπανάληπτη απόλαυση. Μια δυνατή κραυγή ακούστηκε σε όλο το σπίτι, όμως δεν η κραυγή αυτή δεν ήταν μόνο της Βάνας. Μαζί φώναζε και ο Μανώλης, ο οποίος εκσπερμάτωνε στο καυτό μουνί του κοριτσιού.

Για λίγα δευτερόλεπτα τα παιδιά δεν αποχωριζόντουσαν επιθυμώντας να παρατείνουν την απόλαυση, αλλά οι δυνάμεις τους άφηναν και αυτοί, αγκαλιασμένοι τρυφερά, κοιμήθηκαν ολόγυμνοι, χωρίς κανένα σκέπασμα.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")