Γνωριμία στο ταξί

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το: ...

Η παρακάτω ιστορία είναι δικής μου περιγραφής, από ένα περιστατικό που μου διηγήθηκε ένας φίλος.
Μπήκανε ταυτόχρονα στο ταξί από τις πίσω πόρτες. Ο Τάσος από τη μεριά του πεζοδρομίου κι η Ελπίδα από την μεριά του δρόμου.
-Που πάμε; ρώτησε ο ταξιτζής
Ο Τάσος έστρεψε το κεφάλι του αριστερά και την κοίταξε κατάματα. Την ¨κάρφωσε”. Εκείνη τον σκάναρε πατόκορφα.
-Σπίτι μου. Σμύρνης 7…
Εκείνη δεν είπε λέξη. Μόνο έγνεψε καταφατικά.
-Όπως σας είδα, νόμιζα πως ήσασταν χωριστά. Ήρθατε από άλλη κατεύθυνση και δείχνετε πολύ διαφορετικοί, είπε ο οδηγός του ταξί, ανάμεσα σε καλημέρες και σε άλλα διάφορα σχόλια.
- Όχι μαζί είμαστε, είχα περάσει νωρίτερα στο απέναντι πεζοδρόμιο, δικαιολογήθηκε ο Τάσος.
Ο Τάσος φορούσε τις φόρμες εργασίας και αν και δεν ήταν ιδιαίτερα λερωμένες, έκαναν φανερό πως λίγο νωρίτερα βρισκόταν στη δουλειά. Η Ελπίδα, άγνωστη ακόμα στον Τάσο, κάθισε προσεκτικά, ώστε να μη τσαλακώσει το όμορφο ταγέρ και όσο το δυνατόν μακριά του, φοβούμενη ίσως πως θα το λερώσει. Ήταν κοντά 40, έξι χρόνια μεγαλύτερη του και θα ‘λεγε κανείς πως είναι από τις γυναίκες που αποπνέουν την αύρα μιας Κυρίας. Όταν την είδε να μπαίνει μαζί του στο ταξί σκέφτηκε, πως θ’ ακολουθήσει καυγάς για τον προορισμό, όταν όμως της έριξε μια δεύτερη ματιά, αποφάσισε να δοκιμάσει να παίξει μαζί της. Κι από ότι φαινόταν μέχρι τώρα, μάλλον υπήρχε ανταπόκριση.
Σε λιγότερο από μισή ώρα το ταξί σταμάτησε μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας, όπου έμενε ο Τάσος.
- Εδώ κατεβαίνουμε. Τι χρωστάμε;
Πλήρωσε ο Τάσος και κατέβηκε από το ταξί. Η Ελπίδα δεν σηκώθηκε. Ο Τάσος πήγε και της άνοιξε την πόρτα, εκείνη του πρόσφερε το χέρι της και την βοήθησε να σηκωθεί, για να τον ακολουθήσει.
- Μένεις εδώ κοντά ή θ’ ανέβεις σπίτι μου; … έκανε τον χαζό
- Σίγουρα δε θα μπορούσα να κατοικώ εδώ, οπότε τι άλλο μένει να κάνουμε;
- Τότε πάμε πάνω να κεράσω ένα καφεδάκι.
Στάθηκε πλάι της, την έπιασε από τη μέση και βαδίσανε μαζί τα λίγα βήματα μέχρι την είσοδο. Την άφησε μόνο όταν χρειάστηκε ν’ ανοίξει την πόρτα της πολυκατοικίας και την ξανάπιασε από την μέση, όταν την άφησε να περάσει πρώτη στο ασανσέρ. Κλείνοντας η πόρτα του ασανσέρ, τα πρόσωπα άλλαξαν.
