Ο Κύριος Αντρέας, η Άννα και οι πελάτες του

Δημοσιεύθηκε από th40
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.77 (13 Votes)

Προηγούμενο μέρος: Ο κύριος Αντρέας, η υπάλληλός του Άννα και ο κουμπάρος του

Την επομένη μέρα το πρωί χτυπάει το τηλέφωνό του. Ο κύριος Αντρέας όπως συνηθίζει, είναι στο γραφείο του, τουλάχιστον μια ώρα πριν ανοίξει επισήμως. Πάντα σκεφτόταν πιο καθαρά τα πρωινά, μα ήταν και ο μοναδικός τρόπος να βρει πάργκιγκ στην πόλη. Απαντάει. Στην άλλη γραμμή είναι η Άννα. Του ζητάει να πάρει άδεια για δύο μέρες. Προφασίζεται ότι κρύωσε χτες φεύγοντας στο ψιλόβροχο. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, της δίνει την άδεια. Άλλωστε η δουλειά του είναι πεσμένη εδώ και μερικά χρόνια.

Κοιτάει έξω στο παράθυρο. Φαίνεται ότι σήμερα θα έχει επιτέλους ήλιο και ένα χαμόγελο σκάει στα χείλια του. Του αρέσει το κρύο, λατρεύει τον ήλιο μα δε μπορεί με τίποτα το ψιλόβροχο και την υγρασία. Το μυαλό του πάει στην Άννα. Είναι βέβαιος για τους λόγους που ζήτησε άδεια. Θέλει να το σκεφτεί. Θέλει να συνεχίσει σε αυτή την πορεία που άνοιξε ξέροντας πλέον ότι θα είναι το δόλωμα για τους πελάτες; Η θα αποφασίσει να θυσιάσει το μισθό της, ένα σχετικά καλό μισθό για την εποχή, ώστε να αφοσιωθεί στο αγόρι της που τόσο αγαπάει; Ενδιαφέρον θα έχει η απόφασή της. Είναι σίγουρος ότι την Παρασκευή όταν έρθει στην δουλειά θα τα συζητήσουν αυτά. Θα προσπαθήσει να τη δελεάσει δίνοντας της ένα ποσοστό από κάθε συμφωνία που θα κλείνει. Μα δεν είναι στο χέρι του. Δε θέλει να τη χάσει μα δεν πρόκειται να την πιέσει. Αν αποφασίσει να ακολουθήσει αυτό το δρόμο πρέπει να γίνει με την θέλησή της.

Η φωνή της Μαρίας που τον καλημέρισε διακόπτει τις σκέψεις του. Αλήθεια πόση ώρα σκεφτόταν την Άννα; Υποτίθεται ότι έρχεται μια ώρα νωρίτερα για να δουλέψει μα ούτε τον υπολογιστή δεν έχει ανοίξει. Και ήδη έχει μισοτελειώσει τον καφέ του. Ενημερώνει την Μαρία ότι η Άννα θα έχει άδεια για τις επόμενες δύο μέρες. Γελάει πονηρά και λέει στον κύριο Αντρέα «ελπίζω να ήσασταν ευγενικοί μαζί της χτες το απόγευμα». Αποχωρεί και πάει στο γραφείο της. Κλείνοντας την πόρτα γυρνάει και του λέει ότι θα της μιλήσει και θα την πείσει να μην αφήσει την δουλειά.

Καταλαβαίνει και η ίδια ότι αν μείνει η Άννα τότε θα αυξηθεί η δουλειά και κυρίως η αμοιβή της εταιρίας από κάθε πελάτη κάτι που θα της δώσει το δικαίωμα να ζητήσει αύξηση. Δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε που θα χρησιμοποιήσει την ερωτική ζωή του αφεντικού της για να ζητήσει αύξηση. Παρόλο που παίρνει καλό μισθό αυτός είναι παγωμένος εδώ και τρία χρόνια, ας όψεται η κρίση που τη χρησιμοποιεί συνεχώς ο κύριος Αντρέας. Η αλήθεια είναι ότι έχουν μειωθεί οι δουλειές και το αντιλαμβάνεται και η ίδια.

Τι περίπτωση αυτή η Μαρία σκέφτεται ο κύριος Αντρέας μόλις κλείνει την πόρτα. Είναι βέβαιος ότι θα πείσει την Άννα πολύ πιο εύκολα από ότι εκείνος. Επίσης ξέρει ότι θα του ζητήσει μισθολογική αναπροσαρμογή. Την έχει στο γραφείο του εδώ και 15 χρόνια ως εξυπηρέτηση ενός πολύ καλού του πελάτη. Είναι η μοναδική κοπέλα με την οποία δεν επιχείρησε να έχει κάτι ερωτικό, άλλωστε η ξινίλα στο πρόσωπό της δεν του επέτρεπε να τη δει ποτέ ερωτικά. Είναι άψογη στο ωράριο της μα δεν το έχει με την δουλειά. Δεν της έχει καμία μα καμία εμπιστοσύνη εκτός από το να απαντάει στα τηλέφωνα και να του κάνει τον καφέ. Είναι όμως εχέμυθη και αυτό έχει εκτιμήσει ο κύριος Αντρέας. Εδώ και τόσα χρόνια η γυναίκα του δεν έχει μάθει το παραμικρό για όσα συμβαίνουν στο γραφείο, παρόλο που η Μαρία είναι φίλη με τη γυναίκα του και ανταλλάζουν συχνά επισκέψεις.

