Το πρώτο φιλί

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Ο Στέφανος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της σχολικής χρονιάς κοιτάζοντας την Ίριδα από το πίσω θρανίο. Αρχικά βρισκόταν δυο σειρές πίσω της, όμως η απόσταση που τους χώριζε ήταν αρκετά μεγάλη για να μπορεί να την παρατηρεί όπως ήθελε. Χρειάσθηκε λοιπόν να πληρώσει ένα ακριβό αντίτιμο σε μπίλιες για να αλλάξει θέσεις με έναν φίλο του που καθόταν σε πιο προνομιούχο θρανίο. Βρέθηκε έτσι στο πίσω διαγώνια θρανίο από το δικό της, το οποίο του επέτρεπε να την παρατηρεί με τις ώρες, χωρίς να γίνεται αντιληπτός από εκείνη.

Μερικές φορές βεβαίως γινόταν αντιληπτός από τον καθηγητή, κάτι που κάποτε είχε οδηγήσει σε μια άκρως ντροπιαστική έκθεση του στο υπόλοιπό της τάξης. Όλοι οι συμμαθητές του ξέσπασαν σε γέλια, πλην της Ίριδας που έγινε κόκκινη σαν παπαρούνα και δεν τολμούσε να σηκώσει το βλέμμα της από τα βιβλία της. Κατόπιν του γεγονότος αυτού έγινε ακόμη πιο ντροπαλός απέναντί της. Σπανίως της απηύθυνε το λόγο, και τότε συνήθως θα κοκκίνιζε ή θα έχανε τα λόγια του. Αυτό βεβαίως δεν τον εμπόδιζε να είναι τολμηρός στην φαντασία του. Είχε απομνημονεύσει κάθε λεπτομέρεια του κορμιού της Ίριδας, ή τουλάχιστον του μικρού κομματιού αυτού που έμενε εκτεθειμένο στο φως του ηλίου.

Παρατηρούσε κάθε μέρα τα μαλλιά της και κρατούσε ημερολόγιο με το χτένισμά της. Συνήθως τα έπιανε αλογοουρά, το οποίο το αγαπημένο του χτένισμα γιατί άφηνε έτσι να διαφαίνεται γυμνός ο λαιμός της. Πώς τον λάτρευε εκείνο τον λευκό λαιμό, που από το σημείο που τελείωνε το τριχωτό του κεφαλιού προεκτείνονταν δυο λεπτές γραμμές σαν τα ίχνη της αφρισμένης θάλασσας που αφήνει πίσω του ένα καράβι, και που κατέληγαν σε χνούδι, κοντά στο σημείο όπου βρισκόταν μια ελιά, η πιο χαριτωμένη ελιά που είχε δει ποτέ του.

Περνούσε ώρες ατελείωτες, σκεπτόμενος ότι έσκυβε πάνω από αυτόν τον λαιμό, ότι τον χάιδευε και μεθούσε με το άρωμα των μαλλιών της. Το γνώριζε αυτό το άρωμα, από τις στιγμές που όλη η τάξη στεκόταν σε γραμμή και εκείνος κατάφερνε να βρεθεί από πίσω της. Τότε την πλησίαζε, όσο ήταν δυνατό για να μην γίνει αντιληπτός, και περίμενε μια ασυναίσθητη κίνηση του κεφαλιού της προς τα πίσω για να του χαρίσει εκείνη τη θεσπέσια μυρωδιά που έκρυβαν τα μαλλιά της, που θα μπορούσε να την παρομοιάσει μόνο με μια θαλασσινή αύρα που κουβαλά αρώματα λουλουδιών. Πάνω σ’ αυτήν την αύρα ταξίδευε τις ημέρες που η Ίριδα άφηνε λυτά τα μαλλιά της, κρύβοντας του τη θέα του λαιμού της, καθώς φαντάζονταν ότι ερχόταν ως τα ρουθούνια του εκείνη η μεθυστική μυρωδιά. Και έμενε να τα αποθαυμάζει, την ώρα που οι αχτίνες του ηλίου περνούσαν μέσα από τα τζάμια της αίθουσας και προσπίπτοντας απάνω τους, τους χάριζαν μύριες χρυσοκάστανες ανταύγειες…

Δεύτερο σε χρόνο παρατήρησης σημείο του σώματός της ήταν οι γάμπες της. Η Ίριδα φορούσε συνήθως μια πλισέ φούστα που έφθανε λίγο κάτω από το γόνατο (είχε παρατηρήσει προς μεγάλη του χαρά ότι ήταν κατά τι κοντύτερη από τις φούστες των άλλων κοριτσιών) και λευκές κάλτσες που έφθαναν μέχρι το μέσο της γάμπας της. Ακόμη και έτσι, το μέρος των ποδιών της που έμενε εκτεθειμένο, ήταν αρκετό για να τροφοδοτεί τη φαντασία του. Οι γάμπες της ήταν αλαβάστρινα λευκές κατά τη διάρκεια του χειμώνα και έπαιρναν το χρώμα του μελιού καθώς καλοκαίριαζε.

Καμιά φορά παρατηρούσε πως κατά την ώρα του μαθήματος, έβγαζε τη φτέρνα της από το παπούτσι και έκανε παλινδρομικές κινήσεις με το πόδι της, πατώντας μονάχα στις μύτες. Τότε μπορούσε να ξεκρίνει πιο καθαρά ορισμένους μυώνες της γάμπας της να διαγράφονται ανάγλυφοι σαν σε αρχαίο άγαλμα. Μάλιστα, μια δυο φορές είχε βγάλει ολόκληρο το πέλμα της από το παπούτσι και το είχε σταυρώσει στην άλλη της γάμπα, ξύνοντας την ελαφρά με το απάνω μέρος του ποδιού. Φανταζόταν τότε ότι κρατούσε το πόδι της στα χέρια του, τραβώντας αργά προς τα κάτω την κάλτσα, αποκαλύπτοντας πόντο πόντο το γαλακτερό δέρμα που κρυβόταν κάτω από το βαμβακερό ύφασμα. Και κάθε πόντος ήταν μια μικρή νίκη, μια μικρή ανακάλυψη, ωσότου να φθάσει μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών της, να τα χαϊδέψει, να τα φιλήσει, να τα πιπιλήσει…

Ο Στέφανος λάγγευε τόσο με τις σκέψεις αυτές που καμιά φορά του ξέφευγε κάποιος βαθύς στεναγμός κατά την διάρκεια του μαθήματος, που σαν γινόταν αντιληπτός από τους υπολοίπους έσπευδε να τον καλύψει με έναν ψεύτικο βήχα. Ο δε βήχας εκείνος είχε αρχίσει να γίνεται συχνότερος καθώς προχωρούσε η άνοιξη. Η Ίρις είχε βγάλει το μάλλινο πουλόβερ που φορούσε κατά τη διάρκεια του χειμώνα και το έριχνε συνήθως στους ώμους της. Την περισσότερη ώρα κυκλοφορούσε μονάχα με το λευκό πουκάμισό της. Ο Στέφανος είχε παρατηρήσει ότι μετά την παρέλευση του χειμώνα εκείνου, τα στήθη της Ίριδος είχαν μεγαλώσει ακόμη περισσότερο (το καμάρωνε μάλιστα ενδομύχως που είχε τα μεγαλύτερα στήθη από όλα τα κορίτσια στην τάξη τους). Είχαν στρογγυλό σχήμα μεγέθους όσο ένα μεγάλο κυδώνι, ο Στέφανος υπέθετε δε ότι εφόσον έμεναν ελεύθερα, οι δυο σφαίρες σχεδόν θα άγγιζαν η μια την άλλη.

Η Ίρις φορούσε πάντοτε μέσα από το πουκάμισο ένα λευκό φανελάκι, επιτρέποντας μόλις μετά βίας στον Στέφανο να διακρίνει τα ίχνη από τον στηθόδεσμό της, κυρίως στην ένωσή του, πίσω στην πλάτη της. Μια όμως ημέρα του Μαΐου βρέθηκε ενώπιον μιας συγκλονιστικής αποκάλυψης. Η Ίρις είχε έρθει με ένα ζακετάκι στο σχολείο, φορώντας το λευκό πουκάμισο από μέσα. Κατά τη διάρκεια ενός διαλείμματος, παρατήρησε ότι εκεί που καθόταν σε μιαν άκρη της αυλής μαζί με τα άλλα κορίτσια, είχε βγάλει το ζακετάκι της, και υπό τις θαυματουργές ακτίνες του ηλίου που καθιστούσαν το λευκό ύφασμα του πουκαμίσου ημιδιάφανο, διακρινόταν ευκρινώς το διάγραμμα του στηθόδεσμού της. Ήταν ένας απλός λευκός στηθόδεσμος, που όμως φαινόταν ότι ήταν μικρότερος απ’ ότι θα’ πρεπε (κάτι διόλου δύσκολο να συμβεί με τον ρυθμό που μεγάλωναν τα στήθη της). Έτσι οι ελαστικές της σφαίρες πιέζονταν σχεδόν ασφυκτικά και στο σημείο που τελείωνε η άνω πλευρά του υφάσματος, το δέρμα έπαιρνε εκ νέου μια ανοδική καμπύλη.

Βεβαίως ο Στέφανος, δεν ήταν αρκετά κοντά της ώστε να μπορεί να διακρίνει αυτές τις λεπτομέρειες, φρόντιζε ωστόσο να πηγαίνει συχνά η μπάλα προς την πλευρά των κοριτσιών, ώστε να χρειάζεται να τις προσεγγίζει για να την μαζεύει. Κάθε φορά που έφθανε κοντά τους δεν είχε παρά ελάχιστο χρόνο στη διάθεσή του για να τις κοιτάξει. Τότε το βλέμμα του καρφωνότανε στο στήθος της Ίριδος για λίγες στιγμές, προτού με πόνο καρδίας χρειασθεί να επιστρέψει στο παιχνίδι του. Όσο κι αν ήθελε να είναι διακριτικός, ο πειρασμός ήταν τόσο μεγάλος που το βλέμμα ενίοτε παρέμενε στο επίμαχο σημείο περισσότερες στιγμές απ’ όσο έπρεπε. Έτσι ήταν θέμα χρόνου προτού το τέχνασμά του αποκαλυφθεί.

