Η κατηφόρα της γυναίκας μου προς την πουτανιά (1ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από DemT
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.66 (22 Votes)
Εισαγωγή:

Με τη γυναίκα μου Φλώρα, είχαμε μια φυσιολογική ερωτική ζωή. Θα την έλεγα, «φυσιολογική plus». Δεν ξέρω πώς κατατάσσονται οι 40άρες από την άποψη της επιθυμίας για σεξ στο πλαίσιο μιας σχέσης ή γάμου που συμπληρώνει πάνω από δέκα χρόνια, πάντως η Φλώρα ήταν μάλλον δραστήρια. Θα ζητούσε η ίδια σεξ μια φορά την βδομάδα, το πολύ δέκα μέρες από την τελευταία φορά, αν ποτέ το έφερναν οι συνθήκες να φτάσουμε ως εκεί. Στην πράξη, σπανίως περνούσαν τόσες μέρες. Και αυτό γιατί ανταποκρινόταν σχεδόν σε κάθε δική μου πρωτοβουλία, που ήταν πάντα συχνότερη. Το «δεν μπορώ τώρα» δεν το είχα γνωρίσει. Το πιο πολύ που ήξερα ήταν «δεν μπορώ τώρα, αλλά το βράδυ». Έτσι, ναι μεν εννιά φορές στις δέκα το σεξ ερχόταν μετά από δική μου πρωτοβουλία, αλλά σχεδόν καμία από αυτές τις εννιά φορές δεν υπήρχε άρνηση.

Τι της άρεσε; Όλα. Είτε την πηδούσα από μπρος, είτε από πίσω, τέλειωνε εύκολα, στη δεύτερη περίπτωση με τη βοήθεια του χεριού της. Αλλά ήταν επίσης πρόθυμη να μην τελειώσει, ευχαριστώντας απλώς εμένα με το στόμα της ή τα όμορφα στήθη της, τα οποία είχα χύσει κατ’ επανάληψη τα δώδεκα χρόνια που ήμασταν μαζί. Στο στόμα... δεν ξέρω πόσες φορές. Αναρίθμητες. Ποτέ δεν είχα καταλάβει τι την έκανε τόσο δεκτική στο να με πάρει στο στόμα της όποτε το ζητούσα, συνήθως στο σαλόνι τα βράδια, όταν χαλάρωνα με ένα ουίσκι στο χέρι.

Ένα χαρακτηριστικό της ήταν ότι καύλωνε απίστευτα όταν της έλεγα ιστορίες πάνω στο σεξ. Άλλο τόσο καύλωνα κι εγώ. Ήταν ιστορίες στις οποίες εγώ δεν πρωταγωνιστούσα ποτέ. Αποκλειστικά, αφορούσαν τη δική της (φανταστική) πουτανιά. Λέω φανταστική, γιατί πουτάνα βέβαια δεν ήταν. Από όσο ήξερα δεν είχε πάει με κανένα άνδρα όσο ήμασταν μαζί (μου το ορκιζόταν και την πίστευα) και με ελάχιστους, δυο ή τρεις, στις σχετικά σύντομες σχέσεις που είχε πριν τα φτιάξουμε, κυρίως στο πανεπιστήμιο.

Την καύλωνε όμως να της μιλώ για εκείνους που ήθελαν να την πάρουν, πρώτα από όλα στη δουλειά της. Τότε έπαιρνε μπρος. Άρχιζε να μου λέει για τα βλέμματα όλων των συναδέλφων της που καρφώνονταν στο ντεκολτέ της, ιδιαίτερα όταν -δήθεν ανέμελα- έσκυβε για να το διευρύνει κάπως περισσότερο.

-    Και τι άλλο έκανες τότε;…

ερχόταν η συνηθισμένη μου ερώτηση, ενώ ήμουν μέσα της έτοιμος να τελειώσω.

-    Μπορεί και να τους ακούμπησα «κατά λάθος» με το στήθος, ενώ περνούσα από πλάι τους…

απαντούσε με κλειστά από την καύλα μάτια. Ξέραμε βέβαια και οι δύο ότι όλα αυτά ήταν φαντασίωση, εκτός βέβαια από τα αυτονόητα. Ότι κοιτούσαν το ντεκολτέ της, ας πούμε, ήταν αλήθεια.

