Όταν η γυναίκα σου κοιμόταν

Δημοσιεύθηκε από nothing_clear
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.43 (7 Votes)
Το τρένο από Θεσσαλονίκη έφτανε στην Αθήνα λίγο μετά τις πέντε το απόγευμα. Ευτυχώς δεν είχαμε κάποια καθυστέρηση στο δρόμο (όπως κάποιες παλιές καλές εποχές) γιατί ανυπομονούσα να φτάσω Σταθμό Λαρίσης κι από 'κει με ταξί στο ξενοδοχείο που είχα κάνει κράτηση για τη διαμονή μου. Χρειαζόμουν να κάνω ένα χαλαρωτικό μπάνιο επειγόντως πριν σε συναντήσω. Πριν συναντήσω εσένα κι εκείνη φυσικά, τη γυναίκα σου και φίλη μου (αν μπορούσα να την αποκαλώ πλέον έτσι).

Τι κι αν είχαμε πάνω από τρία χρόνια να βρεθούμε από κοντά, ένιωθα σαν να μην είχε περάσει μια μέρα από 'κείνο το απόγευμα που είχαμε περάσει μαζί, απλά συζητώντας. Ήμουν με φίλους έξω κι είχα βρει μια δικαιολογία, πως θα συναντούσα έναν οικογενειακό φίλο ή κάτι τέτοιο. Στο Θησείο ή στην Πλάκα ήμουν; Δεν καλοθυμάμαι, εξάλλου ξέρεις πως αυτή την Αθήνα αδυνατώ ακόμη και μετά από τόσα χρόνια να τη μάθω. Μα εσύ ξέρεις πως θα το ήθελα πολύ.

Σε περίμενα υπομονετικά, αλλά και με μια κρυφή αγωνία, έξω απ' τη στάση του μετρό που μου είχες πει, κι όταν έσκασες μύτη πάνω στη μηχανή σου, στην αρχή σκέφτηκα να τρέξω προς το μέρος σου, αλλά για κάποιο λόγο προτίμησα να μείνω ακίνητη στη θέση μου. Είχες κατέβει απ' τη μηχανή, είχες βγάλει το κράνος σου και κοιτούσες γύρω, προσπαθούσες να μ' εντοπίσεις. Όταν τελικά με “βρήκες” χαμογέλασες διάπλατα σαν να μην το πίστευες. Σε πλησίασα μ' ένα χαζό, χορευτικό ρυθμό (τα κάνω κάτι τέτοια) και χαμογέλασες ακόμη περισσότερο. Παρ' όλο που ήμουν σίγουρη πως ακόμη δεν είχες ξεπεράσει το πρώτο σοκ, φαινόσουν ψύχραιμος. Αργότερα που θα χαλάρωνες θα μ' έκανες να καταλάβω πως όντως δεν το πίστευες πως τελικά βρισκόμασταν, πως ήμασταν τώρα μαζί. Μου έδωσες το κράνος σου να το φορέσω (δεν είχες δεύτερο και πολύ κακώς σου είπα!), καβάλησες τη μηχανή και μου έδειξες πως να περάσω τα πόδια μου απ' τη μια κι απ' την άλλη μεριά. Θυμάσαι τι μου είπες γελώντας; “Μπορείς να με κρατάς απ' τη μέση και να κολλάς τα βυζιά σου πάνω στην πλάτη μου”. Το αρχίδι άρχισε τις χυδαιότητες, δεν άντεξε ούτε πέντε λεπτά! Έτσι σκέφτηκα ενώ γελούσα και ταυτόχρονα σκεφτόμουν πως ίσως ν' ακολουθούσα τη συμβουλή σου!

Κι έπειτα ξεκινήσαμε πάνω στην μηχανή να σκίζουμε τον αέρα. Δε θα ξεχάσω πως έτρεχες σαν τρελός, πως σου έλεγα πως μπορούσες να πας και λίγο πιο αργά για να μην πάθω έμφραγμα, πως μου έδινες οδηγίες να γέρνω το κορμί μου μαζί σου στις στροφές, πως πάγωνε το δέρμα μου - κι ας φορούσα χοντρό μπουφάν - απ' τον άνεμο που ήθελε να μας κόψει στα δυο. Σε λίγα λεπτά – αν και δε μπορούσα να υπολογίσω σε πόσα – φτάσαμε στο χώρο εργασίας σου και σαν να μην συμβαίνει τίποτα πάρκαρες τη μηχανή, μπήκαμε μέσα στους διαδρόμους του μεγάλου κτιρίου κι αφού κάναμε μια στάση στο κυλικείο για να πάρουμε κάτι να πιούμε κατευθυνθήκαμε προς το γραφείο σου. Δε θα ξεχάσω τη λαχτάρα σου η οποία πια μάλλον ξεχείλιζε αφού ήθελες να μιλήσουμε, να μου πεις πως αισθάνεσαι. “Πραγματικά δεν το πιστεύω πως είσαι εδώ” μου είπες σχεδόν μπροστά στην κοπέλα που δούλευε στο κυλικείο κι εγώ χαμογέλασα αμήχανα γιατί ένιωθα πως μας παρακολουθούσαν 100 άτομα εκείνη τη στιγμή. Πόσο δε σ' ένοιαζε ποιοι μας βλέπουν και μας ακούνε και πόσο τρελό σε θεωρούσα τότε – κι ακόμη και τώρα ίσως!

Το γραφείο σου ήταν σ' ένα απομονωμένο μέρος του κτιρίου και πραγματικά πέρα από 1-2 άτομα που πέρασαν για πολύ λίγο από 'κει, δε δεχτήκαμε άλλη ενόχληση. Συζητήσαμε, γελάσαμε αλλά και μου είπες κάποια πράγματα για 'σένα και τη γυναίκα σου που με προβλημάτισαν και με στενοχώρησαν. Δεν στο 'κρυψα, ήθελα να ξέρεις πως τα κακά νέα για τη ζωή σου μ' επηρέαζαν. Εξάλλου πάντα ήξερες πως  ένα πράγμα που μας έφερνε κοντά ήταν το ανθρώπινο ενδιαφέρον του ενός για τον άλλον, τ' οποίο διαφαινόταν πάντα μέσα απ' τις ουσιώδεις συζητήσεις που είχαμε και τις συμβουλές που ανταλλάσσαμε. Θυμάσαι πως κάποτε μου είχες πει πως σκεφτόσουν να χωρίσεις και να φύγεις μακριά απ' την οικογένεια σου; Και μετά από ώρες συζήτησης και κάποια δυνατά δικά μου επιχειρήματα είχες παραδεχτεί πως δεν είναι η πιο απλή ούτε η καλύτερη λύση ο χωρισμός, ειδικά αν έχεις δυο παιδιά που αγαπάς και θες να τα μεγαλώσεις εσύ και όχι κάποιος άλλος.

Παρ' όλη την ερωτική σου διάθεση εκείνο το απόγευμα δε σε άφησα σχεδόν καθόλου να με ακουμπήσεις. Επίτηδες μάλιστα είχα φορέσει απλά, καθημερινά ρούχα – ένα τζιν παντελόνι, μια φούξια φούτερ μπλούζα κι αθλητικά παπούτσια – σκεπτόμενη πως αν δεν σου δώσω ερωτική αφορμή, δε θα κάνεις κίνηση. Μου μιλούσες για τη δουλειά σου, μου 'δειχνες πράγματα που ίσως θεωρούσα ενδιαφέροντα και στο τέλος μου χάρισες κι ένα αναμνηστικό δώρο για να θυμάμαι πάντα την επίσκεψη μου εκεί. Κι όμως σεξουαλικά δεν ησύχαζες, δε μπορούσα να σε κάνω καλά ώρες-ώρες. Μ' έκοβες απ' την κορφή ως τα νύχια χαμογελώντας πονηρά κι εγώ εντέλει συνειδητοποιούσα πως ούτε με κελεμπία θα γλίτωνα απ' τα μάτια σου.

Και ξαφνικά, εκεί που συζητούσαμε να το και το καθιερωμένο τηλεφώνημα απ' τη γυναίκα σου. Σιωπήσαμε απότομα κι εσύ ατάραχος το απάντησες. Μιλήσατε απόλυτα φυσιολογικά και δεν υπήρχε τίποτα στη φωνή σου που θα την έκανε να πιστέψει πως δεν είσαι μόνος. Αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα που η προσοχή σου ήταν σ' εκείνη, κάνανε εμένα ν' αναστατωθώ. Η σκέψη πως ήμασταν οι δυο μας στο γραφείο σου και η γυναίκα σου δεν ήξερε τίποτα απολύτως γι' αυτό μου έδινε μια περίεργη ικανοποίηση. Η ανάγκη σου να μην καταλάβει το παραμικρό για τη συνάντηση μας έκανε αυτομάτως τη σχέση μας να φαντάζει μυστική κι απαγορευμένη, άρα σεξουαλική κι ας μην είχαμε κάνει ποτέ σεξ μαζί. Η συνειδητοποίηση πως αν εγώ το ζητούσα, θα την κεράτωνες απόψε κάνοντας έρωτα μαζί μου, μου δημιουργούσε έξαψη. Ήμουν η γυναίκα, εσύ ο άντρας, και χωρίς να το ζητήσω ήξερα πως κρατούσα και το πεπόνι και το μαχαίρι. Θ' αρκούσε μία μου φράση για να ξεχάσεις προσωρινά την οικογένεια σου και να βρεθούμε να ξεσκιζόμαστε στο ξενοδοχείο λίγο παραπάνω απ' τη δουλειά σου, αυτό που δήθεν τυχαία μου είχες αναφέρει νωρίτερα, θέλοντας φυσικά να μου βάλεις ιδέες. Και τις ιδέες που τελικά προσπαθούσες να μου βάλεις εσύ, ήρθε ένα απλό τηλεφώνημα απ' τη γυναίκα σου και τις κάρφωσε στο μυαλό μου.

