Η πρόθυμη νέα συνεργάτης

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Ο Μάκης κι εγώ καθόμασταν σκεπτικοί στο γραφείο και φουμάραμε το τσιγαράκι μας. Ο Αλέκος πιο πέρα καθότανε και χάζευε τις γκόμενες που περνούσαν απ’ έξω απ’ το παράθυρο.

-    «Καριόλες!», αναφώνησε σε μια στιγμή απελπισίας.

Εγώ με τον Μάκη κοιταχτήκαμε και αφήσαμε ένα χαζό γέλιο να μας ξεφύγει.. Τον καταλάβαινα. Τελευταία τα χάλασε με μια πολύ γαμάτη γκόμενα και τώρα έχει να δει μουνί πολύ καιρό.

-    «Με ποιους πάτε και γαμιέστε αν δε γαμιέστε με μένα, το απόλυτο αρσενικό!», συνέχισε με τον ίδιο τόνο.

-    «Καλά ρε μαλάκα, πως κάνεις έτσι;», τόλμησα να πω.

-    «Μα τι θες να κάνω», μου λέει. «Έχω πήξει στη μαλακία».

-    «Φίλε», του λέω, «δεν είναι λύση αυτή».

-    «Ρε μαλάκες», παρενέβη ο Μάκης. «Αφού θέλετε γαμήσι γιατί δεν πάτε σε καμιά πουτάνα ή τέλος πάντων να βρείτε καμιά γκόμενα;»

-    «Ε, τώρα», είπα, «ξέρεις εγώ δεν έχω ανάγκη από γυναίκες».

Οι άλλοι δυο μαλάκες αρχίσανε να γελάνε και ο Μάκης μου λέει:

-    «Άντε ρε Αντρέα, μήπως είσαι και πούστης και μας το κρύβεις; Δηλαδή αν τώρα ξαφνικά έτσι όπως καθόμαστε μπει μέσα μια γαμάτη γκόμενα, δεν θα θες να την πηδήξεις;»

Ακόμα δεν πρόλαβα να μιλήσω και μπήκε μέσα η καινούργια ιδιωτική γραμματέας του διευθυντή. Τι μουνάρα ήταν αυτή! Εμείς όμως είχαμε ξεραθεί στα γέλια από την σύμπτωση. Ο Μάκης σηκώθηκε όρθιος με ένα ύφος εύθυμης επαγγελματικής σοβαρότητας και πλησίασε την απορημένη κοπέλα.

-    «Κρυφάκουγες καριόλα;», της είπε.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει και η κοπέλα τσίριξε:

-    «Ορίστεεεεεεεεε;»

-    «Καλά ντε, πως κάνεις έτσι;», είπε ο Αλέκος.

-    «Τέλος πάντων», είπε, «εδώ ήρθα γιατί ο διευθυντής μου ζήτησε να σας φέρω αυτά τα έγγραφα να τα υπογράψετε».

-    «Άστα εκεί», της είπα και παράλληλα την έκατσα σε μια καρέκλα.

-    «Τι θα πιεις;», είπε ο Αλέκος ενώ κοιτούσε εμένα και τον Μάκη που με το χαμόγελό μας του δίναμε το πράσινο φως.

-    «Εεεε.. συνήθως δεν πίνω», είπε, «αλλά τι έχετε να μου προσφέρετε;»

Στο άκουσμα αυτής της φράσης ο Μάκης σηκώθηκε, έκανε μια στροφή και ανοίγοντας το ντουλαπάκι του μπαρ, της έριξε μια καυτή ματιά και της είπε:

-    «Εξαρτάται τι είναι αυτό που θες».

«Αχάααααα…!», είπε, «Πονηρούληδες. Κατάλαβα τι θέλετε να κάνετε…», και μας θύμισε εκείνα τα κρύα ανέκδοτα με τις ξανθιές μιας και αυτή ήταν ξανθιά.

Εγώ την πλησίασα, της έπιασα τα βυζιά (καύλαααα..) και της είπα:

-    «Λοιπόν, αφού το ξέρεις, ξεκίνα!»

Όλοι μαζί ξεκουμπώσαμε τα παντελόνια μας και βγάλαμε έξω τις ψωλάρες μας. Του Αλέκου ήταν η πιο μεγάλη, αλλά αυτά θα κοιτούσαμε τώρα; Μας τις έπιασε όλες μαζί ένα μάτσο και τις έγλυψε με όλη της την τεχνική. Την πιάνω λοιπόν και της τον έμπηξα κατευθείαν στο μουνί.

-    «Ωχ, γαμιάδες μου, σκίστε με, ναι!!!», φώναξε.

Οπότε κι εμείς πήραμε από ένα πόστο ο καθένας και αρχίσαμε τις ρυθμικές κινήσεις. Σε μια στιγμή μου έπιασε τ' αρχίδια και της τον έδωσα στο στόμα λέγοντας:

-    «Έλα μωρή πουτάνα, έτσι φάτο, ναι, είναι μεγάλο, είναι πολύ μεγάλο και ξέρεις τι; Είναι όλο δικό σου. Φάτο λοιπόν όπως ξέρεις και σ' αρέσει. Είναι μόνο για σένα! Και τώρα τι θες; Θες από πίσω, ε; Από πίσω; Έλα, γύρνα λοιπόν!»

Και λέγοντας αυτά την γύρισα μπρούμυτα και έβαλα το κεφαλάκι του καυλιού μου μέσα στην κωλοτρυπίδα της, ενώ ο Μάκης της την έδινε πίπα και ο Αλέκος της έκανε ένα θεϊκό γλυφομούνι. Τι κώλος ήταν αυτός! Λες και έπαιρνα παρθένο κώλο. Αλλά αυτή φαινόταν να έχει συνηθίσει γιατί τα βογγητά της έδειχναν ηδονή και όχι πόνο. Θα μου πεις στ' αρχίδια μου και να πονούσε.

Αλλάξαμε πόστα με τους άλλους κάπου τρεις ή τέσσερις φορές. Στο τέλος την άρπαξα απ’ το μαλλί και της είπα:

-    «Κάργια του κώλου, σου υποσχεθήκαμε να σου προσφέρουμε ένα ποτό, τι λες γι' αυτό;»

Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι είπα και οι τρεις μαζί χύσαμε μέσα στο στόμα της. Η πουτάνα! Τα κατάπιε όλα. Τι καύλαααααα. Όταν πια τελειώσαμε σκουπιστήκαμε και ντυθήκαμε. Ενώ έβγαινε από την πόρτα μας κοίταξε όλους και με βραχνή καυλιάρικη φωνή μας είπε:

-    «Εμείς οι τέσσερεις δεν τελειώσαμε. Θα τα ξαναπούμε.. γαμιάδες μου!»

Ξανακαθίσαμε στις καρέκλες μας ευχαριστημένοι από το πρόσφατο συναδελφικό πήδημα. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά έξω από το παράθυρο και μας κοίταξε σκεπτικός. Ο Μάκης τον κοίταξε και του είπε:

-    «Λοιπόν, Αλέκο είδες;»

-    «Είδα, είδα. Αλλά ξέρεις σκέπτομαι το εξής: Τι άλλο μας περιμένει μ' αυτό το μανούλι;»

Τραβώντας μια τζούρα από το τσιγάρο μου τον κοίταξα με ένα βλέμμα χαλαρότητας Και μέσα από τον καπνό που σκέπαζε το πρόσωπό μου του είπα:

-    «Θα δούμε…»

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")