Άλλοτε πάλι με καύλωνε με το να μου λέει ότι το προηγούμενο ή κάποιο άλλο βράδυ πριν κοιμηθεί, είχε φανταστεί να το κάνει με ένα συνάδελφό της και είχε τελειώσει μόνη της, ήσυχα, ενώ εγώ δίπλα κοιμόμουν. Η φράση που χρησιμοποιούσε ήταν «πήγε το χέρι στο μουνάκι μου» την ώρα που φανταζόταν ότι το έκανε με κάποιον άγνωστο, ή άλλοτε, με κάποιους.

Οι φαντασιώσεις μας περιελάμβαναν συχνά ένα τρίτο, συγκεκριμένο άνθρωπο: Την αδελφή της. Μικρότερη κατά τρία χρόνια η Μαρία, στα 37 της, ήταν ένα αληθινό πουτανάκι. Είναι εξακριβωμένο ότι είχε πάρει άλλους άνδρες μετά το γάμο της, και το απίθανο ήταν ότι αυτό γινόταν όχι απλώς με τη σύμφωνη γνώμη, αλλά κάποιες φορές με την παρουσία του άνδρα της. Ο Σταύρος ήταν από μικρός στα κόλπα, είχε πηδήσει πολλές γυναίκες πριν παντρευτεί και με χαρά έβαζε τρίτον ή τρίτη στο κρεβάτι τους. Το πρώτο, η Φλώρα ήξερε από την αδελφή της ότι είχε συμβεί μια τουλάχιστον φορά πριν δυο ή τρία χρόνια, με έναν επιχειρηματία από το εξωτερικό, με τον οποίο ο Σταύρος έκανε δουλειές. Το δεύτερο, συνέβαινε ακόμα και τώρα όχι σπάνια, με μια μικρή από την επαρχία που έμενε στον ίδιο όροφο. Άβγαλτη, φτωχή, άνεργη, καυλιάρα (προφανώς), την είχαν πλευρίσει Σταύρος και Μαρία και με τα πολλά την είχαν κάνει εργαλείο τους, να την πηδούν μια φορά το μήνα μαζί οι δυο τους, με το αζημίωτο. Όχι χρήματα, ποτέ κάτι τέτοιο, από ό,τι έλεγε η Μαρία στην αδελφή της. Αλλά καλά δώρα, όπως ένα ταξίδι τα προηγούμενα Χριστούγεννα στο εξωτερικό, που είχε κάνει η μικρή με το γκόμενο της. Περιττό να πω, εκείνος δεν είχε την παραμικρή ιδέα ότι το ταξίδι ήταν ένεκα της γενναιοδωρίας των γειτόνων.

Όλες αυτές οι ιστορίες έκαναν τη Φλώρα να πλημμυρίζει από έξαψη κάποια βράδια και να χύνει με μανία στην αγκαλιά μου, ειδικά καθώς ζήλευε (αν και δεν το ομολογούσε ανοιχτά) την αδελφή της. Το καταλάβαινα βέβαια, αφού η καύλα και το σεξ που ακολουθούσαν κάθε καινούργια «παρασπονδία» της Μαρίας ήταν αυξημένα. Βέβαια μετά τον οργασμό επαναλάμβανε με ευλάβεια ότι «όλα αυτά είναι για την καύλα μόνο, φαντασιώσεις».

Ήθελα πολύ λοιπόν, για να φαντασιώνομαι ότι πηδούσα κι εγώ τη Μαρία; Από τότε που τα είχαμε φτιάξει με τη Φλώρα, ακόμα και από τον πρώτο μήνα, έβλεπα με άλλο μάτι τη μικρή της αδελφή. Καταρχάς έμοιαζε με τη δική μου στο σώμα. Λεπτές και οι δύο, πέντε με έξι εκατοστά πιο κοντή η Μαρία (η Φλώρα, για γυναίκα της γενιάς της, ήταν μάλλον ψηλή). Μελαχρινή η Φλώρα, με τα μαλλιά της σχεδόν ποτέ βαμμένα, πού και πού καμία ανταύγεια, όπως το έλεγε. Πάντα με βαμμένα μαλλιά η Μαρία, προς το ξανθό, όχι έντονο πάντως. Κωλαράκι ίσως λίγο πιο τουρλωτό η Μαρία, αλλά όχι ότι θα την έλεγες γεμάτη στο σημείο εκείνο. Βυζιά, αντίστροφα, λίγο πιο μεγάλα η Φλώρα. Τα βυζιά της εξάλλου ήταν μονίμως το αντικείμενο της καύλας μου. Ωραία, στρογγυλά, με απογείωνε να τα κοιτώ μέσα από το σουτιέν ή να της βγάζω, να τα φέρνω μπροστά μου και της τα γλείφω περιμετρικά, από τη βάση, πριν φτάσω στις ρώγες. Καύλωνε εξίσου και εκείνη με όλα αυτά, με ένταση.

