Μονεμβασιά

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Είχε περάσει περισσότερο από ένα μήνας που είχε τελείωσει το καλοκαίρι, κι όμως ακόμα μέσα στο κάστρο, στα στενά του σοκάκια κυκλοφορούσαν οι λιγοστοί τουρίστες. Εκεί στο κάστρο της Μονεμβασιάς, ο χρόνος έδειχνε να έχει παγώσει. Εδυε ο ήλιος ανάμεσα στα σύννεφα και τα έβαφε κόκκινα, ένα ηλιοβασίλεμα πάνω από τα μισοταραγμένα νερά του Αιγαίου που απλωνώταν μπροστά μας. Χρωμάτιζε τους αφρούς που έσκαγαν στη βάση του κάστρου και έμοιαζε σαν ένα καυτό ποτάμι λάβας που πλησίαζε απειλητικά. Ετσι νιώθαμε κι δυό, να μας κατακλύζει ένα ποτάμι πάθους και έρωτα που για μήνες ολόκληρους προσπαθούσαμε να ελέγξουμε.
Ταξιδεύαμε αρκετές ώρες για να φτάσουμε, σχεδόν αμίλητοι, ονειρεύομασταν πως θα είναι αυτό το σαββατοκύριακο. Κλείσαμε την πόρτα του δωματίου και ένα παθιασμένο φιλί γέμισε την μικρή χωριάτικη καμαρούλα. Το τζάκι στη γωνιά σιγόκαιγε τα χειροποίητα χαλία στους τοίχους και τα μαξιλάρια γύρω από τη φλοκάτη μας καλούσαν. Μα όπως λένε ο έρωτας ξεκινάει από το στομάχι, άλλο που δεν ήθελα και γω, μια και το μυαλό μου αναζητούσε, πως θα παρατείνω το ηδονικό της μαρτύριο.

Είχε καρφωμένα τα μάτια της στα μάτια μου. Κινδύνευα να με ρίξουν κάτω εκείνες οι δυο πράσινες φωτιές που ήταν γεμάτες πάθος, εκείνα τα δύο πράσινα σμαράγδια που ηταν γεμάτα αυτοπεπιθεση, ή μήπως ήμουν έτοιμος να πέσω έτσι κι αλλιώς; Όσο γέμιζαν τα ποτήρια με κρασί, κάθε πλησίασμά της προς το μέρος μου, μου προκαλούσε σύγχυση. Κάποια στιγμή ήπια μονορούφι το κρασί στο ποτήρι μου και γύρισα το κεφάλι μου προς το μέρος της. Το πρόσωπό μου βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής από το δικό της και της ψιθύρισα στο αυτί «Σε θέλω»... Ιδού λοιπόν είχα απρόσμενα μπροστά μου την εξέγερση αισθημάτων που περίμενα τόσο καιρό. Ακούμπησα το χέρι της την ώρα που της έδινα το ποτήρι. Ήθελα με το άγγιγμά μου να πιάσω τα σκιρτήματα μέσα της, το ανάδεμα της ψυχής. Μια μικρή δόνηση ένιωσα όταν το χέρι μου γλιστρούσε πάνω από το δικό της. Μέσα μου είχε ξεσπάσει εξέγερση. Ήμουν σίγουρος πως εκείνο το βράδυ θα ποτίζαμε τη γη όπου θα ευδοκιμούσαν τα αισθήματά μας, οι καρδιές μας θα δένονταν και δε θα βλέπαμε τίποτε άλλο εκτός από μας. Σαν τους πρώτους έρωτες, εκείνους που είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε για χάρη τους ή νομίζαμε πως θα κρατήσουν ως το τέλος της ζωής μας. Δε θυμάμαι απολύτως τίποτα, ξέρω μόνο πως ένα πράγμα υπήρχε στο μυαλό μου, ένα ποίημα.