Κι όπως γρήγορα ήρθαν οι σκέψεις, έτσι γρήγορα σβήστηκαν με το που έκλεισες το τηλέφωνο. Έβαλα στην άκρη την έξαψη μου και συνέχισα να σου μιλώ προσπαθώντας να δείχνω ατάραχη. Μου πρότεινες μιας μικρή ξενάγηση στους υπόλοιπους χώρους εργασίας σου, καθώς η ώρα πια ήταν αρκετά περασμένη και οι περισσότεροι θα είχαν φύγει για τα σπίτια τους. Το θεώρησα πολύ ευγενικό και μάλλον αθώο εκ μέρους σου και γι' αυτό δέχτηκα αμέσως. Πού να 'ξερα πως πέντε λεπτά αργότερα μέσα σ' ένα δωμάτιο που έμοιαζε αποθήκη θα με κρατούσες στα χέρια σου και σ' απόσταση αναπνοής απ' το στόμα μου θα ψιθύριζες: “Δε θέλω να το κάνουμε απαραίτητα. Θέλω απλά να μ' αφήσεις να σε γλείψω. Και να τελειώσεις στο στόμα μου”. Ξεροκατάπια καθώς αναρωτιόμουν αν υπήρχε περίπτωση ν' αστειεύεσαι. “Εδώ μέσα;” σε ρώτησα και γρήγορα μου απάντησες: “Το έχω ξανά κάνει και μ' άλλες εδώ. Δεν μας έπιασε ποτέ κανείς”. Κι εκεί κατάλαβα πως μιλούσες πολύ σοβαρά. Χαμογέλασα και σου είπα αυτό ακριβώς που πίστευα για 'σένα: Πως είσαι τελείως τρελός. Παρά το χαμόγελο που μου ανταπέδωσες, επέμεινες στην πρόταση σου για να σου απαντήσω πως δεν το 'βρισκα πολύ καλή ιδέα. Δεν ήταν από σεμνοτυφία, ούτε το έπαιζα δύσκολη. Απλά ήσουν ασταμάτητος κι ένιωθα πως εγώ έπρεπε να παραμείνω στα λογικά μου. Και χωρίς να το θέλω σκέφτηκα τον άντρα μου, τη γυναίκα σου και πόσο πιο περίπλοκα δεν χρειαζόταν να γίνουν τα πράγματα. Ναι, ήταν φοβερά ερεθιστική η σκέψη πως ο άντρας μιας άλλης γυναίκας παρακαλούσε να με γλείψει και δεν υπολόγιζε τίποτα, αλλά κι εσύ το ξέρεις πως μια σκέψη που γίνεται πράξη συχνά οδηγεί σε αποτελέσματα που δε μπορούμε να ελέγξουμε.

Η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να φύγεις απ' τη δουλειά και να μ' επιστρέψεις στο σπίτι της φίλης που με φιλοξενούσε. Μ' είχες ρωτήσει πόσο θα έμενα και σου είχα πει πως αύριο μεσημέρι θα επέστρεφα Θεσσαλονίκη. Δε σου είχε αρέσει η απάντηση μου αλλά δεν είχα άλλη. Εξάλλου ήξερες πως σε είχα δει στα κλεφτά και σοφά δε διαμαρτυρήθηκες, δεν είχες άλλωστε να αντί-προτείνεις και τίποτα καλύτερο. Λίγο πριν μ' αφήσεις κι ενώ διασχίζαμε πάνω στη μηχανή τη νυχτερινή Αθήνα μου είπες: “Πέρασα υπέροχα απόψε”. Κι εγώ ξέροντας πως απόψε δεν είχαν γίνει πολλά απ' όσα ήθελες, σχεδόν δεν ήξερα τι να σου απαντήσω. “Τα κάνεις όλα να φαίνονται τόσο εύκολα και δυνατά” συμπλήρωσες κι εγώ τότε ένιωσα κάτι που στο είπα κι αργότερα όταν με είχες ρωτήσει: Πέρα από καυλιάρης είσαι και ρομαντικούλης! Κι εγώ τελικά τρελαίνομαι να μπλέκω με καυλιάρηδες άντρες που μπορούν να είναι και ρομαντικοί.

Φτάσαμε ένα στενό πιο κάτω απ' το σπίτι της φίλης μου και κατέβηκα απ' τη μηχανή σου. Θυμάμαι πως δεν ήθελα να φύγω και θυμάμαι να μου λες ξανά και ξανά πως ήμουν υπέροχη. Θεέ μου, το έκανες ακόμα πιο δύσκολο! Έπρεπε να φανώ δυνατή και ν' απομακρυνθώ από κοντά σου, να φύγω μακριά απ' το μαγνητικό σου πεδίο. Καθώς γύρισα την πλάτη κι άρχισαν τα πόδια μου να με παίρνουν μακριά από 'σένα γύρισα και σε κοίταξα. Δεν είχες κουνήσει καθόλου: Ήσουν όρθιος μπροστά στη μηχανή και με κοιτούσες που έφευγα. Πάλι γύρισα το κεφάλι μου και συνέχισα να προχωρώ. Λίγο μετά πάλι δεν άντεξα και γύρισα προς το μέρος σου. Είχες ανέβει πάνω στη μηχανή αλλά ακόμη κοιτούσες προς το μέρος μου. Τι στο διάολο περίμενες; Πώς θα 'τρεχα πίσω σ' εσένα και πως θ' ανέβαινα πάνω στη μηχανή σου να φύγουμε μαζί; Δεν ήξερες πόσο ρομπότ μπορούσα να γίνω ώστε να μην αφήσω τον εαυτό μου ούτε καν να το διανοηθεί; Σου χαμογέλασα πλατιά και μου χαμογέλασες πίσω. Έπειτα έστριψα αριστερά στο στενό της φίλης μου και χάθηκα απ' το οπτικό σου πεδίο. Ενώ περπατούσα, ανοιγόκλεινα τα μάτια μου κι έπαιρνα βαθιές ανάσες. Προσπαθούσα να καθαρίσω το μυαλό μου. Δεν έπρεπε κανένας - και πόσο μάλλον η φίλη μου – να υποψιαστεί πως απόψε παρατρίχα θα έκανα έρωτα μ' έναν άντρα που δεν ήταν ο άντρας μου.

Έτσι το θυμάμαι εκείνο το απόγευμα μας στην Αθήνα. Ίσως έτσι να το θυμάμαι πάντα. Όμως, δεν έχει τόση σημασία πως καταγράφηκε εκείνη η συνάντηση μας στη μνήμη μου αφού η ζωή προχώρησε και νέα γεγονότα ήρθαν να προστεθούν και να διαμορφώσουν εκ νέου την ιδιαίτερη σχέση που τόσα χρόνια, ηθελημένα ή άθελα μας, χτίζουμε. Συγκεκριμένα, τώρα η ζωή μας έδινε μια νέα ευκαιρία, μας επέτρεπε να δούμε το δεύτερο επεισόδιο του σίριαλ που γράφαμε μαζί. Ήταν άραγε για να ζήσουμε κάποια πράγματα που την πρώτη φορά που βρεθήκαμε δεν τολμήσαμε ή δεν έπρεπε ακόμα να δοκιμάσουμε; Τώρα άραγε έπρεπε; Ήταν η σωστή ώρα; Δεν ήξερα την απάντηση αλλά θα την μάθαινα πολύ σύντομα.

Έφτασα στο ξενοδοχείο μου κι ανέβηκα στο δωμάτιο μου. Μικρό αλλά όμορφο και φωτεινό. Ο απογευματινός ήλιος είχε βάψει πορτοκαλί τα πάντα και παρ' όλο που έμοιαζε πολύ λαμπερός ήξερα πως σύντομα θα έδυε. Ο χρόνος κυλούσε γρήγορα και λίγο μετά τις εφτά θα έπρεπε να χτυπήσω την πόρτα του σπιτιού σου. Του σπιτιού που ζούσες μαζί με την οικογένεια σου.

Άνοιξα τη βαλίτσα μου κι αφού βρήκα το μεγάλο νεσεσέρ με τα καλλυντικά και ό,τι άλλο χρειαζόμουν, άρχισα να βγάζω βιαστικά τα ρούχα μου και με γοργά βήματα κατευθύνθηκα προς το μπάνιο.

Μέσα στο ντουζ ένιωσα να χαλαρώνω, οι παλμοί της καρδιάς μου άρχισαν να λιγοστεύουν. Ηρέμησα σκεπτόμενη πως όλα θα πήγαιναν καλά γιατί όλα θα πήγαιναν όπως έπρεπε να πάνε. Πάντοτε, τέτοιου είδους συλλογισμοί μ' ανακουφίζουν, γιατί ώρες-ώρες νιώθω πως το χάος της ζωής πάει να με συντρίψει, να κάνει το μυαλό μου πολλά μικρά κομματάκια, τα οποία αφού σκορπίσουν δε θα μπορέσουν να ξανά ενωθούν σωστά ποτέ πια.

Βγήκα απ' το μπάνιο, κι αφού σκουπίστηκα καλά με την πετσέτα μου αναζήτησα τα μαύρα εσώρουχα μου. Ήλπιζα να μην περνούσαν πολλές ώρες πριν τα δεις και οικειοθελώς μου τα βγάλεις. Αν όμως κάτι συνέβαινε και δεν είχες την ευκαιρία ποτέ να τα θαυμάσεις, θα παρηγορούσα τον εαυτό μου με τη σκέψη πως είχες την ευκαιρία να αγγίξεις αυτά τα υπέροχα δαντελωτά εσώρουχα πάνω μου, όμως εσύ ο ανόητος προτίμησες να μην το κάνεις. Στη συνέχεια φόρεσα το λευκό φορεματάκι μου με το μεγάλο ροζ λουλούδι στο πλάι και στο τελείωμα του, ανέβασα το μαύρο κολάν στα μπούτια μου και έκατσα στο κρεβάτι για να κουμπώσω τα μαύρα μποτάκια. Ντύθηκα απλά αλλά θηλυκά. Ήθελα μετά από τόσο καιρό να φορέσω κάτι που θα μ' έκανε να φαίνομαι ωραία στα μάτια σου, μα ταυτόχρονα δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να φαίνομαι πως θέλω όσο τίποτε να πηδηχτώ μαζί σου. Εξυπακούεται πως η τελευταία που έπρεπε να το γνωρίζει αυτό ήταν η γυναίκα σου.

Αποφάσισα να μη βαφτώ, παρά να βάλω λίγο κραγιόν στα χείλια μου. Αφού χτένισα καλά τα μαλλιά μου και τα είδα μες απ' τον καθρέφτη να γυαλίζουν όμορφα κι ελαφρώς φουντωτά, κοίταξα το ρολόι μου. Κόντευε εξήμισι η ώρα οπότε έπρεπε σιγά-σιγά να φύγω απ' το δωμάτιο.

Κρατώντας ένα κουτί γλυκά, σταμάτησα το πρώτο άδειο ταξί που πέρασε από μπροστά μου. Είπα τη διεύθυνση του σπιτιού σου στον οδηγό και σ' όλη τη διαδρομή προσπαθούσα να μείνω ήρεμη. Ήμουν σίγουρη γι' αυτό που πήγαινα να κάνω; Ένιωθα καλά να προχωρήσω τόσο μακριά; Ίσως ήταν ένα από τα πιο τολμηρά πράγματα που ετοιμαζόμουν να κάνω στη ζωή μου. Είχα άραγε τα κότσια για κάτι τέτοιο; Κι αν τελικά συνέβαινε, μετά πως θα ήμασταν μεταξύ μας; Και πώς θα ήταν κι οι ζωές μας;

Όπως προέβλεψα, δε χρειάστηκε πολλή ώρα για να φτάσουμε σχεδόν έξω απ' την πόρτα της πολυκατοικίας που έμενες. Πήρα μια βαθιά ανάσα κι μ' αποφασιστικά βήματα έφτασα στην κεντρική είσοδο κι αναζήτησα το επώνυμο σου στα κουδούνια που έβλεπα μπροστά μου. Γρήγορα βρήκα τόσο τ' όνομα σου όσο και τ' όνομα της γυναίκας σου γραμμένα δίπλα σ' ένα γκρι κουμπί. Πάτησα αυτό το κουμπί σκεπτόμενη πως τα ψέμματα είχαν τελειώσει, θα έμπαινα στο σπίτι σας. Η ιδέα της εισβολής μου στον προσωπικό σας χώρο μ' έκανε στιγμιαία να νιώσω ενοχές. Μάλλον τελικά δεν ήμουν τόσο αποφασισμένη όσο νόμιζα, ούτε ήμουν έτοιμη να φτάσω τα πράγματα στ' άκρα.