Κάποιες φορές μάλιστα της αρκούσε αυτό για να χύσει, μαζί με λίγη βοήθεια από το χέρι της. Της Μαρίας τα βυζιά ήταν κάπως πιο μικρά, τα είχα δει μια δυο φορές γυμνά στην παραλία, κάποια στιγμή που άλλαζε. Αλλά ήταν αλλιώτικα, πιο στρογγυλά, πιο καυλιάρικα, ίσως γιατί μονίμως τα φανταζόμουν. Συνήθως όταν φορούσε μαγιό έκανα αγώνα να μην καρφώνομαι πάνω τους και κάποιες φορές το είχε σίγουρα προσέξει. Εκατοντάδες άλλες φορές τα είχα φανταστεί στα χέρια μου ή στο στόμα μου. Θα γινόταν ποτέ αυτό πραγματικότητα; Συχνά σκεφτόμουν τη σκηνή όταν πηδούσα τη Φλώρα, ποτέ δεν το είχα παραδεχτεί. Φοβόμουν για τη σχέση των δύο αδελφών μεταξύ τους, αν το έκανα.

Για να τελειώσω την περιγραφή, ποια αδελφή ήταν πιο όμορφη; Σίγουρα η γυναίκα μου, για τα δικά μου γούστα. Πιο λεπτή μύτη, πιο ωραία μάγουλα και πηγούνι. Αλλά η Μαρία είχε κάτι άλλο. Είχε μια πουτανιάρικη, καυλιάρικη ομορφιά, ένα βλέμμα που έλεγε «πάρε με», όταν μιλούσε σε γνωστούς και αγνώστους. Για αυτό εξάλλου, αποτελούσε μονίμως το αντικείμενο του πόθου μου.

Ο Σταύρος ήταν διαφορετική περίπτωση. Δεν ήταν συγγενής εξ αίματος, συμμετείχε λοιπόν άνετα στην ομάδα των φαντασιώσεων. «Πηδούσε» πολλές φορές τη Φλώρα, ιδιαιτέρως όταν εκείνη «έπαιρνε τη θέση της Μαρίας» (όλα αυτά στο μυαλό μας) στο κρεβάτι με τη μικρή γειτόνισσα. Τότε έχυνε με ορμή η Φλώρα. Και ποιος δεν θα έχυνε, εδώ που τα λέμε, με τέτοιο σκηνικό; Τώρα θα αναρωτηθείτε, ήθελε στα αλήθεια η Φλώρα να πηδηχτεί με το Σταύρο; Αυτό ήταν και η δική μου απορία. Έκλεινα προς το «ναι», γνωρίζοντας από το χαρακτήρα της Φλώρας, αν ήταν να κάνει τελικώς την πουτανιά, θα την έκανε σε κλειστό, οικογενειακό κύκλο. Τα άλλα που έλεγε, ότι ήθελε ένα βράδυ να μεθύσει, να ξεπεράσει όλες τις αναστολές της και να την πάρουν ξαπλωτή στο κρεβάτι ένα τρένο άντρες, αυτά δεν τα πίστευα. Ήταν μόνο για την καύλα.

Κεφάλαιο 1:

Για όλους αυτούς τους λόγους (που πολύ περιληπτικά διηγήθηκα παραπάνω, η ιστορία έχει κι άλλες πτυχές). Ένιωσα ένα μικρό τσίμπημα όταν η Φλώρα με τη Μαρία, σε έναν από τους σχεδόν καθημερινούς απογευματινούς τους καφέδες μαζί (που εναλλάσσονταν πότε στο δικό μας σπίτι, πότε στο δικό τους, σε μια πολυκατοικία λιγότερο από 50 μέτρα από αυτή που μέναμε εμείς) μου είπαν ότι το Σάββατο το βράδυ, ημέρα που είχα δηλώσει ότι θα πήγαινα να δω το καινούργιο Σταρ Γουόρς,  θα έβγαιναν οι δυο τους μαζί με το Σταύρο και έναν επισκέπτη επιχειρηματία από το εξωτερικό για φαγητό. Ότι η Φλώρα, δε θα με συνόδευε στο σινεμά ήταν δεδομένο, λόγω απέχθειας στα διαστημικά.

