Στη σκοτεινή πλευρά του δρόμου

Δημοσιεύθηκε από mariaX
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.77 (22 Votes)
Στις 11 το club ήταν μισογεμάτο. Από την αναμενόμενη παρέα μας είχαν ήδη έρθει πάνω από τους μισούς. Βαριόμουν και προσπαθούσα να το κρύψω από τον άντρα μου και τους φίλους του. Αρκετούς τους ήξερα καλά, βγαίναμε μαζί τουλάχιστον 2 χρόνια. Συνάδελφοι του Γιάννη, του άντρα μου στο νοσοκομείο. Οι περισσότεροι με τις γυναίκες ή τους άντρες τους. Καλοντυμένοι όλοι, μαυρισμένοι, έδειχναν να απολαμβάνουν το κοκτέιλ τους και την παρέα αν και… σκεφτόμουν πως οι πιο πολλοί βαριούνται σαν και μένα.

Το μόνο ενδιαφέρον ήταν εκείνο το σκοτεινό βλέμμα στο βάθος.  Κάπνιζε. Δεν καπνίζω και υπό κανονικές συνθήκες σιχαίνομαι τους καπνιστές. Αυτό το βλέμμα όμως μου άρεσε. Στην παρέα του ήταν ακόμα ένα ζευγάρι και ένας τύπος αλλά έδειχνε σαν να τους είχε ξεχάσει εντελώς. Με κοιτούσε. Τον πρόσεξα καθώς μπαίναμε. Με κάρφωσε αμέσως λες και έβλεπε κάποια γνωστή του. Καθίσαμε στην άλλη μεριά του club και σε ένα υπερυψωμένο σχετικά επίπεδο. Ανάμεσα μας παρεμβάλλονταν  αρκετοί. Αλλά με κοιτούσε. Έβρισκε τον τρόπο να με κοιτάει.

Το βλέμμα του ήταν σκοτεινό και διεισδυτικό. Ήταν γύρω στα 45 με μαλλιά ψαρά. Καλοσχηματισμένο πρόσωπο με σκληρές γραμμές. Δεν έβλεπα καλά το σώμα του αλλά πρέπει να ήταν 1.80. Με κοίταζε χωρίς ίχνος χαμόγελου και αδιαφορώντας αν θα τον προσέξουν κι άλλοι.

Προσπαθώντας να δείχνω χαλαρή, μίλαγα με τον άντρα μου και το ζευγάρι συναδέλφων του που ήταν κοντά μας. Κοιτούσα που και που και τα σκούρα μάτια του νόμιζα πως με έχουν δέσει. Χωρίς να με αγγίξει, χωρίς να μου μιλήσει καν, ένοιωθα ήδη πως έκλεβα. Αναρωτιόμουν για την εμφάνιση μου. Η αλήθεια είναι πως δεν είχα δώσει ιδιαίτερη προσοχή στο ντύσιμο της βραδιάς. Το είχα μάλλον τυπικά αντιμετωπίσει. Φορούσα ένα μαύρο φαρδύ παντελόνι, από μαλακό  βαμβακερό, σφιχτό στη μέση μου και χαλαρό στα πόδια και ένα μπλουζάκι ασπρόμαυρο με κοντό φαρδύ μανίκι και ανοιχτό, μάλλον προκλητικό μπούστο. Ήδη είχα προσέξει τις κλεφτές ματιές των συναδέλφων του Γιάννη.

Το γυμναστήριο, με επίμονη προσπάθεια βέβαια, κράταγε το σώμα μου καλό και την αυτοπεποίθηση μου σε ψηλά επίπεδα, παρόλο που δεν έχουν περάσει ούτε 2 χρόνια που γέννησα. Είμαι 1,65, 52 κιλά τώρα, το μαλλί μου πιο ξανθό απ ότι συνήθως και η εμφάνιση μου γενικά πολύ καλή. Στο παρελθόν η σεξουαλική μου δραστηριότητα ήταν αρκετά έντονη και αρκετά τολμηρή. Στα τέσσερα χρόνια της συνύπαρξης μου με το Γιάννη συνειδητά προσπάθησα να ξεκόψω απ το παρελθόν. Και τα κατάφερα. Εκτός μερικών ανυπότακτων σκέψεων και κάποιων επισκέψεων σε site πονηρά ήμουν πλέον μια σωστή σύζυγος.