Πράγματι, την τέταρτη φορά που έφθασε κοντά στην παρέα τους, ένα κορίτσι με ποντικίσια μούρη, που ο Στέφανος απεχθανόταν, τον πείραξε λέγοντας ότι η μπάλα φαίνεται τις συμπαθούσε πολύ για να έρχεται διαρκώς στα πόδια τους. Τότε η Ίριδα, ανάμεσα σε χάχανα και σκουντήματα των άλλων κοριτσιών, αναγκάσθηκε να ξαναβάλει το ζακετάκι της. Ο Στέφανος, αν και είχε γίνει κατακόκκινος, είχε την ψυχραιμία και ευσυνειδησία να εστιάσει για μια τελευταία φορά στο στήθος της Ίριδος, και να δει, καθώς το στέρνο της τανυζόταν για να περάσει το ένα της χέρι μέσα από το μανίκι, ανάμεσα από το δεύτερο και τρίτο κουμπί του πουκαμίσου να ξεπροβάλει για μια στιγμή η ελαστική επιφάνεια, και εκεί, πλάι του σημείου που ξεκινούσε το λαστιχάκι, το δέρμα να ροδίζει ελαφρώς, ίσα για λίγα χιλιοστά. Ο Στέφανος απομακρύνθηκε ευτυχής, έχοντας την εικόνα αυτή ευλαβικά εντυπωμένη στο μυαλό του, για πολλές μέρες και νύχτες…

Οι σχολικές μέρες πλησίαζαν στο τέλος τους. Ο καιρός ήταν πια ζεστός και τα τζιτζίκια από τα γύρω χωράφια τριζοβολούσαν ακατάπαυστα, φέρνοντας το τραγούδι τους μέσα στην τάξη, σαν υπενθύμιση του καλοκαιριού που ερχόταν, καθιστώντας έτσι ακόμη πιο δύσκολη την παρακολούθηση των μαθημάτων. Όλα τα παιδιά πρόσμεναν με ανυπομονησία το τέλος της πρώτης τους χρονιάς στο γυμνάσιο – όλα εκτός από τον Στέφανο, τον οποίο η προοπτική λήξης των μαθημάτων γέμιζε με απελπισία. Αιτία ήταν ότι η Ίρις κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών έφευγε από το χωριό για να διαμείνει στους συγγενείς από την πλευρά της μητέρας της στην Κρήτη. Η σκέψη ότι θα έκανε ένα ολόκληρο καλοκαίρι να την δει τον έκανε να ελπίζει ότι τα μαθήματα δεν θα τελείωναν ποτέ.

Κι ωστόσο ο χρόνος κύλαγε αδυσώπητα. Έμπαιναν στην τελευταία εβδομάδα μαθημάτων και ο Στέφανος, προκειμένου να εξασφαλίσει περισσότερο χρόνο κοντά στην Ίριδα, άρχισε να την παρακολουθεί μετά το σχόλασμα, κατά τη διαδρομή προς στο σπίτι της. Η Ίριδα έμενε σε ένα χωριό με λιγοστά σπίτια, σχετικά απομακρυσμένο από το κεφαλοχώρι στο οποίο βρισκόταν το γυμνάσιο. Αφότου πέρναγε και τα τελευταία σπίτια του, έπρεπε να περπατήσει έναν χωματόδρομο περίπου μισή ώρα μόνη της προκειμένου να φθάσει σπίτι της.

Ο Στέφανος, απ’ την άλλη, έμενε κοντά στο γυμνάσιο, κάτι που την εποχή εκείνη θεωρούσε κακοτυχία, καθώς του στερούσε την δικαιολογία για να περπατήσει μαζί με την Ίριδα έστω και για λίγο. Έτσι δεν είχε άλλη επιλογή από το να την παρακολουθεί κρυφά. Μετά το σχόλασμα, έπαιρνε κανονικά τον δρόμο προς το σπίτι του. Μόλις όμως έμενε μόνος, ξεκινούσε έναν αγώνα ταχύτητας προκειμένου να φθάσει στα τελευταία σπίτια στην άλλη άκρη του χωριού, και να κρυφτεί περιμένοντας την Ίριδα. Όταν εκείνη τον έφθανε και τον προσπερνούσε, ξεκινούσε να την ακολουθεί από μακριά, έχοντας ιχνοθετήσει από πριν τα σημεία κάλυψής του.

Θεωρητικά, οι παρακολουθήσεις αυτές δεν του προσέφεραν κάτι ιδιαίτερο, καθώς για άλλη μια φορά αντίκριζε την πλάτη της Ίριδας, και μάλιστα από πολύ μεγαλύτερη απόσταση απ’ ότι στην τάξη. Εντούτοις, ακόμη κι έτσι ελάμβανε μεγάλη χαρά από το γεγονός ότι ήταν μόνοι τους στον έρημο δρόμο, ότι θα μπορούσε να της προσφέρει βοήθεια σε περίπτωση που της συνέβαινε κάτι (κάτι το οποίο σχεδόν ευχόταν ενδομύχως). Και βεβαίως ήταν η έξαψη που του προσέφερε η παρακολούθηση του αγαπημένου του προσώπου και ο κίνδυνος να αποκαλυφθεί.

Έμεναν πλέον δυο μέρες πριν τη λήξη του σχολείου. Ο Στέφανος είχε γίνει σχεδόν μελαγχολικός, ωστόσο συνέχιζε τις παρακολουθήσεις του με συνέπεια. Τη μέρα εκείνη είχε αφήσει την Ίριδα ως συνήθως να προπορευθεί, σπεύδοντας να την πλησιάσει κάθε φορά που διέθετε κάλυψη. Σε κάποιο σημείο το μονοπάτι περνούσε ανάμεσα από ένα δάσος με έλατα. Η Ίρις ήταν περίπου εκατό μέτρα μπροστά του όταν πέρασε μια στροφή του δρόμου. Ο Στέφανος, όντας πλέον ασφαλής, έτρεξε να την προλάβει. Φθάνοντας όμως στη στροφή και κοιτώντας προσεχτικά πίσω από κάτι βράχους, διαπίστωσε με μεγάλη του έκπληξη ότι το μονοπάτι ήταν άδειο. Ήταν αδύνατο στο διάστημα αυτό η Ίρις να έχει καλύψει την απόσταση ως εκεί που έβλεπε το μάτι του. Ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο και μέσα του φούντωσε κάποια ανησυχία. Αποφάσισε να διακινδυνέψει βγαίνοντας από την κρυψώνα του με σκοπό να την βρει.

Προχωρούσε με γοργό βήμα αλλά προσεκτικά, όταν με την άκρη του ματιού του έπιασε κάποια κίνηση στην άνω πλευρά της πλαγιάς, μέσα στο δάσος. Ήταν η Ίρις. Ο Στέφανος παραξενεύτηκε. Τι δουλειά είχε άραγε μέσα στο δάσος; Αποφάσισε να το διαλευκάνει το μυστήριο και πήρε και αυτός την ανηφορική πλαγιά κρυμμένος πίσω από κάποια δέντρα. Τους χώριζαν περίπου τριάντα βήματα. Τότε η Ίρις κατευθύνθηκε προς μια συστάδα θάμνων και κρύφθηκε από πίσω. Από το σημείο όπου βρισκόταν τώρα ο Στέφανος δεν μπορούσε να δει τίποτε. Αν ήθελε να έχει οπτική επαφή θα έπρεπε να προχωρήσει με μόνη κάλυψη μερικούς ισχνούς κορμούς δέντρων, διατρέχοντας μεγάλο κίνδυνο να αποκαλυφθεί. Όμως είχε το προαίσθημα ότι το θέαμα που θα αντίκριζε αν προχωρούσε θα ήταν κάτι το συγκλονιστικό.

Ήταν από τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται μια φορά στη ζωή και δεν μπορούσε να την αφήσει να πάει χαμένη. Η απόφαση ελήφθη σχεδόν ακαριαίως, πόσο μάλλον που γνώριζε ότι οποιοσδήποτε δισταγμός θα του κόστιζε δευτερόλεπτα τα οποία μπορεί να αποδεικνύονταν πολύτιμα. Προχώρησε λοιπόν προς τα μπρος με ταχύ βήμα, λαμβάνοντας όσο μπορούσε προφυλάξεις για να μην κάνει θόρυβο.

Πράγματι η διαίσθηση του Στεφάνου δεν έσφαλλε. Το θέαμα που αντίκρισε σαν μπόρεσε να δει πίσω από τους θάμνους του έκοψε την ανάσα. Η Ίρις είχε σταθεί σε ένα άνοιγμα στους θάμνους και είχε ακουμπήσει τη σάκα της πάνω σε έναν διπλανό βράχο. Του είχε γυρισμένη την πλάτη και τους χώριζαν μονάχα είκοσι βήματα. Σε κλάσματα δευτερολέπτου, η Ίρις σήκωσε τη φούστα της με τα δυο χέρια από τα πλαϊνά και έφερε τους αντίχειρες της εντός του εσωρούχου της, τραβώντας το προς τα κάτω. Ταυτόχρονα λύγισε τα γόνατά της ωθώντας τη λεκάνη της προς τα κάτω.

Ο Στέφανος μπόρεσε για μια απειροελάχιστη στιγμή να δει τη λευκάζουσα επιφάνεια των γλουτών της, προτού καλυφθούν εκ νέου με το ύφασμα της φούστας. Για μια στιγμή, η Ίρις έμεινε ακίνητη στη νέα θέση της. Ο Στέφανος δεν τολμούσε μήτε να ανασάνει. Το εσώρουχό της είχε φθάσει στους μηρούς της, όμως ο Στέφανος δεν μπορούσε να δει τίποτε γιατί τον εμπόδιζε η φούστα. Τότε η Ίρις, σαν να ήθελε να του προσφέρει ένα θείο δώρο, μάζεψε το ύφασμά της και το έσφιξε με τα δυο της χέρια στο ύψος της κοιλιάς της. Με την κίνηση αυτή απεκάλυψε δυο υπέροχα αρμονικές καμπύλες, σαν δυο αντεστραμμένους λόφους. Η καρδιά του Στέφανου χτυπούσε τόσο δυνατά που την ένιωθε ως και στα μηλίγγια του.

