Αργά τη νύχτα, νωρίς το πρωί

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Αργά τη νύχτα, νωρίς το πρωί
Έκλεισε πίσω μου την πόρτα του ασανσέρ και πάτησε το κουμπί του ορόφου της.
-Ρε Κρις, της είπα, αφού επάνω είναι οι γονείς σου. Πάμε σε ένα ξενοδοχείο. Ή σπίτι μου.
-Το σπίτι σου είναι μακριά. Και τα ξενοδοχεία με την ώρα που με πας, με ξενερώνουν.
-Δεν καταλαβαίνω…

Ήταν 4 το πρωί, Αύγουστος στην Αθήνα. Το μόνο που ήθελα ήταν να ξυπνήσω πλάι της. Στην πόλη του καύσωνα και των χαμένων ονείρων που έλιωναν σαν σε υψικάμινο.
Καθώς ανεβαίναμε, λίγο μετά τον τρίτο όροφο πάτησε το “stop” και το ασανσέρ σταμάτησε.
-Κάνε σιγά, μου είπε και άρχισε να γδύνεται.
-Άνοιξε τουλάχιστον τον κλιματισμό του. Θα σκάσουμε.
-Δεν έχει διαφορά. Γδύσου. Μη με κάνεις να περιμένω, γκρίνιαξε και άγγιξε το μουνάκι της.
Μου άνοιξε το πουκάμισο.
‘Ελυσα βιαστικά τη ζώνη και κατέβασα το παντελόνι μου ως τον αστράγαλο. Μου έβγαλε έξω τον πούτσο και άρχισε να τον παίζει. Είχαμε ιδρώσει ήδη.

-Το έχεις ξανακάνει σε ασανσέρ; ρώτησα αργότερα ενώ ανάσαινα ανάμεσα στα πόδια της.
-Με σένα, ποτέ.
-Μμμ… (μη μου τραβάς τα μαλλιά, ρε). Είσαι πολύ αποτελεσματική πάντως. Βολεύτηκες μια χαρά σε τόσο δα χώρο.
-Δεν θέλω πολλά για να είμαι καλά. Μόνο το καβλί σου στο μουνί μου.

Ψιθύριζε «για να μη μας ακούσουν» όπως έλεγε.
Βόγγαγε σιγανά, για τον ίδιο λόγο.
Το ασανσέρ τραμπαλιζόταν σαν βαρκάκι στο μελτέμι.
-Αν γίνει σεισμός, δεν θα το καταλάβουμε ποτέ, της είπα. Θα μας βρουν μετά αγκαλιασμένους μέσα στα χαλάσματα και η μαμά σου θα γίνει έξω φρενών που θα σε βλέπει ο κόσμος γυμνή.
-Βούλωστο.
Με κάθε κίνηση που έκανα μέσα της, τα φώτα αναβόσβηναν – μάλλον ενεργοποιούταν ο αυτόματος μηχανισμός που τα έκανε να ανάβουν όταν ανοίγεις την πόρτα και να σβήνουν όταν το ασανσέρ μένει αχρησιμοποίητο.
Έκλεισα τα μάτια.
Ο ιδρώτας κύλαγε απ’ το λαιμό μου στο στήθος της.
Έσταζε στο στόμα της και στα χείλια της που τα έγλυφε, μασώντας τα λόγια της. Λόγια ακατανόητα. Με κάβλωνε αυτό.
Η μοκέτα του δαπέδου, της ερέθιζε την πλάτη.

Το κουτί μέσα στο οποίο γαμιόμασταν ήταν η δική μας σεξουαλική κιβωτός κι εμείς τα ζώα. Γαμιόμασταν σα ζώα στο δικό μας σκάφος διαφυγής.
Μουγκρίζοντας και ιδρώνοντας στην ατομική μας σάουνα.
Εκλιπαρώντας για λίγη δροσιά μέσα σε αυτή τη σαρκοφάγο, όπου αιώνες μετά θα βρισκόταν απελπιστικά όμορφη η βασίλισσα και ο πιστός γαμιάς της, που τον έθαψαν μαζί της να τη συντροφεύει στον άλλο κόσμο. Και να τη γαμάει στον αιώνα τον άπαντα, γιατί αυτό ήταν που ήθελαν πάντα και οι δυο τους.

Τελειώσαμε σχεδόν μαζί.
Έβγαλα το προφυλακτικό και την κοίταξα. Ήμασταν κι οι δυο μουσκίδι.
-Τσιγαράκι; είπε.
-Τρελή είσαι; Θα σκάσουμε εδώ μέσα. Δεν ξέρω ούτε πως θα ξαναβάλεις τα ρούχα σου τόσο που έχεις ιδρώσει.
-Πάμε βόλτα;
-Που; Αύριο δουλεύεις.
-Πάμε να τρέξουμε με τη μηχανή στην Κηφισίας, να ξεϊδρώσω.
-Να σε δω πώς θα ντυθείς.
-Λέω να μην. Ή τουλάχιστον όχι εντελώς.

Φόρεσε το πουκάμισό μου και κούμπωσε τα τρία κάτω κουμπιά. Της έπεφτε μεγάλο, φτάνοντάς της κάτω από το μουνάκι.
Μάζεψε το στρινγκ και το τοπάκι της στην τσάντα. Η ελαστική φούστα της χώραγε επίσης εκεί. Σουτιέν δεν φορούσε ποτέ.
-Πάμε, είπε. Μια χαρά είσαι χωρίς τίποτε από πάνω.
Πάτησα το κουμπί και το ασανσέρ βούιξε σαν πλυντήριο που ξεκινάει πλύση.

Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και με φίλησε.
-Πιέσατε το κομβίον. Επιστροφή στην επιφάνεια του εδάφους, είπε.
Χαμογέλασα στη σκέψη ότι ακόμη μια φορά στη ζωή μου έβγαινα με μια όμορφη τρελή. Οι θεοί ήταν πολύ καλοί μαζί μου τελευταία.
Λίγα λεπτά αργότερα, θα πίεζα ένα άλλο κουμπί που ενεργοποιεί τη μίζα στη μηχανή μου και θα τρέχαμε στους άδειους δρόμους της πόλης, από την Κηφισιά μέχρι το Φάληρο. Ένας γυμνός απ’ τη μέση και πάνω άντρας και ένα κορίτσι που έμοιαζε μόλις να είχε ξυπνήσει και να φόρεσε το πρώτο ρούχο που βρήκε μπροστά του.

Επιστρέφοντας στο σπίτι, στο φανάρι έξω από την Εθνική Πινακοθήκη, η τροχονόμος μάς χαμογέλασε και έκανε νόημα να ξεκινήσουμε.
Ανοίγοντας το γκάζι, κοίταξα την Κρις στον καθρέφτη.
Μισόκλεινε τα μάτια νυσταγμένη και τα μαλλιά της είχαν μπερδευτεί απ’ τον αέρα.
Την ήθελα πάλι.
-Μην σε πάρει ο ύπνος. Σε λίγο φτάνουμε, της είπα.

Οι αγουροξυπνημένοι επιβάτες ενός λεωφορείου μάς κοίταξαν μέσα απ’ τα βρώμικα τζάμια.
Ξημέρωνε.
Ήταν μια ακόμη καυτή καλοκαιρινή μέρα και οι άνθρωποι αγκομαχούσαν κάτω από το βάρος των επιθυμιών τους.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")