-    Δεν πιστεύω να είναι εκείνος εκεί που τον είχαν βάλει στο κρεβάτι τους πρόπερσι…

ρώτησα το προηγούμενο βράδυ.

-    Καμία σχέση, μου απάντησε αμέσως. Αυτός είναι Ιταλός. Δε θυμάμαι τι ήταν εκείνος, πάντως όχι Ιταλός. Κάτι από Βόρεια Ευρώπη.

Βλέπετε η μικρομεσαία επιχείρηση του Σταύρου (στην οποία δούλευε και η γυναίκα του), είχε σχέσεις με όλη την Ευρώπη.

Αργά το απόγευμα του Σαββάτου έφυγα για το σινεμά, ενώ η Φλώρα τέλειωνε την προετοιμασία της. Μου είπε σε ποιο εστιατόριο θα πήγαιναν τον Ιταλό (ήδη είχε καθυστερήσει και η Μαρία της είχε τηλεφωνήσει ότι την περίμεναν από κάτω με το αυτοκίνητο) και κατόπιν «ίσως σε ένα μπαρ για ποτό, αν ο φιλοξενούμενος δεν είναι κουρασμένος».

-    Πολύ προσοχή στην εμφάνιση βλέπω σήμερα…

σχολίασα, μισό αδιάφορα, μισό πονηρά, καθώς την κοίταξα τελευταία φορά μπροστά στον καθρέφτη της.

-    Ζηλεύεις; (παιχνιδιάρικα). Δεν θες να είναι η γυναίκα σου η λιγότερο όμορφη στο εστιατόριο, έτσι δεν είναι;

Κούνησα το κεφάλι και ξεκίνησα με τα πόδια για το σινεμά. Όσο ήμουν στην ουρά για το εισιτήριο σκεφτόμουν μόνο την ταινία που περίμενα τόσους μήνες να δω, αλλά όταν αυτή ξεκίνησε το μυαλό μου δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στη μεγάλη οθόνη. Κοίταξα το ρολόι. Ήταν εννιά και δέκα, ήδη θα είχαν καθίσει και παραγγείλει. Στο διάλειμμα το μυαλό μου ήταν στο εστιατόριο, εκεί που φανταζόμουν ότι η Φλώρα καθόταν ανάμεσα στον Σταύρο (που για να είμαι ειλικρινής, δεν μου είχε δημιουργήσει ποτέ την παραμικρή υποψία για φλερτ στην κουνιάδα του) και τον ιταλό επιχειρηματία.

Όταν ξεκίνησε το δεύτερο μέρος, η δυσκολία μου να παρακολουθήσω έγινε ακόμα μεγαλύτερη. Πλέον κατέβαλλα προσπάθεια. Όταν η ταινία τελείωσε ξεκίνησα για το σπίτι, πάλι με τα πόδια, αφού η απόσταση δεν ήταν ούτε 15 λεπτά, ωστόσο η σκέψη ότι θα γυρίσω μόνος και η Φλώρα θα διασκεδάζει με τον Ιταλό και θα φτάσει σπίτι αργά με τσίτωνε.

Τότε, με μια κίνηση αυθόρμητη, σταμάτησα ένα ταξί και ζήτησα να με πάει σε ένα σημείο δυο δρόμους από το εστιατόριο. Καθώς περνούσαμε από μπροστά κοίταξα μέσα και τους εντόπισα αμέσως να κάθονται στη τζαμαρία, μάλλον ζητώντας εκείνη τη στιγμή λογαριασμό. Μόλις που τους είχα προλάβει. Βγήκα από το ταξί πενήντα μέτρα μακριά και σχεδόν κρύφτηκα σε μια εσοχή, αφού το ρεζιλίκι μου αν με έβλεπαν θα ήταν τεράστιο. Ευτυχώς δε χρειάστηκε να τρέξω μες τα στενά. Ο Σταύρος είχε παρκάρει από την άλλη πλευρά του δρόμου και κινήθηκαν προς τα εκεί.