Γύρω στις 12 ακούει τη Μαρία να μιλάει στο τηλέφωνο ενώ ήταν χαμένος στις υποθέσεις του και στον υπολογιστή. Μετά από περίπου 20 λεπτά μπαίνει στο γραφείο του. Η Άννα θα συνεχίσει κανονικά στην δουλειά. Μην κανονίσεις τίποτα τουλάχιστον την επόμενη εβδομάδα, δώσε της χρόνο. Κλείνει την πόρτα. Γέρνει πίσω στην καρέκλα του ο κύριος Αντρέας. Ένα χαμόγελο είναι ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Ο ήλιος έχει κατακλίσει το γραφείο του εισερχόμενος από το μεγάλο παράθυρο και αυτό τον ευχαριστεί. Επιτέλους σήμερα θα συγκεντρωθεί να δουλέψει. Καλεί τη Μαρία και ζητάει να αλλάξει το ραντεβού που έχει με τους αδελφούς Γεωργίου, από τη Δευτέρα στην επόμενη Τρίτη. Χάνεται στα λογιστικά του βιβλία.

Την Παρασκευή η Άννα ήρθε στην δουλειά. Ντυμένη όπως πάντα… κομψά μα όχι προκλητικά. Η εμφάνισή της την έκανε πολύ σέξι χωρίς να αποπνέει κάτι περισσότερο. Καλημέρισε τον κύριο Αντρέα χωρίς να τον κοιτάει στα μάτια και επέστρεψε στο γραφείο της. Ήθελε να του μιλήσει μα δεν ήξερε τι να του πει. Τα λόγια της Μαρίας ηχούσαν στα αυτιά της. Μην είσαι χαζή, δεν αφήνουν δουλειές τέτοιες εποχές της είχε πει. Ξέχασε το τι έγινε και κοίτα να δουλέψεις. Το κακό όμως είναι άλλο. Δεν είναι ότι πηδήχτηκε με το αφεντικό και τον πελάτη του. Το κακό είναι ότι της άρεσε. Αυτό φοβόταν. Για αυτό ήθελε να σταματήσει.

Η επόμενη εβδομάδα πέρασε χωρίς κάποιο απρόοπτο. Ο κύριος Αντρέας απορροφημένος στη δουλειά του και τις λίγες ώρες που αφιέρωνε στην Άννα για να την εκπαιδεύσει για τους πελάτες του ήταν απολύτως τυπικός. Δεν της έδωσε κανένα δικαίωμα να σκεφτεί κάτι παραπάνω. Μέχρι που είχε φτάσει η επόμενη Δευτέρα. Την επομένη είχε προγραμματίσει για την Άννα την πρώτη της επίσκεψη εκτός γραφείου. Ήταν η πρώτη φορά που θα συναντούσε πελάτη σε ένα ξένο χώρο για αυτό είχε σκοπό να πάει μαζί της. Της ζήτησε να κλείσει όλες τις εκκρεμότητες μέχρι τις 2 το μεσημέρι. Μετά… και μέχρι να σχολάσουν ήθελε να την ενημερώσει για τους πελάτες που θα συναντούσαν την επόμενη ημέρα.

Αδελφοί Γεωργίου. Αγρότες. Τι αγρότες, μεγαλοκτηματίες, φεουδάρχες. Είχαν εκατοντάδες στρέμματα με πορτοκαλιές στο Άργος όπου και είχαν το μεγάλο τους εισόδημα. Είχαν και δύο υπερσύγχρονα θερμοκήπια στα Σπάτα, τα κατασκεύασαν περισσότερο για παρουσιάσουν χαμηλότερα κέρδη που προέκυπταν από τα εισοδήματα τους από τα πορτοκάλια και λιγότερο γιατί ήθελαν να επενδύσουν και να αυξήσουν στην πορεία τα κέρδη τους. Ο κύριος Αντρέας ήξερε το μικρό αδελφό, τον Παναγιώτη, από τον στρατό. Είχαν υπηρετήσει μαζί στα σύνορα με τα Σκόπια, στο Πολύκαστρο του Κιλκίς. Καλό παιδί ο Παναγιώτης, φιλότιμος άμα σε συμπαθήσει, μα brutal, αγροίκος και απότομος στη δουλειά του. Μέσω αυτού γνώρισε και τον μεγάλο αδερφό, τον Κώστα όπως και την οικογένειά τους. Ο Κώστας είναι αυτός που όλη μέρα ήταν στο χωράφι, ο Παναγιώτης έκλεινε τις συμφωνίες. Ένα βραδύ στο σπίτι τους, στους αρραβώνες του Παναγιώτη η κουβέντα έφτασε στα οικονομικά και στο ποσό που θα πλήρωναν στην εφορία το οποίο ήταν υψηλότατο. Τότε ο Αντρέας του πρότεινε να κατασκευάσουν ένα θερμοκήπιο. Μάλιστα τους πρότεινε να πάρουν και επιδότηση για αυτό.