Με το που βγήκα απ' το ασανσέρ αντίκρισα την εικόνα που μ' έκανε έτσι απλά να μετανιώσω που βρισκόμουν εκεί. Η γυναίκα σου κρατούσε την πόρτα ανοιχτή, χαμογελώντας και καλωσορίζοντας με. Γαμώτο, ήταν τόσο γλυκιά κι ευγενική και σίγουρα δεν της άξιζε να με θεωρεί φίλη της, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς όσα σκεφτόμουν να κάνω με τον άντρα της. Ή μήπως απλά εκείνη τη στιγμή απ' τις ενοχές μου τα έβλεπα όλα λίγα υπερβολικά;

Καθώς την πλησίασα και την φίλησα σταυρωτά, είδα τη σκιά σου κι έπειτα το σώμα σου να πλησιάζει και να στέκεται λίγα βήματα πίσω μας. Σήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα τα μάτια σου. Χαμογελούσες αλλά το βλέμμα σου μου έδειξε πως ήθελες να είσαι προσεκτικός. Κατάλαβα πως κι εσύ ένιωθες εκείνη τη στιγμή όπως εγώ. Μάλλον αυτή η συνάντηση των τριών μας δεν ήταν και η καλύτερη ιδέα τελικά.

Προχωρήσαμε προς το σαλόνι και η γυναίκα σου αμέσως με βομβάρδισε μ' ερωτήσεις. Πώς ήμουν; Πώς ήταν το ταξίδι μου; Είχα προλάβει να ξεκουραστώ καθόλου; Ο άντρας μου πώς ήταν; Όλως παραδόξως την τελευταία ερώτηση την απάντησα με πολύ φυσικότητα. Ο άντρας μου ήταν καλά και σας έστελνε και πολλούς χαιρετισμούς. Ήξερε - από 'μένα φυσικά – πως θα σας επισκεπτόμουν και μου είχε ευχηθεί να περάσω καλά, ενώ ίσως υποψιαζόταν τι θα μπορούσε να επακολουθήσει, ξέροντας όλη την ιστορία μου μαζί σου αλλά και τη γνωριμία μου με τη γυναίκα σου.

Ζήτησα κρασί και όλοι μαζί ξεκινήσαμε να πίνουμε και να μιλάμε για ό,τι βάζει ο νους του ανθρώπου. Όμως, πολύ γρήγορα από τρεις γίναμε πέντε αφού δυο μικρές γλυκές παρουσίες μπήκαν στην παρέα μας. Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν πίστευα πως θα γνώριζα τις κόρες σου, αλλά πάλι, γιατί όχι; Είχα ακούσει τόσα πολλά πράγματα γι' αυτές που δε θα χάλαγε ο κόσμος αν τις έβλεπα πια κι από κοντά. Ήταν πολύ συμπαθητικές και η κάθε μια με το δικό της χαρακτήρα. Μου άρεσε πολύ η συναναστροφή μαζί τους για την επόμενη μια περίπου ώρα που καθίσαν μαζί μας, Όμως, οι σκέψεις που άθελα τους γίνονταν εικόνες, μ' εμένα να πηδάω τον πατέρα τους, με κρατούσαν κάπως συγκρατημένη απέναντι τους. Με βόλευε να σκέφτομαι πως όσο λιγότερο τις ήξερα, τόσο λιγότερο θα μπορούσα να τις πληγώσω και να πληγωθώ. Δε φταίγανε σε τίποτα, δε αφορούσε καν αυτές το θέμα, οπότε ας μένανε όσο πιο έξω γινόταν απ' αυτό.

Τα παιδιά κάποια στιγμή νύσταξαν κι έπρεπε να πάνε για ύπνο αφού δεν ήταν συνηθισμένα στο ξενύχτι. Δεν ήταν ιδιαίτερα αργά κι έτσι ανακουφίστηκα με την ιδέα πως θα μπορούσα να μείνω λίγο ακόμα αφού δεν είχαμε προλάβει να πούμε σχεδόν τίποτε, ούτε μεταξύ μας, ούτε με τη γυναίκα σου. Ξέρω πως δεν σε εκπλήσσει το γεγονός της συμπάθειας μου προς εκείνη. Ξέρεις πως η έλξη που νιώθω για 'σένα δεν έχει τίποτε να κάνει μ' εκείνη ή με την οικογένεια σου, όπως και η δική σου η έλξη δεν έχει τίποτε να κάνει με τον άντρα μου. Υπάρχουν κάποιοι ηλίθιοι κι ηλίθιες που νομίζουν πως όταν ρίχνεις τα μάτια σου πάνω σε δεσμευμένο άτομο θέλεις αυτόματα να το χωρίσεις. Ότι το παίρνεις ανταγωνιστικά και δε θα ησυχάσεις μέχρι να σου πει το αντικείμενο του πόθου σου πως παίρνει διαζύγιο ή φεύγει απ' τη σχέση του. Τι μαλακίες είναι αυτές; Και ποιος είπε σ' όλους αυτούς πώς όλοι οι άνθρωποι λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο κι αντιλαμβάνονται παρομοίως τα πράγματα; Εγώ κι εσύ δεν ήμασταν το ζωντανό παράδειγμα δυο ανθρώπων που δε διανοούνταν πως από την καύλα ή ακόμη και την καψούρα δεν καταστρέφεις πάνω στο καπρίτσιο σου μια οικογένεια; Γιατί πάντα οι άνθρωποι να τα μπλέκουν όλα; Γιατί να μην κρατάνε κάποιες καταστάσεις όσο πιο απλές γίνεται; Αντίστοιχα, γιατί στη δική μας περίπτωση έπρεπε να μη συμπαθώ τη γυναίκα σου; Έπρεπε να τη βρίσκω ένα φρικτό άτομο και να θεωρώ πως πλάι της υποφέρεις απλά και μόνο για να δικαιολογήσω αυτό που θέλαμε να κάνουμε; Δηλαδή το ενδεχόμενο να ήταν πολύ εντάξει άνθρωπος κι εσύ να ήθελες κι άλλες γυναίκες δεν έπαιζε; Επίσης, το γεγονός πως δε βρισκόσασταν στα πρόθυρα διαζυγίου απαγόρευε την ανάγκη σου να κοιτάς κι άλλες γυναίκες ερωτικά ειδικά μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια γάμου; Ή μήπως εγώ δεν λάτρευα τον άντρα μου απλά επειδή σκεφτόμουν εσένα κι εμένα γυμνούς σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου;

Αυτά πέρασαν απ' το μυαλό μου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα όταν έμεινα μόνη στο σαλόνι. Η γυναίκα σου έβαζε τα παιδιά για ύπνο κι εσύ είχες πάει να φέρεις λίγο πάγο απ' την κουζίνα. Γύρισες πίσω πριν γυρίσει εκείνη. Αφού συνειδητοποίησες αστραπιαία πως για λίγο θα είμαστε μόνοι, έστω και για μερικές στιγμές, άφησες το αχόρταγο βλέμμα σου – αυτό που τόση ώρα καταπίεζες μπροστά της – να διασχίσει όλο το κορμί μου και να επικεντρωθεί στο πρόσωπο μου. “Ευχαριστώ που είσαι εδώ. Αυτό μόνο μπορώ να σου πω για τώρα. Δεν ήμουν σίγουρος γι' αυτή τη συνάντηση, αλλά χαίρομαι σαν τρελός που σε βλέπω” μου είπες πολύ ειλικρινά κι εγώ χαμογέλασα γλυκά μη βρίσκοντας λόγια να εκφράσω τα δικά μου συναισθήματα. Η γυναίκα σου χωρίς να το ξέρει μ' έβγαλε απ' τη δύσκολη θέση όταν έκλεισε με δύναμη την πόρτα του παιδικού υπνοδωματίου και περπάτησε προς το σαλόνι. Ανακοίνωσε πως τα παιδιά είχαν ξαπλώσει στα κρεβάτια τους και πως αν όλα πήγαιναν καλά θα μπορούσαμε να συζητήσουμε πλέον πιο ελεύθερα. Εγώ σίγουρα δε μπορούσα να συζητήσω όσα ήθελα, σκέφτηκα στιγμιαία και χαμογέλασα χωρίς να το θέλω. Εκείνη με ρώτησε αν θα ήθελα λίγο ακόμη κρασί και μετά την καταφατική μου απάντηση αρχίσαμε μια συζήτηση εφ' όλης της ύλης, η οποία με χαλάρωσε πραγματικά και μ' έκανε να διασκεδάσω πολύ. Η αλήθεια είναι πως μιλούσαμε εγώ και η γυναίκα σου με την οποία συμφωνούσαμε τραγικά πολύ, ενώ εσύ περισσότερο έπαιζες τον δικηγόρο του διαβόλου “προσγειώνοντας” μας στην πραγματικότητα και κάνοντας καυστικά αλλά εύστοχα σχόλια. Θυμήθηκα μετά από καιρό πόσο ωραία νιώθω να μιλάω μαζί σου, να σε νιώθω φίλο μου. Είμαστε φίλοι πάνω απ' όλα εμείς, θυμάσαι; Καύλα, ξε-καύλα, εμείς στο τέλος της ημέρας μπορούμε να είμαστε φίλοι, να συζητάμε ειλικρινά και να δίνουμε καλές κι αντικειμενικές συμβουλές ο ένας στον άλλον. Και το πιο απίστευτο απ' όλα ήταν βέβαια πως μετά από τόσο καιρό που γνώριζα και τη γυναίκα σου από κοντά, διαπίστωνα πως θα μπορούσα κι αυτή να την έχω φίλη μου. Ή ένα είδος φίλης εν πάση περιπτώσει καθώς πάντα θα δυσκολευόμουν να της πω μερικά μυστικά μου, με το φόβο μήπως της χαλάσω τη ζωή της και φυσικά δεν ήταν καθόλου επιθυμητό κάτι τέτοιο.

