Η γυναίκα μου κι εγώ (5ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Οι αλλαγές είχαν να κάνουν αρχικά με τις ενδυματολογικές της επιλογές. Η συντηρητική και σοβαρή μέχρι τότε Βέρα, άρχισε να ντύνεται όχι προκλητικά, δεν θα το έλεγα. όμως σίγουρα αποκαλυπτικά. Κάτι, που θα δικαιολογούσα να το κάνει στα 20 ή στα 25, όχι όμως στα 30 και.. όντας ήδη παντρεμένη δώδεκα χρόνια.

Σιγά - σιγά, τα μέχρι λίγο πάνω από το γόνατο φορέματα της, αντικαταστάθηκαν με άλλα, λίγο πιο πάνω κι ακόμη λίγο, μέχρι που έφθασαν έως την μέση των μηρών και μερικές φορές λίγο κάτω από τα υπέροχα οπίσθια της. Τα κλειστά μπλουζάκια και πουκάμισα, τα μεν πρώτα απέκτησαν βάθος προς τα κάτω, στα  δε δεύτερα, τα τρία επάνω κουμπιά, αρνούνταν να μπουν στις κουμπότρυπες, με αποτέλεσμα, το πλούσιο στήθος της να αποκαλύπτεται επικίνδυνα.

Ένιωσα περίεργα, όταν ένα σαββατόβραδο, ξεκινήσαμε να πάμε στο πάρτι φιλικού ζεύγους, που γιόρταζαν την 10η επέτειο του γάμου τους και πήρα την πρώτη γεύση της νέας της γκαρνταρόμπας. Η στενή δερμάτινη φούστα που φορούσε, ήταν κοντή, τόσο κοντή, που όταν θα καθόταν θα είχε πολλά να αποκαλύψει από τα μακριά της πόδια! Το σύνολο συμπλήρωνε ένα λαμπερό πουκάμισο-μπλούζα, στο οποίο μάλλον, είχε ξεχάσει να κουμπώσει αρκετά από τα κουμπιά. Στην παρατήρησή μου αυτή, απάντησε χαμογελώντας πονηρά.

-    «Αγάπη μου γλυκιά, θέλεις να τα κουμπώσω; Οκ!»

Κούμπωσε ένα κουμπάκι ακόμη, αλλά οι υπέροχες βυζάρες της, εξακολουθούσαν να προβάλλουν πληθωρικές, προσπαθώντας να ελευθερωθούν από την πίεση του σουτιέν και να πάλλονται με κάθε της κίνηση. Αντιλαμβανόμενος την αποφασιστικότητα της και γνωρίζοντας ότι αν επέμενα να αλλάξει ρούχα, δεν επρόκειτο να πετύχω τίποτε, αλλά και τη βραδιά μας θα κατέστρεφα, της ζήτησα να μου υποσχεθεί ότι δεν θα ξαναφορέσει τόσο προκλητικό ρούχο.

-    «Αγάπη μου, να υποθέσω ότι δεν είμαι πλέον όμορφη και πρέπει να κρύβω τις ατέλειές μου;», είπε εκείνη.

Την φίλησα τρυφερά στα χείλη και παίρνοντας την από το χέρι όπως πάντα, κατευθυνθήκαμε στο αυτοκίνητο. Της άνοιξα την πόρτα, κι όπως κάθισε, βάζοντας το αριστερό της πόδι μέσα ενώ το άλλο καθυστερούσε σκόπιμα να το βάλει, είχα μια πλήρη εικόνα από το μουνάκι της, που καλυπτόταν από ένα διάφανο μπορντό κιλοτάκι. Με κοίταξε πονηρά, λέγοντάς μου:

-    «Καλό…;»

-    «Υπέροχο!», απάντησα, δαγκώνοντας τα χείλη μου.

-    «Εξακολουθείς αγάπη μου να θέλεις μακρύτερα ρούχα;»

-    «Είναι κάτι που θα συζητήσουμε σύντομα Βέρα μου!», είπα. «Τώρα πάμε, γιατί έχουμε αργήσει».