Χρησιμοποίησε τις διασυνδέσεις του στο υπουργείο ανάπτυξης και κατάφερε να τους εξασφαλίσει ένταξη στο πρώτο ΕΣΠΑ. Το αντάλλαγμα προς τον υπάλληλο του υπουργείου θα ήταν η επένδυση να γίνει στο δικό του χωράφι στα Σπάτα το οποίο θα αγόραζαν στο 5πλάσιο της αξίας του. Αλλιώς δε θα έμπαινε η υπογραφή. Τους υποσχέθηκε όμως υπερκοστολόγηση της κατασκευής. Αποτέλεσμα; Ο υπάλληλος του υπουργείου πήρε 5 φορές την αξία του χωραφιού στα Σπάτα, οι αδελφοί Γεωργίου απέκτησαν υπερσύγχρονο θερμοκήπιο και με τη διαφορά που τους έμεινε στην πάντα από την υπερκοστολόγηση έκτισαν και μια βίλα στο Πανόραμα Βούλας. Ο κύριος Αντρέας έγινε ο αποκλειστικός τους λογιστής πέραν της γενναίας αμοιβής που πήρε. Στην πορεία, με τον ίδιο τρόπο έκτισαν και το δεύτερο θερμοκήπιο.

Πριν από μερικούς μήνες βρέθηκε με τον γνωστό του στο υπουργείο. Η κουβέντα είχε φτάσει και στους αδελφούς Γεωργίου. Συμφώνησαν πως ήρθε η ώρα να τους πιέσουν για το τρίτο θερμοκήπιο. Άλλωστε τα χωράφια στα Σπάτα ήταν τέσσερα και είχαν μείνει άλλα δύο στον υπάλληλο που λόγω της κρίσης δε μπορούσε να τα πουλήσει. Είχε κάνει μια κουβέντα με τους αδερφούς Γεωργίου μα ήταν αρνητικοί. Η κρίση περιόρισε τα εισοδήματά τους με αποτέλεσμα τα κέρδη τους μικρά και το κεφάλαιο κίνησης περιορισμένο. Τα εξήγησε όλα αυτά στην Άννα. Ήθελε οπωσδήποτε αυτή την δουλειά και της το τόνισε. Πρέπει να υπογράψουν τη συμφωνία για να ξεκινήσουμε τις διαδικασίες για το νέο ΈΣΠΑ. Χωρίς υπογραφή δε φεύγουμε της τόνισε. Η συνάντηση είχε κλείσει για τις 2 το μεσημέρι στο γραφείο των αδελφών Γεωργίου. Το γραφείο τους ήταν ένα μέρος του σπιτιού τους στο Πανόραμα της Βούλας. Ο Παναγιώτης μένει σχεδόν μόνιμα εκεί. Ο Κώστας μένει στο Άργος μα θα ήταν και αυτός εκεί καθώς ήταν κρίσιμο το θέμα. Οι γυναίκες τους θα έμεναν κάτω στο Άργος αυτές τις ημέρες. Στην Αθήνα έρχονται συνήθως Πέμπτη και φεύγουν Κυριακή, απολαμβάνοντας τη νυχτερινή ζωή και την αγορά της Αθήνας. Ζήτησε από την Άννα να μελετήσει όσο μπορεί περισσότερο τον φάκελό τους απόψε ώστε να έχουν το πλεονέκτημα αύριο. Επίσης της ζήτησε να έρθει στις 12 στην δουλειά ώστε να ετοιμαστεί όσο το δυνατό καλύτερα και να είναι ξεκούραστη καθώς η συνάντηση πιθανόν να κρατούσε ώρες.

Η Άννα αποχώρησε ευχαριστημένη από το γραφείο του. Δεν την πίεσε ούτε να ντυθεί σέξι και της έδωσε και τρεις ώρες το πρωί να ετοιμαστεί με την ησυχία της. Μόνο που έπρεπε να καθυστερήσει το ραντεβού της με το Γιώργο. Οι γονείς του απουσίαζαν έτσι θα βρίσκονταν στο σπίτι του μετά την δουλειά. Τους είχαν φάει οι δρόμοι και τα φτηνά ξενοδοχεία, είχαν σκοπό αύριο να απολαύσουν ένα άνετο κρεβάτι. Τον παίρνει τηλέφωνο και αντί για μετά την δουλειά τον ενημερώνει ότι θα πάει γύρω στις 8. Συμφώνησε αυτός κατανοώντας και της είπε ότι θα την περιμένει ότι ώρα τελειώσει. Άλλωστε της είχε τυφλή εμπιστοσύνη. Έστω και αν πριν από περίπου μια εβδομάδα, όταν της πήρε το κωλαράκι για πρώτη φορά το βρήκε αρκετά κοκκινισμένο και την ίδια να μυρίζει περίεργα, ειδικά όταν γευόταν το μουνάκι της. «Η ιδέα μου θα ήταν…» σκέφτηκε και το ξέχασε.