Ανταποκρινόμουν στο βλέμμα. Δε χαμογέλασα ποτέ, δεν καρφώθηκα, δεν έκανα τίποτα που να μπορούσε να θεωρηθεί πρόκληση. Απλά τακτικά κοίταζα. Μίλαγα με τους γύρω και άκουγα συζητήσεις για σχολεία, για μωρά, για διακοπές (ταιριαστό μιας και μόλις επιστρέψαμε στην Αθήνα), για εστιατόρια, για μπουζούκια, για τα πάντα. Αλλά το μυαλό μου ανήκε στον άγνωστο. Σκεφτόμουν τι κοιτάζει. Τον κώλο μου; Το στήθος;  Καταριόμουν την ώρα που αποφάσισα να βάλω το χαζό-παντελόνι. 9 στις 10 φορές βγαίνω με φούστα ή με φόρεμα. Τα πόδια μου είναι πολύ ωραία θεωρώ και γενικά μου αρέσει να με βλέπουν. Αναρωτιόμουν… τι να θέλει; Εκτός απ το προφανές, αναρωτιόμουν αν θέλει να με γνωρίσει. Να με φλερτάρει; Θέλει μηνύματα στο κινητό και μπλέξιμο και σχέση; Η θέλει απλά να παίξει;

Αναζητώντας το βλέμμα του, τον είδα ξαφνικά να πλησιάζει. Με κάρφωνε απροκάλυπτα και πέρασε δίπλα μας πηγαίνοντας μάλλον στη τουαλέτα. Τον είδα καλύτερα. Φορούσε ένα μπλε απλό παντελόνι και ένα θαλασσί πικέ, κοντομάνικο μπλουζάκι. Πρόσεξα τον κώλο του από πίσω και μου άρεσε. Δεν ήταν τέλειο το σώμα του, είχε μάλλον μια πολύ μικρή κοιλίτσα. Οι πλάτες του καθώς απομακρυνόταν για την τουαλέτα μου φάνηκαν νορμάλ. Αθλητικό δεν θα τον έλεγες, ένας συνηθισμένος σαραντάρης. Το πρόσωπο του δεν ήταν κακό. Αλλά το βλέμμα του… το βλέμμα του! Καθώς με προσπέρασε μου φάνηκε να με κοιτά σα να ήταν κακόθυμος, σα θυμωμένος μαζί μου.

Όπως και να ήταν με είχε κερδίσει. Το μυαλό μου δούλευε γρήγορα και ρούφηξα γρήγορα το τρίτο ντάκιρι. Στη τουαλέτα. Και που να πάω; Στις αντρικές; Αλλιώς τι; Να περιμένω απ έξω σαν την ηλίθια; Και άντε και συμπέσαμε. Να του μιλήσω; Να τον αφήσω να μου μιλήσει; Να δώσω τηλέφωνο; Κι αν με δει κανείς; Οι μισοί στο club ήταν στην παρέα του άντρα μου.