Κι επειδή ο χρόνος περνάει πάντα σαν νερό όταν έχεις πραγματικά καλή παρέα, την επόμενη φορά που κοίταξα το ρολόι μου είδα πως κόντευε μεσάνυχτα και μάλλον η βίζιτα μου σπίτι σας είχε γίνει επιεικώς αρμένικη! Σας ζήτησα συγνώμη που ήρθα απόγευμα και είχα βραδιαστεί σπίτι σας κι εκείνη έσπευσε να πει πως αν τα παιδιά δεν είχαν πρωινές δραστηριότητες, κάλλιστα θα μπορούσαμε να το ξενυχτήσουμε κι άλλο, αφού περνούσαμε τόσο ωραία. Είπα πως προφανώς δε χρειαζόταν να το παρακάνουμε τώρα και πως την επόμενη φορά που θα συναντιόμασταν θα φροντίζαμε να περάσουμε όλη τη μέρα μας μαζί. Με ρώτησε πόσο θα καθόμουν Αθήνα κι εγώ μετά από δυο δευτερόλεπτα σκέψης, απάντησα πως θα εξαρτιόταν από κάτι δουλειές που είχα να τελειώσω. Εκείνη τη στιγμή θέλησα πολύ να σε κοιτάξω μες τα μάτια για να σε κάνω να καταλάβεις πως από 'σένα εξαρτιόταν πόσο θα έμενα στην Αθήνα, αλλά κρατήθηκα και δεν το 'κανα γιατί πραγματικά θα καρφωνόμουν άσχημα εκείνη τη στιγμή. Ζήτησα πριν φύγω να χρησιμοποιήσω το μπάνιο σας κι εκεί μέσα θέλησα να μαζέψω λίγο το μυαλό μου και να σιγουρευτώ πως διατηρώ τη αυτοκυριαρχία μου. Έριξα λίγο νερό στο πρόσωπο μου και σκέφτηκα πως ευτυχώς που δεν είχα βαφτεί και μπορούσα να το κάνω αυτό. Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και μονολόγησα: “Τι κάνουμε τώρα;”. Θα το τολμούσα τελικά ή όχι; Θα σε διεκδικούσα απόψε για 'μένα ή θα γυρνούσα στο ξενοδοχείο μόνη; Εκεί που σκεφτόμουν πως αδίκως βασανίζω τον εαυτό μου έτσι, πως πρέπει να μη φυτρώνω εκεί που δεν με σπέρνουν και ν' αφήσω τα πράγματα όμορφα και ήρεμα ως έχουν, είδα πάνω στο έπιπλο του μπάνιου ένα μπουκάλι που ολοφάνερα έμοιαζε με αντρική κολόνια. Χωρίς να το σκεφτώ, το πήρα στα χέρια μου και το μύρισα. Ήταν το άρωμα σου, το άρωμα που τότε είχα μυρίσει όταν βρισκόμουν από πίσω σου και σε κρατούσα, πάνω στη μηχανή σου. Αμέσως όλες οι αναμνήσεις πλημμύρισαν το είναι μου και ήξερα πως ήθελα να ξανά-βρεθώ κοντά σου και να ξανά μυρίσω το άρωμα σου, πάνω σου. Ας γινόταν μόνο αυτό, τίποτε άλλο. Απλά ας ξανά-μύριζα το λαιμό σου, ας ξανά ανέβαινα στη μηχανή μαζί σου. Τίποτε παραπάνω δε θα ζητούσα, θ' ακολουθούσα μόνο ότι ήταν γραφτό να γίνει.

Βγήκα απ' το μπάνιο και χαμογελώντας δειλά πλησίασα εσένα και τη γυναίκα σου η οποία πλέον με περίμενε κοντά στην πόρτα κρατώντας το δερμάτινο μπουφάν και τη τσάντα μου. Με βοήθησε να ετοιμαστώ κι εγώ στεκούμενη πλέον δίπλα στη μισάνοιχτη πόρτα, σας ευχαρίστησα για τη φιλοξενία. Φίλησα πρώτα εκείνη κι έπειτα ήρθα προς το μέρος σου και φίλησα κι εσένα. Ένιωσα μια απειροελάχιστη μυρωδιά απ' το άρωμα σου με το που άγγιξα το δέρμα σου και καθώς απομακρυνόμουν είπα μέσα μου πως απόψε χρειαζόμουν κι άλλη απ' αυτή τη μυρωδιά. Τη σκέψη μου διέκοψε πάλι η γυναίκα σου όταν μου είπε πως έπρεπε οπωσδήποτε να βρεθούμε, έστω να φάμε ή να πιούμε έναν καφέ μαζί αν έμενα αρκετές μέρες στην Αθήνα. Κι αν δεν μπορούσες εσύ, ο σύζυγος της, τότε ας βρισκόμασταν έστω οι δυο μας, να τα πούμε σαν γυναίκες. Χαμογέλασα και δέχτηκα την πρόταση της ειλικρινά μ' ευχαρίστηση. Θα ήθελα να την ξαναδώ και να συζητήσω μαζί της. Την έβρισκα πολύ ενδιαφέρον άτομο.

Έκανα πάλι να φύγω προς την πόρτα και αντί να γυρίσω να πω κάτι σαν “Καληνύχτα”, αποφάσισα σχεδόν δυσανασχετώντας να στραφώ προς το μέρος σας και να ρωτήσω: “Συγνώμη, αλλά τώρα μου ήρθε ξαφνικά και είπα να σας ρωτήσω. Μήπως ξέρετε εδώ κοντά κάποιο φαρμακείο που διανυκτερεύει;”. Με κοιτάξετε και οι δυο με απορία και τότε έσπευσα να σας εξηγήσω πως εδώ και λίγο διάστημα υπέφερα από κάτι σαν αλλεργία και έπαιρνα άλλοτε κάθε μέρα κι άλλοτε μέρα παρά μέρα κάτι ήπια αντισταμινικά για να καταστέλλω τα συμπτώματα. Δυστυχώς, πάνω στη βιασύνη μου είχα φύγει το πρωί γι' Αθήνα κι είχα ξεχάσει να πάρω μαζί μου ένα κουτί που ήδη χρησιμοποιούσα, κι έτσι δεν είχα πάρει όλη μέρα καθόλου, ούτε ένα χάπι. Δεν ήταν σίγουρο πως θα τα χρειαζόμουν, αλλά αν μου παρουσιάζονταν τυχόν συμπτώματα κατά τη διάρκεια της νύχτας θα ήθελα να είχα χάπια μαζί μου. Έτσι θα έψαχνα αυτή την ώρα να βρω κάποιο φαρμακείο και ν' αγοράσω τα χάπια, καθώς δεν ένιωθα καλά να περιμένω ως το πρωί, μη ξέροντας τι μπορεί να συμβεί.

Εσύ τότε προθυμοποιήθηκες να κάνεις μια αναζήτηση στο διαδίκτυο για τα αποψινά διανυκτερεύοντα φαρμακεία, μήπως κι έβρισκες κανένα εδώ κοντά. Ενώ πληκτρολογούσες με ρώτησες το όνομα του ξενοδοχείου που έμενα κι εγώ στο είπα αμέσως. Δεν μπορούσα να ξέρω τι σκεφτόσουν εκείνη τη στιγμή αλλά αν ήταν κάτι ιδιαίτερο, ήλπιζα να ήταν καλό για μας. Η αναμονή τελείωσε όταν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα πήρες μια δυσαρεστημένη όψη κοιτώντας την οθόνη του κινητού σου, κάνοντας και τις δυο γυναίκες που βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στο σαλόνι να κρέμονται απ' τα χείλη σου. Ανακοίνωσες πως δυστυχώς η κοντινότερη επιλογή σε φαρμακείο που είχα ήταν κάμποσο μακριά από δω και ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση από 'κει που βρισκόταν το ξενοδοχείο μου. Δεν γινόταν να πάω με τα πόδια, πόσο μάλλον τέτοια ώρα κι εντελώς μόνη. Θα χρειαζόμουν οπωσδήποτε μεταφορικό μέσο. “Το κακό είναι” συμπλήρωσες “πως θες ταξί για να πας ως το φαρμακείο και μετά θες σίγουρα ταξί για να γυρίσεις πίσω εδώ και να πάρεις την κατεύθυνση προς το ξενοδοχείο σου”. Εγώ μην ξέροντας αν έπρεπε να σε πιστέψω απόλυτα ή όχι, επέλεξα να κάνω το ασφαλέστερο κι έτσι έδειξα πως δυσανασχετώ. Η γυναίκα σου κάτι πήγε να πει αλλά πρόλαβες να τη διακόψεις λέγοντας: “Για να μη δώσεις τα κέρατα σου σε ταξί αυτή την ώρα, τα οποία χρεώνουν κι επιπλέον ταρίφα μετά τις δώδεκα, προτείνω να σε πετάξω εγώ με τη μηχανή μέχρι το φαρμακείο κι έπειτα να επιστρέψουμε προς τα εδώ και να πάρεις απ' την κοντινότερη πιάτσα ένα ταξί για το ξενοδοχείο σου. Θα πληρώσεις πάλι, αλλά όχι τόσα πολλά κι επίσης με τη μηχανή θα πάμε και θα 'ρθουμε πολύ πιο γρήγορα απ' ότι θα πας και θα γυρίσεις με ταξί”. Δεν πρόλαβα ν' απαντήσω κάτι γιατί η γυναίκα σου αμέσως συμφώνησε και τόνισε πόσο καλή ήταν η ιδέα σου. Εγώ προφανώς και δεν είχα σκοπό να διαφωνήσω εφόσον είδα τις πονηρές ιδέες μου να παίρνουν – έστω και για λίγο - σάρκα και οστά.

Πήρες τα κλειδιά της μηχανής μαζί με το μπουφάν σου και κατευθύνθηκες στο πλάι μου, μπροστά απ' την ακόμα μισάνοιχτη πόρτα. Έδωσες ένα απαλό φιλί στη γυναίκα σου και της είπες πως για ό,τι χρειαστεί μπορεί να σε καλέσει στο κινητό. Εκείνη χαμογέλασε και σου είπε πως θα ξαπλώσει, αλλά δε θα κλειδώσει την εξώπορτα για να μπορείς να μπεις εύκολα. Αν την έπαιρνε ο ύπνος, ας την ξυπνούσες μόλις γυρνούσες. Εσύ αμέσως συμφώνησες κι εγώ τότε βιάστηκα να πω την καληνύχτα που εδώ και ώρα μελέταγα. Άνοιξες την πόρτα του ασανσέρ κι αφού μπήκα πρώτη, με ακολούθησες κλείνοντας την πόρτα πίσω σου. Βιαστικά πάτησες το κουμπί που αντιστοιχούσε στο “Ισόγειο” και με αποφασιστικότητα με κοίταξες στα μάτια. Δε μίλησες και δε μίλησα ούτε εγώ. Μόνο σου χαμογέλασα. Γρήγορα το ασανσέρ σταμάτησε κι εμείς κατευθυνθήκαμε στην πυλωτή της πολυκατοικίας όπου βρισκόταν η μηχανή σου. Προχωρούσες μπροστά κι εγώ ακολουθούσα. Με το που έφτασες στη μηχανή, γύρισες και με κοίταξες. “Θέλω να σου μιλήσω” μου είπες. “Κι εγώ θέλω να σου μιλήσω” απάντησα. Πριν προλάβεις να κινηθείς προς το μέρος μου σε σταμάτησα. “Όχι εδώ. Πάμε στο ξενοδοχείο μου”. “Το φαρμακείο;” με ρώτησες και παράλληλα μάλλον άρχισες να μαντεύεις τι απάντηση θα σου έδινα. “Έλα τώρα” σου είπα χαμογελώντας. “Πώς θα είχαμε χρόνο μόνοι μας, αν δεν έβρισκα μια δικαιολογία;”. Τότε χαμογέλασες κι εσύ και σαν να μονολόγησες: “Πόσο ίδιοι είμαστε γαμώτο!”. Κι έβαλες αμέσως μετά τα γέλια. Σε ρώτησα γιατί γελάς και τότε μου είπες: “Στο πάνω στενό υπάρχει φαρμακείο που διανυκτερεύει απόψε. Θα μπορούσες να είχες πάει με τα πόδια σε δύο λεπτά. Αλλά τότε δε θα μπορούσα να σε πάω εγώ με τη μηχανή, σωστά;”. Κι ήταν αυτή η στιγμή που άρχισα να γελάω κι εγώ σχεδόν υστερικά μαζί σου αφού συνειδητοποιούσα πως όντως εμείς οι δύο μοιάζαμε. Κι αυτό όπως όλα σ' αυτή τη ζωή, άλλοτε έβγαινε σε καλό κι άλλοτε έβγαινε σε κακό.