Σε όλη τη διαδρομή, τα ατέλειωτα πόδια της, ήταν ελαφρά γυρισμένα προς το μέρος μου, προσφέροντάς μου μια πραγματικά υπέροχη οπτική πρόσβαση των ενωμένων μηρών της και στο βάθος, ένα μικρό τριγωνάκι που ανήκε στο εσώρουχο της. Τα μάτια μου δεν ξεκολλούσαν από εκεί. Σαν να ήταν καινούργια γκόμενα, κι έβλεπα για πρώτη φορά τα μπούτια της και το κιλοτάκι! «Κοίτα που μ’ αρέσει!», σκέφτηκα. Σαν να διάβασε τη σκέψη μου, είπε:

-    «Αγάπη μου, νομίζω σ’ αρέσει να οδηγείς και να βλέπεις το μουνάκι μου. Σωστά;»

-    «Το μουνάκι σου μωρό μου το λατρεύω και το ξέρεις. Το ζήτημα είναι, ότι απόψε θα το δουν πολλοί!»

-    «Έλα βρε Στεφανάκο μου. Τι πειράζει βρε αγάπη μου; Φάτε μάτια ψάρια δεν λέμε; Άλλωστε κι εσένα δεν θα σου άρεσε να βλέπεις τα γυμνά πόδια μιας όμορφης κυρίας σαν κι εμένα;»

Ξεροκατάπια και σκέφτηκα ότι «τα ψάρια», θα καυλώσουν πολύ κόσμο απόψε, αλλά και συμφώνησα μαζί της ότι θα μου άρεσε να βλέπω κι εγώ, όχι μόνο τα πόδια της, αλλά κι ότι άλλο όμορφο έχει μια γυναίκα. Περιττό βέβαια να περιγράψω, τα επιφωνήματα θαυμασμού, αλλά και έκπληξης των παρευρισκομένων, με το μπήκαμε στο σαλόνι των φίλων μας. Συνολικά οι οικοδεσπότες, οκτώ προσκεκλημένα ζευγάρια και τρεις κυρίες, φίλες της οικοδέσποινας.

Και ενώ εγώ προσπαθούσα με κάθε τρόπο να υπενθυμίζω στη Βέρα να προσέχει πολύ πως κάθεται, εκείνη με μια χαρακτηριστική άνεση, καθόταν σταυροπόδι, αλλάζοντας μάλιστα συχνά τα πόδια της, αδιαφορώντας για τους ταλαίπωρους άνδρες της συντροφιάς, που δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν τα βλέμματά τους από πάνω της, ή μάλλον πιο σωστά, από κάτω της. Γιατί, είμαι βέβαιος, ότι μεταξύ τους στοιχημάτιζαν, αν το μουνάκι της, ήταν αποτριχωμένο ή όχι. Αισθανόμουν περίεργα από την εμφάνισή της, αλλά δεν μπορώ να πω ότι δεν μου άρεσε που όλοι θαύμαζαν την γυναίκα μου!

Φύγαμε γύρω στις 01:00, παίρνοντας μαζί μας και μια από τις τρεις κυρίες, με την οποία η Βέρα, όλο το βράδυ, είχε σχεδόν απομονωθεί συζητώντας. Ήταν μια όμορφη γυναίκα, 43 ετών, όπως αργότερα έμαθα από την γυναίκα μου, καλοντυμένη, ζεστή, που όταν μιλούσε, έδινε την εντύπωση ότι ήταν έτοιμη να χύσει. Την έλεγαν Σόφη και ήταν αρκετά χρόνια διαζευγμένη, ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Λίγο αργότερα έμαθα ότι ήταν συμφοιτήτριά της στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο.

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο, παίρνοντας για άλλη μια φορά μάτι, από τα ορθάνοιχτα πόδια της Βέρας, τη στιγμή που έμπαινε στο αυτοκίνητο, πιστεύοντας πλέον ότι το έκανε σκόπιμα και πριν προλάβω να ρωτήσω που θα πρέπει να την πάμε, η απάντηση ήρθε από τη γυναίκα μου.

-    «Αγάπη μου, η Σόφη αύριο θα φύγει. Η βραδιά είναι υπέροχη, ζεστή. Τι θα έλεγες να της προσφέρουμε ένα ποτό στον κήπο μας;»

Φυσικά, δεν μπορούσα να αρνηθώ σε δυο όμορφες κυρίες ένα ποτό, αν και κάτι μου έλεγε, ότι το είχαν ήδη σχεδιάσει οι δυο τους. Σε 30’ μπαίναμε στο σπίτι.

Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")