Η Βούλα

Δημοσιεύθηκε από th40
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.13 (8 Votes)
Ήταν μια απαιτητική δευτέρα. Οι διακοπές έχουν τελειώσει πριν από λίγες μέρες, ο Αύγουστος βγαίνει μα η ζέστη στην Καλαμάτα στα ύψη. Οι εκκρεμότητες στο εργοστάσιο αρκετές. Απαιτήθηκαν 3 ώρες υπερωρίας. Και μετά από όλα αυτά γύρισα σπίτι κατευθείαν. Σήμερα η γυναίκα μου απουσιάζει καθώς θα πήγαινε στους γονείς της αφού η μητέρα της είναι άρρωστη. Θα γυρνούσε αργά το βράδυ. Υποχρεώθηκα να μείνω σπίτι γιατί θα πληρώναμε τα κοινόχρηστα.

Εδώ και περίπου 2 χρόνια η πολυκατοικία ανέθεσε τα κοινόχρηστα σε εξωτερικό γραφείο. Τα πλήρωνε πάντα η γυναίκα μου γιατί εγώ εκείνες τις ώρες έκανε διάφορες εξωτερικές δουλείες. Πρώτη φορά θα τα πλήρωνα εγώ. Μου είπε η γυναίκα μου στις 7 να είμαι σπίτι. Η Βούλα, η γυναίκα που μαζεύει τα κοινόχρηστα, συνήθως περνάει γύρω στις 7μιση. Της δίνεις τα λεφτά και την απόδειξη την αφήνει την επαύριον στον λογιστή.

Μπήκα σπίτι τρέχοντας. Το ρολόι έδειχνε 7 παρά 10 λεπτά. Μέχρι τις 7:30 λέω έχω χρόνο οπότε ευκαιρία για ένα μπάνιο να δροσιστώ και να χαλαρώσω λίγο. Είχα καλέσει και το φίλο μου τον Κώστα ο οποίος γύρω στις 9 θα περνούσε να πιούμε μια μπυρίτσα στο μπαλκόνι, είχα να τον δω από τον Ιούλιο πριν τις διακοπές. Ανοίγω μια παγωμένη μπύρα για τον εαυτό μου, πίνω δυο γουλιές και πάω στο δωμάτιο. Βγάζω παπούτσια, παίρνω το εσώρουχο μου και πάω στο μπάνιο. Το νερό κρύο, αναζωογονητικό μετά από την δύσκολή μου μέρα. Αφήνομαι. Χαλαρώνω. Έχασα την αίσθηση του χρόνου. Βγαίνω. Σκουπίζομαι. Φοράω το εσώρουχό μου.

Χτυπάει το κουδούνι. Πάω να ανοίξω στον φίλο μου τον Κώστα. Λέω θα ήρθε πιο νωρίς αφού δεν περιμένω κάποιον άλλο. Ξέχασα ότι θα περάσει η γυναίκα για τα κοινόχρηστα. Ανοίγω. Παγώνω Κοκκινίζω. Ψελλίζω ένα καλησπέρα και μετά ζητώ συγνώμη για το ντύσιμο μου της λέω να περάσει στο σαλόνι, να καθίσει δυο λεπτά να πάω να ρίξω κάτι πάνω μου. Πάω τρέχοντας στο δωμάτιο, βρίσκω ένα παντελονάκι κοντό και το φοράω. Τώρα μπλούζα λέω τι να φορέσω εδώ η γυναίκα με είδε με το μποξεράκι.

Επιστρέφω.

-    Συγνώμη… ελπίζω να μη σε έφερα σε δύσκολη θέση, της λέω. Πρέπει να είσαι η Βούλα. Εγώ είμαι ο Κώστας.

Την κοιτάζω. Είναι κοντά στα 35 - 40. Ντύσιμο καθημερινό, για τη δουλειά της, με τζινάκι και πέδιλα καλοκαιρινά. Μπλουζάκι απλό, ελαφρύ άσπρο, μα με ντεκολτέ βαθύ. Και μέσα στο ντεκολτέ φαίνεται να ασφυκτιούν δύο στήθη. Κολλάει ελαφρά το βλέμμα μου στο ντεκολτέ πριν φτάσω υψηλότερα στα χείλη και στα μάτια της στα οποία και καρφώνω το σκοτεινό μου βλέμμα. Μου μιλάει με ρωτάει πως είναι η γυναίκα μου όλες οι απαντήσεις μου μηχανικές. Τη ρωτάω αν θέλει κάτι και της φέρνω ένα κρύο νερό όπως το είχε ζητήσει. Όταν το πίνει βλέπω τον λαιμό της, τόσο σέξι όταν τεντώνεται. Ερεθίζομαι μα προσπαθώ να μην το δείξω αν και με το παντελονάκι που φοράω λίγο δύσκολο.