Και τότε, άκουσε έναν θόρυβο, σαν έναν ρυάκι που έπεφτε στο χώμα. Ταυτόχρονα, μπόρεσε να διακρίνει ανάμεσα από το σημείο που ενώνονταν οι δυο ημισέληνοι, την τροχιά των ούρων της που έπεφταν ως μια κρυστάλλινη πηγή. Οι αχτίνες του ηλίου τους χάριζαν έναν κεχριμπαρένιο χρώμα, προτού διαγράψουν το σύντομο ταξίδι τους και πέσουν στο χώμα αφρίζοντας. Ήταν μια σκηνή μαγευτική, ανώτερη κάθε αναγεννησιακού πίνακα. Την απόλυτη σιωπή διατάρασσε μονάχα το τραγούδι ενός κότσυφα και ο ήχος του κάτουρου της Ίριδας. Ο Στέφανος ρουφούσε άπληστα τις στιγμές, τις εικόνες εκείνες που έμοιαζαν η κάθε μια να είναι πιο πολύτιμη από την προηγούμενη.

Και τότε η Ίρις, έστρεψε το κεφάλι και τον αντίκρισε να την παρακολουθεί αποσβολωμένος. Δεν κατάλαβε αν είχε κάνει κάποιο θόρυβο. Τις στιγμές εκείνες είχε εισχωρήσει σ’ ένα μαγικό κόσμο, χάνοντας την συναίσθηση του εαυτού του και μαζί και του κινδύνου. Είχε προχωρήσει λοιπόν ακόμη κοντύτερα, μην επιθυμώντας να χάσει ούτε μια λεπτομέρεια, μην συνειδητοποιώντας το ριψοκίνδυνο του εγχειρήματος.

Και τότε η Ίρις έστρεψε το κεφάλι. Βλέποντας τον πετάχτηκε όρθια και τράβηξε βιαστικά το εσώρουχό της προς τα πάνω (ο Στέφανος παρατήρησε κάποιες σταγόνες να κυλούν στο έσω μέρος των ποδιών της, καθώς προσπαθούσε με κινήσεις μέσα από τη φούστα να φέρει το λευκό εσώρουχο στη θέση του). Κανονικά θα το είχε βάλει στα πόδια – τον είχε καταλάβει ένα κύμα πανικού και ένιωσε το αίμα να του ανεβαίνει στο κεφάλι. Όμως ήταν υπερβολικά σοκαρισμένος για να μπορεί να κάνει βήμα. Παρέμενε στη θέση του, κοιτάζοντας την Ίριδα ενεός, σα στήλη άλατος.

Η Ίρις, απ’ την άλλη, από τη στιγμή που βρέθηκε όρθια και ξεπέρασε την πρώτη έκπληξη, άρχισε να του φωνάζει.

«Τι κάνεις εκεί παλιόπαιδο; Με παρακολουθείς; Δεν ντρέπεσαι; Παλιόπαιδο, ε παλιόπαιδο…»

Ήταν η πρώτη φορά που άκουγε την Ίριδα να μιλάει τόσο έντονα και με τέτοια αυστηρότητα στη φωνή της, αν και ήταν εμφανές ότι δεν μπορούσε να κάνει τη φωνή της τόσο αυστηρή όσο το επιθυμούσε, μην έχοντας το συνήθειο. Ο Στέφανος όμως δεν μπορούσε να αρθρώσει μιλιά. Περιοριζόταν να κοιτάζει προς τα κάτω, πλημμυρίζοντας από ντροπή, σαν να ήταν έτοιμος να δεχτεί την τιμωρία του. Βλέποντας τον έτσι παθητικό, η Ιρις ξεθάρρεψε λίγο παραπάνω.

«Σε ξέρω τι παλιοχαρακτήρας είσαι… Σε έχω προσέξει που με παρακολουθείς όλη την ώρα στην τάξη… Νόμιζες πως δεν σε καταλαβαίνω; Σε έχω βαρεθεί, σε μισώ… Δεν θέλω να σε ξαναδώ ποτέ… σε μισώ, σε μισώ!»

Η Ίρις είχε αναψοκοκκινίσει ολόκληρη. Καθώς μιλούσε τα λόγια της έβγαιναν με κάποιο τρέμουλο στη φωνή, τρέμουλο που σταδιακά μεταδόθηκε και στο σώμα της. Σταδιακά οι φωνές της ξέφτισαν σε ένα μονότονο μουρμούρισμα, σαν ένα σιγανοπρόφερτο μοιρολόι.

«Σε μισώ… παλιόπαιδο… σε μισώ…»

Έπειτα ξέσπασε σε λυγμούς. Το στήθος της συνταρασσόταν από συσπάσεις και ανάμεσα από τα λόγια που επαναλάμβανε διαρκώς ρουφούσε τη μύτη της. Ο Στέφανος αποτόλμησε ένα βήμα προς το μέρος της, επιχειρώντας αμήχανα να προφέρει κάποια δικαιολογία. Όμως η Ίρις πετάχτηκε προς τα πίσω.

«Σε μισώ… φύγε… σε μισώ, σε μισώ…» Κι έπειτα σχεδόν ανεπαίσθητα, την άκουσε να λέει «εξαιτίας σου έβρεξα το βρακάκι μου…»

«Ίσως θα ήταν καλύτερα να το αφήσεις λίγη ώρα στον ήλιο να στεγνώσει…» ψιθύρισε ο Στέφανος, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδείνωνε τη θέση του.

«Σταμάτα! Μην ξαναπείς κουβέντα! Θέλω να φύγεις…»

Η οργή της Ίριδος την έκανε να συνέλθει κάπως από τους λυγμούς της. Βλέποντας τον Στέφανο να μένει έτσι ακίνητος, ερεθίστηκε ακόμη περισσότερο.

«Φύγε! Τι με κοιτάς έτσι; Δεν με ακούς που σου λέω να φύγεις;»

Ο Στέφανος αποτόλμησε ξανά με φωνή που ίσα που ακούγονταν ανάμεσα από τα χείλη του.

«Δεν μπορώ να σε αφήσω έτσι εδώ…»

«Σταμάτα!».

Έπειτα έμεινε σιωπηλή για λίγη ώρα κοιτάζοντάς τον ερευνητικά. Στο τέλος, είπε μετά από κάποιο δισταγμό:

«Γύρνα από την άλλη και μην τολμήσεις να κοιτάξεις πίσω!»

Ο Στέφανος υπάκουσε αμέσως. Παρά τη μεγάλη του ταραχή, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα μικρό χαμόγελο, καταλαβαίνοντας ότι τελικά η Ίρις θα έκανε ότι της είχε προτείνει. «Μη γυρίσεις», την άκουσε να ξαναλέει μέσα από τα δόντια της, και ταυτόχρονα ένα ελαφρύ σύρσιμο, σάμπως να έκανε κάποιες κινήσεις με το πόδι της. Όμως ο πειρασμός είχε μπει μέσα του για τα καλά και δεν μπορούσε να του αντισταθεί. Ήξερε ότι πίσω από την πλάτη του εξελισσόταν μια ακόμη υπέροχη σκηνή που δεν θα είχε ποτέ την ευκαιρία να ξαναδεί στη ζωή του. Αποφάσισε ότι η θέα της σκηνής αυτής ήταν πολυτιμότερη από οποιοδήποτε τίμημα πιθανώς να επρόκειτο να του κοστίσει.

Αφού λοιπόν έκρινε ότι από τους ήχους που έφθαναν στα αυτιά του ότι η Ίρις είχε αρχίσει να αφαιρεί το εσώρουχό της, στράφηκε, έτσι απλά, και την κοίταξε. Δεν θα μπορούσε να έχει επιλέξει τη στιγμή καλύτερα. Η Ίρις είχε κατεβάσει το εσώρουχο λίγο πάνω από τα γόνατα και είχε σηκώσει το ένα της πόδι για να το περάσει από τη μια οπή του. Ήταν εμφανές ότι όλο το κάτω μέρος του εσωρούχου ήταν βρεγμένο. Βλέποντάς τον γυρισμένο η Ίρις τα έχασε ξανά, προφανώς μη περιμένοντας ακόμη μια τέτοια ξεδιαντροπιά εκ μέρους του.

Πήγε να του πει κάτι, όμως καθώς τον κοίταζε και παράλληλα προσπαθούσε να βγάλει κατά το ήμισυ το εσώρουχό της από το ύψος του αστραγάλου της, το ύφασμα μπλέχτηκε κάπου με το παπούτσι. Ξανακοίταξε προς τα κάτω και τράβηξε το ύφασμα μανιασμένα, κάτι όμως που την έκανε να χάσει την ισορροπία της. Κατάφερε να κάνει μερικά βήματα κουτσό, προτού βρεθεί ανάσκελα στο έδαφος. Από την πτώση, η φούστα της ανασηκώθηκε ως το σημείο όπου ο Στέφανος μπόρεσε να διακρίνει για μια στιγμή το τρίχωμα της ήβης της ανάμεσα στα πόδια της, προτού αμέσως το καλύψει τραβώντας το ύφασμα προς τα κάτω.