Αλλά ήδη, αυτό που έβλεπα με έκανε να σκιρτήσω. Ο Σταύρος κρατούσε αγκαζέ τη Μαρία και η Φλώρα επίσης αγκαζέ τον Ιταλό και προχωρούσαν με γέλια στο πεζοδρόμιο. Βέβαια το αγκαζέ δεν ήταν ερωτικό, αλλά βρε παιδί μου, πώς μπόρεσε μέσα σε δυο ώρες να αποκτήσει τόση άνεση μαζί του;

Άφησα την απόσταση να γίνει 100 μέτρα και ακολούθησα, απολύτως σίγουρος ότι μες το βράδυ ακόμα και να κοιτούσαν δεν θα με διέκριναν. Μετά από 2-3 λεπτά έστριψαν αριστερά, εκεί που προφανώς προς τα πίσω θα είχαν παρκάρει. Χρειαζόταν λίγη προσοχή, γιατί ο δρόμος που είχαν παρκάρει ήταν μονόδρομος και έξοδος, συνεπώς μπορεί ξαφνικά να έβγαιναν ενώ πλησίαζα στη γωνία. Ωστόσο οι επιφυλάξεις μου κάμφθηκαν από την αγωνία μου να δω τι έκαναν, και συνέχισα να προχωρώ. Στη γωνία στάθηκα και κοίταξα πολύ διακριτικά, όπως όταν παίζαμε κρυφτό μικροί (αν με παρατηρούσε κανείς θα γελούσε, αλλά ευτυχώς ο δρόμος ήταν εμπορικός, με μηδενική κίνηση και καθόλου σπίτια) και να… μπαίνουν στο αυτοκίνητο του Σταύρου, μια φαρδιά ασημί μερσεντές, στα σαράντα μέτρα, σε ένα σημείο που δεν είχε ιδιαίτερα φώτα. Η Φλώρα με τον Ιταλό πίσω, η Μαρία με τον Σταύρο μπροστά.

Απομακρύνθηκα αμέσως είκοσι μέτρα από τη γωνιά, σίγουρος ότι εκείνος θα έβαζε μπροστά και θα περνούσαν χωρίς καθυστέρηση από μπροστά μου. Περίμενα δυο τρία λεπτά, τίποτα. Ησυχία στο δρόμο, κανένα φως αυτοκινήτου. Να συζητούσαν σε ποιο μπαρ θα πάνε; Πολύ προσεκτικά, μη με πιάσουν στα πράσα, γύρισα πίσω στη γωνία και κοίταξα προς τη Μερσεντές. Τα φώτα σβηστά, μόνο το κεφάλι του Σταύρου και της Μαρίας να φαίνεται, να κοιτούν προς τα πίσω. Σίγουρα μιλούσαν για το τι θα κάνουν.

Πέρασαν δυο τρία λεπτά ακόμα και ξαφνικά η Μαρία άνοιξε την πόρτα της και βγήκε έξω. Έκανε τον κύκλο, άνοιξε την πίσω πόρτα από εκεί που είχε μπει ο Ιταλός (ο οποίος καθόταν πίσω από τον οδηγό) και μπήκε μέσα. Τι στην ευχή; Γιατί είχαν βάλει τον Ιταλό στη μέση με την γυναίκα μου;

Ο Σταύρος συνέχιζε να κοιτάει πίσω, αυτό μπορούσα να το διακρίνω καθαρά, τίποτα άλλο όμως.

Ένιωσα ένα φτερούγισμα στην κοιλιά μου, ένα σφίξιμο στην καρδιά μου, παντού. Τι έκαναν τόση ώρα με κλειστά τα φώτα και τον κινητήρα στο πίσω κάθισμα; Ένας μόνο τρόπος υπήρχε να μάθω, να κάνω το γύρο του τετραγώνου και να φτάσω στη Μερσεντές από πίσω, σε ένα άλλο κάθετο δρόμο που θα έβγαζε κοντύτερα στο αυτοκίνητο από ό,τι ήμουν τώρα. Από την άλλη δίσταζα, δεν ήθελα να τους χάσω από τα μάτια μου. Και υπήρχε μια ακόμα δυσκολία. Ένιωσα μια έξαψη και το καυλί μου να ανασηκώνεται ελαφρώς. Η ιδέα ότι τα δύο πουτανάκια έκαναν κάτι στην πίσω θέση της Μερσεντές με έκανε να θέλω να παρακολουθήσω όχι στα κρυφά, αλλά από κοντά. Για ένα δευτερόλεπτο με φαντάστηκα να φανερώνω τον εαυτό μου, να βαδίζω στο αμάξι και να κάθομαι μπροστά.