Γρήγορα καβαλήσαμε τη μηχανή και φύγαμε για το ξενοδοχείο μου. Για καλή μας τύχη η μεταμεσονύχτια Αθήνα δεν είχε κίνηση απόψε, κι έτσι θα φτάναμε πολύ γρήγορα στον προορισμό μας. Σε κάποιο φανάρι που σταματήσαμε έσκυψα πάνω απ' το δεξί σου αυτί και σε ρώτησα: “Πόση ώρα έχουμε;”. Γύρισες αστραπιαία και μου απάντησες: “Όση χρειαζόμαστε”. Χαμογέλασα αν και δε μπορούσες να με δεις και είπα παιχνιδιάρικα: “Ίσως αργήσεις”. Κι εσύ τότε εντελώς σοβαρά απάντησες: “Θα πω πως δε βρήκαμε τα χάπια σ' αυτό το φαρμακείο κι έτσι πήγαμε σε άλλο”. “Κι αν αργήσεις και λίγο περισσότερο;” σε ξανά τσίγκλισα. “Θα πω πως σε πήγα στο ξενοδοχείο για να μην παίρνεις ταξί μες τη νύχτα. Τέλος πάντων, κάτι θα βρω να πω. Μη σ' απασχολεί” και χωρίς να προλάβω να πω κάτι άλλο, πάτησες γκάζι να φύγουμε γιατί το φανάρι μόλις είχε ανάψει πράσινο.

Όταν φτάσαμε στο πάρκινγκ του ξενοδοχείου συνειδητοποίησα πως η ώρα “Ή τώρα ή ποτέ” μόλις είχε  φτάσει. Πήρα μια βαθιά ανάσα και προχώρησα μαζί σου προς την είσοδο του ξενοδοχείου. Διασχίσαμε το μεγάλο χολ και κατευθυνθήκαμε προς τα ασανσέρ. Γρήγορα το ένα από τα δύο κατέβηκε άδειο κι άνοιξε τις πόρτες του σ' εμάς. Μπαίνοντας μέσα κι αφού έκλεισαν οι πόρτες του βρέθηκα σε περίεργη αμηχανία καθώς γι' ακόμη μια φορά με κοιτούσες έντονα. Έτσι θέλησα να σου κάνω μια ακόμη ερώτηση: “Πώς ξέρεις πως η γυναίκα σου δε θα τσεκάρει τα διανυχτερεύοντα φαρμακεία και δε θα δει πως δίπλα σας υπήρχε ένα ανοιχτό απόψε;”. Εσύ με ήρεμο τόνο και χωρίς να διακόψεις τη βλεμματική μας επαφή απάντησες: “Δε θα το κάνει επειδή μ' εμπιστεύεται. Δεν έχει λόγο ν' αμφισβητήσει τα λόγια μου. Αλλά ακόμη κι αν το κάνει, θα μπορούσα να της πω πως απλά δεν το πρόσεξα εκείνη τη στιγμή”. Εγώ ξεροκατάπια σκεπτόμενη πως αυτός ο άντρας μπροστά μου, πραγματικά θα μπορούσε να πείσει τον οποιονδήποτε πως λέει την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, πόσο μάλλον την γυναίκα του που τον αγαπούσε τόσο και δεν ήθελε να πιστέψει πως της έλεγε ψέμματα. Ακόμη κι εμένα τώρα μπορούσε σχεδόν να με πείσει πως πηγαίναμε να βρούμε διανυχτερεύον φαρμακείο για να πάρω τα χάπια μου και όχι πως πηγαίναμε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου για να μείνουμε μόνοι μας. Αν μοιάζαμε, τότε ίσως ήμουν κι εγώ έτσι. Μπορούσα να πω κι εγώ τόσο εύκολα και τόσο καλά ψέμματα;

Μπήκα πρώτη στο δωμάτιο αφού ξεκλείδωσα κι μ' ακολούθησες, κλείνοντας και κλειδώνοντας την πόρτα πίσω σου. Ένιωθα μια ανατριχίλα, σαν να έτρεμα λιγάκι.  Ήρθες προς το μέρος μου και με είδες να ξεκουμπώνω το δερμάτινο μπουφάν μου και να το αφαιρώ από τους ώμους μου. Το άφησα σε μια καρέκλα παραδίπλα και ξεκίνησα να σε ρωτήσω “Θα ήθελες...”, αλλά δεν πρόλαβα γιατί με διέκοψες μ' ένα σήκωμα του χεριού σου και μ' ένα κούνημα δυσανασχέτησης του κεφαλιού σου. “Θα ήθελα να μη μου κάνεις ερωτήσεις που αφορούν άλλους κι άλλα πράγματα. Αν μιλήσουμε, θέλω να είναι για εμάς”. Σε κοίταξα σταθερά στα μάτια και απάντησα καταφατικά. Έπειτα τελείωσα τη φράση που είχα ξεκινήσει, ρωτώντας σε αν θα ήθελες να πιεις κάτι απ' το mini bar. Μου ζήτησες νερό και μόνο εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα κι εγώ πόσο διψούσα και πόσο περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο θα έπινα νερό αυτή τη στιγμή. Σου έφερα ένα παγωμένο μπουκαλάκι νερό ενώ στο χέρι μου κρατούσα ένα ακόμη για 'μένα. Τ' ανοίξαμε σχεδόν ταυτόχρονα και ήπιαμε μια καλή γουλιά και οι δυο. Άφησα το μπουκάλι μου στην ίδια καρέκλα που είχα αφήσει πριν και το πανωφόρι μου και στεκούμενη απέναντι σου συνειδητοποίησα πως δεν ήξερα τι να πω. Κατέβασα το κεφάλι μου και κατευθύνθηκα προς την άκρη του κρεβατιού όπου έκατσα. Τελικά μπόρεσα να πω αυτό που μου έβγαινε πιο εύκολα κι έμοιαζε πιο κοντά στην αλήθεια: “Θα ήθελα να μείνεις εδώ όσο περισσότερο μπορείς”. Τότε εσύ λες και περίμενες απλά μια δική μου λέξη με πλησίασες και κάθισες στο κρεβάτι μαζί μου, παίρνοντας με στα χέρια σου: “Πόσο θα μείνεις;” με ρώτησες κι εγώ σχεδόν ψιθύρισα “Δεν ξέρω. Εξαρτάται. Θα δω πόσο θα θέλω να μείνω και πόσο θα θέλω να φύγω, μετά από...”. “Από σήμερα” συμπλήρωσες εσύ μαντεύοντας την απάντηση μου. Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά. Έπειτα με τράβηξες ακόμη πιο κοντά σου κι εγώ αυθόρμητα χώθηκα στην αγκαλιά σου. “Σε θέλω” μου είπες κι εγώ αντί να πω κάτι σφίχτηκα ακόμη πιο δυνατά πάνω σου.

Δεν κατάλαβα καλά-καλά πότε από 'κει που αγκαλιαζόμασταν, καταλήξαμε να φιλιόμαστε στην αρχή αμήχανα, μα γρήγορα ανεξέλεγκτα, με πάθος και λύσσα. Αυτό που φοβόμουν, αυτό που απέφευγα τόσα χρόνια να κάνω μαζί σου, τελικά το έκανα. Σε φιλούσα. Ετοιμαζόμουν να κάνω έρωτα μαζί σου.

Ήταν τόσο το άγχος μου μέχρι να ξεκινήσουμε που δεν είχα παρατηρήσει πως ακόμη φορούσες το μπουφάν σου. Σε βοήθησα να το βγάλεις κι έπειτα σε ξανά-πήρα αγκαλιά και συνέχισα να σε φιλάω. Μ' έριξες πλαγίως στο κρεβάτι και πλέον φιλιόμασταν ξαπλωμένοι. Δε βιαζόμουν να πάω παρακάτω, ήθελα πρώτα να φιληθούμε για ώρα, να χορτάσω τα χείλια και το σάλιο σου. Εσύ όμως ως άντρας που πάντα ήθελες να πας παρακάτω, ενώ φιλιόμασταν άρχισες να με αγγίζεις παντού. Πρώτα πήγες στα βυζιά μου που τα τρέλανες στο ζούληγμα και στο σφίξιμο κι έπειτα στον κώλο μου που δεν χόρταινες ν' αρπάζεις, να τον μαλάζεις και να τον σπρώχνεις προς το μέρος σου – αυτόν και μαζί και όλο μου το σώμα. Ήδη το μουνί μου ερχόταν σ' επαφή πάνω απ' τα ρούχα με το καυλί σου και αν μπορούσα να κρίνω απ' αυτό που ένιωθα, πρέπει να είχες στύση εδώ και πολλή ώρα. Δεν κρατήθηκα και έβαλα το χέρι μου ανάμεσα μας στην αρχή αγγίζοντας δειλά, αναγνωριστικά τον πούτσο σου, ενώ στη συνέχεια τον γράπωσα. Το θυμάμαι σε φωτογραφία το εργαλείο σου. Δεν ήταν τεράστιο αλλά ήταν στο μέγεθος των καυλιών που εμένα μου αρέσει να παίρνω, να γλείφω και να βυθίζω μέσα μου: ήταν διαχειρίσιμο. Γρήγορα άρχισα μια παλινδρομική κίνηση με το χέρι μου έξω απ' το παντελόνι σου και ένιωσα πως μάλλον κάτι έκανα καλά, καθώς ο φιλαράκος σου φούντωνε όλο και περισσότερο.