- Τελικά εσείς οι κυρίες, είσαστε οι μεγαλύτερες πουτάνες. Έχεις αντίρρηση σ’ αυτό;
Έφτασε το στόμα του μια ανάσα από το δικό της, όταν της το έλεγε και με το ένα χέρι την χούφτωσε στον κώλο και με το άλλο στο βυζί.
- Λες να μην το ξέρω; Εσύ όμως πρέπει να μάθεις, πως τώρα έχεις να κάνεις με την μεγαλύτερη “κυρία”.
Ο Τάσος δεν κατάλαβε τι ακριβώς εννοούσε λέγοντας “κυρία” και προχώρησε με το χούφτωμα. Άφησε τον κώλο της και πέρασε το χέρι του μπροστά, για να χαϊδέψει το μουνί της. Έκανε στο πλάι το εσώρουχό της. Το μουνί της ήταν άτριχο κι απαλό σαν κοριτσιού, όμως ακόμη δεν είχε υγρανθεί.
- Τι θέλει αυτό το μουνάκι για να στάξει;
- Θα μάθεις όταν είμαστε μόνοι και “ασφαλείς” στο σπίτι σου.
- Ανυπομονώ, να το κάνω μούσκεμα.
Η Ελπίδα τον σκούντηξε μακριά της κι έστρωσε την φούστα της. Πέρασε βιαστικά τα χέρια πάνω από τα μαλλιά της, στρώνοντας όποια τρίχα είχε ξεφύγει. Ήταν έτοιμη να βγει από το ασανσέρ. Ο Τάσος άνοιξε την πόρτα του ανελκυστήρα και την άφησε να περάσει πρώτη. Αυτή τη φορά η Ελπίδα, γυρνώντας ελαφρώς το κεφάλι της προς τα πίσω ώστε να την βλέπει ο Τάσος, του χάρισε ένα απαλό χαμόγελο. Ανταπέδωσε.
Περπατώντας στον μεγάλο διάδρομο της πολυκατοικίας, ο Τάσος είχε καρφώσει τα μάτια του στον πισινό της νέας του γνωριμίας. Η Ελπίδα βάδιζε, λικνίζοντας τον όμορφο κώλο της, θέαμα πολύ καυλωτικό και απ’ το μυαλό του Τάσου πέρασε η σκέψη να την στήσει επιτόπου όρθια και να της ρίξει έναν καλό πούτσο. Στην ιδέα και μόνο, ένιωσε το καυλί του να χτυπάει, ήξερε όμως πως αυτό που ήθελε να κάνει, τώρα δεν ήταν εφικτό κι έτσι συγκράτησε τις ορμές του. Καθώς πέρασε μπροστά της, για να προλάβει να την οδηγήσει στην πόρτα του σπιτιού της, τής έριξε μια απαλή σφαλιάρα στον κώλο. Όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, του φάνηκε πως αγρίεψε λιγάκι το πρόσωπό της, ίσως να την πείραξε το χτύπημα, ίσως απλά να του φάνηκε. Δεν έδωσε σημασία και άνοιξε την εξώπορτα του διαμερίσματός του.
Αυτή τη φορά ο Τάσος πέρασε πρώτος στον οικείο χώρο του. Κρατώντας την πόρτα ανοικτή και κάνοντας μια μικρή υπόκλιση, προσκάλεσε την επισκέπτρια να περάσει. Η Ελπίδα χαμογέλασε και πάλι, μάλλον θα της άρεσαν οι καλοί τρόποι, σκέφτηκε ο Τάσος, δεν είχε όμως σκοπό να είναι τόσο καλός και στη συνέχεια. Έκλεισε την πόρτα και μπήκε αμέσως στο ψητό. Ακούμπησε την πλάτη του στην κλεισμένη πόρτα και χούφτωσε τ’ αρχίδια του. Έβλεπε μόνο την πλάτη της Ελπίδας, που έκανε τα πρώτα 2-3 βήματα στο σπίτι.
- Για να δούμε λοιπόν τι τσιμπούκι ξέρουν να κάνουν οι κυρίες … έλα και γονάτισε να τον πάρεις.