Στις 12, όπως πάντα στην ώρα της, φτάνει στο γραφείο η Άννα. Επιλέγει να φορέσει ένα υφασμάτινο παντελόνι χρώματος μαύρου. Δεν είναι πολύ προκλητικό μα συνάμα και επίσημο. Ότι πρέπει για μια επαγγελματική επίσκεψη. Το συνδυάζει με ένα λευκό πουκάμισο με όλα τα κουμπιά πλην του πρώτου κουμπωμένα. Φοράει ένα λευκό σουτιέν και ένα μαύρο μπουφάν, επίσης υφασμάτινο, ασορτί με το παντελόνι. Το μπουφάν σκεφτόταν ότι θα το φορούσε συνέχεια, ψύχρα κάνει άλλωστε, που να φανταστεί ότι εκείνη την ημέρα ο ήλιος θα έλαμπε και μέχρι να φτάσει στο γραφείο ήδη το είχε βγάλει. Το συνδυάζει με μαύρες γόβες και έτοιμη. Τα μαλλιά κλασσικά αλογοουρά, κάτι που την βολεύει στην δουλειά ειδικά όταν χρειαστεί να σκύβει στα χαρτιά της και να διαβάζει ή να δείχνει. Μπαίνει στο γραφείο και χαιρετάει τον κύριο Αντρέα. Καρφώνει τα μάτια πάνω της. «Διάολε πάλι ωραίο είναι το πουτανάκι, θα κλείσω σίγουρα τη δουλειά» σκέφτεται και γελάει. Την καλημερίζει και της λέει να κάνει μερικές δουλειές μέχρι να ξεκινήσουν. Κλείνει τις δουλειές του και ξεκινούν.

Στο αυτοκίνητο τυπικότατος, θέμα συζήτησης είναι μόνο οι αδερφοί Γεωργίου και πως θα καταφέρουν να κλείσουν τη δουλειά. Κατεβαίνουν από το αυτοκίνητο έχοντας παρκάρει έξω από τη βίλα των Γεωργίου. Πραγματικά υπέροχο το σπίτι σκέφτεται η Άννα που μένει σε ένα λιτό διαμέρισμα με τους δικούς της. Πριν πατήσει το κουδούνι ο κύριος Αντρέας την κοιτάει στα μάτια και της λέει, μην ξεχνάς, θέλω οπωσδήποτε αυτή τη δουλειά.

Τους ανοίγει ένας μελαμψός, γεροδεμένος άντρας, σχετικά χαμηλός, περίπου στο 1,70, στην ηλικία του κύριου Αντρέα. Ο Παναγιώτης τους καλωσορίζει στο σπίτι του και ενώ τους οδηγεί στο γραφείο, θαυμάζει το κορμί της Άννας. Στο γραφείο κάθεται ένας δεύτερος άντρας και αυτός στο ίδιο ύψος, πιο λεπτός, γεροδεμένος εξίσου και πιο μαυρισμένος. Φαινόταν άνθρωπος της δουλειάς κάτι που το έδειχναν και τα χέρια του με τα χοντρά μαυρισμένα δάκτυλα γεμάτα ρόζους και σκισίματα. Ήταν ο Κώστας, ο μεγάλος των αδερφών Γεωργίου. Μετά τις τυπικές συστάσεις και αφού ο Παναγιώτης τους προσφέρει καφεδάκι μπαίνουν στα της δουλειάς. Η διαφωνία έντονη. Ειδικά ο Κώστας δεν μπορούσε να πειστεί ότι αξίζει ο κόπος μια τέτοια εκροή χρημάτων σε δύσκολες εποχές. Η συνάντηση φαίνεται να οδηγείται σε ναυάγιο. Μόνο που το έμπειρο μάτι του κύριου Αντρέα διαπίστωσε ότι ο Κώστας έριχνε κλεφτές ματιές στην Άννα. Ήταν ευάλωτος στο κορίτσι.

Ζητάει από την Άννα να πάει να καθίσει δίπλα του και να του εξηγήσει κάποια νούμερα και για ποιο λόγο τον συμφέρει η επένδυση αυτή. Το κάνει. Ο κύριος Κώστας την κοιτάει συχνά πυκνά στο στήθος και το χέρι του τρίβεται στο εξωτερικό των μηρών της. Ο τόνος της φωνής του έχει αλλάξει και δεν είναι κάθετα αρνητικός πλέον. Προχωρώντας στην κουβέντα και εν είδη αστείου πετάει στο τραπέζι ότι αν στην συμφωνία υπήρχε και η Άννα μέσα θα την είχε ήδη υπογράψει.

Ο κύριος Αντρέας γυρνάει και κοιτάει την Άννα. Τον κοιτάει και αυτή. Όχι ξανά… δε θέλει να ξανακυλήσει πάλι, μα από το στόμα της δεν ακούγεται το όχι που προσπαθεί να ψελλίσει. Πάει και στέκεται δίπλα της, την αγκαλιάζει από την μέση. Την σηκώνει και τη βάζει να καθίσει πάνω στο γραφείο. Ανοίγει τα πόδια της και τα περνάει ένα δεξιά και ένα αριστερά από τον κύριο Κώστα. Απευθύνεται σε αυτόν και του λέει ότι μπορεί να δοκιμάσει φτάνει να υπογράψει. Του δίνει το χαρτί κοιτώντας τον στα μάτια. Σηκώνεται. Υπογράφει. Πάει μπροστά στην Άννα. Περνάει τα χέρια του στην μέση της. Προσπαθεί να τη φιλήσει. Στρέφει το κεφάλι από την άλλη. Ένα χαστούκι προσγειώνεται στο πρόσωπο της.