Φύγαμε από το ταβερνάκι. Βγαίνοντας έξω έριχνε ένα ψιλόβροχο που μας πάγωνε το πρόσωπο. Επιασα το χέρι της, είχε κρυώσει, άφησα το χέρι μου να ζεστάνει το δικό της. Στο πρόσωπό της μου φάνηκε πως είδα ένα χαμόγελο. Το χέρι της στη παλάμη μου είχε μετατρέψει το παιχνίδισμά της σε ερωτικό χάδι. Φτάσαμε στην καμαρούλα μας. Η ένταση στην ατμόσφαιρα ήταν πολύ μεγάλη. Της έπιασα και πάλι τα χέρια και νιωσα τις απαλές άσπρες παλάμες της, χωρίς να απομακρύνω το βλέμμα μου από το δικό της. Την ώρα που εκείνη έκανε έρωτα με τα χέρια μας, εγώ την κοιτούσα στα μάτια και προσπαθούσα να της εξηγήσω ότι ήθελα το σώμα της. Τα μάτια μας έλαμπαν με λάμψη σαστισμένη προσπαθώντας να πούμε τις πρώτες λέξεις. Ο χρόνος ακινητοποιείται, δεν υπάρχουν μήνες, ώρες, λεπτά, είναι μια στιγμή... μόνο μια στιγμή. Από το παράθυρο το ολόγιομο φεγγάρι παιχνίδιζε με τα σύννεφα ακολουθώντας τις κινήσεις μας. Έσκυψα και τη φίλησα. Δε μπορούσα να περιγράψω τη γεύση εκείνης της λακκουβίτσας στην άκρη των χειλιών της, δε μπορούσα να πω πόσο πεζά έμοιαζαν στην αρχή τα υγρά, μικρά αγγίγματα των χειλιών μας και τι είδους νοήματα τους φόρτωσα σιγά σιγά. Εκείνη η γυναίκα είχε αρχίσει να μετουσιώνεται σε έρωτα κι εγώ να αφομοιώνω υπομονετικά τη μετουσίωσή της. Σαν ένα ήρεμο ποτάμι που τα νερά του αργοφουσκώνουν. Αυτή η υπομονή που θα μας οδηγούσε στο πάθος.

Μου ζήτησε να πάει στο μπάνιο να ετοιμαστεί, περίμενε της λέω, θα το κάνουμε με το δικό μου τρόπο. Απόρησε, την ξαπλώσα στη φλοκάτη μπροστά στο αναμένο τζάκι, μπρούμυτα και πήγα από πίσω της. Με μια κίνηση έβαλα τα πλούσια μαλλιά της στην άκρη και άρχισα να την ακουμπάω ίσα ίσα με την άκρη της γλώσσας μου στους γυμνούς ώμους της. Την ένιωσα να ανατριχιάζει.οι πόροι από το δέρμα της ανασηκώθηκαν και παράλληλα ανασήκωνε την μεσούλα της. Καθώς έβγαζα ένα ένα τα ρούχα της, χάιδευα, μύριζα, φιλούσα κάθε γυμνό κομμάτι του κορμιού της, μετέτρεψα το γδύσιμο σε τελετουργία. Την ήθελα αυτή τη γυναίκα, ήθελα το στόμα της, το λαιμό της, τους ώμους της, τον ιδρώτα της, την υγρασία της, τη φωνή της, το αγκάλιασμά της, τον τρόπο που με ήθελε. Τα δάχτυλά μου γλιστρούσαν από τον ώμο της προς τα κάτω και ύστερα προχωρούσαν πάλι προς τα πάνω, πόσες φορές το επανέλαβα αυτό, σκούπιζα με τα χείλη μου τις σταγονίτσες ιδρώτα στο λαιμό και στα στήθια της. Δε μιλούσαμε καθόλου, αφήναμε τις χούφτες μας, τα μάτια μας, τα χείλη μας, τους ιδρωμένους λαγόνες μας να μιλήσουν. Η νύχτα ανάσαινε σαν παλιό κρασί που είχε βγει από υπόγεια κάβα. Τα μάτια μου είχαν κολλήσει σ’ αυτό το ζωντανό έργο του Φειδία που είχα μπροστά μου. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού κι άρχισα να τη χαϊδεύω. Σταμάτησα στο αγαπημένο μου σημείο, λίγο πάνω από την μεσούλα εκεί που συνήθως η γυναίκα έχει δύο λακουβίτσες.