Μόλις κατάφερε να ξεμπλέξει το εσώρουχο από το παπούτσι, η Ίρις σηκώθηκε αμέσως πάνω. Τούτη τη φορά όμως δεν μίλησε, παρά χύθηκε προς το μέρος του και άρχισε να τον χτυπάει μανιασμένα με τις γροθιές της. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος, μην προσπαθώντας να καλυφθεί. Εξάλλου τα χτυπήματα της δεν ήταν δυνατά και δεν του προκαλούσαν πόνο. Τούτο μέχρι τη στιγμή που του έδωσε μια καλαμιά με τη μύτη του ποδιού της. Ο ξαφνικός πόνος τον έκανε να βγει από την αδράνειά του. Προσπάθησε να της ακινητοποιήσει τα χέρια, φέρνοντάς τα πολύ κοντά στο στήθος του, επιχειρώντας, όχι με αγριάδα αλλά με αποφασιστικότητα να τη φέρει μέσα στην αγκαλιά του, να την ηρεμήσει (είχε δει πως το έκαναν στις ταινίες). Οι κινήσεις της Ίριδας πράγματι περιορίστηκαν και για μια στιγμή βρέθηκαν σχεδόν αγκαλιασμένοι. Όμως τότε με ένα δυνατό τίναγμα τραβήχτηκε μακριά του.

Στάθηκε δυο βήματα μακριά του και τον κοίταζε λαχανιασμένη, σαν αγρίμι. Τα μάτια της σπιθοβολούσαν. Το πρόσωπό της αναψοκοκκινισμένο, τα μαλλιά της ανάκατα. Μπορούσε να διακρίνει το κατώχειλο της πως έτρεμε καθώς έσφιγγε τα δόντια. Το εσώρουχό της βρισκόταν ακόμη μπλεγμένο στο ένα της πόδι, σαν καταπίπτουσα σημαία. Η σιωπή κράτησε για λίγες ακόμη στιγμές ανάμεσά τους. Τότε ήταν η Ίρις που την έλυσε.

«Θέλω να δω το πράγμα σου, του είπε, αυτό, που έχεις εκεί», και ταυτόχρονα τέντωσε το χέρι της προς το παντελονάκι του.

Η φωνή της είχε μια παράξενη χροιά, ένα ακαθόριστο μείγμα πείσματος και έξαψης. Ο Στέφανος έμεινε κεραυνόπληκτος. Δεν περίμενε ποτέ να ακούσει κάτι τέτοιο από το στόμα της Ίριδας.

«Δεν μπορώ… Αυτό δε γίνεται…» ψέλλισε ανάμεσα από τα δόντια του.

«Αν δεν μου το δείξεις, θα πω στους γονείς σου όλα όσα έκανες. Και στους δασκάλους ακόμη».

Η φωνή της είχε τόση αποφασιστικότητα που ο Στέφανος δεν αμφέβαλε στιγμή ότι θα μπορούσε να πραγματοποιήσει την απειλή της. Για μια στιγμή ο νους πήγε σ’ όλο το ξύλο που θα έτρωγε, αλλά χειρότερα ακόμη, στην ντροπή του, που θα τον έκανε να κλεισθεί σπίτι του όλο το καλοκαίρι. Από την άλλη, δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι αυτό που του ζητούσε η Ίριδα το είχε οραματισθεί πολλές φορές στις φαντασιώσεις του. Αλλά όχι έτσι και όχι υπό αυτές τις συνθήκες. Στην φαντασίωσή του ήταν βεβαίως αυτός το κυρίαρχο αρσενικό. Τώρα ο ρόλος αυτός βρισκόταν υπό σοβαρή αμφισβήτηση.

«Λοιπόν;» έκανε η Ίρις που είχε αρχίσει να υποκρίνεται πιο πειστικά το ρόλο της. «Τώρα ντρέπεσαι; Πριν που με έβλεπες δεν ντρεπόσουν… Τώρα θέλω να δω εγώ εσένα… Κατέβασε το παντελόνι σου.»

Η τελευταία φράση ήχησε σχεδόν σα διαταγή. Ο Στέφανος κατάλαβε ότι η Ίρις δεν επρόκειτο να υποχωρήσει και ότι δεν του έμενε άλλη επιλογή. Ξεκούμπωσε τα κουμπιά από το παντελονάκι του και το κατέβασε ως τα πόδια. Απόμεινε να κοιτάζει σκυφτός και κατακόκκινος, καθώς έβλεπε την περηφάνια του να κατέρχεται μαζί με το παντελονάκι. Εντούτοις, σαν βρέθηκε με το σώβρακο απέναντι στην Ίριδα, μια καινούργια έξαψη σαν να προστέθηκε σε όλες τις άλλες συγκινήσεις.

«Και το βρακάκι σου», έκανε η Ίριδα.

Η φωνή της βγήκε αυτή τη φορά άθελά της σπαστή. Ο Στέφανος πήρε μια βαθιά ανάσα και υπάκουσε, τραβώντας με μια κίνηση το εσώρουχό του προς τα κάτω. Σαν βρέθηκε σε αυτή τη στάση απέναντι στην Ίριδα ένιωσε εξαιρετικά άβολα. Ήταν όμως και μια περίεργη αίσθηση να είναι απόλυτα εκτεθειμένος, να μπορεί να νιώθει π.χ. ένα αεράκι του δάσους να περνάει και να του δροσίζει τα αχαμνά. Συνέχισε να κοιτάει προς τα κάτω, μην μπορώντας να αντικρίσει την Ίριδα στο πρόσωπο. Το όργανό του είχε ζαρώσει από το άγχος του και τούτο επαύξανε την ντροπή του.

Η Ίρις όμως δεν φαινόταν να ενδιαφέρεται. Από τη στιγμή που το σώβρακο ακολούθησε την πορεία του παντελονιού του, είχε εστιάσει τη ματιά της στα γεννητικά όργανα του Στεφάνου. Ακόμη και όταν έστριβε ελαφρά το κεφάλι της πάνω ή στο πλάι, τα μάτια της εξακολουθούσαν να μένουν προσκολλημένα εκεί. Ήταν σαν υπνωτισμένη. Για λίγη ώρα έμειναν έτσι και οι δυο ακίνητοι. Έπειτα, η Ίρις αργά, σαν μια χορεύτρια που προχωρά αθόρυβα, έκανε μερικά βήματα προς το μέρος του. Όλη την ώρα αυτή το βλέμμα της δεν άλλαξε κατεύθυνση. Σαν βρέθηκε απέναντί του, τον κοίταξε για μια στιγμή στο πρόσωπο και έπειτα επίσης αργά, λύγισε τα γόνατα και έσκυψε προς τα κάτω, βρισκόμενη έκ νέου σε ένα τêτe a τêτe, διαφορετικού όμως είδους.

Σαν είδε το πρόσωπό της ο Στέφανος τόσο κοντά στο πουλί του του κόπηκε η ανάσα. Έβλεπε τη λεπτοσχηματισμένη μύτη της, τα τοξωτά της φρύδια, τα τριανταφυλλένια της σαρκώδη χείλια και έπειτα εκείνα τα καστανά της μάτια να ρουφάνε άπληστα κάθε λεπτομέρεια του οργάνου του. Την έβλεπε να το κοιτάζει από τα πλάγια, από πάνω κι από κάτω, κι έπειτα να φθάνει τόσο κοντά ώστε να μπορεί να νιώθει σχεδόν την ανάσα της πάνω του.

«Ώστε από αυτή την τρυπούλα κατουράς;», είπε προσπαθώντας να δώσει στη φωνή της την ουδετερότητα ενός φυσιοδίφη.

Τη στιγμή εκείνη σήκωσε το δείκτη του δεξιού της χεριού και εναπόθεσε τη ρόγα του δακτύλου της στο στόμιο της ουρήθρας του, τρίβοντας την πολύ ελαφρά. Το άγγιγμα αυτό ήταν τρόπον τινά το φιλί της ζωής για το όργανο του Στεφάνου, ο οποίος εδώ και κάποιες στιγμές είχε αρχίσει να αποξεχνά την ντροπή του και να πλημμυρίζει από μια αίσθηση γλυκασμού. Η Ίρις παρατήρησε αρχικά με ξάφνιασμα εκείνη την περίεργη σάρκινη απόφυση να φουσκώνει και να επιμηκύνεται. Έπειτα έβαλε το δάχτυλό της από κάτω και το τίναξε μερικές φορές προς τα πάνω, σαν να χάιδευε μια γάτα στο λαιμό.

«Μεγαλώνει κι άλλο…», έκανε παραξενεμένη.

Έπειτα της διέφυγε ένα γέλιο.

«Μήπως μεγαλώνει κάθε φορά που το αγγίζω;» έκανε, γυρίζοντας προς τα πάνω και χαρίζοντας ένα χαμόγελο αθωότητας και συνάμα πονηριάς στον Στέφανο.
Εκείνος ήταν πολύ καυλωμένος για να μπορέσει να της απαντήσει. Κατάφερε μετά βίας να ψελλίσει:

«Εε… ναι…»

«Τότε να το αγγίξω κι άλλο. Μ’ αρέσει καλύτερα έτσι μεγάλο…»

Η Ίρις δεν άργησε να θέσει σε εφαρμογή τα λόγια της. Έπιασε μεταξύ του δείκτη και του αντίχειρά της το όργανο του, που είχε λάβει πλέον αξιόλογες διαστάσεις και άρχισε να το κουνά πάνω κάτω, ενίοτε δε και δεξιά αριστερά.

«Δεν μεγαλώνει άλλο», έκανε μετά από λίγο η Ίρις με κάποια απογοήτευση. «Αλλά το κεφαλάκι του έγινε κατακόκκινο».

Ξαφνικά μια έκλαμψη σαν να πέρασε από το πρόσωπό της.

«Θέλω να σε δω κατουράς», είπε ξαφνικά με μια νέα έξαψη στη φωνή της.

«Τι λες; Αυτό δε γίνεται…», αντέτεινε ο Στέφανος σχεδόν ξέπνοος και προσπαθώντας να συμμαζέψει τη συγκέντρωσή του.

«Και γιατί όχι; Εσύ με είδες πριν να κατουρώ… Τώρα θέλω να δω κι εγώ εσένα.»

«Μα όχι σου λέω… Δεν μπορώ… δεν γίνεται έτσι…»

Η Ίρις όμως είχε πεισμώσει και δεν το έβαζε εύκολα κάτω.

