Φιλικές καύλες

Δημοσιεύθηκε από MethismenoKswtiko
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.43 (14 Votes)
Η πρωταγωνίστρια ( γιατί δεν γίνεται όμορφη ιστορία χωρίς πρωταγωνίστρια ) είναι η Λίνα.

Γνωριστήκαμε στο μαγαζί που δούλευε κι έτυχε να πιάσουμε την κουβέντα. Το πως από εκείνη την κουβέντα καταλήξαμε μήνες μετά να αράζουμε στο καναπέ πίνοντας κρασιά λέγοντας χαζομάρες και φιλοσοφώντας για όλα, ομολογώ πως δεν το κατάλαβα.

Δεθήκαμε από την αρχή πράγμα περίεργο για μένα. Μου άρεσε πολύ η παρέα της είχαμε τα ίδια γούστα, τις βραδινές βόλτες στη πόλη με ένα μπουκάλι στο χέρι κοροϊδεύοντας τους πάντες, τους πρωινούς καφέδες, τις άπειρες ώρες στη ταράτσα του σπιτιού μου ή στο μπαλκόνι του δικού της που ο χρόνος σταμάταγε μυστηριωδώς.

Μ' αυτά και μ' αυτά ξέχασα να την περιγράψω. Ψηλή, γύρω στο 1.75, ξανθό μακρύ μαλλί που σταμάταγε χαμηλά στην πλάτη της, γεματούλα χωρίς σε καμία περίπτωση να μπορείς να την πεις χοντρή. Είχε όμορφα κατανεμημένα τα κιλά στο σώμα της που δημιουργούσαν υπέροχες καμπύλες στα σημεία που έπρεπε. Είχε ένα αφράτο κωλαράκι με δύο πεταχτά ολοστρόγγυλα κωλομέρια που συνδύαζε με 2 αρκετά φουσκωτά βυζάκια. Το πιο όμορφο πάνω της ήταν το πρόσωπό της. Είχε ένα υπέροχο χαμόγελο που σου έφτιαχνε τη διάθεση και δυο μάτια μέσα στα οποία ταξίδευες.

Δεν ήταν συνηθισμένη κοπέλα, δεν έκανε κάτι για να τη συμπαθήσεις, δεν κώλωνε να πει την άποψη της ή να σε βάλει στη θέση σου όποτε θεωρούσε ότι έπρεπε. Γενικά δε φοβόταν να ζει και αυτό ήταν το κάτι που με τράβηξε σε αυτή. Συνηθίζαμε να αράζουμε σπίτι με κρασί στον καναπέ πότε φιλοσοφούσαμε πότε πετάγαμε μαλακίες και πότε κοιτούσαμε το κενό και κυλούσαν ώρες χωρίς να βαριόμαστε και τα μπουκάλια με το κρασί τέλειωναν το ένα μετά το άλλο. Μια τέτοια βραδιά λοιπόν συνέβη και η ιστορία.

Άνοιξη κι έξω έβρεχε, Παρασκευή απόγευμα, καθόμουν και διάβαζα ένα άρθρο στον υπολογιστή, όταν χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν εκείνη. Κανονίσαμε να περάσω να κάτσουμε σπίτι της με κρασάκι μιας και η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει. Ξεκίνησα να ετοιμάζομαι και γύρω στις 10 έφυγα για το σπίτι της. Η βροχή σταμάταγε και ξεκίναγε χωρίς να κάνει κρύο. Περπάτησα στον κεντρικό μέχρι το πάρκο στη γωνία οπού και έστριψα μπαίνοντας στο δρόμο της. Συνέχισα για λίγο, έφτασα μπροστά από την πολυκατοικία της και χτύπησα κουδούνι. Μου άνοιξε σχεδόν αμέσως. Προχώρησα λίγο στο διάδρομο κι ανέβηκα τις σκάλες μέχρι τον 3ο όπου κι έμενε. Μπήκα και κάθισα στο καναπέ αφού πρώτα της έδωσα το κρασί. Το σπίτι της όπως συνήθως ποτήρια με ξεραμένους καφέδες στο τραπέζι και παντού πεταμένα χαρτάκια, φιλτράκια και τρίμματα καπνού. Μάζεψε όπως-όπως το τραπέζι αφήνοντας πάνω μόνο τα τσιγάρα της και κάτι Αστερίξ κι έφερε ποτήρια και κρασί. Αρχίσαμε να λέμε διάφορες μαλακίες για τη σχολή, για συμφοιτητές, ενώ η στάθμη του κρασιού κατέβαινε όπως πάντα με μεγάλη ταχύτητα. Σηκώθηκε κι άνοιξε το παράθυρο.