Δεν έχασες χρόνο κι έβαλες το χέρι σου ανάμεσα στα πόδια μου για να χαϊδέψεις το μουνί μου. Σκέφτηκα πως και πολύ είχες αργήσει! Άρχισες να το τρίβεις έντονα αλλά ταυτόχρονα πολύ σωστά κι εύστοχα σε σημείο που ένιωθα να βγάζω ποτάμια από μέσα μου. Μ' ένα φιλί πήγες απ' το στόμα στο λαιμό μου και λίγα δευτερόλεπτα μετά ένιωσα και τα δυο σου χέρια να προσπαθούν να σηκώσουν το φόρεμα μου προς τα πάνω. Είχε έρθει η ώρα για τα ρούχα μας. Αφού ανασηκωθήκαμε στο κρεβάτι και σε βοήθησα να μου βγάλεις πάνω απ' το κεφάλι το φουστάνι μου, άπλωσα αυτόματα τα πόδια μου προς τα εσένα για να μου αφαιρέσεις τα μποτάκια μου. Χαμογέλασες και γρήγορα και μεθοδικά απάλλαξες τα πόδια μου απ' αυτά. Είχα μείνει με το σουτιέν και το κολάν μου. Θα στοιχημάτιζα πως θα ήθελες να μείνω με τα εσώρουχα μου, όμως με εξέπληξες όταν σχεδόν χίμηξες πάνω στο στήθος μου και με ξάπλωσες στο κρεβάτι, πέφτοντας πάνω μου. Άρχισες να με φιλάς στο λαιμό, στο θώρακα. Μ' έγλειφες, με ρουφούσες, με δάγκωνες καμιά φορά. Ήσουν για λίγο στο δικό σου κόσμο. Χούφτωσες τα βυζιά μου πάνω απ' το σουτιέν και σχεδόν μούγκρισες. Ήρθες προς τα πάνω για ένα νέο φιλί στα χείλια μου και ταυτόχρονα μετακίνησες τα χέρια σου πίσω, στην πλάτη μου. Γρήγορα τα στήθη μου ήταν γυμνά μπροστά σου και δε φανταζόμουν ποτέ πόση ώρα θα μπορούσες ν' ασχολείσαι σχεδόν αποκλειστικά μ' αυτά. Έγλειψες κάθε χιλιοστό τους, τα ρούφηξες, τα θήλασες, τα τράβηξες και τα χάιδεψες. Το καυλί σου το ένιωθα πλέον πάνω στο πόδι μου σαν μια σκέτη πέτρα, ένα ρόπαλο που ζεματούσε και μου 'καιγε το δέρμα παρά το κολάν που φορούσα. Αφού έβγαλες το άχτι σου πάνω στις “βυζάρες μου” όπως τις αποκαλούσες και κάνοντας με να πιστέψω πως χαλαρά θα έβρισκα αύριο μικρές μελανιές σε διάφορα σημεία πάνω τους, σηκώθηκες από πάνω μου για να μου βγάλεις το κολάν. Όμως δεν ήταν δίκαιο, εσύ φορούσες ακόμη όλα σου τα ρούχα, οπότε σε σταμάτησα. Σου ζήτησα να γδυθείς για να σε φιλήσω κι εγώ όπου ήθελα και χωρίς αντίρρηση έβγαλες γρήγορα τη μπλούζα σου. Τα παπούτσια σου βγήκαν σχεδόν αμέσως, απλά τραβώντας τα απ' τις φτέρνες, ενώ τελευταίο και καλύτερο έβγαλες το τζιν παντελόνι που φορούσες, για να μου δείξεις πως δε φορούσες τίποτε από 'μέσα.  Ο κατακόκκινος πούτσος σου τεντώθηκε σαν ελατήριο με το που έπεσε το παντελόνι στα γόνατα σου. Γρήγορα το έβγαλες τελείως και το πέταξες σε μια γωνιά του δωματίου. Ήσουν πια ολόγυμνος μπροστά μου και δεν περίμενες ούτε μισό δευτερόλεπτο παραπάνω. Σοβαρά, σχεδόν αυστηρά, έπιασες το λάστιχο του κολάν απ' τη μέση μου και το τράβηξες προς τα κάτω κάνοντας με να πιστεύω πως ίσως το έσκιζες. Πλέον φορούσα μόνο το κιλοτάκι μου τ' οποίο άγγιξες ανάμεσα στα πόδια μου για να δεις πόσο υγρό είχε γίνει. Αν ήταν αυτό υγρό, τότε λογικά το μουνί μου θα ήταν μούσκεμα.

Έσκυψες ανάμεσα στα πόδια μου και γονάτισες μπροστά στο κρεβάτι. Με τράβηξες αποφασιστικά προς το μέρος σου και η λεκάνη μου έφτασε σχεδόν να αιωρείται στην άκρη του κρεβατιού. Παραμέρισες το ύφασμα του εσωρούχου μου και χωρίς να πεις κουβέντα άρχισες να με γλείφεις. Αυτή που σε λίγο άρχισε ν' αναστενάζει και να λέει πολλές κουβέντες ήμουν εγώ. Γαμώτο, το έκανες τέλεια! Ήσουν γεννημένος γι' αυτό! Γιατί δεν το 'χαμε κάνει νωρίτερα; Γιατί δε σε είχα αφήσει να μου το κάνεις τότε; Τότε που μου το ζήτησες; Τότε που επέμενες; Αχ, τι γλείψιμο έχανα τόσον καιρό η γυναίκα αλλά και τι γλείψιμο βίωνα τώρα η γυναίκα! Χαλάλι η αναμονή, από μιαν άποψη. Σου ζήτησα να μου βγάλεις το εσώρουχο μου για να σε νιώθω καλύτερα. Με υπάκουσες και γρήγορα συνέχισες να γλείφεις και να ρουφάς με βουλιμία το “γλυκό” σου, βγάζοντας πού και πού κανένα βογκητό ευχαρίστησης.

Ένιωσα μεγάλη έκπληξη και φυσικά χαρά, όταν σηκώνοντας κάποια στιγμή το κεφάλι μου για να κοιτάξω πως ρουφούσες τα υγρά μου μέσα απ' τα πόδια μου, είδα τα μάτια σου να 'ναι καρφωμένα επάνω μου: Ακριβώς όπως το στόμα σου δεν ξεκολλούσε απ' τα μουνόχειλα και την κλειτορίδα μου. Η ένταση των ματιών σου μ' έκανε αυτόματα να γείρω πίσω και να βογκήξω. Ταυτόχρονα ένιωσα μια καλύτερη, πιο στοχευμένη πίεση στην κλειτορίδα μου. Δυο δάχτυλα σου είχαν πάρει θέση, το ένα μέσα μου και το άλλο πίσω, στον κώλο μου. Τα κουνούσες αργά και ρυθμικά ίσα να με τρελαίνεις σε συνδυασμό με το χτύπημα της κλειτορίδας μου πάνω στη γλώσσα σου. Λογικά, σ' αυτό το σημείο το μικρό “κουμπάκι” μου θα είχε μεγαλώσει και θα είχε γίνει κατακόκκινο απ' τον ερεθισμό. Τα παχιά μου μουνόχειλα πρέπει κι αυτά να είχαν ανοίξει και να γυαλίζανε απ' τα υγρά τους. Ο κόλπος μου πρέπει να έχυνε προς τα έξω διάφανα υγρά σε συνδυασμό με μικρές παχύρρευστες λευκές βλέννες: τα χύσια που έβγαζα όταν καύλωνα πολύ. Αυτές οι σκέψεις σε συνδυασμό με τον ερεθισμό που μου πρόσφερες μ' έκαναν ν' αναστενάζω σαν τρελή, να λέω ασταμάτητα “ναι, ναι” και τελικά να σου πω πνιχτά πως θα χύσω.

Το καθάρισμα που έκανες στο μουνάκι μου απ' τα χύσια και τα υγρά μου ήταν τόσο καλό και σχολαστικό όσο και το γλείψιμο που δέχτηκε. Με άφησες να ηρεμήσω για ένα λεπτό καθώς η κλειτορίδα μου ακόμη παλλόταν κι έπειτα ανέβηκες προς τα πάνω και απαλά ξάπλωσες δίπλα μου, χαμογελώντας. “Είσαι υπέροχη” μου είπες και σε κοίταξα σχεδόν μ' απορία. “Εγώ ή εσύ;” ρώτησα κι έκλεισα για μια στιγμή τα μάτια μου. “Εσύ” μου είπες σχεδόν αμέσως. “Το κορμί σου, το μουνί σου, τα βυζιά σου, ο τρόπος που μ' έχυσες στα μούτρα”. Γύρισα πάλι και σε κοίταξα. Ένιωσα πως δεν ήταν ώρα για φιλοφρονήσεις. Ήταν ώρα για να δράσω, να σε ικανοποιήσω επιτέλους – αν και μεταξύ μας φαινόσουν ήδη τρισευτυχισμένος. Σου ζήτησα να κάνουμε 69 για να μπορέσω να σε γλείψω αλλά και για να δώσεις ακόμη κανένα φιλάκι στο μουνάκι μου (Είδες τι γίνεται όταν κακομαθαίνουμε μια γυναίκα;). Το δέχτηκες πολύ φυσιολογικά και δε χρειάστηκε παρά να κουνηθείς ελάχιστα, για να 'ρθω εγώ ανάποδα από πάνω σου, κι αφού κάτσω με το μουνί μου στο πρόσωπο σου, τελικά να τεντώσω το κεφάλι και τα χέρια μου για να πιάσω το πουλί σου. Ήταν ζεστό σίδερο κι αρκετά χοντρό και μύριζε αντρικά αλλά όχι άσχημα. Με χαρά πήρα το κεφάλι του στα χείλια μου και το έγλειψα περιμετρικά. Έπειτα, το ρούφηξα λίγο καλύτερα και μετά το πήρα όλο μες το στόμα μου. Γρήγορα βάλθηκα να το “καταπίνω” με μανία θέλοντας να το πάω όσο πιο βαθιά μπορούσα μες το στόμα μου προσπαθώντας να μην πνίγομαι συνέχεια. Παράλληλα άρχισα να χαϊδεύω τ' αρχίδια σου και δεν άργησε η ώρα που ενώ ανεβοκατέβαζα το χέρι μου απαλά στο καυλί σου έδινα όλη μου την προσοχή στο γλείψιμο των αρχιδιών σου. Τα έγλειφα, τα ρουφούσα απαλά, τα φιλούσα σ' όλο τους το μήκος, τα ζέσταινα με την καυτή μου ανάσα και κάτι μου έλεγε πως όλο αυτό το απολάμβανες το ίδιο ή ίσως και λίγο περισσότερο απ' το τσιμπούκι (Και να κάτι που οι περισσότεροι άντρες για κάποιο λόγο αποφεύγουν να το παραδεχτούν. Ίσως για να μη σταματήσουμε να τους τσιμπουκώνουμε, ποιος ξέρει;).

