Μια λεσβία στην ΚΝΕ

Δημοσιεύθηκε από DeltaRaw89
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.33 (9 Votes)
Όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο είχα ασχοληθεί σχετικώς με την πολιτική, χωρίς ποτέ όμως να ενταχθώ σε κάποια απ’ τις πολλές φοιτητικές παρατάξεις που είχαμε στη φιλοσοφική. Ωστόσο οι «μεγάλες» δυνάμεις της εποχής που μπήκα, πασόκ και νέα δημοκρατία, δε με έπειθαν και έτσι έτυχε να γνωριστώ με πολλά παιδιά απ’ την αριστερά. Με κάποιους από αυτούς κρατάμε ακόμα καλές σχέσεις ενώ δεν έλειψαν και οι συντροφικοί, μα φυσικά ατυχείς (υπάρχουν και τυχεροί;) έρωτες.

Πίναμε λοιπόν καφέ μια μέρα με κάτι κνίτισσες, γνωστές μου απ’ το παιδαγωγικό. Να σας τις περιγράψω για να καταλάβετε τι έπαιζε τότε στα πέριξ. Οι δύο ήταν κοντές, η μία μελαχρινή με ωραίο κωλαράκι και μικρά στρογγυλά βυζάκια, η άλλη καστανόξανθη με μπόλικο βυζάκι, πιασίματα και τουρλωτό κώλο. Άνετα σήκωνε κανείς για δαύτες το λάβαρο της επανάστασης αλλά την παράσταση έκλεβε η Κική. Η Κική ήταν μέτριου αναστήματος, αδύνατη, με μακριά ίσια καστανά μαλλιά που έφταναν σχεδόν ως τον υπέροχο κώλο της. Θα σας έλεγα ότι την είχαν παίξει πολλοί για πάρτη της αλλά, αν λάβουμε υπ’ όψιν το γεγονός ότι σπούδαζε στο παιδαγωγικό με μερικές εκατοντάδες μουνιά και ομοφυλόφιλους τότε ίσως και να πέφταμε έξω.

Σε κάποια φάση, αφού είχαμε πήξει όλοι στη μαλακία από αυτά που λέγαμε - βλακείες συνήθως - οι δυο φίλες της Κικής προθυμοποιήθηκαν να μας φέρουν τίποτα να φάμε καθώς θα πήγαιναν κι αυτές για μεσημεριανό, ζητήσαμε κάτι σουβλάκια και αράξαμε στο πλατύσκαλο έξω απ’ τη σχολή. Εκεί έκανα την πολύ ψύχραιμη και μελετημένη κίνηση μου.

-    Τι θα έλεγες, της είπα, μέχρι να έρθουν οι φίλες σου να σε φιλήσω;

-    Όχι!

-    Α…

είπα και έσκυψα προς το μέρος της, τι θα πει όχι άλλωστε.

-    Σου είπα όχι…

πρόσθεσε έντονα, κάνοντας παράλληλα μια τρομερή τρίπλα για να με αποφύγει, που θα έκανε το Ζινεντίν Ζιντάν να πρασινίσει απ’ το κακό του ακόμα και στις καλύτερες του μέρες.

-    Εντάξει...

είπα και έμεινα σιωπηλός. Μετά αρχίσαμε να συζητάμε πάλι βλακείες σα να μην έγινε τίποτα, ενώ δεν άργησαν να γυρίσουν και οι φίλες της, Μαίρη και Χριστίνα τα ονόματα τους, για να φάμε. Είχαμε πιάσει λοιπόν εκεί που αράζαμε για μάσα μια πολιτική συζήτηση καθώς ήξεραν ότι είχα μια κάποια συμπάθεια για τις ιδέες τους. Καθότι ήμουν και διαβασμένο αλλά μετριοπαθές παιδί, δε φοβόντουσαν να μιλήσουν μαζί μου ακόμα και για θέματα καθαρά δικά τους, εσωτερικά.

-    Να είναι μια κοπέλα σε εσάς, στη φιλοσοφική που θέλουμε να μπει στην ΚΝΕ…

είπε η Χριστίνα.

-    Άντε μπας και γαμήσουμε τίποτα…

σχολίασα, που ήξερα την πολιτική ποιότητα των φοιτητών της φιλοσοφικής και δε θεωρούσα και πολύ σπουδαία τα νέα αυτά για το κίνημα.