Ανάσκελα πια, η γλώσσα μου πλέον υγρή να εξερευνά κάθε σημείο του κορμιού της, η ανατριχίλα έντονη, τα χέρια μου στους ώμους της προσπαθούσα να της απομακρύνω το τελευταίο κομμάτι ύφασμα που ήταν πάνω της. Με βοήθησε βγάζοντας τις νάυλον κάλτσες και τις μπότες. Τα χέρια μου πια σε όλο το κορμί της, να την ακουμπάω με τα ακροδάχτυλα, ίσα ίσα που να τα νιώθει. Έκλεισε τα μάτια της όταν το χέρι μου έφτασε κοντά λόφο της ήβης της. Οι λίγες ξανθές τριχούλες οριοθετούσαν το βωμό της λατρείας μου. Εσκυψα και κόλλησα τα χείλη μου στη κοιλιά της. Η θέρμη του σώματός της έρεε από τα χείλη μου μέσα μου, μια ζάλη ερωτική, μια ζάλη αισθησιακή, μια ζάλη που προκαλούσε το άγγιγμα της γλώσσας μου. Το στήθος της φουσκωμένο επιζητούσε το άγγιγμά μου. Οι ρώγες της σκληρές επιβεβαίωναν την ηδονή που της πρόσφερα. Την ειδα να συσπάται και να φτάνει στην πρώτη της κορύφωση.
Συνέχισα, κατεβαίνοντας στα καλογυμνασμένα πόδια της αρχίζω να πιπιλάω σιγά σιγά όλα τα κοκκινοβαμμένα δαχτυλάκια των ποδιών της. Τα έβαζα μέσα στο υγρό στόμα μου και έπαιζα με τη γλώσσα, δεν της το είχαν ξανακάνει και στην αρχή αντέδρασε, γαργαλιόταν όταν άγγιξα τις πατουσίτσες της, αλλά της άρεσε. Συνέχισα με τον αστράγαλό της, τις γάμπες της, η γλώσσα μου πάνω στους μηρούς της, εξωτερικά και σιγά σιγά και εσωτερικά. Πλησίασα κοντά στο υγρό λιμάνι της που ήδη γυάλιζε από τα υγρά της αλλά συνέχισα. πέρασα τη γλώσσα μου ακριβώς δίπλα από τα χειλάκια της και συνέχισα προς τα πάνω. Προσπάθησε με μια κίνηση να με κάνει να προσκυνήσω την πηγή της, αλλά εγώ συνέχισα και την απέφυγα. Έφτασα κοντά στον αφαλό της αλλά αποφάσισα να ξανακατέβω. Την είδα που χαμογέλασε, είχα άλλα στο μυαλό μου όμως. Ξαναπήγα ανάμεσα στα ποδαράκια της και δίπλα ακριβώς από το ερεθισμένο λουλούδι της.
-Ελααααα, μου λέει...
-Όχι ακόμα.. της λέω...
-Καλάαααα.

Ηταν φανερό πως είχε παραδοθεί εντελώς πια στις διαθέσεις μου. Την ακούμπησα στιγμιαία και απαλά και τινάχτηκε σαν να περνάει ηλεκτρικό ρεύμα από το σώμα της. Την ξανακούμπησα, η μυρωδιά από τα υγρά της εκπληκτική. Δεν υπάρχει ομορφότερο άρωμα στην φύση, από το φυσικό άρωμα μιας γυναίκας σε οίστρο, όλα τα άνθη, όλες οι μυρωδίες της κλεισμένες σε ένα λουλούδι. Κι όμως δεν την έγλυψα όπως με εκλιπαρούσε αλλά συνέχισα με την γλώσσα μου πιο κάτω στην υπέροχη εκείνη διαδρομή ανάμεσα στους δύο πόλους του κόσμου της. Πάντα με τη γλώσσα ίσα που να ακουμπάει και ποτέ με πλήρη εφαρμογή. Τρελαινόταν ήταν φανερό, τα χέρια της να τραβάνε το σεντόνι, να δαγκώνει το μαξιλάρι. Συνέχισα για αρκετή ώρα εκεί ώσπου αποφάσισα να δοκιμάσω την γεύση της. Απαλά άνοιξα τα χειλάκια με τη γλώσσα και την κατεύθυνα μέσα της. Κανένα μπαχαρικό, καμμιά κουζίνα δεν μπορεί να δώσει τέτοια μοναδική γεύση. Πλέον η ανάσα της πολύ γρήγορη, το κορμί της ήδη σε μια διαρκή κίνηση. Ηθελε να τελειώσει έτσι, φαινόταν πια ότι πλησίαζε η ώρα.. Την αφήσα και συνεχίσα προς τα πάνω. Με κοιτάξε με βλέμμα ναζιάρικο και με το δαχτυλάκι στο στόμα σα μωράκι μου λέει: -Έλααα, άσε με να σου γεμίσω το στόμα με τους χυμούς μου. Χαμογελάω και της λέω -όλα θα γίνουν...