Κάποια στιγμή σε ρώτησα “Είσαι κοντά στο να χύσεις;” κι εσύ που εκείνη τη στιγμή έδινες απαλά φιλιά στα μουνόχειλα μου, απάντησες: “Κούκλα μου αργώ ακόμα”. Και τότε θυμήθηκα τις παλιότερες συζητήσεις μας για τη διάρκεια σου στο σεξ που μπορούσε έως και να εξαντλήσει τις ερωτικές σου παρτενέρ. Έτσι ξαφνικά λοιπόν, ένιωσα πως μάλλον ο Άγιος Βασίλης μ' είχε επισκεφτεί λίγο νωρίτερα απ' το κανονικό και μετά από ένα τελευταίο αργό αλλά βαθύ γλείψιμο στο καυλί σου ανασηκώθηκα και γύρισα να σε κοιτάξω. “Θέλω να μπεις μέσα μου” σου είπα απαλά. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα σηκώθηκες απ' το κρεβάτι κι έπιασες το μπουφάν σου απ' το πάτωμα. Βάλθηκες να ψαχουλεύεις μια εσωτερική του τσέπη. “Τι ψάχνεις;” σε ρώτησα αμέσως. “Προφυλακτικό” μου είπες δείχνοντας μου το ασημένιο τετραγωνάκι που κρατούσες στα χέρια σου. Σχεδόν αυτόματα σου είπα: “Μη βάλεις”. Με κοίταξες κατάματα ενώ πλησίαζες πίσω στο κρεβάτι. Λογικά αυτό δεν το περίμενες. “Γιατί;” τελικά με ρώτησες. “Είμαστε και οι δυο παντρεμένοι. Εγώ τόσα χρόνια δεν έχω πάει μ' άλλον άντρα πέρα απ' τον άντρα μου κι εσύ μ' όσες πηγαίνεις φοράς πάντα προφυλακτικό, σωστά; Άρα τι φοβάσαι; Δεν τίθεται θέμα υγείας” κατέληξα αποφασιστικά. “Μα δεν το φοράω για λόγους υγείας” αντέδρασες. “Για λόγους εγκυμοσύνης θα το φορέσω. Θυμάσαι τι 'χε γίνει μ' εκείνη την πιτσιρίκα πριν χρόνια; Και φορούσα και προφυλακτικό τότε”. Αμέσως υπερασπίστηκα τον εαυτό μου: “Και συγκρίνεις εκείνη την πιτσιρίκα μ' εμένα; Εκείνη εξάλλου στο 'χε πει πως ήθελε να κάνει ένα παιδί μ' έναν τυχαίο και σε παρακαλούσε να τη γκαστρώσεις. Όταν τελικά έμεινε έγκυος ούτε εσύ κατάλαβες πώς τα είχε καταφέρει. Άρα μη συγκρίνεις ανόμοια πράγματα. Εξάλλου εγώ είμαι παντρεμένη. Λες να θέλω να κάνω παιδί μ' άλλον άντρα εκτός απ' τον άντρα μου;”. “Τι θέλεις τότε;” με ρώτησες ήρεμα. “Να κάνουμε έρωτα ελεύθερα” σου είπα με απαλή φωνή. “Δεν παίρνω χάπι, αλλά ξέρω πως πλησιάζει η περίοδος μου οπότε δεν παίζει να μείνω έγκυος εφόσον δεν είμαι σε γόνιμες μέρες. Τόσα χρόνια κάνω ελεύθερα έρωτα με τον άντρα μου και ξέρω. Δε χρειάζεται ν' αγχωνόμαστε”. Θυμάμαι πως άφησες το προφυλακτικό στο κομοδίνο δίπλα σου και ξάπλωσες στο κρεβάτι και με πήρες στην αγκαλιά σου. Ενώ με φιλούσες, σταμάτησες και μου είπες με σταθερή φωνή: “Δεν έχω θέμα, θα το κάνω γιατί εσύ είσαι κάτι άλλο και το ξέρεις.  Αλλά είσαι σίγουρη πως θες να το κάνουμε ελεύθερα; Δε γουστάρω να μετανιώνω μετά κι επίσης δεν αντέχω να μιλάω για εκτρώσεις”. Σε χάιδεψα απαλά στην πλάτη και σου είπα: “Μη φοβάσαι. Δε θα έχουμε δυσάρεστες συζητήσεις. Απλά να το απολαύσουμε θέλω”. Έπειτα, σε φίλησα και γι' αρκετή ώρα δεν ξεκόλλησα το στόμα μου απ' το δικό σου.

Άρχισες πάλι να φιλάς το λαιμό μου, να παίζεις με τα βυζιά μου, να με γλείφεις και να ρουφάς διάφορα σημεία του κορμιού μου. Κάποια στιγμή, μετά από ένα γλωσσόφιλο διαρκείας σταμάτησες να πάρεις ανάσα και με ρώτησες αν το μουνί μου είχε συνέλθει μετά το τελευταίο του χύσιμο. Χαμογέλασα λέγοντας σου πως ήταν εντάξει κι ότι μπορούσες να μπεις μέσα μου. Και τότε πραγματοποίησες την επιθυμία μου, βυθίστηκες μέσα μου χωρίς προφυλακτικό, χωρίς τίποτα να μας χωρίζει. Το ζεστό δέρμα σου άγγιξε το δικό μου και βόγκηξες ενώ εγώ αναστέναξα. Άρχισες μια έντονη παλινδρομική κίνηση, ενώ παράλληλα φιλιόμασταν σχεδόν ασταμάτητα. Ήμασταν σε απλή ιεραποστολική στάση, αλλά εγώ την ένιωθα την πιο ερεθιστική στάση εκείνη τη στιγμή. Δεν άντεχα, ήθελα να σου μιλάω. Άρχισα ν' αναστενάζω: “Ναι, έτσι μωρό μου. Έτσι, βαθιά και δυνατά. Συνέχισε, μη σταματάς”. Ήξερα βεβαίως πολύ καλά πως θ' αργούσες να σταματήσεις κι εγώ το μόνο που ευχόμουν από μέσα μου είναι να μη στερέψει ο κόλπος μου από υγρά πριν χύσεις.

Σου ζήτησα να με πάρεις στα τέσσερα, στην πιο αγαπημένη μου στάση για ν' απολαύσω όλο το μήκος και το πάχος σου ενώ το μουνί μου θα στένευε. Ήταν κάτι παραπάνω από υπέροχα. Στα πρώτα δυο-τρία σπρωξίματα σου ζήτησα να πας πιο χαλαρά γιατί χτυπούσες με δύναμη τον τράχηλο μου και πονούσα αλλά στην πορεία όσο περισσότερο σε συνήθιζα, τόσο σου ζητούσα να με σκίσεις. Πόσο υπέροχο να μην τελειώνει γρήγορα ένας άντρας. Ένιωθα πως θα μπορούσες να με πηδάς μέχρι να πεθάνω, μέχρι να πεθάνεις. Μέχρι να πεθάνουμε κι οι δυο από εξάντληση.

Αλλάξαμε στάση μετά από ώρα γιατί πραγματικά άρχισαν να λυγίζουν και να τρέμουν τα γόνατα μου. Ήθελα να δοκιμάσουμε κουταλάκι, κάτι τ' οποίο αποδείχτηκε εξίσου ερεθιστικό. Για να είμαι ειλικρινής δε μπορώ να φανταστώ κάτι που θα μου έκανες και δε θα μου άρεσε εκείνη τη στιγμή. Ήμουν τόσο καυλωμένη και τόσο χαρούμενη που επιτέλους το κάναμε, που μπορούσα πραγματικά να δοκιμάσω σχεδόν τα πάντα μαζί σου.

Έτσι όπως με πηδούσες από πίσω ένιωσα σε λίγο ένα σου δάχτυλο να χαϊδεύει την κωλοτρυπίδα μου. Χωρίς να ξέρω το γιατί τινάχτηκα, χωρίς όμως να έχω ενοχληθεί. “Μη φοβάσαι”, μου είπες παρεξηγώντας την αντίδραση μου. “Ούτε εγώ τρελαίνομαι από πίσω και παίζει να μην στο ζητήσω και ποτέ. Προτιμώ να κάνω τη μουνάρα σου να χύνει και να τη χύνω κι εγώ σαν τρελός” μου ψιθύρισες λίγο πριν αρπάξεις τα βυζιά μου μες τις παλάμες σου κι αρχίσεις και μου ρίχνεις κάτι γρήγορες, δυνατές ψωλιές. Ένιωθα το μουνί να στάζει αλλά και να ανοίγει στα δύο απ' τις ωθήσεις που δεχόταν και δεν άντεξα, άρχισα να φωνάζω αντανακλαστικά, σα φυσικό επακόλουθο αυτού που γινόταν πάνω και μέσα στο σώμα μου.

Με γύρισες πάλι ανάσκελα και τότε εγώ χωρίς να χάσω ευκαιρία έβαλα τις γάμπες μου πάνω στους ώμους σου και οι πατούσες μου σχεδόν ακούμπησαν τα μάγουλα σου. Νέος κύκλος σφυροκοπήματος άρχισε, με το μουνί μου πραγματικά να το νιώθω ν' ανοίγει κι άλλο κι άλλο. Τα υγρά που κυλούσαν στον κώλο μου με γαργαλούσαν, μου έδιναν την αίσθηση πως πλέον έχω δυο υγρά μουνιά, ένα μπρος κι ένα πίσω. Ένιωθα πια τον ιδρώτα σου να στάζει πάνω μου και ήθελα να κολλήσουμε ο ένας πάνω στον άλλον. Σε τράβηξα απ' την πλάτη προς το μέρος μου μέχρι ο θώρακας σου ν' ακουμπήσει τις καυλωμένες βυσσινί ρώγες μου κι ένιωσα πως δεν υπήρχε σωματικό υγρό που αυτή τη στιγμή δεν είχαμε ανταλλάξει. Ή μάλλον όχι, για την ακρίβεια, δεν είχαμε ανταλλάξει ακόμη ένα. Γι' αυτό κι έπρεπε να χύσεις.

Κατέβασα τα πόδια μου απ' τους ώμους σου και τα έφερα και τα κλείδωσα γύρω απ' τη μέση και τον κώλο σου. Σε τράβηξα τελείως επάνω μου και σε φίλησα. Έπειτα άρχισα να κουνάω έτσι τη λεκάνη μου ώστε ο πούτσος σου να έρχεται και να εφάπτεται στα πάνω τοιχώματα του μουνιού μου. Μέσα σε δευτερόλεπτα άρχισα να βογκάω και γρήγορα πήρες πάνω σου την αποστολή και συνέχισες να κάνεις αυτό που μόλις σου είχα δείξει με τον τρόπο μου. Ήθελα να έχω κολπικό οργασμό, να βυθιστώ στη θάλασσα και να μη βγαίνω μέσα απ' αυτήν ενώ βρισκόμουν πάνω στο καυλί σου. Ήθελα να με κάνεις να λιώσω στην αγκαλιά σου, να μην κουνιέμαι για ολόκληρα λεπτά. Αν συνέχιζες έτσι, θα το κατάφερνες. Η αίσθηση όλο και γινόταν καλύτερη, όλο και πιο ξεκάθαρη. Δεν  άντεξα, άρχισα να παραμιλάω: “Αχ μωρό μου, λιώνω. Αν με κάνεις να χύσω κολπικά, θα πεθάνω στα χέρια σου. Σε παρακαλώ συνέχισε αυτό που κάνεις, μην το αλλάξεις καθόλου”. Εσύ βόγκηξες κι απλά έσκυψες και με φίλησες. Πλέον ένιωθα δύο διεισδύσεις: τη γλώσσα σου μες το στόμα μου και την ψωλή σου μες το μουνί μου. Και δεν ήξερα τι απ' τα δυο ήταν πιο απολαυστικό. Και τα δυο μαζί, με στέλνανε στον Παράδεισο και την Κόλαση (που ήθελα να καώ) την ίδια στιγμή.