-    Εσύ άμα θες να γαμήσεις έχεις…

μου είπε πονηρά το έτερον ήμισυ της Χριστίνας, η Μαίρη και συνέχισε.

-    Όχι είναι πολύ σωστό κορίτσι, ειλικρινές, αγωνιστικό, από φτωχή λαϊκή οικογένεια, η μάνα της έπλενε ρούχα φαντάρων στην Κοκκινιά, καταλαβαίνεις, δεν είναι ότι θα κάνει  την πλάκα της απλά επειδή είναι φοιτήτρια, έχει όλα τα προσόντα να γίνει μια έντιμη αγωνίστρια.

-    Ωραία, είπα εγώ. Και που κολλάτε;

-    Ε να… είπε η  Μαίρη και κόμπιασε.

-    Είναι λεσβία, ολοκλήρωσε τη φράση η Κική.

Το σκέφτηκα.

-    Κοίτα μωρό μου… είπα στην Μαίρη και στην Κική ταυτόχρονα. Και εγώ στεναχωριέμαι πολύ όταν χάνεται ένα καλό μουνάκι, αλλά έτσι που πηδάνε αυτά τα θλιβερά πλάσματα οι άντρες σήμερα, πόσο να την κατηγορήσεις; Και τέλος πάντων τι θέμα έχετε με τις λεσβίες;

-    Ε εντάξει… είπε η Κική. Δεν είναι και ότι καλύτερο.

«Μάλιστα…» σκέφτηκα εγώ και σχολίασα κατόπιν.

-    Κι εγώ τι να κάνω κορίτσια, να της ρίξω κάνα πούτσο να γίνει straight;

-    Δε θέλουμε να γίνει straight, θέλουμε απλά να έχει πάει και με άντρα.

-    Ξέρεις για να ξεκαθαρίσουμε, αν είναι ώριμη η επιλογή της ή αν είναι ψυχοπαθής ή κάτι άλλο περίεργο;… είπε η Μαίρη.

-    Α… και δε θέλουμε να την πηδήξεις εσύ προφανώς…

σχολίασε η Κική, σα σφαίρα στην καρδιά ήταν αυτό.

-    Αλλά ποιός ρε μανάρι;

-    Εσύ δεν έχεις έναν φίλο οικοδόμο; Έναν άντρακλα μέχρι εκεί πάνω που λυγίζει το σίδερο και μασάει την πέτρα; Αυτόν που είναι στο ΠΑΜΕ λέω.

Κατάλαβα ποιόν εννοούσε και απάντησα σχετικά ενοχλημένος.

-    Ναι… το Γιώργο, και;

-    Ε θα τους βγάλουμε έξω, θα τη βάλει αυτός κάτω το ίδιο βράδυ και να δούμε μετά αν θα προτιμάει τη σιδερόβεργα του οικοδόμου απ’ ότι τα ψαλιδάκια με τις χαζοχαρούμενες φιλενάδες της.

Ήταν παρανοϊκό. Ήταν ηλίθιο. Ήταν τόσο ανώμαλος αυτός ο τρόπος σκέψης που ίσως και να μπορούσε να δουλέψει.

-    Εντάξει, είπα, θα το κάνω το κονέ.

-    Μπράβο…

τσίριξαν και οι τρεις τους μαζί και χοροπήδησαν σαν κουνελάκια. Και να ‘μαι λοιπόν εγώ, ο υποτιθέμενα διανοούμενος φοιτητής της φιλοσοφικής, να κάνω κονέ σε έναν οικοδόμο 400κιλών, ένα κοριτσάκι που θα ήταν 40 με απώτερο σκοπό να ενισχυθεί ο ταξικός αγώνας. Να σε κάτι τέτοιες θεοπάλαβες μαλακίες έμπλεκα όλη μου τη ζωή - κι ακόμα μπλέκω. Το μόνο που μπορούσα να ελπίζω ήταν μήπως έπεφτε και στο δικό μου πιάτο λίγο κρεατάκι ή έστω κάνα κόκκαλο να γλείψω. Τι σκατά;… είχα μυαλό, κάπως θα το κατάφερνα.