-    Δεν φαντάζομαι να κρυώνεις… με ρώτησε.

-    Όχι ρε άραξε έχω το δερμάτινο.

Γέμισε ξανά τα ποτήρια και ξανά πιάσαμε κουβέντα. Κάποια στιγμή είχε πάει 01:30 κι εμείς είχαμε πιει δυο μπουκάλια.

-    Να φέρω άλλο ένα;… είπε και ξεράθηκε στο γέλιο.

-    Και δε φέρνεις;… της απάντησα επίσης γελώντας.

Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το ψυγείο, έβγαλε ένα μπουκάλι και το έφερε στο τραπέζι.

-    Λινάκι ψήνεσαι για ναργιλέ;… τη ρώτησα.

Είδα τα μάτια της που φωτίστηκαν.

-    Ναι ρε συ, σίγουρα… μου είπε. Έτσι όπως είμαστε θα είναι ακόμα καλύτερος.

Τον βάλαμε στο τραπέζι και πήρε τζούρα, φύσηξε πάνω μου και μύρισε βατόμουρο. Αρχίσαμε να ρουφάμε εναλλάξ καθώς πίναμε και κρασί. Την είχαμε ψιλό ακούσει, αλλά δεν είχαμε σκοπό να σταματήσουμε. Εξάλλου δεν ήταν η πρώτη φορά ούτε και τελευταία προφανώς. Της έλεγα για μια κοπέλα με την οποία μιλούσα χωρίς να είχε γίνει κάτι σοβαρό κι εκείνη για έναν τυπάκο από τη σχολή. Η ώρα πέρναγε είχε πάει 3 ο ναργιλές είχε γεμίσει δεύτερη φορά και είχαμε τελειώσει και το τρίτο μπουκάλι. Μπορώ να πω ότι πλέον την είχαμε ακούσει για τα καλά. Εγώ οριακά καταλάβαινα τι έλεγα και με το ζόρι μπορούσα να παραμείνω συγκεντρωμένος στο τι μου έλεγε, αλλά κι εκείνη δεν την έβλεπα καλά. Η μουσική συνέχιζε να παίζει συνεχόμενα από το λάπτοπ κι εμείς κοιτάγαμε ο ένας τον άλλον χωρίς να λέμε τίποτα συνεχίζοντας να ρουφάμε το ναργιλέ.

Η ώρα έφτασε 4, ο συνδυασμός αλκοόλ ναργιλέ μας είχε βάλει γκολ. Πλέον γελάγαμε με το οτιδήποτε, παραπατούσαμε στο ίσιωμα και πετάγαμε την μια μαλακία μετά της άλλη.

-    Μείνε εδώ να κοιμηθούμε παρέα… μου είπε κι έβαλε τα γέλια.

-    Έτσι κι αλλιώς δε θυμάμαι που είναι το σπίτι μου…

είπα κι εγώ και γελάγαμε σαν ηλίθια. Σηκωθήκαμε και πήγαμε προς το κρεβάτι. Στη διαδρομή στηριζόταν ο ένας πάνω στον άλλον και με τα πολλά φτάσαμε. Έβγαλε την παντελόνα που φορούσε κι έμεινε με το κόκκινο βρακάκι της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα με βρακί. Σήκωσε το πάπλωμα και χώθηκε από κάτω.

-    Άντε… γδύσου κι έλα, δε μπορώ να περιμένω μωρό μου…

είπε και ξεράθηκε στο γέλιο. Έβγαλα το τζιν και μπήκα κι εγώ από κάτω.