«Μήπως δεν σου έρχεται; Μήπως θέλεις να σε βοηθήσω εγώ; Μήπως αν σου έκανα έτσι, θα σου ερχόταν πιο εύκολα;»

Και λέγοντας αυτά, τον έπιασε μέσα στην παλάμη της και έσφιξε τα δάχτυλά της γύρω από τον ερωτικό του σωλήνα.

«Έλα, το ξέρω ότι μπορείς… Δεν θες να πω στους γονείς σου ότι έκανες, ε;», του είπε με ζέση και ταυτόχρονα άρχισε να κάνει παλινδρομικές κινήσεις με το χέρι της, τραβώντας την πέτσα σχεδόν μέχρι να σκεπάσει το κεφαλάκι, και έπειτα πάλι προς τα πίσω, ώσπου να τεντωθεί και να προβάλει το όργανό του ως περήφανος πολιορκητικός κριός.

Ο Στέφανος ένιωθε τέτοια γλύκα που δεν είχε στο νου του πλέον να της προβάλλει κάποια αντίρρηση, παρά μόνο ήθελε να της πει να συνεχίσει έτσι, να μη σταματήσει για οποιοδήποτε λόγο στον κόσμο. Ένιωθε τα δροσερά της δάχτυλα καθώς τυλίγονταν σφιχτά γύρω του, σάμπως να ήθελαν να τον κάνουν δικό της, έβλεπε τα μισάνοιχτα χείλη της να βρίσκονται μια ανάσα από τη βάλανό του, το πρόσωπό της να έχει κυριευθεί από μια έξαψη, από μια έξαψη λαγνική. Έκλεισε τα μάτια και ένιωθε ότι έμπαινε στον παράδεισο.

Ο ήλιος παιχνίδιζε εκεί ψηλά ανάμεσα στα φυλλώματα, στέλνοντας στο πρόσωπό του τούφες φωτός και σκιάς, που καθώς έσμιγε τα βλέφαρά του ενέτειναν την παραζάλη του, την αίσθηση ότι περιδιάβαινε έναν ονειρικό κόσμο. Οι αισθήσεις όμως όλου του σώματός του ήταν επικεντρωμένες σε ένα σημείο, εκεί όπου ένιωθε το σφιχτό κράτημα της Ίριδος. Σε λίγο άρχισε και ο ίδιος να κάνει παλινδρομικές κινήσεις με τη λεκάνη του. Έβλεπε τα χειλάκια της που μισάνοιγαν σαν να λαχταρούσαν να τον πάρουν στο στόμα της, και φαντάστηκε ότι εισχωρούσε ολόκληρος μέσα τους και μπαινόβγαινε στη στοματική της κοιλότητα.

Επιτείνοντας τις ωθήσεις του κατάφερε μάλιστα να την αγγίξει κάνα δυο φορές ελάχιστα στα χείλη με το κεφαλάκι του, κατά τις οποίες η Ίρις αποτραβήχτηκε μεν λίγο, επανήλθε δε σύντομα στη θέση της, μην εννοώντας προφανώς την προσπάθεια του Στεφάνου. Κατόπιν των «τυχαίων» αυτών αγγιγμάτων και της επιταχυνθείσης εδώ και κάποιες στιγμές πρόστριψης του οργάνου του από την Ίριδα, ο Στέφανος ένιωσε τα άκρα του να μουδιάζουν.

«Αχ… αχ… αααχ…»

«Έλα… ναι… μπορείς…», έκανε η Ίρις σχεδόν ψιθυρίζοντας, μη σταματώντας ούτε στιγμή να επιτελεί με ζέση το έργο της προστριβής της.

Η Ίρις τραβήχτηκε στα πλάγια νιώθοντας ένα σπασμό να συνταράσσει σύγκορμο τον Στέφανο. Εκείνος όμως, σχεδόν ασυναίσθητα, έπιασε το κεφάλι της και έστρεψε τον κορμό του πάλι μπροστά της. Έπειτα ένιωσε τους σπασμούς να πολλαπλασιάζονται και μέσα σε έναν χείμαρρο βογκητών άνοιξε τα μάτια και είδε να εξαπολύει τις λευκές ρουκέτες από το σπέρμα του πάνω στο πρόσωπο της Ίριδας. Η πρώτη προσγειώθηκε στο μέτωπο και τα μαλλιά της, η δεύτερη στο αριστερό της μάγουλο, η τρίτη στην άκρη των χειλιών της και το πηγούνι της, ενώ οι υπόλοιπες κατ έπεσαν στον λαιμό και στο πουκάμισό της.

Η Ίρις είχε μείνει αποσβολωμένη. Από τη στιγμή που είδε το λευκό υγρό να ξεπηδά σαν πίδακας από το μικρό μα διεσταλμένο στόμιο, είχε σταματήσει τις κινήσεις του χεριού της, ωστόσο ήταν πολύ ξαφνιασμένη για να μπορέσει να αποτραβηχτεί, για να αποφύγει το πιτσίλισμά της. Για μια στιγμή κοίταξε τους λεκέδες που είχε αφήσει το σπέρμα του Στεφάνου πάνω στο πουκάμισό της.

«Τι έκανες…; Με κατούρησες;» του είπε με τα μάτια διεσταλμένα, σχεδόν αθώα.

«Όχι… σε έχυσα…» είπε ο Στέφανος περιπαθώς, μην έχοντας συνέλθει ακόμη πλήρως από τους σπασμούς του οργασμού του και νιώθοντας τα γόνατά του να τρέμουν.

Βλέποντας την λουσμένη στο σπέρμα του, ο Στέφανος τη νόμισε ομορφότερη από ποτέ. Άπλωσε το χέρι του και με τον δείκτη του μάζεψε το ρυάκι που έτρεχε στο μέτωπό της και το οποίο κατέβαινε προς τα μάτια της. Η Ίρις τον κοίταζε ακόμη παραξενεμένη. Έπειτα μάζεψε και αυτή με το χέρι της λίγο από το σπέρμα που έτρεχε στο μάγουλό της. Το κοίταξε για μια στιγμή και έπειτα το έπαιξε στα δάχτυλά της. Είχε φέρει μια ποσότητα του λευκού υγρού μεταξύ του δείχτη και του αντίχειρά της, και δοκίμαζε την ελαστικότητά του, απομακρύνοντας σταδιακά τα δyο δάχτυλα. Είδε με έκπληξη ότι το υγρό παρέμενε κολλημένο μεταξύ των δαχτύλων της, σχηματίζοντας μια ημιδιάφανη μεμβράνη. Έπειτα έφερε την παλάμη της κοντά στη μύτη της, παίρνοντας μερικές βαθιές εισπνοές.

«Μυρίζει περίεργα…» είπε, περισσότερο σαν να απευθυνόταν στον εαυτό της.

Έπειτα, με μια στιγμιαία κίνηση, που έκανε όμως το Στέφανο να βγάλει έναν ακόμη στεναγμό ηδονής, έβγαλε τη γλωσσίτσα της και περισυνέλεξε, σα γάτα που γλείφεται, μια σταγόνα σπέρμα που βρισκόταν στην άκρη των χειλιών της. «Και έχει περίεργη γεύση… αλλά δεν είναι άσχημη» προσέθεσε σαν κάποιος που δοκιμάζει ένα κρασί. Ο Στέφανος είχε καυλώσει εκ νέου, προτού καν το όργανό του να προλάβει να περιέλθει σε χαλάρωση.

«Έχω λίγο ακόμη εδώ, αν θες», είπε με έμφορτη λαγνεία, τείνοντάς της το δάχτυλο με το οποίο είχε μαζέψει προ ολίγου το σπέρμα από το μέτωπό της.

Η Ίρις, χωρίς να πει τίποτα, έπιασε το χέρι του από τον καρπό του και το οδήγησε σιγά σιγά προς στο στόμα της. Έπειτα έβαλε το δάχτυλο ανάμεσα στα χείλια της και άρχισε να το πιπιλάει. Όταν σιγουρεύτηκε ότι είχε απομυζήσει κάθε σταγόνα υγρού από την άκρη του δαχτύλου, το έβαλε πιο βαθειά στο στόμα της. Ο Στέφανος ένιωθε τη γλώσσα της στο δάχτυλό του, άλλοτε να παιχνιδίζει με την άκρη της κι άλλοτε να το τυλίγει με όλη την επιφάνεια της και να το ρουφάει με δύναμη. Ο Στέφανος μάζεψε και το υπόλοιπό σπέρμα από το πρόσωπό της με το δάχτυλό του και το έδωσε στην Ίρις που το κατάπιε λαίμαργα. Στο τέλος έπιασε το δάχτυλό του και ενστικτωδώς το ρούφηξε με πάθος κουνώντας το κεφάλι της μπρος πίσω, κάτι που έκανε το Στέφανο να αφήσει μερικά αλλεπάλληλα βογκητά.

Όταν τελείωσε με την σπερμάντληση, η Ίρις σηκώθηκε, σκούπισε τα γόνατά της από το χώμα, μάζεψε το εσώρουχό της, τινάζοντάς το και αυτό από το χώμα και κάποιες πευκοβελόνες που είχαν κολλήσει απάνω του και πορεύθηκε προς το σημείο που είχε αφήσει τη σάκα της.

«Τι κάνεις; Φεύγεις;» έκανε ο Στέφανος με αγωνία, ο οποίος στο μεταξύ είχε κουμπώσει εκ νέου το παντελονάκι του, καθώς δεν το έβρισκε πρέπον να της μιλάει με τα βρακιά κατεβασμένα.

«Ναι…»

«Μη φεύγεις, κάτσε λίγο ακόμη».

«Δεν μπορώ. Έχω αργήσει και οι γονείς μου θα ανησυχούν».

«Μα δεν μπορείς να φύγεις έτσι απλά…»

«Γιατί;»

Ο Στέφανος κόμπιασε λιγάκι.