Έμεινα καρφωμένη στη θέση μου με μια έντονη αίσθηση ότι χάνω την ευκαιρία. Βγήκε. Πέρασε μπροστά μου πάντα καρφώνοντας τα μάτια μου. Σε μια παρόρμηση απέφυγα να τον κοιτάξω, ενώ πέταξα την κουβέντα μου στην παρέα που συζήταγε τώρα έντονα για τις τηλεοπτικές άδειες. Τον είδα. Δεν πήγε στην παρέα του, έμεινε κοντά μας και άναψε ένα ακόμα τσιγάρο. Και καλά αδιάφορα, ρώτησα την κοπέλα δίπλα μου αν ήθελε ένα ακόμα κοκτέιλ. Δεν ήθελε. Κινήθηκα προς τη μπάρα μόνη μου και δεν άφησα τον άντρα μου να πάει αν και προθυμοποιήθηκε. Παρόλη τη συντηρητική μου εμφάνιση, με κοίταξαν διάφοροι. Και αυτός. Απέφυγα να καρφωθώ αλλά πρόσεξα ότι πλέον κοιτούσε το κώλο μου. Με τρόπο που ήθελε να δω τι κοιτούσε. Προσπάθησα να του δώσω ωραία εικόνα.

Γύρισα στη παρέα έχοντας πιεί το μισό από το καινούργιο μου ντάκιρι. Ένοιωθα πλέον τη γλυκιά ζάλη του αλκοόλ. Η συζήτηση ήταν στο ποδόσφαιρο τώρα και τα κορίτσια της παρέας  είχαν κάνει ένα πηγαδάκι με τα «δικά τους». Παρά τον εξαερισμό και τον κλιματισμό η ατμόσφαιρα είχε γίνει ζεστή και υγρή. Η αίθουσα του club ίσως δεν ήταν ταιριαστή με την νύχτα του Σεπτεμβρίου. Ακούμπησα το ποτήρι με το ντεκόρ φράουλας στο τραπεζάκι.

-    Γιάννη πάμε μια βόλτα έξω να πάρουμε αέρα; Έχω  σκάσει. Έβαλα και το παντελόνι. Τι μου ήρθε; Έχει κολλήσει πάνω μου.

Το είπα ψιθυριστά στο αυτί του. Ήλπιζα να ακούσω «όχι». Χωρίς να έχω σχέδιο, χωρίς λόγο ουσιαστικά. Αλλά ήθελα να πει «όχι».

-    Βρε Μαρία κάτσε τώρα. Έτσι κι αλλιώς θα φύγουμε σε λίγο. Θα μας δείρει η γιαγιά.

Η μάνα μου πρόσεχε στο σπίτι το παιδί και η ώρα ήταν 1. Θα έπρεπε να φύγουμε. Και η συζήτηση στη παρέα είχα ανάψει. Ο Ολυμπιακός δεν ξεκίνησε καλά τη χρονιά.

-    Καλά… πάω μόνη για λίγο.

Ανακουφίστηκε μάλλον.

-    Μην αργήσεις και έλα για να φύγουμε.

Είναι καλό παιδί ο Γιάννης. Καλά τα πάμε. Και το σεξ είναι συχνό και καλό παρά τη συνήθεια των 4 χρόνων που ήδη έχουν περάσει.

Χάρηκα. Σχεδόν χωρίς να με προσέξει κανείς γλίστρησα έξω. Ο  κόσμος είχε αυξηθεί. Δεν τον είδα. Τώρα ήθελα να τον δω και τώρα χάθηκε. Παρόλο που ακολούθησα όσο πιο μεγάλη διαδρομή ως την πόρτα δεν τον είδα. Βγήκα. Δροσιά και μια τζούρα καθαρού αέρα και ησυχίας. Κοίταξα γύρω. Κανείς γνωστός. Προχώρησα στο δρομάκι του Νέου Ψυχικού ακούγοντας από μακριά το θόρυβο της Κηφισίας. Περπατούσα όσο πιο σιγά μπορούσα αλλά… πουθενά. Απογοήτευση. Χωρίς λογική αιτία, χωρίς να σκέπτομαι λογικά ότι κάτι θα μπορούσε να γίνει με τον μίστερ «σκοτεινό βλέμμα», αλλά απογοήτευση. Περπάτησα αντίθετα από την κατεύθυνση της Κηφισίας και έστριψα στο πρώτο κάθετο δρομάκι με σκοπό να κάνω ένα κύκλο και να επιστρέψω. Το αλκοόλ μαζί με τον μίστερ «σκοτεινό βλέμμα» είχαν δημιουργήσει στο κεφάλι μου μια περίεργη κατάσταση. Το περιβάλλον σκοτεινό με πικροδάφνες στα σχετικά στενά πεζοδρόμια και πολυκατοικίες δεξιά και αριστερά. Έφτασα στον επόμενο κάθετο δρόμο και ξαναείδα από μακριά την Κηφισίας. Και τον είδα.