Έλυσε τη ζώνη και άνοιξε το φερμουάρ της φόρμας του. Πέταξε τον πούτσο του έξω. Αν και πεσμένος ακόμη, ήταν φανερό πως ήταν από τους προικισμένους. Η Ελπίδα χωρίς να στρέψει στο σώμα της, γύρισε μόνο το κεφάλι και με το πλάι του ματιού έριξε μια ματιά στον Τάσο. Δεν είπε κουβέντα. Συνέχισε να περιεργάζεται το σπίτι. Ο Τάσος σάστισε, δεν περίμενε κάτι τέτοιο κι έμεινε με τον πούτσο έξω και το στόμα ανοικτό. Η Ελπίδα στη συνέχεια, χωρίς να του ζητήσει άδεια, άνοιγε πόρτες κι έμπαινε στα δωμάτια, άνοιγε ντουλάπες, ντουλάπια και συρτάρια κι ο Τάσος την ακολουθούσε από μακριά με το παλαμάρι του να κουνιέται πέρα δώθε, χωρίς να λέει κουβέντα.
Η Ελπίδα συνέχισε το ψάξιμο και χωρίς να τον κοιτάει …
- Πως σου φάνηκε το μουνί μου, όταν με χούφτωσες;
- Σκέτη καύλα, πολύ απαλό … ότι πρέπει για γλείψιμο, θα μπορούσα να ασχολούμαι μαζί του με τις ώρες.
- Μόνο αυτό κατάλαβες;
Δεν ήξερε αν έπρεπε να το πει, αλλά τελικά το είπε …
- Περίμενα να είναι υγρό από την καύλα, αλλά ήταν στεγνό σαν έρημος.
- Σωστά κατάλαβες μωρό μου και είναι ώρα να μάθεις πως δεν φτιάχνομαι με τα συνήθη.
Ο Τάσος δεν ρώτησε. Η Ελπίδα συνέχισε να ψάχνει χωρίς να μιλάει, ώσπου …
Δεν ήξερε αν έπρεπε να το πει, αλλά τελικά το είπε …
- Περίμενα να είναι υγρό από την καύλα, αλλά ήταν στεγνό σαν έρημος.
- Σωστά κατάλαβες μωρό μου και είναι ώρα να μάθεις πως δεν φτιάχνομαι με τα συνήθη. Ο Τάσος δεν ρώτησε. Η Ελπίδα συνέχισε να ψάχνει χωρίς να μιλάει, ώσπου …
- Εδώ είμαστε! είπε η Ελπίδα με μισή ανάσα, καθώς ήταν σκυμμένη, ψάχνοντας μέσα σ’ ένα από τα κάτω ντουλάπια της κουζίνας.
Όρθωσε το σώμα της και στα χέρια της κρατούσε το ατσαλόσυρμα που είχα στο κουτί με τα εργαλεία. Αμέσως κατάλαβε ο Τάσος, που το πήγαινε η Ελπίδα, αλλά θεώρησε πως καλύτερα θα ήταν να την ρωτήσει.
- Τι το θέλεις αυτό μωρό μου;
- Για να ιδρώσω το μουνί μου, πούστη, είπε και τον κοίταξε με βλέμμα αυστηρό.
- Για δώσε μου να καταλάβω, πως ακριβώς θα γίνει αυτό; Αν και πάει κάπου το μυαλό μου.
- Εσύ από κάτω κι εγώ από πάνω!
- Αγαπημένη μου στάση, αλλά το σύρμα τι το θέλεις;
- Δεν μπόρεσα να βρω κάτι καλύτερο, για να σε ακινητοποιήσω.