Φυσικά δεν έκανα τίποτα τέτοιο, έμεινα ακίνητος στη γωνία μου.

Μετά από ένα δύο λεπτά αγωνίας, είδα την πίσω πόρτα από την πλευρά που είχε μπει η Φλώρα να ανοίγει και τη γυναίκα μου να βγαίνει έξω και να έρχεται μπροστά στη θέση του συνοδηγού, εκεί από όπου λίγο πριν είχε βγει η Μαρία.

Τι στην ευχή γινόταν μέσα έξω στο αμάξι; Το μυαλό μου πήγε στα χειρότερα. Και ακόμα πιο πολύ, που η εμφάνιση της Φλώρας μου φάνηκε «κάπως». Σαν να είχε αναστατωθεί η μπλούζα της, σαν τα μαλλιά της να ήταν λίγο άτακτα.

Αφού κάθισε δίπλα στο Σταύρο και αυτός δεν έβαζε μπροστά, βεβαιώθηκα πλέον ότι κάτι παράξενο συνέβαινε. Μισό λεπτό, ένα λεπτό και οι δυο τους να κοιτούν πίσω και να λένε κάτι μεταξύ τους και στους άλλους δύο. Βέβαια όλα αυτά μπορεί να είχαν μια απολύτως λογική εξήγηση, αλλά τέτοια ώρα, τέτοιο σκηνικό, τέτοια λόγια.

Αυτό ήταν, αποφάσισα να κάνω τον κύκλο. Μόλις απομακρύνθηκα λίγα μέτρα από τη γωνία μου, άκουσα τη Μερσεντές να βάζει μπρος και είδα το φως της στο δρόμο. Κρύφτηκα σε μια εσοχή. Το αμάξι φάνηκε, έστριψε από την άλλη και εξαφανίστηκε.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά κατάλαβα και τον πιθανό λόγο: Μια παρέα από δύο ζευγάρια βγήκε στον κεντρικό ερχόμενη από το ίδιο πεζοδρόμιο που ήταν σταθμευμένη η Μερσεντές. Μάλλον είχαν ενοχλήσει τους επιβάτες της.

Έμεινα εκεί παγωμένος. Τι θα έκανα τώρα; Δεν είχα ιδέα σε ποιο μπαρ θα πήγαιναν. Βεβαίως ένας τρόπος υπήρχε να μάθω, να πάρω τηλέφωνο τη Φλώρα. Δισταχτικά σχημάτισα το νούμερο στο κινητό.

Μου απάντησε αμέσως, γελώντας.

-    Έλα Γιάννη, μόλις φύγαμε από το εστιατόριο. Καλή η ταινία;

Τουλάχιστον μου έλεγε αλήθεια. Βέβαια είχαν περάσει και ένα τέταρτο μέσα στην παρκαρισμένη Μερσεντές, αλλά μικρή λεπτομέρεια.

-    Καλή ήταν. Τι θα κάνετε τώρα; Θα πάτε πουθενά;

-    Αποφασίσαμε να γυρίσουμε, ο καλεσμένος του Σταύρου είναι κουρασμένος. Θα τον κάνουμε μια μικρή βόλτα με το αυτοκίνητο στο κέντρο και σε μισή ώρα θα είμαι σπίτι.

-    Οκ, τα λέμε εκεί.

Δεν έδωσα συνέχεια, πήρα αμέσως ένα ταξί και γύρισα σπίτι. Έκανα ένα μπάνιο να χαλαρώσω με τη σκέψη στη Μερσεντές. Τι σήμαινε η «μικρή βόλτα στο κέντρο»; Το μυαλό μου πήγε αμέσως σε ένα ακόμα παρκάρισμα σε μια πιο σκοτεινή γωνιά, με το πίσω κάθισμα να έχει πάρει φωτιά. Ευτυχώς, σκέφτηκα, η Φλώρα κάθεται αυτή τη στιγμή μπροστά. Βέβαια υπήρχε και ο Σταύρος. Ήταν και εκείνος μπροστά, μαζί της. Ποιος ξέρει πώς θα έρχονταν τα πράγματα.

Με το μπουρνούζι ακόμα έβαλα ένα ποτό. Παρασκευή και Σάββατο βράδυ έπινα ένα, δύο -ποτέ παραπάνω, αφού δεν είχα πρωινό ξύπνημα. Κοίταξα ξανά το ρολόι, τρία τέταρτα  ακριβώς από το τηλεφώνημά μου. Χρειάστηκαν άλλα 20 λεπτά για να ακούσω το κλειδί.