Τον είδα πριν να με δει. Με τα φώτα της λεωφόρου τον έβλεπα καθαρά. Στον παράδρομο της Κηφισίας, στεκόταν κοιτώντας δεξιά αριστερά σαν κάτι να έψαχνε . Ένοιωσα τους παλμούς μου να αυξάνονται και σκέφτηκα να οπισθοχωρήσω και να εξαφανιστώ. Αλλά σαν υπνωτισμένη προχώρησα. Θα μας χώριζαν 80 μέτρα περίπου. Τελικά κοίταξε προς το μέρος μου. Κοντοστάθηκε. Δίστασε; Μάλλον δεν ήταν σίγουρος αν ήμουν εγώ, αφού ήμουν ακόμα στο σκοτάδι. Άρχισε να περπατά προς το μέρος μου, ανηφορίζοντας το στενάκι που εγώ κατηφόριζα. Ένοιωσα την αδρεναλίνη να εισβάλει στο μυαλό μου ή σαν κάποιος να άνοιξε το παράθυρο μέσα μου και η ζαλάδα χάθηκε. Πλέον ήμουν νηφάλια και συγκεντρωμένη. 30 μέτρα. Περπατούσα σιγά και αυτός σχετικά γρήγορα. Ερχόταν προς εμένα ήταν φανερό. 10 μέτρα. Σταμάτησα . Χαμογελούσε και με πλησίασε όπως κάποιος γνωστός. Το ύφος μου μάλλον έκπληκτο έως και ανήσυχο.

Στάθηκε μπροστά μου. Δε χαμογελούσε πια. Κοιταζόμασταν και ένοιωσα να παγώνω καθώς είδα τα σκούρα μάτια που έπαιζαν μαζί μου όλο το βράδυ τόσο κοντά στο πρόσωπό μου. 2,3 δευτερόλεπτα και κατέβασα το βλέμμα κάνοντας μια κίνηση να τον αποφύγω και να συνεχίσω. Άπλωσε το χέρι του και με συγκράτησε. Μύριζε ωραία. Δεν επέμεινα στην κίνηση μου και τον άφησα να με συγκρατήσει χωρίς να τον κοιτάζω. Αμέσως αισθάνθηκα το μπράτσο του να με σπρώχνει. Ανεβήκαμε στο πεζοδρόμιο και με έσπρωξε ανάμεσα στις πικροδάφνες. Πίσω απ αυτές διέκρινα ένα φράκτη από συρματόπλεγμα και πιο πίσω ένα άκτιστο οικόπεδο που είχε γίνει παρκινγκ. Το χέρι του με χάιδεψε αμέσως ανάμεσα στα πόδια μου. Το άλλο χάιδεψε το μάγουλο και τον λαιμό μου και σχεδόν αμέσως χώθηκε στο στήθος μου.

Παραμέρισε το σουτιέν μου και με χούφτωσε άγαρμπα. Προσπαθούσα να αποφύγω το βλέμμα του κοιτώντας κάτω. Ένοιωθα έκρηξη καύλας την ίδια στιγμή που στο μυαλό μου είχε ανάψει μεγάλη επιγραφή: ΦΥΓΕ. ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ. ΦΥΓΕ. Έκανα μια ακόμα προσπάθεια να τον αποφύγω και να φύγω. Το μπράτσο του όμως δεν ήταν πλέον «ευγενικό» . Ήταν σκληρό και με κράτησε στη θέση μου. Παραδόθηκα. Οι σκέψεις έφυγαν, οι τύψεις που ήδη είχαν εμφανιστεί μάλλον υποκριτικά σβήστηκαν και έμειναν μόνο η καύλα και ο ερεθισμένος τύπος μπροστά μου που ήταν φανερό το τι ήθελε. Τον κοίταξα φευγαλέα στα μάτια.