-    Υπόγραψα συμφωνία μερικών εκατομμυρίων καργιολάκι για εσένα ως αντάλλαγμα. Θα σε απολαύσω είτε με το καλό είτε με το ζόρι…

λέει και με το ζόρι τη φιλάει τώρα. Με τα χέρια του χουφτώνει το στήθος της πάνω από το πουκάμισο. Προσπαθεί να το ξεκουμπώσει μα δεν τα καταφέρνει. Δυσκολεύεται. Νευριάζει. Το τραβάει σκίζοντας όλα τα κουμπιά του ενώ η Άννα προσπαθεί να ψελλίσει ένα σταμάτα.  Κατεβάζει στη μέση το σουτιέν της και αρχίζει με μανία να τρώει το στήθος της. Πραγματικά πεινάει αυτός ο άντρας. Πιπιλάει και ρουφάει την ρώγα της και νομίζεις ότι θα την ξεριζώσει χουφτώνοντας το άλλο της στήθος. Η πρώτη κραυγή ξεφεύγει στην Άννα. Ο κύριος Κώστας γυρνάει το κεφάλι προς τους άλλους και λέει δείτε που γουστάρει το καργιολάκι και γελάει. Τη σπρώχνει ώστε να ξαπλώσει στο γραφείο και της κατεβάζει το παντελόνι. Παραμερίζει το μαύρο της στρινγκάκι και ακουμπάει την γλώσσα του στην κλειτορίδα της. Είναι αγροίκος, βίαιος, παθιασμένος και αυτό καβλώνει την Άννα. Ο τρόπος που τη ρουφάει, η δύναμη που κολλάει τα χείλια του πάνω της, η πίεση που βάζει με τα χέρια του στα κωλομάγουλα της ώστε να κολλήσει η κλειτορίδα στο στόμα του την κάνουν να υγραίνεται απίστευτα. Και επιτέλους η γλώσσα του ακουμπάει την τρυπούλα της. Τη δροσίζει. Κινείται ανάμεσα στα μουνόχειλα της και μαζεύει τα υγρά που τρέχουν από το μουνάκι της. Μπαίνει ελαφρά μέσα της. Την παίζει ο καργίολης και αυτό την καυλώνει ακόμη περισσότερο.

Εν τω μεταξύ ο κύριος Αντρέας και ο Παναγιώτης έχουν βάλει όλες τις άλλες υπογραφές κοιτώντας παράλληλα την Άννα η οποία ξαπλωμένη στο τραπέζι κοιτούσε όλο καύλα τον Κώστα να τη γλείφει και πότε χάιδευε τα στήθη της και πότε έσφιγγε την άκρη του τραπεζιού. Ο Παναγιώτης τότε λέει ότι έχει υπογράψει κι αυτός και δικαιούται κι αυτός την Αννούλα. Γυρνάει και τον κοιτάει όλο καύλα. Σηκώνεται ο κύριος Παναγιώτης και στέκεται όρθιος στην άκρη του γραφείου. Ξεκουμπώνει το φερμουάρ από το τζιν του και τον βγάζει έξω. Βάζει το χέρι της Άννας πάνω του και αυτή με την μια τον σφίγγει. Αφού τον κρατάει για λίγο μετά ξεκινά να τον παίζει. Κοιτάει πότε τον Κώστα που τη γλείφει και πότε τον Παναγιώτη. Τον καρφώνει στα μάτια το καργιολάκι για να τον ερεθίσει ακόμη περισσότερο.

Τότε νιώθει δύο χέρια στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Είναι τα χέρια του κύριου Αντρέα. Τη σπρώχνουν προς την ψωλή του Παναγιώτη. Ο Παναγιώτης περνάει το ένα του χέρι κάτω από το σβέρκο της και της κρατάει πλέον το κεφάλι. Με το άλλο του χέρι παίρνει την ψωλή του και τη φέρνει στα χείλη της. Της σκάει το πρώτο πουτσοσκάμπιλο στο στόμα, ενώ εκείνη το είχε ανοίξει και ήταν έτοιμη να του την ρουφήξει. Ένα δεύτερο πουτσοσκάμπιλο προσγειώνεται στο μάγουλο της πριν η ψωλή του Παναγιώτη βρεθεί στο στόμα της. Είναι πολύ καυλωμένη πλέον και προσπαθεί να τον πάρει βαθιά και γρήγορα. Ο Παναγιώτης έχει περάσει και τα δύο του χέρια πίσω από το κεφάλι της και την σπρώχνει να μπει όσο πιο βαθιά μπορεί. Ένα χέρι τη χαϊδεύει την κοιλιά και τη χουφτώνει το στήθος. Είναι το χέρι του κύριου Αντρέα. Όταν της τσιμπάει και τραβάει την ρώγα προσπαθεί να φωνάξει από την καύλα όσο μπορεί, όσο της επιτρέπει η ψωλή του Παναγιώτη.