Ο Τάσος δεν είχε δοκιμάσει πρωτύτερα κάτι αντίστοιχο, αλλά πάντα καύλωνε στην ιδέα. Ήθελε να νιώσει υποταγμένος σε πια παθιάρα γυναίκα, που θα τον είχε του χεριού της. Έσταζε το πουτσοκέφαλό του, όταν φαντασιωνόταν τον εαυτό του στα τέσσερα, δεμένο με λουρί, να γλύφει γόβες και δάχτυλα. Πότε όμως μέχρι τώρα δεν είχε βρει το θάρρος, να το προτείνει σε κάποια από τις φίλες του. Το όλο σκηνικό ήταν μια φαντασίωση, που έφερνε στο μυαλό του, κάθε που βαρούσε μαλακία, τώρα όμως … τώρα θα μπορούσε να τη ζήσει.
Έχοντας πάντα την ελπίδα πως θα έβρισκε μια Ελπίδα, για να βιώσει τις κρυφές «αμαρτωλές» επιθυμίες του, είχε αγοράσει διάφορα «παιχνίδια», που τα φύλαγε στο πατάρι της ντουλάπας του υπνοδωματίου.
- Παράτα το αυτό κι έλα μαζί μου. Θα σου δώσω ότι χρειάζεσαι.
Την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο και έφερε μια μικρή σκάλα από την αποθήκη. Κατέβασε μια βαλίτσα από το πατάρι κι έπειτα πήρε στα χέρια του το κλειδί που είχε κρυμμένο μέσα σ’ ένα συρτάρι, κάτω από τα εσώρουχά του. Στον ήχο του ξεκλειδώματος ανατρίχιασε. Ήταν ένα βήμα μακριά από τις καλύτερες και πιο πρόστυχες φαντασιώσεις του. Άνοιξε την βαλίτσα…
- Όλα δικά σου, κυρία μου
Η Ελπίδα τον έσπρωξε ελαφρά και αναμόχλευσε το περιεχόμενο της βαλίτσας, σχοινιά και αλυσίδες, κλειδαριές, χειροπέδες, μαστίγια και δερμάτινα λουριά, 2 ζευγάρια γόβες και πολλά καυτά εσώρουχα. Υπήρχαν και πολλά άλλα, όπως δονητές και σφήνες σε διάφορα μεγέθη και μερικά dvd. Ήταν και οι δύο σίγουροι πως το αποψινό γαμήσι θα ήταν σκέτη καύλα.
Η κυρία, χούφτωσε γερά ένα κοντό δερμάτινο μαστίγιο, που τελείωνε σε μια φούντα από λεπτές λωρίδες δέρματος. Τον χάιδεψε με την φούντα στο πρόσωπο και κατέβηκε χαμηλότερα περνώντας από τον λαιμό του, μέχρι το στήθος. Τον μαστίγωσε απαλά πάνω στην ρόγα και του ζήτησε να βγάλει τα ρούχα του. Ο Τάσος υπάκουσε χωρίς να πει λέξη και σχεδόν τρέμοντας από την καύλα της προσμονής, γυμνώθηκε μπροστά της.
- Κάνε τώρα μια περιστροφή, θέλω να δω τι πράμα ψώνισα.
Προς στιγμή ο Τάσος ένιωσε ντροπή και τύψεις και χούφτωσε πούτσο και αρχίδια για να τα κρύψει από τα μάτια της Ελπίδας. Χωρίς να χάσει στιγμή, εκείνη του ρίχνει μια δυνατή στο χέρι κι ο Τάσος το τραβάει από τον πούτσο του και το φέρνει στο στόμα για να το «φιλήσει». Αμέσως τρώει μια ακόμη βιτσιά κι αυτή τη φορά έπεσε στ’ αρχίδια κι από τον πόνο διπλώθηκε στα δύο. Ο πόνος από τ’ αρχίδια, ανέβηκε στο κάτω μέρος της κοιλιάς κι από ‘κει πέρασε πίσω στα νεφρά και ηλέκτρισε την σπονδυλική του στήλη. Τον ένιωσε από το σβέρκο να μπήγεται κατευθείαν στον εγκέφαλο και να του διεγείρει τα νεύρα της ηδονής. Καύλωσε χωρίς να του σηκώνεται! Αλλιώτικη αίσθηση.