«Να… εσύ είδες το πουλί μου για πολύ ώρα και από κοντά. Εγώ σε είδα μόνο για λίγο και από μακριά. Δεν είναι δίκαιο…»

«Ναι, αλλά εγώ σε έκανα και έχυσες, έτσι δεν μου είπες; Κι απ’ ότι κατάλαβα από τον τρόπο που φώναζες, πρέπει να σου άρεσε πολύ…»

«Ναι, ακριβώς… Και αυτό σημαίνει ότι τώρα είμαστε πια εραστές (ο Στέφανος θυμήθηκε αυτή τη λέξη από ένα βιβλίο που είχε διαβάσει). Άρα, ως εραστής σου, μπορώ άμα θέλω να σε δω γυμνή».

«Αν σε άκουγε ο πατέρας σου θα έτρωγες ένα γερό χέρι ξύλο… παλιόπαιδο…» έκανε η Ίριδα, μα ο τόνος της μόλις που συγκάλυπτε ένα παιχνίδισμα στη φωνή της.

«Έλα, σε παρακαλώ…», έκανε ο Στέφανος ικετευτικά, ο οποίος είχε αναθαρρήσει από το γεγονός που μπορούσε πλέον να της λέει τέτοια πράγματα και να μη του βάζει τις φωνές.

Η Ίρις στάθηκε δίβουλη, δαγκώνοντας το χείλι της.

«Καλά… αλλά μόνο για μια στιγμή, εντάξει;»

«Εντάξει», έκανε ο Στέφανος, που ένιωσε την προσδοκία για άλλη μια φορά να τον λιγώνει και το στόμα του να γεμίζει σάλιο.

Η Ίρις του γύρισε την πλάτη της και έμεινε ακίνητη. Τα δάχτυλά της έπαιζαν αμήχανα με την άκρη της ποδιάς της. Κατόπιν τα έφερε σταδιακά στο πλάι σφίγγοντας τα για μια στιγμή στο ύφασμα. Έπειτα ανασήκωσε για λίγο τον ποδόγυρο και έπειτα λίγο ακόμη, φέρνοντας τη φούστα μέχρι το μέσο των μηρών της. Η Ίρις ανέβαζε το ύφασμα αργά αργά, μερικές φορές σταματώντας, μοιάζοντας διστακτική για το αν θα έπρεπε να προχωρήσει παραπάνω. Έπαιζε για λίγο τότε με το ύφασμα τραβώντας το στο πλάι, σφίγγοντάς το και τρίβοντάς το δεξιά και αριστερά πάνω στο δέρμα της. Κάθε πόντος υφάσματος που τραβιόταν προς τα πάνω απεκάλυπτε το απαλό δέρμα των μηρών της, που ήταν λευκοί σα χυμένο γάλα. Το ύφασμα είχε φθάσει πλέον λίγο κάτω από την καμπύλη των γλουτών της και εκεί η Ίρις φάνηκε να διστάζει λίγο παραπάνω.

Είχε τα πόδια της σφιχτά ενωμένα, το κεφάλι στραμμένο προς τα κάτω και ο Στέφανος μπορούσε να διακρίνει το κορμί της να πάλλεται από βαθιές ανάσες. Ο Στέφανος κρατούσε την αναπνοή του, πόσο μάλλον γνωρίζοντας ότι η Ίρις δεν φορούσε από μέσα εσώρουχο, ότι λίγοι πόντοι μονάχα τον χώριζαν από το να αντικρίσει τον πισινό της σε όλη του τη γυμνή μεγαλοπρέπεια. Βλέποντας τη να διστάζει, θέλησε να της δώσει μερικά λόγια ενθάρρυνσης, αλλά φοβήθηκε μήπως με αυτά έσπαγε τη μαγεία, μήπως προκαλούσε το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Τότε η Ίρις ξαφνικά έφερε το ύφασμα μέχρι το μέσο των γλουτών της και με μια ακόμη κίνηση το τράβηξε όλο προς τα πάνω. Ο Στέφανος έμεινε άναυδος με το θέαμα που του αποκαλύφθηκε. Το κωλαράκι της Ίριδος εκτεθειμένο για τα μάτια του μόνο… Δυο τροφαντά μα σφιχτά ημισφαίρια που στέκονταν σαν περήφανοι στρατιώτες σε προσοχή, δυο λευκοί τρούλοι των οποίων η καμπύλη τελειότητα ξεπερνούσε και το έργο του μεγαλύτερου αρχιτέκτονα, δυο φεγγάρια που ξεπρόβαλαν άσπιλα από κάθε σκιά. Προτού όμως προλάβει καλά καλά να καταπιεί το σάλιο του, η Ίρις άφησε απότομα το ύφασμα να καταπέσει, κρύβοντας του τη σφιχτή πύλη του παραδείσου.

«Εντάξει τώρα;» ρώτησε η Ίρις δήθεν ανυπόμονα.

«Όχι!… Εεε… να, άσε με να σε δω λίγο ακόμη. Σε παρακαλώ…»

«Ααα… εσύ έχεις πραγματικά μεγάλο θράσος…»

«Έλα τώρα… Αφού πριν τα κατάφερες… Μόνο για λίγες στιγμές ακόμη…»

«Καλά… τελευταία φορά όμως…» Και λέγοντάς του αυτά ανασήκωσε πάλι μεμιάς το ύφασμα, όπως ανεβαίνει μια κουρτίνα θεάτρου και αποκαλύπτει από πίσω το πιο υπέροχο σκηνικό.

Ο Στέφανος αυτή τη φορά δεν έμεινε αδρανής αλλά έκανε αργά μερικά βήματα προς το μέρος της. Ήθελε να αποθαυμάσει από όσο κοντύτερα γινόταν την ελαστική επιφάνεια, να αποστηθίσει ει δυνατόν όλες τις λεπτομέρειες.

«Εντάξει; Τελείωσες;»

«Όχι ακόμη, περίμενε λίγο σε παρακαλώ…» απάντησε χαϊδεύοντας το εξόγκωμα στο παντελόνι του.

Φτάνοντας ένα βήμα πίσω, ο Στέφανος έσκυψε κι αυτός και βρέθηκε μια πιθαμή από τα κωλομάγουλα της Ίριδος.

«Τι κάνεις εκεί;» την άκουσε να λέει, πάλι δήθεν αυστηρά, μα τούτη τη φορά η φωνή της ήταν αλλοιωμένη από τη λαγνεία.

«Ήθελα να έρθω κοντά για να σε θαυμάσω…»

Έπειτα σκέφθηκε να προσθέσει κάποιο κομπλιμέντο για να την καλοπιάσει, αφού στις γυναίκες αρέσουν αυτά τα πράγματα, μήπως τον αφήσει να κοιτάξει περισσότερο.

«Είσαι πολύ όμορφη» της είπε, μα αμέσως το μετάνιωσε κάπως γιατί υπό των συγκεκριμένων συνθηκών η φράση του κατ’ ουσίαν σήμαινε ο κώλος σου είναι πολύ όμορφος.

Όμως η Ίρις δεν έδειξε ευτυχώς να προσβάλλεται. Και πράγματι, ο κώλος της ήταν χάρμα οφθαλμών. Από τόσο κοντινή απόσταση ο Στέφανος μπορούσε να αποθαυμάσει όλες του τις λεπτομέρειες. Μπορούσε να μετρήσει τρεις ελιές που αποτελούσαν τη μόνη παραφωνία στην απόλυτη λευκότητα, που όμως τις έβρισκε εξαιρετικά χαριτωμένες. Μπορούσε ακόμη να δει ένα ελαφρύ μυρμήγκιασμα στο δέρμα της, καθώς το κάτω μέρος των γλουτών της φαινόταν να είναι ακόμη νοτισμένο, κάτι που επιβεβαίωνε και μια ελαφρώς αψιά μυρωδιά που έφθανε στιγμές στιγμές ως τα ρουθούνια του Στεφάνου. Κι ωστόσο, τη μυρωδιά αυτή δεν την έβρισκε διόλου δυσάρεστη, ίσα ίσα την έβρισκε μεθυστική, ιδιαίτερα σαν έφερνε τη μύτη του ακόμη κοντύτερα στο δέρμα της και εισέπνευσε βαθιά.

Η εικόνα που αντίκριζε ο Στέφανος ήταν τόσο εξωπραγματική που καμιά φορά χρειαζόταν να επαναλαμβάνει στον εαυτό του ότι μπροστά του είχε ολόγυμνο το κωλαράκι της Ίριδας. Τότε ένιωθε πως είναι ο ευτυχέστερος όλων των ανθρώπων – και το κουμπάκι από το παντελόνι του πήγαινε να σπάσει. Αποφάσισε τότε πως έπρεπε να επωφεληθεί όσο μπορούσε της καταστάσεως. Εναπόθεσε την παλάμη του πάνω στο δεξί κωλομάγουλο της. Ένιωσε ένα ρίγος να διατρέχει σύγκορμη την Ίριδα κι ωστόσο δεν κουνήθηκε από τη θέση της.

Ο Στέφανος μπορούσε να δει ακόμη πως κρατούσε με τα χέρια της το φόρεμα ψηλά στη μέση της, και τα ακροδάχτυλά της να ασπρίζουν καθώς το έσφιγγε δυνατά. Ένιωσε την αίσθηση του δέρματός της δροσερή και μαλακιά. Έπειτα χάιδεψε όλη την επιφάνεια των γλουτών της ακολουθώντας τις καμπύλες τους. Το μυρμήγκιασμα του δέρματός της είχε γίνει πιο έντονο και ο Στέφανος κατέστησε το χάδι του σταδιακά πιο γρήγορο. Γράπωσε τη λευκάζουσα σάρκα πιο σφιχτά με τα δάχτυλά του και άρχισε να κάνει κυκλικές κινήσεις με την παλάμη του.