-    Τέλειωνε!

Το είπα σκληρά αλλά με σιγανή φωνή. Το χέρι του ανάμεσα στα πόδια μου είχε γίνει βίαιο. Με έσφιγγε πολύ. Ξαφνικά και τα δύο του χέρια τραβήχτηκαν και πιάνοντας από το πλάι το παντελόνι μου το τράβηξαν προς τα κάτω. Ανάκατες σκέψεις με τρομερό ερεθισμό. Μην το σκίσει. Το κατέβασε μέχρι τη μέση στους μηρούς μου μαζί με το κιλοτάκι μου. Με γύρισε απότομα με το πρόσωπό μου στο συρματόπλεγμα. Μου έδωσε ένα σκαμπίλι στον κώλο μάλλον τρυφερό. Ένοιωσα τα δάχτυλα του να ψάχνουν ανυπόμονα. Λύγισα τη μέση μου.  Έτοιμη. Το επόμενο δευτερόλεπτο ένοιωσα το γνωστό αίσθημα του πούτσου που σε γαμάει. Η απίστευτη διαφορά με τον άλλο που σου κάνει έρωτα.

Είναι η στιγμή της κατάκτησης αφού σε κυνήγησε. Η στιγμή που πήρε αυτό που ήθελε. Η στιγμή που παραδίνεσαι χωρίς συναίσθημα. Δεν τον αγαπάς. Δεν είσαι ερωτευμένη. Σε γαμάει, σε σκίζει, σε παίρνει. Ένοιωθα τη κοιλιά του να κτυπάει στο κώλο μου. Με έσπρωχνε δυνατά και κρατιόμουν από το σταθερό ευτυχώς συρματόπλεγμα. Το μυαλό μου σε δίνη, σαν να στροβιλιζόταν στον ρυθμό του «δυνάστη» μου. Το κόκκινο αυτοκίνητο πίσω από το συρματόπλεγμα μου έμοιαζε πως ερχόταν μπροστά στα μάτια μου όταν με έσπρωχνε και απομακρυνόταν δύο μέτρα όταν τραβιόταν. Ξαφνικά οι τύψεις ξανά. ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΠΟΤΑ! Τα πρόσωπα του άντρα μου και του γιού μου στον στρόβιλο μαζί με το συρματόπλεγμα και τις πικροδάφνες.

Μου τραβάει τα μαλλιά και μου δίνει δύο δυνατές πλέον στον κώλο. Νέα ποτάμια κάβλας στο μυαλό μου διώχνουν τις τύψεις. Έχυσα για δεύτερη ή τρίτη φορά χωρίς ούτε κραυγή. Και αυτός είναι εντελώς σιωπηλός.

-    Μη χύσεις μέσα!

Η αγωνιώδης φωνή όσης λογικής απομένει. Τραβιέται και τα δάχτυλα του ψάχνουν βιαστικά να βρουν τον κώλο μου. Έχω καιρό να το κάνω από κει αλλά παλιότερα ήμουν καλά εκπαιδευμένη. Προς μεγάλη έκπληξη και ευχαρίστηση του νομίζω, πιάνω με το χέρι μου τον μάλλον μεγάλο πούτσο του και τον οδηγώ στη τρύπα μου. Σπρώχνει. Νέα αίσθηση πλήρους παράδοσης, νέος στρόβιλος κάβλας. Και πόνος.  Ο τύπος με ξεσκίζει με όλη του δύναμη. Δεν είμαι άνθρωπος, είμαι κορμί, μουνί, κώλος που πρέπει να ξεσκιστεί χωρίς έλεος. Είμαι ηδονή που τη ρουφάει αχόρταγα.