Ανέβηκα πιο πάνω, ταξιδεύωντας σε όλη τη κοιλίτσα της και σταματώντας στον καλοσχηματισμένο αφαλό της. Πλέον ένιωθε τον ερεθισμό μου στην άκρη των ποδιών της. Πήρα τις ρώγες της στο στόμα, τις δάγκωσα απαλά και μετά την έκανα να πονέσει στιγμιαία και ελαφριά. τόσο που να τιναχτεί, να μου ζητήσει κι άλλο, δεν της χάλασα το χατήρι. Αφησα τις ρώγες της και συνέχισα περιμετρικά σε όλο το στήθος της, η γλώσσα μου εξερευνούσε κάθε της καμπύλη. Σαν διψασμένη μέλισσα που επισκέπται τα άνθη για να πάρει το χυμό τους, έτσι και γω έπερνα την μυρωδία της, τις σταγόνες ιδρώτα που έτρεχαν από τη μικρή κοιλάδα ανάμεσα στα στήθη της.

Την γύρισα πάλι μπρούμητα και επικεντρώθηκα αρχικά στα δύο υπέροχα λοφάκια που είχε για να κάθεται και σιγά σιγά χωρίζοντάς τα πλησίασα στην άβατη και σκοτεινή μικρή σπηλιά της με την γλώσσα. Εκείνη με ανασηκωμένη τη μεσούλα της σχεδόν στα τέσσερα και το χέρι της μέσα στο λουλούδι της. Την είδα που κόντευε να φτάσει σε μια νέα κορύφωση και τις άρπαξα τα χέρια. Δεν θέλω να σβήσεις την ένταση, νιώσε και απόλαυσε.
Ξαπλωσα δίπλα της και τη γύρισα ακόμα μια φορά. Αφησα τον ερεθισμό μου να ταξιδέψει ως την αρχή του μυστηρίου της. Την έβλεπα πως δάγκωνε τα χείλη της. Μια χαράδρα στενή και δύσβατη ανοιγώταν μπροστά μου, με ένα ποτάμι λευκούς υπέροχους χυμούς να κυλάνε ανάμεσα της. Μια χαράδρα που με καλούσε να διαβώ, ένα πο¬τάμι που έπρεπε να διαπλεύσω για να φτάσω στον ωκεανό της ηδονής. Αργά, βασανιστικά αργά και για τους δυό μας, ξεκίνησα την εξερεύνηση μου, ως άλλος Κουστώ βυθιζόμουν στο άγνωστο. Περιπλανήθηκα στη ζεστή και υγρή φωλιά της, ενιωσα κάθε της δόνηση, κάθε σπασμό του κορμιού της. Με εσφιγγε στην αγκαλιά της, η ανάσα μας βάρυνε. Με ζητούσε επίμονα.με φιλούσε στο στόμα τόσο απαλά, τόσο αισθησιακά και άφηνα το μυαλό μου εκεί, να ταξειδεύει σ’αυτά που είχα ερωτευτεί επάνω της. Οι γλώσσες μας έπαιζαν καθως έμπαινα στο σώμα της όλο και πιο δυνατά. Η ώρα της αποκορύφωσής μας δεν άργησε να έρθει. Την έσφιξα δυνατά, έβγαλε μια δυνατή κραυγή και με γρήγορες κινήσεις με πλημμυρίσε...
- τελειώνω αγάπη μου...
- και γω χαϊδεμένη μου...

Είμαι ακόμα λαχανιασμένος την ώρα που γλιστράει από κάτω μου, τα σώματά μας προσπαθούν να βρουν το ρυθμό τους, οι ανάσες μας γρήγορες. Στα χείλη μας ζωγραφισμένο το χαμόγελο, στα μάτια μας δάκρυα χαράς, το δωμάτιο μυρίζει έρωτα, τα σώματά μας μυρίζουν έρωτα, από την κορφή έως τα νύχια.... η νύχτα μόλις άρχιζε για μας.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")