Η Φλώρα μπήκε μέσα εύθυμη και θορυβώδης. Ήταν ελαφρά μεθυσμένη, αν και στο τηλέφωνο η φωνή της μου είχε φανεί κανονική. Πέταξε τα παπούτσια και ήρθε κατευθείαν στον καναπέ.

-    Star Wars, είπε γελώντας.

-    Και εσύ έξοδο με τον Ιταλό! Πώς πήγε;

Σοβάρεψε ελαφρώς, όσο το επέτρεπε το μικρό της μεθύσι.

-    Καλά. Καλός τύπος. Νομίζω ότι ο Σταύρος έμεινε ικανοποιημένος.

-    Η Μαρία, έμεινε ικανοποιημένη;…

ρώτησα βάζοντας ένα ελαφρύτατο τόνο πονηριάς στη φωνή μου.

-    Πολύ.

-    Τον περιποιήθηκε;

Αυτό ήταν κάπως επιθετικό, πιο συγκεκριμένο. Περίμενα την αντίδρασή της και με έξαψη είδα ότι έσκυψε και με φίλησε στο λαιμό.

-    Ναι, τον περιποιήθηκε πολύ, ψιθύρισε στο αυτί μου.

Δε δίστασα καθόλου. Εξάλλου με τέτοιες κουβέντες ξεκινούσαν συνήθως τα προκαταρκτικά του σεξ.

-    Τι του έκανε; Του πήρε καμία πίπα;

-    Μπορεί να του πήρε, συνέχισε με καυλωμένη φωνή η Φλώρα.

Έβαλα τα χέρια μου κάτω από τη μπλούζα της και έπιασα τα βυζιά της μέσα από τα εσώρουχα. Ευτυχώς φορούσε ακόμα το σουτιέν.

-    Μέσα στο αμάξι;

-    Ναι, μέσα στο αμάξι.

Πέταξε τη μπλούζα από πάνω της και έμεινε με το φανελάκι. Με άλλη μια κίνηση πέταξε και το φανελάκι στο πάτωμα και έμεινε με το σουτιέν, τα στήθη της απέναντι από το πρόσωπό μου. Αυτή η εικόνα δεν θα έπαυε να με καυλώνει ακόμα και σε τριάντα χρόνια (ελπίζω).

-    Στο πίσω κάθισμα;

-    Ναι, στο πίσω κάθισμα.

-    Πότε; Μετά που σε πήρα τηλέφωνο;

-    Ναι, πήγαμε με το αυτοκίνητο στο δασάκι.

Αληθοφανές. Στο δασάκι πήγαιναν πολλά αυτοκίνητα για τον ίδιο σκοπό. Δεν έλεγε βέβαια όλη την αλήθεια. Δεν έλεγε για αυτά που είχαν προηγηθεί του τηλεφωνήματος.

-    Καλά και δεν καθόταν μπροστά η Μαρία, με τον άντρα της;…

προσπάθησα να ψαρέψω κάτι για όσα είχα δει από μακριά.

-    Όχι, είχε κάτσει πίσω για να «περιποιηθεί» τον Νταβίντε.

Ωραίο όνομα. Αλλά τίποτα για την αλλαγή θέσης μεταξύ τους και ό,τι είχε προηγηθεί αυτής.

-    Κι εσύ τι έκανες;

-    Εγώ... καθόμουν μπροστά και τους έβλεπα.

-    Και ο Σταύρος;

-    Κοίταζε και αυτός.

-    Και δεν καύλωσε;

-    Καύλωσε πολύ.

-    Βλέποντας την πουτάνα τη γυναίκα του να τσιμπουκώνει τον άλλο, έτσι;

-    Ναι, ήταν πολύ καυλωτικά…

είπε με τα μάτια κλειστά, σαν να έβλεπε τη σκηνή ξανά μπροστά της. Με μια κίνηση πέταξε και τη φούστα της μακριά και έβγαλε την κιλότα της. Άρπαξε το καυλί μου και το έβαλε μέσα της καθώς καθόταν πάλι πάνω μου. Ήταν τόσο υγρή που γλίστρησε εύκολα μέσα. Τώρα πια φορούσε μόνο το σουτιέν, όπως κάποιες φορές προτιμούσα. Άρχισε να κουνιέται πάνω μου με ρυθμό. Ήταν η στιγμή που θα μάθαινα κι άλλα.