Ένιωσε την Ίριδα να σφίγγει με δύναμη τους γλουτούς της μεταξύ τους και την ανάσα της να γίνεται πιο βαριά, μέχρι που της ξέφυγε ένας χαμηλός στεναγμός. Τότε οι μύες των γλουτών της χαλάρωσαν και πάλι. Ο Στέφανος επωφελήθηκε και τράβηξε την κυλινδρική επιφάνεια προς το πλάι, νιώθοντας να του έρχεται σκοτοδίνη με την προοπτική του να αντικρύσει τα πιο απόκρυφα σημεία της Ίριδας. Πράγματι, το δέρμα εκεί στο σκοτεινό της χώρισμα τεντώθηκε για μια στιγμή, αποκαλύπτοντας στο βάθος του μια μικρή ελαφρώς σκουρόχρωμη τρυπούλα. Στη θέα αυτής, ένα βογκητό ξέφυγε και από τον Στέφανο.

Έπιασε με το άλλο του χέρι και το άλλο κωλομάγουλο, επιδιδόμενος ταυτόχρονα στις κυκλικές κινήσεις και συγχρονίζοντας τις παλάμες του έτσι, ώστε όταν η μια να τραβάει το δέρμα προς τα δεξιά, η άλλη να το τραβάει προς τα αριστερά. Τις στιγμές εκείνες που τα κωλομάγουλα έφθαναν στην μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ τους, μπορούσε να δει την τρυπούλα της εκείνη ξεκάθαρα και τις ζάρες του ελαφρώς εξογκωμένου δέρματος ολόγυρα να τεντώνονται και αυτές, διαστέλλοντας ελαφρώς την επιφάνεια της μικρής οπής και αφήνοντας να διαφανεί η τριανταφυλλένια εσωτερική της πλευρά.

Ο Στέφανος ένιωσε πλέον να πλημμυρίζει από ζωώδη ένστικτα, τα οποία δεν μπορούσε και δεν επιθυμούσε να συγκρατήσει. Βάλθηκε να φιλά με μανία τα πισινά της Ίριδος, χαρίζοντας τους εδώ και εκεί μικρές δαγκωματιές, που άφηναν στιγμιαία κόκκινα σημαδάκια στην γαλακτερή επιφάνεια.

«Αχ… ααχ… μη… μη…», άκουσε την Ίριδα να λέει ανάμεσα από αγκομαχητά.

Και λέγοντας αυτά άρχισε να κουνά κυκλικά τα κωλομέρια της ώστε να τρίβονται σε ολόκληρο το πρόσωπο του Στέφανου. Ο Στέφανος της άνοιξε ακόμη μια φορά διάπλατα τα μεριά και άρχισε να εξερευνάει με τη γλώσσα του το έσω μέρος των γλουτών της, προσεγγίζοντας αργά αλλά σταθερά τη μικρή της οπή. Όταν τελικώς την άγγιξε με τη γλώσσα του, άκουσε ένα βαθύ αγκομαχητό να ξεφεύγει από την Ίριδα.

«Ααααχ… μη… όχι εκεί… μη…»

Ταυτόχρονα ένιωσε τον σφιγκτήρα της να συστέλλεται στην άκρη της γλώσσας του, σαν να προσπαθούσε να αποτραβηχτεί μακριά της. Όμως ο Στέφανος επέμενε, σείοντας, τρίβοντας και γλείφοντας τον κώλο της Ίριδος με την ευσυνειδησία ενός μάστορα απέναντι στο χειροτέχνημά του. Ο πρωκτός της σε λίγο χαλάρωσε και από το στόμα της άκουγε πλέον λιγότερα μη και πολύ περισσότερα αχ. Σταδιακά μάλιστα άρχισε να εκτελεί παλινδρομικές κινήσεις με τη λεκάνη της. Κάθε φορά που ωθούσε τον πισινό της προς τα πίσω, η Στέφανος ένιωθε εν μέσω αλλεπάλληλων κυμάτων λαγνείας, τη γλώσσα του να διαρρηγνύει για λίγο τη σφιχτή της τρυπούλα.

Η ηδονή που δοκίμαζε ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ένιωσε ότι ήταν έτοιμος να να τελειώσει μέσα στο παντελόνι του, χωρίς να έχει καν αγγίξει το όργανό του. Θέλοντας να αποφύγει αυτό το ενδεχόμενο, απομάκρυνε για μια στιγμή το πρόσωπό του ανάμεσα από τα κωλομέρια της Ίριδος, επιθυμώντας εξάλλου να αποθαυμάσει για ακόμη μια φορά εκείνο το υπέροχο θέαμα. Τότε ήταν που διαπίστωσε ότι η Ίρις κρατούσε πλέον τον ποδόγυρο της ποδιάς της στη μέση της μόνο με το αριστερό της χέρι. Ακολουθώντας την τροχιά του δεξιού της μπράτσου, κατάλαβε ότι το είχε φέρει ανάμεσα στα πόδια της και ότι εκτελούσε εκεί γρήγορες κινήσεις, όπως όταν έσβηνε με τη γομολάστιχα της. Ο Στέφανος ήθελε να δει καλύτερα τι έκανε, γι’ αυτό της έπιασε απαλά τον ένα μηρό, τον οποίο κρατούσε ακόμη σφιχτά κολλημένο στον άλλο, και της άσκησε μια ελαφριά πίεση, ως να ήθελε να της πει ότι έπρεπε να ανοίξει κάπως τα πόδια της.

Η Ίρις, προς μεγάλη του έκπληξη, υπάκουσε πρόθυμα ανοίγοντας τα πόδια της κατά περίπου δέκα πόντους. Τότε ο Στέφανος μπόρεσε να δει για πρώτη φορά, εν δια μέσω μερικών κοντών καστανόχρωμων τριχών, ένα ροδαλό χώρισμα ανάμεσα στα πόδια της, πλαισιωμένο από δυο ελαφρώς προτεταμένα σαρκώδη χείλη, το οποία μάλιστα είχαν ανοίξει ελαφρά, αποκαλύπτοντας το απαλότερο ροζ της εσωτερικής επιφάνειας. Το μπροστινό σημείο της σχισμής, εκεί όπου η Ίρις φαινόταν να επιδίδεται σε προστριβές με το μεσαίο δάχτυλό της δεν μπορούσε να το δει καλά. Έβλεπε όμως ενίοτε το δάχτυλο εκείνο να ωθείται προς τα πίσω, να φθάνει ως το πίσω μέρος της σχισμής, και αφού έπαιζε ανάμεσα στα δυο σαρκώδη χείλη, να εισχωρεί για λίγο μέσα στην τρυπούλα, τόσο ώστε το μισό της νύχι (το οποίο ήταν κοντοψαλιδισμένο αλλά μακρύ), ενίοτε δε και ολόκληρο, να χάνεται μέσα στη ροδαλή σάρκα.

Ο Στέφανος ήταν συγκλονισμένος. Είχε ακούσει βεβαίως για μια δεύτερη τρυπούλα που έχουν οι γυναίκες ανάμεσα στα σκέλια τους, αλλά τούτη ήταν η πρώτη φορά που την αντίκριζε, και μάλιστα από τόσο κοντά, και μάλιστα βλέποντας την Ίριδα να παίζει μαζί της. Ακόμη και μετά από όλα όσα είχε δει εκείνο το απόγευμα, ακόμη και εν δια μέσω της ιμερικής του θύελλας, ο Στέφανος σκέφθηκε ότι αυτό πλέον παραπήγαινε, ότι ξεπερνούσε πλέον και την πιο δυνατή φαντασίωση που είχε μπορέσει να συλλάβει με το νου του.

«Ααχ… ααχ… μη… μη… μη σταματάς… συνέχισε…», άκουσε την Ίριδα να ψιθυρίζει με κοφτή ανάσα εν μέσω στεναγμών και βογκητών.

Μολονότι το θέαμα ήταν τόσο συγκλονιστικό που μόλις μετά βίας μπορούσε να τραβήξει τη ματιά του από πάνω του, ο Στέφανος υπάκουσε, δελεασμένος από την προοπτική του να χωθεί εκ νέου στα κωλομέρια της Ίριδος και να της γλύψει το λαχταριστό της πισινάκι, το οποίο μάλιστα εδώ και λίγη ώρα είχε διασταλεί, σάμπως να λαχταρούσε να νιώσει εκ νέου τα παιχνιδίσματα της γλώσσας του. Ο Στέφανος συνέχισε για λίγη ώρα τις περιπαθείς γλωσσικές εξερευνήσεις του, νιώθοντας παράλληλα το σώμα της Ίριδος να δονείται από τις προστριβές. Κάποια στιγμή ένιωσε τα γόνατά της να τρέμουν.

«Αχ… αχ… δεν μπορώ… δεν μπορώ να σταθώ άλλο…»

Και λέγοντας αυτά είδε τα γόνατά της να λυγίζουν και μέσα σε μια στιγμή να απλώνεται ανάσκελα στο χώμα. Η καινούργια στάση της του απέκρυψε βεβαίως τη θέα του πισινού της, του προσέφερε όμως μια ακόμη συγκλονιστικότερη, αν βεβαίως οι συγκρίσεις αυτές είχαν πλέον κάποιο νόημα. Μπορούσε πλέον να αποθαυμάσει την έκφραση της λαγνείας στο πρόσωπό της, με τα μισόκλειστα μάτια, τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλα, τα μισάνοιχτα χείλη της από τα οποία διέφευγαν συχνά πυκνά στεναγμοί και τους μυώνες του λαιμού της να τεντώνονται καθώς τραβούσε ενίοτε το πρόσωπό της προς τα πίσω και στα πλάγια. Ακόμη πιο σημαντική όμως ήταν η ξεκάθαρη θέα του εσωτερικού των μηρών της. Η Ίρις είχε ανοίξει τα πόδια της διάπλατα, με τα γόνατα λυγισμένα και στο πλάι, και είχε τραβήξει την ποδιά της πάνω ίσα με τον αφαλό της. Το δεξί της χέρι εξακολουθούσε να τρίβει το ερωτικό της όργανο, το οποίο ο Στέφανος μπορούσε να θαυμάσει πλέον σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια.