-    Ήρθα μωρό μου, με έχεις τρελάνει με το κόκκινο κιλοτάκι σου…

της είπα και αρχίσαμε να γελάμε για άλλη μια φορά. Σβήσαμε τα φώτα και απλώθηκε ησυχία. Τα λεπτά περνούσαν όταν ξαφνικά την ένιωσα να κουνιέται. Δεν πέρασε λεπτό και άκουσα βογκητό. Πάγωσα, τριβόταν κάτω από τα σκεπάσματα, δε χωρούσε αμφιβολία. Αργά στην αρχή, πιο γρήγορα μετά, κάποια στιγμή η κίνηση του χεριού της έγινε πιο έντονη, τα βογγητά πιο δυνατά και ύστερα ηρέμησε. Δεν ξέρω γιατί αλλά με την όλη φάση είχα ανάψει. Άρχισα να κουνάω το χέρι μου προς το δικό της με το που την ακούμπησα τινάχτηκε. Άρχισα να της χαϊδεύω το χέρι. Μετά από λίγη ώρα άρχισε κι εκείνη. Γύρισα λίγο και με το άλλο χέρι της χάιδεψα την κοιλίτσα κάτω από τη μπλούζα. Άρχισα να ανεβαίνω λίγο πιο πάνω και λίγο πιο πάνω. Είδα ότι δεν αντιδρούσε. Το χέρι μου ακούμπησε το στήθος της, το έσφιξα στην παλάμη μου, τα δάχτυλα μου μπήκαν κάτω από το σουτιέν κι άγγιξαν την ρώγα της. Ταυτόχρονα κι εκείνη άγγιξε την κοιλιά μου κι άρχισε να κατεβάζει το χέρι της. Άρχισε να μου τον χαϊδεύει πάνω από το μποξεράκι όσο εγώ της τσιμπούσα τη ρώγα. Έκανα μια στροφή και βρέθηκα από πάνω της. Προσπάθησε να με φιλήσει δεν την άφησα. Της έγλειφα τα χείλη χωρίς να την αφήνω να κάνει τίποτα και άρχισα να κατεβάζω το χέρι μου προς τα κάτω. Μπήκε μέσα στο κιλοτάκι της. Τα δάχτυλά μου έπιαναν το ξυρισμένο της δέρμα. Ακούμπησα την κλειτορίδα της κι άρχισα να την τρίβω, ενώ εκείνη με κάρφωνε με τα μάτια της.

-    Άνοιξε το στόμα σου της είπα, υπάκουσε.

Της έχωσα ένα δάχτυλο στο μουνάκι της και ταυτόχρονα έχωσα και τη γλώσσα μου μέσα στο στόμα της. Τινάχτηκε άρχισε να μου ρουφάει τη γλώσσα σα δαιμονισμένη ενώ μούγκριζε. Δεύτερο δάχτυλο. Μετά από δευτερόλεπτα τα δάχτυλά μου γέμισαν υγρά, τα έβγαλα από το μουνί της και τα ακούμπησα στα χείλη της τα ρούφηξε με ευχαρίστηση και μετά με τράβηξε και κόλλησε το στόμα μου ξανά με το δικό της. Ρούφαγε τα χείλια μου και με τραβούσε πάνω της. Σηκώθηκε και με έβαλε να ξαπλώσω. Μου τράβηξε απαλά το μποξεράκι και το καυλί μου ελευθερώθηκε.

-    Μ… ξυρισμένος…

παρατήρησε και έπιασε απαλά. Άρχισε να ανεβοκατεβάζει αργά το χέρι της. Αμέσως άρχισε να σκληραίνει μέχρι που πήρε το τελικό του μέγεθος. Εκείνη συνέχιζε να ανεβοκατεβάζει το χέρι της και να με κοιτάει στα μάτια μέχρι που έσκυψε. Στην αρχή ένιωσα την καυτή της ανάσα, έπειτα τα χειλάκια της να φυλακίζουν το καυλί μου και τέλος τη γλωσσίτσα της. Τον ρουφούσε ενώ ταυτοχρόνως μου τον έπαιζε. Εγώ είχα μείνει ξαπλωμένος ανάσκελα να απολαμβάνω την υπέροχη πίπα.

-    Τι ωραία γεύση που έχει η πούτσα σου μωρό μου θα μπορούσα να στη ρουφάω για ώρες…

μου είπε όταν την έβγαλε από το στόμα της. Την έφτυσε και την ξανάχωσε στο στόμα της.