-    Και τι έκανε πάνω στην καύλα του με εσένα δίπλα του; Δεν άπλωσε τα χέρια του;

-    Μπορεί και να τα άπλωσε, αχχ καύλα μου, γάμα με.

-    Και σου έπιασε τα βυζιά;

-    Μπορεί και να μου τα έπιασε, γάμα με, γάμα με.

-    Ενώ η Μαρία πίπωνε τον Ιταλό;

-    Ναι, ενώ ακούγαμε τα βογγητά της, αχ, τι καύλα ήταν αυτή.

-    Και εσύ καύλωσες που σου έπιανε τα βυζιά ο Σταύρος;

-    Ναι, καύλωσα πολύ.

Φώναζε τώρα.

-    Έπρεπε να του πάρεις και εσύ μια πίπα.

-    Του πήρα, φώναξε με πάθος. Του πήρα πρώτη φορά. Έκανα καλά καυλιάρη μου;

Δεν κρατήθηκα. Στην ιδέα της Φλώρας να πιπώνει τον Σταύρο (είτε συνέβη, είτε όχι) έχυσα ανεξέλεγκτα μέσα της. Ευτυχώς, έπαιρνε προφυλάξεις.

-    Ναι, έκανες καλά.

Ήταν πράγματα που λέγαμε πάντα. Μήπως όμως αυτή τη φορά...

-    Και τι άλλο έκανε; Δε σε γάμησε;

-    Όχι ήταν πολύ στενά για να με γαμήσει.

Στο σημείο αυτό από το μυαλό μου πέρασε ότι μου περιέγραφε κάτι αληθινό. Αλλιώς γιατί να μην πει ότι γαμήθηκαν κιόλας; Έπρεπε να το πάω γύρω-γύρω.

-    Οι πίσω γαμήθηκαν;

Κόντευε να τελειώσει, το έβλεπα.

-    Όχι, τον πίπωσε μέχρι τέλους και του ρούφηξε τα χύσια όλα μέσα. Καύλα μου, χύνω…

και με αυτό τέλειωσε θεαματικά, με σπασμούς, πιο έντονα από ό,τι συνήθως. Ύστερα έπεσε αποκαμωμένη πάνω μου.

Δε θέλησα να την πιέσω περισσότερο, αλλά νομίζω ότι ήταν η πρώτη φορά που είχε πάει με κάποιον, έστω για πίπα από τότε που ήμασταν μαζί. Ήταν σίγουρα η πρώτη φορά που δεν είχε πει μετά «όλα αυτά για την καύλα, φαντασιώσεις» και αυτό κάτι σήμαινε. Την άφησα να κάνει ντους και το βράδυ την αγκάλιασα χωρίς να επαναφέρω το θέμα. Εκείνη κοιμήθηκε αμέσως, εγώ πριν κοιμηθώ σκεφτόμουν τη σκηνή στο δασάκι και καύλωνα ξανά μόνος μου. Ομολογώ ότι ένιωθα ένα σφίξιμο στην κοιλιά με την ιδέα, από την άλλη η καύλα ήταν μεγάλη και με καθησύχαζε το γεγονός ότι η απιστία (την οποία ας πούμε υπολόγιζα 60-40% ότι είχε πράγματι γίνει) είχε μείνει «μέσα» στην οικογένεια.

Αλλά η μεγαλύτερη «παρηγοριά» ήταν η Μαρία. Αν ο Σταύρος και η Μαρία είχαν βάλει στη μέση τη Φλώρα, αν την είχαν κάνει μέρος του παιχνιδιού τους, δε θα αργούσα να γαμούσα κι εγώ τη Μαρία, το έβλεπα να έρχεται. Έτσι, ενώ ο ύπνος με έπαιρνε και το μυαλό μου γυρνούσε στη διήγηση της Φλώρας από τα όσα έγιναν στο αυτοκίνητο, δε σκεφτόμουν την ίδια αλλά το πουτανάκι την αδελφή της στο πίσω κάθισμα. Αυτή που μετά από τόσα χρόνια επιθυμίας και κρυφών φαντασιώσεων πιστεύω ότι είχα έρθει ένα βήμα πιο κοντά στο να γαμήσω.

Συνεχίζεται…



Copyright protected OW ref: 103398