Ο Παναγιώτης προσπαθεί πλέον να την πνίξει με την ψωλή του. Τον βοηθάει άθελά του ο Κώστας γιατί σπρώχνει τα δάκτυλά του μέσα της. Το μουνάκι της είναι τόσο καυλωμένο που αμέσως τα δέχεται και δε δυσκολεύεται ο Κώστας να τα σπρώξει βαθιά. Ταυτόχρονα κολλάει το πρόσωπό του στην κλειτορίδα της και την πιπιλάει με απίστευτη μανία. Ο οργασμός είναι κοντά. Ο ήχος του κινητού της όμως τον διακόπτει. Το έχει παραπέρα στο γραφείο και δεν το φτάνει. Το παίρνει ο κύριος Αντρέας και της λέει ότι γράφει Γιώργος. Πανικόβλητη προσπαθεί να βγάλει την ψωλή του Παναγιώτη από το στόμα της και να του μιλήσει. Δεν της το επιτρέπει και γίνεται βίαιος μαζί της χαστουκίζοντας τη. Το σηκώνει ο κύριος Αντρέας. Μια αντρική φωνή τον ρωτάει ποιος είναι. Του λέει ότι είναι το αφεντικό της Άννας και έχουν καθυστερήσει στη δουλειά. Είναι στην τουαλέτα τώρα και θα τον καλέσει αργότερα. Το κλείνει και το αφήνει στο γραφείο. Ήρεμη και καυλωμένη τώρα η Άννα δε μπορεί να κρατηθεί άλλο και τελειώνει στο στόμα του Κώστα. Ο κύριος Κώστας σηκώνεται όλο ικανοποίηση, γλείφοντας επιδεικτικά τα δάκτυλα του.

-    Είσαι πολύ καύλα…

της λέει χαστουκίζοντας την ελαφρά στους μηρούς. Ξεκουμπώνει το τζίν παντελόνι του και πάει και στέκεται από την άλλη πλευρά του γραφείου. Παίρνει το χέρι της Άννας και το βάζει στην ψωλή του. Εκείνη ξεκινάει να του τον παίζει ρουφώντας ταυτόχρονα τον Παναγιώτη. Ο κύριος Αντρέας που θα πρέπει σύντομα να επιστρέψει στην γυναίκα του δε χάνει την ευκαιρία. Ξεκουμπώνει το παντελόνι του και το κατεβάζει, πάει στα ανοικτά πόδια της Άννας και τρίβει την ψωλή του στα χείλη της ώστε να υγρανθεί το πουτσοκέφαλο του. Αυτή βογκάει και σηκώνει τα πόδια ώστε να υποδεχτεί τον κύριο Αντρέα μέσα της, ακουμπώντας τις πατούσες στους ώμους του. Αυτός βάζει τα χέρια του στους μηρούς της και με μια κίνηση την καρφώνει. Είναι τόσο μούσκεμα που τον δέχεται εύκολα μέσα της, αυτή όμως φωνάζει από την καύλα περισσότερο παρά από τον πόνο, βγάζοντας στιγμιαία το καυλί του Παναγιώτη από το στόμα της. Γυρνάει το κεφάλι της από την άλλη και χώνει την ψωλή του κύριου Κώστα αυτή την φορά μέσα στο στόμα της.

Ο Αντρέας εν τω μεταξύ ξεκινάει να την καρφώνει με δύναμη κρατώντας την από τα πόδια. Ακούγεται σε όλο το δωμάτιο ο ήχος του κορμιού του που χτυπάει τα μπούτια της ενώ η ψωλή του χάνεται μέσα της. Για άλλη μια φορά ξεσκίζει την υπάλληλό του μαζί με τους πελάτες του και φυσικά δε μπορεί να κρατηθεί στην σκέψη αυτή. Βγαίνει έξω και την χύνει γεμίζοντας όλο της το κορμί, κυρίως την κοιλιά και τα στήθη της. Απομακρύνεται, πάει σε μια καρέκλα και κάθεται απολαμβάνοντας το θέαμα. Ο Παναγιώτης βλέπει άδειο το μουνάκι της Άννας και είναι έτοιμος να το καρφώσει κι αυτός. Πάει και με τον ίδιο τρόπο όπως και ο κύριος Αντρέας και την ξεσκίζει. Βλέπει τον αδερφό του να την τσιμπουκώνει τώρα με δύναμη και χύνει και αυτός το καργιολάκι. Ο Κώστας βλέποντας την πουτάνα γεμάτη χύσια φτάνει και αυτός στο τέρμα. Αδειάζει το ψωλόχυμα του χωρίς καμία προειδοποίηση στο στόμα της. Την πνίγει και αυτή προσπαθεί να τα φτύσει όταν την χαστουκίζει στο στόμα και την διατάζει να τα πιεί. Κλείνει τα μάτια και τα πίνει όλα.

Χτυπάει ξανά το τηλέφωνό της. Προσπαθώντας να πάρει μερικές ανάσες και να καταπιεί όλο το ψωλόχυμα του Κώστα απαντάει. Στην άλλη πλευρά ο Γιώργος που την ρωτάει αν θα τελειώσει σύντομα. Του λέει ότι δεν ξέρει και θα τον καλέσει αυτή μόλις τελειώσει. Έκτοτε, όσες φορές και αν την πήρε τηλέφωνο ο Γιώργος δεν το απάντησε.