Λίγες ακόμη ωθήσεις, λίγη ακόμη τριβή στα σωστά σημεία και το ένιωσα. Εσωτερικό γαργαλητό και το μουνί μου άρχισε ν' ανοιγοκλείνει. Έκλεισα τα μάτια μου γιατί τυφλωνόμουν σταδιακά. Κλαψούρισα γιατί δεν είχα φωνή να μιλήσω. Αρπάχτηκα απ' τα μπράτσα σου γιατί νόμιζα πως έκανα ελεύθερη πτώση απ' τον ουρανό. Κι άλλα υγρά, πολλά υγρά. Και τότε ήρθε εκείνη. Η θάλασσα. Και με καλωσόρισε. Και βυθίστηκα μέσα της. Κι έκλαψα γιατί ήταν δροσερή και υπέροχη. Και καυτή κι εξαγνιστική. Σαν το καυλί σου που με είχε ανεβάσει στα ουράνια. Και τότε μέσα στο νερό σ' άκουσα, τη φωνή σου: “Χύνω καύλα μου. Χύνω μέσα σου”. Και μες τη θάλασσα του μουνιού μου νέα κύματα ήρθαν. Ήταν ζεστά και δεν ήταν δικά μου, αλλά ακόμη καλύτερα, ήταν δικά σου.

Έτρεμα, αλλά εσύ έτρεμες περισσότερο. Μετά από τέτοια διαρκείας γαμήσι η μάνικα που είχες ανάμεσα στα πόδια σου ήταν λες κι έβγαζε λίτρα σπέρματος μέσα μου. Τι ωραία που θα πλημμύριζε απ' τα υγρά σου το μουνί μου, σκέφτηκα μες το τελείωμα του οργασμού μου. Με είχες σφίξει πάνω σου και μέχρι να βγει και η τελευταία ριπή με κράταγες δυνατά. Έπειτα για μια στιγμή χαλάρωσες. Άνοιξες τα μάτια σου και με κοίταξες που σε κοιτούσα τόσο μα τόσο χαρούμενη και ικανοποιημένη. Έκανες να χαμογελάσεις εξαντλημένος. “Μη βγεις από μέσα μου” σου είπα αυθόρμητα. “Άσ' τον μέχρι να στραγγίξει μέσα μου και να μαλακώσει” συμπλήρωσα χαϊδεύοντας το μάγουλο σου. Και σαν να περίμενες την άδεια μου, άφησες το πρόσωπο σου να πέσει στο πλάι μου, βουτώντας μέσα στα ιδρωμένα μαλλιά μου που ευτυχώς μύριζαν ακόμη σαμπουάν κι αρώματα. Το σώμα σου είχε αφεθεί τελείως πάνω στο δικό μου κι ένιωθα απόλυτα το βάρος σου ν' απλώνεται σε κάθε μου ίντσα. Ένιωσα τα λεπτά να περνάνε και μαζί τους τις ανάσες μας να ηρεμούν.

“Θέλω να σε γαμήσω ξανά” ψιθύρισες ξαφνικά, ενώ δεν το περίμενα. Χαμογέλασα και γύρισα να σε κοιτάξω. “Πότε; Τώρα;”. Σήκωσες το κεφάλι σου και με κοίταξες σταθερά, ενώ φαινόταν κάτι να σκέφτεσαι. Έπειτα είπες σοβαρά: “Και να είχαμε χρόνο τώρα, δεν νομίζω πως έχω τις δυνάμεις να το πάω πάλι απ' την αρχή”. Κι εκεί γέλασα και σ' έκανα κι εσένα να γελάσεις. Φιληθήκαμε απαλά, βαθιά στο στόμα κι έπειτα σου είπα πως κι εγώ με την πρώτη ευκαιρία θέλω να ξανά γαμηθώ μαζί σου. Έπειτα σε ξανά φίλησα και σου θύμισα πως ήταν ώρα να πηγαίνεις. Δε μπορούσες να φέρεις αντίρρηση σ' αυτό κι έτσι έκανες να ξεκολλήσεις το σώμα σου απ' το δικό μου. Βγήκες από μέσα μου και μια λωρίδα από σπέρμα και διάφανα υγρά κύλησε πάνω στον κώλο μου κι έπειτα πάνω στα λευκά σεντόνια. Αυτό βέβαια που μου έκανε πιο πολύ εντύπωση ήταν ο πούτσος σου, ο οποίος αν και είχε περάσει ώρα δεν είχε πέσει εντελώς.

Άρχισες να ντύνεσαι, συλλέγοντας τα ρούχα σου από το πάτωμα. “Δε θα πλυθείς;” σε ρώτησα ανασηκώνοντας το κεφάλι μου για να σε κοιτάξω. “Στο σπίτι” μου είπες χαμογελώντας. “Εξάλλου νομίζω πως δε θ' αφήσω γυναίκα να μ' ακουμπήσει τουλάχιστον για τις επόμενες μια-δυο μέρες. Εκτός αν...” είπες και σταμάτησες. “Εκτός αν τι;” ρώτησα ξέροντας πως θα ήθελες να μου πεις το παρακάτω. “Εκτός αν μείνεις” είπες με πονηρό βλέμμα και για μια στιγμή νόμισα πως δεν είχαμε κάνει έρωτα, επειδή είχες εκείνο το πεινασμένο βλέμμα που έχεις πάντα όταν με κοιτάς ερωτικά και με φλερτάρεις. Όμως γρήγορα κοίταξες αλλού και το βλέμμα σου πάλι άλλαξε όψη.

Σηκώθηκα απ' το κρεβάτι λίγο πριν φύγεις για να σε ξεπροβοδίσω. Με κοίταξες βαθιά στα μάτια και μου είπες “Ευχαριστώ”. “Εγώ ευχαριστώ” απάντησα αμέσως. Πλησιάσαμε και φιληθήκαμε. “Θα μείνω κι αύριο” σου είπα. “Δηλαδή σήμερα” διευκρίνισα συνειδητοποιώντας πως ήδη ξημέρωνε η καινούρια μέρα. “Αν έρθεις μετά τη δουλειά σου από δω, τότε θα μείνω”. Χαμογέλασες και μου είπες πως θα φρόντιζες να περάσεις αλλά και να έχουμε και χρόνο. Δεν ξέρω τι δικαιολογία θα σκαρφιζόσουν, αλλά ούτε μ' ενδιέφερε. Εγώ απλά θα σε περίμενα.

Τηλεφώνησα το πρωί στη γυναίκα σου και της είπα πως θα τελείωνα με κάποιες εκκρεμότητες που είχα και θα 'φευγα. Με ρώτησε αν είχαν πάει όλα καλά με το φαρμακείο κι αν είχα βρει αυτό που χρειαζόμουν. Μου είπε πως είχες γυρίσει αργά κι είχες φύγει νωρίς για τη δουλειά και δεν είχε προλάβει να σε ρωτήσει αν όλα είχαν πάει καλά. Τη διαβεβαίωσα πως μπορεί ν' αργήσαμε λίγο, μα τελικά βρήκαμε το φάρμακο που χρειαζόμασταν. Το είχα πάρει και είχα πέσει να κοιμηθώ σαν πουλάκι. Κι έτσι χωρίς μάλλον να το περιμένει, την ευχαρίστησα που σου επέτρεψε να φύγεις μαζί μου για λίγες ώρες, ώστε να με βοηθήσεις να βρω αυτό που είχα ανάγκη. Μου είπε να μην το συζητώ και πως δεν ήταν καθόλου πρόβλημα. Έπειτα με ρώτησε αν είχα χρόνο έστω για έναν καφέ. Της απάντησα πως δυστυχώς δε θα βόλευε αυτή τη φορά να βρεθούμε, αλλά της υποσχέθηκα πως κάποια στιγμή θα πίναμε έναν πολύωρο καφέ παρέα. Της είπα πως τη συμπαθώ πολύ και το εννοούσα. Ίσως γι' αυτό δεν ήθελα να τη συναντήσω κι από κοντά. Σε άτομα που συμπαθώ θέλω να λέω την αλήθεια κι έτσι αν πίναμε καφέ μαζί, ίσως τελικά να μην κρατιόμουν και να της έλεγα πόσο φοβερός γαμιάς είναι ο άντρας της και πόσο θα ήθελα πού και πού να του επιτρέπει να 'ρχεται και να μου δίνει το φάρμακο που με κάνει να νιώθω περδίκι. Επειδή όμως υποπτεύθηκα, πως τέτοιου είδους σχόλια για τον άντρα της, ίσως και να μην τα εκτιμούσε πολύ, αποφάσισα να την αποφύγω ευγενικά. Το θεώρησα πιο έντιμο.

Λίγες ώρες μετά ξέρεις τι συνέβη. Ήρθες και πάλι στο δωμάτιο μου και για πάνω από δύο ώρες έλιωνα στην αγκαλιά σου χύνοντας κι εκλιπαρώντας γι' ακόμη μια φορά να χύσεις μέσα μου. Παρά τις αντιρρήσεις σου και τους φόβους σου, πως θα με γκαστρώσεις και θα τρέχουμε, δεν κρατήθηκες και στο τέλος μου το έκανες πάλι το χατίρι. Λίγο αργότερα, γι' ακόμη μια φορά χαλαρώναμε εμείς στο κρεβάτι με φιλιά και ο πούτσος σου στο μουνί μου μέχρι να βγάλει την τελευταία του σταγόνα και να μικρύνει.

Κάποια στιγμή σηκώθηκα να πάω στο μπάνιο και χωρίς να το περιμένω με ρώτησες: “Θα πεις στον άντρα σου τι κάναμε;”.  Γύρισα και μάλλον με υπερβολική ψυχραιμία απάντησα: “Ναι, θα του τα πω”. Έπειτα προχώρησα προς το μπάνιο. Έκατσα στη λεκάνη της τουαλέτας αλλά δεν έκλεισα την πόρτα. Άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο να κατουρήσει. Λίγα δευτερόλεπτα μετά σε άκουσα να με ρωτάς: “Θα του πεις και ότι έχυνα μέσα σου;”. Πήρα ένα κομμάτι χαρτί να σκουπιστώ κι έτσι όπως το έβγαλα ανάμεσα απ' τα πόδια μου είδα ροζ βλέννες στην επιφάνεια του. Χαμογέλασα αυθόρμητα. Η αρχή της περιόδου μου ήταν γεγονός.

Τράβηξα το καζανάκι και βγήκα απ' την τουαλέτα. Μπαίνοντας στο δωμάτιο σε κοίταξα και σαν να μιλούσα για το πιο ασήμαντο, βαρετό θέμα του κόσμου, σου είπα: “Δεν ξέρω αν πάντα χρειάζονται τόσες λεπτομέρειες”.



Copyright protected OW ref: 100842