-    Τι οφείλω;…

τη ρωτάω, μου λέει το ποσό, πάω στο δωμάτιο, φέρνω τα χρήματα και της τα δίνω. Παρατείνω όσο μπορώ το άγγιγμα στα δάκτυλα των χεριών της. Περιποιημένα νύχια, απαλό δέρμα πολύ ωραία η αίσθηση της αφής. Φοράει βέρα. Παντρεμένη. Κανονικά έπρεπε να σταματήσω μα αυτό μάλλον με εξίταρε περισσότερο και χάιδευα ελαφρά τα δάκτυλα της με τα δικά μου. Με κοιτάει και χαμογελάει, μου λέει όλο νάζι αν επιτρέπεται να πάρει το χέρι της. Συνέρχομαι, αφήνω ελεύθερο το χέρι της. Σηκώνεται, μαζεύει τα πράγματά της.

-    Πρέπει να φύγω, μου λέει, έχω άλλα τρία κτίρια να τελειώσω σήμερα.

Παίρνει το ποτήρι για να το πάει στην κουζίνα.

-    Άστο θα το πάρω εγώ…

της λέω και πάω να το πιάσω κοιτώντας την στα μάτια. Νόμιζα πως το κρατούσα όταν το άφησε. Έπεσε. Έσπασε. Το βλέμμα μου ατάραχο, καρφωμένο στα μάτια της. Και αυτή παγωμένη. Τα χέρια μου τυλίγονται στον λαιμό της. Το πρόσωπο μου πάει στο δικό της. Τα χείλη μου ακουμπούν τα χείλη της. Οι γλώσσες μας μπλέκονται. Με απωθεί.

-    Δεν πρέπει… ψελλίζει.

Την τραβάω. Την κολλάω πάνω μου. Απαιτώ το φιλί της με το στόμα μου. Το παίρνω. Τα στήθη της πιέζουν το δικό μου. Η ρώγα της έχει καυλώσει, τη νιώθω να τρυπάει τη μπλούζα της και το στήθος μου. Τα χέρια μου κατεβαίνουν κάτω. Χουφτώνουν το κωλαράκι της. Το ανοίγουν, το σφίγγουν στις παλάμες το χαστουκίζουν. Τη σηκώνω με τα χέρια μου σταματώντας να την φιλάω. Την πάω στο δωμάτιο. Την πετάω στο κρεβάτι. Ξαπλώνω πάνω της. Σηκώνω τη μπλούζα. Ανυπομονώ να φάω αυτές τις ρώγες. Χάνομαι στο στήθος της. Δαγκώνω χουφτώνω ρουφάω, τσιμπάω. Το λατρεύω.

Οδηγούμαι προς τα κάτω. Κατεβάζω το παντελόνι. Παραμερίζω το στρινγκάκι. Η γλώσσα μου μέσα της. Γεύεται τα υγρά της τα οποία είναι πολλά. Κολλάει στην κλειτορίδα της. Μυρίζει υπέροχα. Αναρωτιέμαι αν της γλείφει το μουνάκι ο άντρας της και αν είναι τόσο καυλωμένο μαζί του. Ερεθίζομαι. Σε ρωτάω. Απαντάς με ένα μουγκρητό και πιέζεις το κεφάλι μου στο μουνάκι σου. Μετά από λίγο μου λες ότι δε θες να χύσεις έτσι και να μπω μέσα σου. Είμαι εδώ και ώρα ερεθισμένος οπότε κατευθείαν κατεβάζω το παντελονάκι και μπαίνω. Είσαι καυτή και πλημυρισμένη. Το μουνάκι σου καίει και καίει και την ψωλή μου μαζί.

Παραληρείς, φωνάζεις ότι χύνεις, νιώθω το μουνάκι σου να συσπάται στην ψωλή μου και σε γαμάω πιο γρήγορα. Ούτε εγώ αντέχω, βγαίνω, χύνω. Το ψωλόχυμα μου πετάγεται στην κοιλιά και στα στήθη σου. Με το χέρι μου το πασαλείβω στα στήθη και στην κοιλιά σου. Σηκώνεσαι και προσπαθείς να ντυθείς βιαστικά. Δε με κοιτάς. Ντρέπεσαι. «Τι θα πω στον άντρα μου…» μονολογείς.

-    Να του πεις να έρθετε να πιούμε ένα ποτό όλοι μαζί. Μπορούμε να κάνουμε παρέα αν θες, δε θέλω να χάσω το βλέμμα σου.

-    Δε λέω για αυτό, λέω που τον κεράτωσα.

Γελάω.

-    Θα του πεις ότι τα στήθη σου φέρουν γραμμένο το όνομα του πελάτη σου. Γράφουν με κόκκινο κραγιόν "th40".



Copyright protected OW ref: 100943