Και πως θα μπορούσε να το απαντήσει άλλωστε; Ο Παναγιώτης σηκώθηκε πάνω και την κατέβασε από το γραφείο. Τη ρώτησε εάν ήταν το αγόρι της και του έγνεψε καταφατικά. Γέλασε και την οδήγησε μαζί του στον καναπέ. Την έβαλε να καθίσει πάνω του και ξεκίνησε να την φιλάει. Τα γλωσσόφιλα τώρα ήταν γεμάτα πάθος και ένταση και από μέρους της. Ο Παναγιώτης καύλωσε ξανά και το ένιωθε η Άννα ανάμεσα στα πόδια της. Κι εκείνη όμως ήταν και πάλι υγρή. Οδηγεί το χέρι της κάτω και πιάνει την ψωλή του. Τη βάζει στην είσοδο της τρυπούλας της και κουνώντας προς τα πίσω το κορμί της την παίρνει μέσα αφήνοντας ένα μακρόσυρτο αχ. Ο Παναγιώτης παίρνει το στόμα του στο στήθος της και ξεκινάει να της πιπιλάει τις ρώγες. Ο Αντρέας εν το μεταξύ, κάνει σήμα στον Κώστα να πάει από πίσω της δείχνοντας το κωλαράκι της. Ένα χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπο του Κώστα ο οποίος σηκώνεται χαϊδεύοντας την ψωλή του που έχει μισοκαυλώσει και πάει πίσω από την Άννα.

Χαϊδεύει το κωλαράκι της πριν της σκάσει το πρώτο χαστούκι στο κωλαράκι, σχετικά αδύναμο. Το δεύτερο όμως ήταν πολύ πιο δυνατό, της κοκκίνισε το κωλαράκι και την έκανε να φωνάξει από πόνο και καύλα. Ακολούθως κατέβασε χαμηλά το χέρι του χουφτώνοντας τα μουνόχειλα της την ώρα που αυτή ανεβοκατέβαινε στην ψωλή του Παναγιώτη. Μαζεύει τα υγρά που τρέχουν από το μουνί της Άννας και παίρνει το χέρι του στην κωλοτρυπίδα της. Τη χαϊδεύει ελαφρά την πιέζει με τον αντίχειρά του, τον μουσκεμένο από τα χύσια της αντίχειρά του, μέχρι που τον σπρώχνει και μπαίνει μέσα της. Δε λέει τίποτα η Άννα παρά μόνο δαγκώνει τα χείλη της και κάθεται με την ψωλή του Παναγιώτη βαθιά μέσα της ακίνητη φιλώντας τον στο στόμα. Ο Κώστας δουλεύει λίγο το κωλαράκι της και μετά αφαιρεί το δάκτυλο του από μέσα της.

Πλησιάζει την ψωλή του κοντά στην τρυπούλα της και τη σαλιώνει με το χέρι του. Ανοίγει τα κωλομάγουλα της μετά, δίνοντας της και ένα χαϊδευτικό χαστούκι και τον σπρώχνει μέσα της. Βάζει το πουτσοκέφαλο του ενώ εκείνη δαγκώνεται και το αφήνει για λίγο ακίνητο. Μόλις το συνηθίσει ξεκινάει να σπρώχνει μέχρι να μπει όλος μέσα της. Νιώθει την ψωλή του Παναγιώτη να πιέζει το δέρμα της Άννας και καυλώνει ακόμη περισσότερο. Με αργή κίνηση τον βγάζει όλο έξω με την Άννα να φωνάζει όταν βγαίνει από την σούφρα της. Ακολούθως το ξανασπρώχνει. Επαναλαμβάνει την κίνηση αυτή μερικές φορές πριν ξεκινήσει να την σπρώχνει με ρυθμό πλέον. Η Άννα έχει ξαπλώσει πάνω στον Παναγιώτη και ξεκινάει να κουνιέται με τον ρυθμό που της δίνει ο Κώστας. Ακολουθεί ο Παναγιώτης τον ρυθμό γαμώντας το μουνάκι της Άννας ταυτόχρονα με τον αδερφό του.

Ο κύριος Αντρέας, θεατής τόση ώρα, ετοιμαζόταν να φύγει καθώς είχε αργήσει και η γυναίκα του ήδη τον είχε πάρει τηλέφωνο. Βλέποντας τη σκηνή όμως η πούτσα του έχει ξανακαυλώσει. Ενώ είχε ετοιμαστεί να φύγει πλησιάζει την Άννα και κατεβάζει το φερμουάρ του. Ανεβαίνει όρθιος πάνω στον καναπέ περνώντας τα πόδια του ένα αριστερά και ένα δεξιά από τον Παναγιώτη. Φέρνει το κεφάλι της Άννας κρατώντας την από την αλογοουρά στην ψωλή του και το σπρώχνει μέσα. Την αφήνει να τον τσιμπουκώνει ακολουθώντας τον ρυθμό που δίνει ο Κώστας.