-    Μωρό μου θέλω να χύσω…

της είπα χαμηλόφωνα κι εκείνη αύξησε το ρυθμό κάνοντας περισσότερο θόρυβο. Της έπιασα τα μαλλιά και της πίεζα το κεφάλι ενώ τελείωνα μέσα στο όμορφο στοματάκι της. Δεν άφησε σταγόνα να πάει χαμένη. Σηκώθηκε και μου είπε:

-    Σειρά σου μωρό μου!

Την έβαλα να ξαπλώσει ανάσκελα και της έβγαλα αργά-αργά το κόκκινο κιλοτάκι της. Το μουνάκι της έκανε την εμφάνιση του, λευκό υγρό κι εντελώς άτριχο. Της άνοιξα λίγο τα χειλάκια κι άρχισα να το γλείφω. Τέλειωσε μουγκρίζοντας σε 2 λεπτά. Αλλάξαμε θέσεις για ακόμη μια φορά, μου έβγαλε τη μπλούζα και με ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι ενώ έβγαλε κι εκείνη τη δική της. Την είχα πλέον ολόγυμνη μπροστά μου, το χέρι της έπιασε πάλι το καυλί μου το οποίο είχε αρχίσει να παίρνει πάλι τα πάνω του, πλησίασε τα όμορφα χειλάκια της κι άρχισε να το φιλάει. Μπροστά στο στοματάκι της άρχισε να σηκώνεται, είχε πρηστεί αρκετά, λίγες φορές τον είχα δει τόσο χοντρό. Εκείνη χαμογέλασε και τον χάιδεψε με τη γλωσσίτσα της ενώ μου είπε:

-    Θέλω να με πηδήξεις, όπως δεν έχεις πηδήξει ποτέ καμιά!

-    Ότι θέλεις μωρό μου…

της απάντησα και χαμογέλασε. Μου έδωσε ένα τελευταίο φιλάκι στον πούτσο και σηκώθηκε. Πήγε μέχρι τη ντουλάπα, άνοιξε το συρτάρι με τα εσώρουχα, έψαξε λίγο και γύρισε κρατώντας ένα προφυλακτικό. Τον πήρε στο στόμα της ενώ ταυτόχρονα το άνοιξε. Πήγα να τη βοηθήσω αλλά μου έσπρωξε τα χέρια λέγοντας:

-    Όχι μωρό μου, άσε με εμένα να στο βάλω!

Το έβαλε με σχετική ευκολία, σηκώθηκε σάλιωσε λίγο το χέρι της το οποίο ακούμπησε ανάμεσα στα ποδαράκια της, έφερε το μουνάκι της στο ύψος του πούτσου μου κι άρχισε να κατεβαίνει. Η τρύπα της άνοιξε και κατάπιε το καυλί μου με τη μια. Έβγαλε ένα βογκητό ενώ το κωλαράκι της χτύπησε πάνω μου. Άρχισε να ανεβοκατεβαίνει πάνω στον πούτσο μου, σιγά-σιγά στην αρχή και όλο και πιο γρήγορα μετά.

-    Σκίσε με μωρό μου, άνοιξε μου τη τρυπούλα, έτσι…

φώναζε κι συνεχώς ανέβαζε ρυθμό. Το μουνάκι της είχε ανοίξει αρκετά και εξαφάνιζε την πούτσα μου, ενώ της τσιμπούσα τις ρώγες. Εκείνη με κοίταγε γεμάτη καύλα. Κάποια στιγμή τα χέρια της με έσφιξαν δυνατά, εκείνη καρφωνόταν με δύναμη πάνω μου κι άρχισε να φωνάζει:

-    Χύνω μωρό μου… σου χύνω το καυλί σου…

κι έπεσε πάνω μου. Μείναμε έτσι λίγο να βρούμε τις ανάσες μας, μετά σηκωθήκαμε, πλυθήκαμε και ξαπλώσαμε μαζί. Έξω είχε ξημερώσει. Χώθηκε στην αγκαλιά μου, με φίλησε και μου είπε:

-    Σε ευχαριστώ μωρό μου, το ήθελα καιρό αυτό…

και κοιμηθήκαμε.

Γράψτε μου αν σας άρεσε η ιστορία κι αν θέλετε να γράψω και τη συνέχεια για την επόμενη μέρα. Να περνάτε καλά και να χαμογελάτε.



Copyright protected OW ref: 103134