Η Ελπίδα έφερε το μαστίγιο κάτω από το πιγούνι του και πιέζοντας προς τα πάνω, προσπάθησε να τον ορθώσει. Ο Τάσος έδειξε να ανταποκρίνεται.
- Για να δούμε τώρα … θα δοκιμάσεις να παρακούσεις άλλη φορά; Κάνε τώρα την σβούρα, που σου ζήτησα.
Ο Τάσος έκανε μια αργή περιστροφή κι όταν γύρισε την πλάτη στην Ελπίδα, εκείνη του έριξε μια στα κωλομέρια. Το σώμα του τινάχτηκε κι αναστέναξε …
- Κι άλλο, ρίξε κι άλλο.
- Όταν θέλω εγώ, πούστη. Δε θα μου λες τι να κάνω. Κατάλαβες; Και τον χτύπησε πάνω στη ραχοκοκαλιά.
- Ναιιιιι, κατάλαβα.
- Γύρνα τώρα και στάσου μπροστά μου.
Ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο κι ο Τάσος έφαγε σφαλιάρα.
- Την επόμενη φορά που θα με κοιτάξεις κατάματα, θα σου σπάσω την μύτη.
Έσκυψε το κεφάλι του και η Ελπίδα ήταν ευχαριστημένη με τον μαθητή της, του είχε δώσει να καταλάβει ποιος έκανε κουμάντο εδώ μέσα.
- Γονάτισε τώρα, τον διέταξε κι ο Τάσος έπεσε αμέσως στα γόνατα, για να μην δυσαρεστήσει την κυρία του.
- Σήκωσε την φούστα μου και γλύψε με.
Δίπλωσε προσεκτικά την φούστα της και τη έφερε λίγο πάνω από το μουνί της κι έπειτα δοκίμασε να της κατεβάσει το καλσόν, όμως η κυρία τον «έκοψε» ραπίζοντας την πλάτη του.
- Σου είπε κανείς να μου βγάλεις το καλσόν;
Τον έπιασε από τα μαλλιά και τα τράβηξε προς τα πίσω.
- Δεν θέλω πρωτοβουλίες, νόμιζα πως το είχες καταλάβει.
Του τράβηξε ένα ακόμη σκαμπίλι.
- Γλύφε τώρα το μουνί μου κι αυτό θα το κάνεις μέχρι να σου πω να σταματήσεις.
Ο Τάσος σαν καλός δούλος, υπάκουσε κι άρχισε το γλείψιμο πάνω από το καλσόν και ύγραινε με τη γλώσσα το μουνί της, αφού η Ελπίδα δε φορούσε κιλότα. Ένα τέταρτο στεκόταν όρθια με τα πόδια μισάνοιχτα και τον Τάσο ανάμεσά τους να κάνει καλή δουλειά. Κάθε τόσο του γέμιζε κοκκινίλες στην πλάτη με το μαστίγιο κι ο Τάσος της επέστρεφε με το γλυφομούνι, όλη την καύλα που του χάριζε με τα χτυπήματά της.
Πεσμένος στα γόνατα και με την αφέντρα πάνω από το κεφάλι του, είχε περάσει σε μια άλλη διάσταση της ηδονής, που δεν είχε ξαναδοκιμάσει. Τα χτυπήματα με το μαστίγιο από το χέρι της Ελπίδας, που ίσως να έκαναν κάποιον άλλον να υποφέρει, για τον ίδιο ήταν σαν όαση στην έρημο. Με κάθε βουρδουλιά, γινόταν όλο και πιο έντονη η γεύση της καύλας από το υγρό μουνί της Ελπίδας. Δεν πατούσε πλέον στη γη.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")