-    Είδατε τι παλιοπούτανο που έχω;… λέει στους άλλους δύο; Σε όσους πελάτες την έχω πάει καταλήγει να γαμιέται μαζί τους…

λέει κοιτώντας την στα μάτια. Τη χαστουκίζει και τη φτύνει στο πρόσωπο ενώ ξεκινάει να δίνει εκείνος τον ρυθμό στο τσιμπούκι που της κάνει. Οι αντοχές του είναι γνωστό ότι είναι περιορισμένες έτσι πολύ σύντομα τη χύνει στο στόμα. Τα χύσια του προσπαθεί να τα μαζέψει όλα και να τα πιει, συνηθισμένη πλέον, αφού ήδη έχει γευτεί τα χύσια του Κώστα και δεν είχαν και τόσο άσχημη γεύση. Κάποιες στιγμές φεύγουν από τα πλαϊνά των χειλιών της και πέφτουν στο στήθος του Παναγιώτη. Εκείνος της δίνει ένα χαστούκι και τη διατάζει να τα μαζέψει. Σκύβει και τα μαζεύει φιλώντας του το στήθος και τις ρώγες.

Ο Κώστας όπως έχει σκύψει η Άννα βολεύεται περισσότερο, μπορεί να μπει πιο βαθιά μέσα της και δε χάνει την ευκαιρία. Την αρπάζει από τη μέση και ξεκινά να καρφώνεται στην κωλάρα της η οποία πλέον έχει ανοίξει. Τραβιέται σχεδόν όλος έξω και με δύναμη την χτυπάει. Εκείνη, μην αντέχοντας, πέφτει πάνω στον Παναγιώτη και ουρλιάζει από κάβλα. Ο Κώστας δεν αντέχει για πολύ να την καρφώνει με αυτό τον ρυθμό και την χύνει μέσα στον κώλο της. Τραβιέται και κάθετε σε μια καρέκλα για να ηρεμήσει. Και ο Παναγιώτης όμως δεν είναι μακριά από το χύσιμο. Ήδη είχε καβλώσει τρελά νιώθοντας την ψωλή του αδερφού του μέσα στην κωλάρα της Άννας και ενώ εκείνος την γαμούσε πιο αργά. Μόλις ο αδερφός του έχυσε άρχισε να την ανεβοκατεβάζει με δύναμη στην ψωλή του. Αυτό την ερέθιζε και αυτή. Ένιωθε και τα χύσια του Κώστα να τρέχουν από την κωλοτρυπίδα της προς το μουνάκι της και καύλωνε ακόμη περισσότερο. Έχυσε με σπασμούς πάνω στην ψωλή του Παναγιώτη, ενώ κτυπιόταν πάνω της και έτριβε την κλειτορίδα της στο εφηβαίο του. Αυτό όμως είχε φέρει και τον Παναγιώτη στα όριά του. Μόλις που κατάφερε να βγάλει έξω την ψωλή του και έχυσε. Ένα μέρος των υγρών του πήγε στο εξωτερικό του μουνιού της και ένα άλλο μέρος πετάχτηκε στο γραφείο.

Ο κύριος Αντρέας είχε ήδη ετοιμαστεί να φύγει. Χαιρετάει τον Κώστα και τον Παναγιώτη που προσπαθεί να πάρει ανάσες. Ο Κώστας σηκώνεται να τον οδηγήσει στην πόρτα. Η Άννα σηκώνεται επίσης και λέει ότι σε 5 λεπτά θα είναι έτοιμη για να την περιμένει ο κύριος Αντρέας και να την πάει στο σπίτι του Γιώργου. Ο Παναγιώτης όμως την αρπάζει από το χέρι.

-    Δε θα πας πουθενά πόρνη…

τη λέει σφίγγοντας την. Την πονάει. Το τηλέφωνό της κτυπάει ξανά. Ο Γιώργος. Ο Παναγιώτης σηκώνεται. Κρατώντας την από το χέρι την οδηγεί στο υπνοδωμάτιο. Το τηλέφωνό της παραμένει στο γραφείο να κτυπάει. Στην πόρτα ο Κώστας, γυμνός, ξεπροβοδίζει τον κύριο Αντρέα με μερικά γέλια. Θα πάω κι εγώ στο δωμάτιο λέει και καληνυχτίζει τον κύριο Αντρέα. Την επομένη το πρωί ο κύριος Αντρέας βρίσκεται στο γραφείο του. Απολαμβάνει το καφεδάκι του σκεφτόμενος τα κέρδη από τη συμφωνία με τους Γεωργίου. Χτυπάει το τηλέφωνο. Ποιος διάολος να είναι τέτοια ώρα σκέφτεται, σε ένα τέταρτο ανοίγει το γραφείο κανονικά. Απαντάει. Ο Παναγιώτης στην άλλη γραμμή. Του ζητάει να συγχωρέσει την Αννούλα μα θα αργήσει να έρθει στην δουλειά. Ακόμη κοιμάται στο κρεβάτι τους.

Κτυπάει την πόρτα η Μαρία. Καλημερίζει. Ο κύριος Αντρέας λέει στην Μαρία ότι η Άννα θα αργήσει να έρθει γιατί καθυστέρησε να σχολάσει. Γελάει η Μαρία. Στο είπα ότι θα την πείσω να μείνει του λέει. Θέλω 100 ευρώ αύξηση του λέει. Άλλωστε τα έχεις βγάλει με το παραπάνω χθες. Κλείνει την πόρτα έχοντας πάρει την αύξηση.



Copyright protected OW ref: 103782