Μπαίνει μέσα μου μέχρι εκεί που μπορεί να φτάσει, βγαίνει εντελώς και ξανακαρφώνεται με μανία. Τον αισθάνομαι σκληρό να με σοδομίζει αλύπητα. Με κρατάει από τη μέση και με γαμάει με σχετικά αργό ρυθμό αλλά με βίαιες, απότομες κινήσεις της λεκάνης του. Επιταχύνει, επιταχύνει.

-    Καριόλα… παρ’ τα…

Το σπέρμα του το ένοιωσα μέσα μου. Τραβήχτηκε αφού μου άδειασε κάθε σταγόνα. Τον ένοιωσα να ντύνεται και σιγά-σιγά ορθώθηκα χωρίς να κοιτάζω πίσω μου. Προσπαθώ να σηκώσω το παντελόνι μου. Ευτυχώς δε σκίστηκε. Στρώνω όσο γίνεται τη μπλούζα μου. Στέκεται μπροστά μου με χαμόγελο.

-    Γεια σου

Η φωνή του αρκετά λεπτή για το σώμα του. Του απαντώ με ένα νεύμα και ένα χαμόγελο χωρίς να μιλήσω. Απομακρύνεται και ξεκινώ κι εγώ. Στην είσοδο του club βλέπω μια τη γυναίκα ενός φίλου του Γιάννη που την ξέρω καλά μια και βγαίνουμε συχνά και της πιάνω αμέσως κουβέντα προσπαθώντας να κρύψω την ένταση που νοιώθω. Σε λίγο μια μεγάλη ομάδα βγαίνει από την αίθουσα και μαζί τους βλέπω το Γιάννη.

-    Α, εδώ είσαι Μαρία; Φεύγουμε μωρό μου;

Φεύγουμε και περπατάω μαζί του προς το αυτοκίνητο μέσα στις τύψεις ενώ τον ακούω να μου λέει χαρούμενος ότι ο Στάθης και η Βιβή θα παντρευτούν. Καθώς κάθομαι στη θέση του συνοδηγού νοιώθω να τρέχει υγρό απ’ τον κώλο μου το σπέρμα. Σίγουρα έχει υγράνει το παντελόνι και ελπίζω να μην λεκιάσει πολύ το κάθισμα.

Μέσα στις επόμενες ημέρες προσπάθησα να διαχειριστώ τις τύψεις μου για τη σίγουρα ανεύθυνη στάση μου, αλλά συγχρόνως τον ερεθισμό μου στην ανάμνηση της τελευταίας εμπειρίας μου. Αυτό είναι κάτι που αφορά εμένα. Πάντως ο μίστερ «σκοτεινό βλέμμα» με παρέσυρε στη σκοτεινή πλευρά του δρόμου και συγχρόνως στη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μου. Αυτή που είχα κλείσει καλά μέσα μου 4 χρόνια τώρα.

Είναι μια ιστορία που πραγματικά συνέβη πριν μερικές ημέρες. Γιατί σας τη γράφω; Γιατί μου αρέσει να με «βλέπουν». Ο στόχος είναι να ερεθίσω τους αναγνώστες και να ερεθιστώ στη σκέψη ότι τους ερέθισα. Ξέρω βέβαια ότι δε θα είναι πολύ δημοφιλής η ιστορία μου. Πολλά λόγια και λίγη δράση. Στοχεύω όμως σε αυτούς που η αποκάλυψη των συναισθημάτων μου και η αφήγηση της πραγματικής ιστορίας προκαλούν μεγαλύτερη κάβλα. Αυτούς που πιθανόν να συναντήσω στη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μου.



Copyright protected OW ref: 100799