Έβλεπε τις καστανές τριχούλες της να σχηματίζουν ένα μικρό τριγωνάκι (μπορούσε μάλιστα να διακρίνει στην άκρη ορισμένων να λαμπυρίζουν στον ήλιο μερικές σταγονίτσες, σαν κρυσταλλίδες, για την προέλευση των οποίων δεν ήταν τόσο σίγουρος). Και στο σημείο όπου κατέληγαν οι τριχούλες της, έβλεπε ανάμεσα στα δάχτυλά της, το άνοιγμα της σχισμής της, σαν ένα όμορφο και σπάνιο λουλούδι, του οποίου τα δυο πέταλα άνοιγαν για να αποκαλύψουν τη ροδόχρωμη εσωτερική του σάρκα. Και στην κορυφή του, εν είδει λεπτοσχημάτιστου στήμονα, ένα μικρό εξόγκωμα, το οποίο έδειχνε να προσελκύει τα περισσότερα χάδια και προστρίψεις από τον μέσο της Ίριδας. Το θέαμα ήταν μεγαλειώδες. Η φύση ολόκληρη σιωπούσε μπροστά στο συντελλούμενο θαύμα. Βλέποντας την υπέροχη αυτή σκηνή, ο Στέφανος άφησε ασυναίσθητα να του διαφύγουν μερικά λόγια, σκεφτόμενος φωναχτά.

«Ώστε λοιπόν το κάνετε κι εσείς τα κορίτσια…»

Η Ίρις μισάνοιξε για μια στιγμή τα μάτια και τον αντίκρισε, σαν να βρισκόταν σε όνειρο, εντείνοντας μάλιστα τις προστρίψεις και αφήνοντας να της διαφύγουν μερικοί δυνατότεροι στεναγμοί, βλέποντας ότι το βλέμμα του Στέφανου είχε καρφωθεί σε αυτό που έκανε με το δεξί της χέρι.

«Βλάκα… και βέβαια το κάνουμε…» του είπε με φωνή αλλοιωμένη από την καύλα.

Ο Στέφανος είχε αρχίσει και αυτός να τρίβει το κυλινδρικό εξόγκωμα που διαγραφόταν ξεκάθαρα στο παντελονάκι του.

«Και το κάνετε συχνά;»

«Δεν ξέρω για τα άλλα κορίτσια… εγώ όμως το κάνω κάθε βράδυ…»

«Ααχ… πες μου, σε παρακαλώ… πώς το κάνεις;»

«Όταν σβήνουν τα φώτα, εγώ σπρώχνω τα σκεπάσματα προς τα κάτω…. και… ανεβάζω το νυχτικό μου πάνω… και… και… κατεβάζω το βρακάκι μου… και ανοίγω τα πόδια μου και… και… χαϊδεύομαι…»

Η φωνή της Ίριδος μόλις που εκφέρονταν σαν ψίθυρος, εν μέσω βαθιών αναστεναγμών.

«Ααχ… πώς; Όπως χαϊδεύεσαι τώρα;», έκανε ο Στέφανος που δεν πίστευε ότι άκουγε τα λόγια αυτά από το στόμα της Ίριδας και που επιθυμούσε να όσο γινόταν να παρατείνει αυτήν την σπάνια στιγμή.

«Ναι… όπως τώρα… για πολύ ώρα…»

«Και τι σκέφτεσαι;»

«Σκέφτομαι… σκέφτομαι πως είμαι στην τάξη… και πως ο δάσκαλος με πιάνει αδιάβαστη… και τότε για τιμωρία μου πρέπει να βγάλω την ποδιά μου… καθώς και το εσώρουχό μου… και μετά κάθομαι στην έδρα… και μου λέει να ανοίξω τα πόδια μου… εγώ κάνω ότι μου λέει… όλη η τάξη με βλέπει… βλέπει… το μουνάκι μου…»

«Ααχ… και τότε τι κάνεις εσύ;»

«Α… α… αρχίζω να το τρίβω…»

«Να τρίβεις τι;» έκανε ο Στέφανος, που μόνο με το άκουσμα της λέξης εκείνης άφησε να το ξεφύγει ένας βαθύς στεναγμός ηδονής.

«Να τρίβω… το… το μουνάκι μου…»

«Αχ… τι ωραία που το τρίβεις… αχ… μήπως θες να τρίψω και εγώ τη ψωλή μου να με δεις;»

«Την ψωλή σου…; Μήπως εννοείς την… την… πούτσα σου;» έκανε η Ίρις βλεφαρίζοντας αθώα προς το μέρος του.

«Αχ, ναι… ναι την πούτσα μου» και λέγοντας αυτά ο Στέφανος κατέβασε το παντελονάκι του, απελευθερώνοντας επιτέλους το όργανό του, το οποίο ήταν κατακόκκινο και γυάλιζε από τις στάλες υγρού που έβγαιναν από την ουρήθρα και απλωνόταν σε όλο το μήκος του, καθώς ο άρχισε να το χαϊδεύει με το δεξί του χέρι.

Βλέποντας το μέχρι διαρρήξεως υπερμέγεθες όργανό του, η Ίρις έβγαλε μερικά βογκητά και επιτάχυνε την καταπλάκωση της κλειτορίδας της. Οι δυο νέοι είχαν βρεθεί πλέον αντικριστά, τρίβοντας και οι δυο με ζέση τα όργανά τους. Δεν είχε παρέλθει ένα λεπτό, όταν η Ίρις ένιωσε να κυριεύεται από σπασμούς.

«Αχ… ααχ… θα χύσω… κοίτα με… άααααχ…»

Ο Στέφανος μόλις πρόλαβε να δει μια ποσότητα υγρού να εξέρχεται με ορμή από το ορθάνοιχτο μουνάκι της Ίριδας και να της καταβρέχει τα δάχτυλα, καθώς την ίδια στιγμή ένιωσε έναν υπέρτατο γλυκασμό, και άρχισε και αυτός να χύνει μια μεγάλη ποσότητα σπέρματος πάνω στην κοιλιά, τους μηρούς και το ηβικό της τρίχωμα. Οι δυο νέοι τελείωσαν ταυτόχρονα μέσα σε μια κορύφωση από βογκητά και αναστεναγμούς. Ο οργασμός τους διήρκησε τόσο που νόμισαν και οι δυο ότι δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ.

Όταν τελικά έσβησαν και οι τελευταίοι σπασμοί που συντάρασσαν το κορμί τους, έγειραν ξέπνοοι και οι δυο, αντικρίζοντας τα φυλλώματα των πεύκων και πέρα από αυτά τον γαλάζιο ουρανό. Οι ακτίνες του ηλίου έδιναν στην πλάση μια χρυσαφιά απόχρωση, ηλεκτρίζοντας τον αέρα μεταξύ των φυλλωμάτων. Τα πουλιά ανεβοκατέβαιναν μουσικές κλίμακες εκστατικά. Ο κόσμος τους φαίνονταν τόσο όμορφος, νόμιζαν ότι βρισκόντουσαν ήδη στον παράδεισο επί της γης. Αφού έμειναν έτσι ακίνητοι για λίγοι ώρα, μοιραζόμενοι τις ίδιες σκέψεις, η Ίρις γύρισε προς το μέρος του και του χάρισε ένα ζεστό χαμόγελο.

«Θες να δοκιμάσεις; Είναι γλυκό…» του είπε.

Ταυτόχρονα του έτεινε το χέρι της με τα κάθυγρα δάχτυλά της. Εκείνος το πήρε στο στόμα του και άρχισε να ρουφάει λαίμαργα το νέκταρ από τα δάχτυλά της. Σαν τελείωσε, της έτεινε κι εκείνος το χέρι του στο οποίο είχε μείνει μια ποσότητα σπέρματος.

«Θες να ξαναδοκιμάσεις; Έχει περίεργη γεύση αλλά νομίζω ότι σου αρέσει…»

«Μμμμ…», έκανε η Ίρις, γνέφοντας καταφατικά με ένα χαμόγελο, προτού αρχίσει να συλλέγει το σπέρμα από τα δάχτυλά του με τη γλωσσίτσα της, όμοια με μια γατούλα που καθαρίζει το τρίχωμα των ποδιών της.

Έπειτα γύρισε και του χάρισε πάλι ένα ζεστό χαμόγελο. Ο Στέφανος είχε θαμπωθεί από την ομορφιά που αντίκριζε. Τα δόντια της λεύκαζαν μέσα από τα τριανταφυλλένια χείλη σαν μια σειρά μαργαριτάρια. Τα μάτια της είχαν μια τέτοια ζεστασιά σαν τον κοιτούσαν που ήθελε να βυθισθεί μέσα τους για πάντα. Τα μάγουλά της είχαν το χρώμα της φράουλας. Στο ακρόχειλό της παρέμεναν ακόμη κάποια ίχνη σπέρματος. Ήταν ένας πραγματικός άγγελος… Τότε ο Στέφανος έσκυψε ενστικτωδώς και τη φίλησε στα χείλη. Αρχικά ίσα που τα ακούμπησε.

Τα χείλη όμως εκείνα ανταποκρίθηκαν και σύντομα άρχισαν να ενώνονται μεταξύ τους με πάθος, να ρουφάνε και να δαγκώνουν τις άκρες τους, να παιχνιδίζουν με τις γλώσσες τους, ωσότου παρασύρθηκαν και οι δυο από το πάθος του φιλιού, ένιωθαν ο καθένας τη γεύση των υγρών του στο στόμα του άλλου, να ανακατεύονται με σάλιο και να περνούν από στόμα σε στόμα, μαζί με τις γλώσσες που είχαν παραδοθεί σε ένα ατελείωτο παιχνίδι, μη χορταίνοντας να γεύονται τον άλλο, θέλοντας αν ήταν δυνατόν να γευθούν το κάθε μόριο του άλλου και ακόμη περισσότερο, να γευθούν τα αισθήματά τους, να γευθούν τον έρωτά τους που ένιωθαν να τους πλημμυρίζει μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών τους. Ήταν η πρώτη φορά που φιλούσε γυναίκα και το φιλί αυτό θα έμενε για πάντα αποτυπωμένο με ιδιαίτερη τρυφερότητα στη μνήμη του...

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")