Λίγες μέρες μετά η Λεσβία, που το όνομα της ήταν Πηνελόπη αλλά για την ιστορία θα την λέμε «Λεσβία», οργανώθηκε στην ΚΝΕ. Πέρασαν λίγα βράδια από τότε και έφτασε το πρώτο Σάββατο που θα έβγαινε με παρέα συντρόφων και φίλων του κόμματος. Εγώ ήμουν στους φίλους. Επίσης ήμουν και αυτός που το κανόνισα. Μαζί μου θα ήταν ο Γιώργος ο τεράστιος, ένας τύπος που αφού διαπίστωσε ότι δεν του κάνουν τα τουριστικά επαγγέλματα πήγε οικοδομή. Ήταν 2 μέτρα ψηλός, πάνω από 120 κιλά, μυώδης και με ένα τεράστιο tribal τατουάζ στο δεξί του χέρι. Τα μουνάκια υγραίνονταν όταν τον έβλεπαν, περισσότερο κι απ’ τις γόνδολες στη Βενετία. Μαζί μας θα ήταν επίσης η Μαίρη, η Χριστίνα και φυσικά η Πηνελόπη.

Καθίσαμε σε ένα μαγαζί στο γκάζι που για καλή μου τύχη ήταν αρκετά καλό και χωρίς πολλούς νοητικά καθυστερημένους, όπως μαζεύει ο Κεραμεικός συνήθως.  Η Πηνελόπη λοιπόν ήταν καραμουνάρα του κερατά, όχι ακριβώς τα γούστα μου αλλά οπωσδήποτε ένα 8 στα 10 το έβαζες, το 9 είναι του καθηγητή, εγώ σπούδαζα φιλόλογος, και το 10 είναι του θεού, δεν ήξερα κανέναν που να σπουδάζει Θεός.  Εκτός απ’ την Πηνελόπη όμως εκείνο το βράδυ πρόσεξα και πόσο ωραίο γκομενάκι ήταν η Μαίρη. Εντάξει δεν το πρόσεξα εκείνο το βράδυ, αλλά η αλήθεια είναι πως είχα καιρό να γαμήσω και κάτι τέτοιο μπορεί να δώσει πολλά συν σε ένα μέτριο γκομενάκι. Αλλά εγώ ήμουν έτη φωτός πιο μέτριος από τη Μαίρη, εκείνο το μελαχρινό μαλλάκι ήταν για άπειρο τράβηγμα. Με το ζόρι μπορούσα να συγκεντρωθώ στη βότκα μου. Απέναντι μου είχε τρία ζευγάρια βυζιά σε αρκετά φανερή θέα, τρία αρκετά όμορφα προσωπάκια και αν και δεν τους έβλεπα καθιστός τρεις αξιοπρεπέστατους κώλους. Έστειλα μήνυμα στο Γιώργο κρυφά στο κινητό.

-    Πρέπει να γαμήσουμε!

-    Μα εγώ φυσικά…

μου απάντησε. Ήταν πολύ μπαστάρδι ο φίλος μου. Λίγες ώρες και αρκετά ποτά μετά, για καλή μου τύχη, η Χριστίνα μας χαιρέτησε και μείναμε τετράδα. Τότε, με άριστη τεχνική ο Γιώργος πρότεινε να συνεχίσουμε όλοι το βράδυ σπίτι του στο Παγκράτι. Κανείς μας δεν έφερε αντίρρηση, πήγαμε σε μια κάβα και πήραμε ποτά και στο καπάκι ταξί για το σπίτι του Γιώργου. Εγώ και η Μαίρη θα παίρναμε ασανσέρ ενώ η Λεσβία και ο φίλος μου με τα πόδια. Το διαμέρισμα ήταν στον 5ο.

Άρχισα να τρίβω τους ώμους της Μαίρης προτού καλά-καλά μπούμε στο ασανσέρ και αυτή κόλλησε πάνω μου προτού φτάσει στον πρώτο. Είχα καβλώσει για τα καλά και απ’ τα χειλάκια της έβγαιναν αναστεναγμοί. Την άρπαξα, τη γύρισα προς το μέρος μου και έχωσα τη γλώσσα μου βαθιά στο στόμα της κάτι που ανταπόδωσε. Το γκομενάκι δεν είχε και πολλούς ενδοιασμούς. Αμέσως έχωσε το χέρι της μέσα στη βερμούδα μου και άρχισε να μου την παίζει. Κούναγε τόσο ηδονικά το χέρι της που αν το σπίτι ήταν σε κανένα 10ο όροφο και όχι στον 5ο, θα είχα χύσει, αλλά τελικά κατεβήκαμε εκεί που έπρεπε. Η Λεσβία και ο Γιώργος το Κτήνος δεν είχαν φτάσει ακόμα.

-    Προφανώς κάτι τους καθυστερεί…

σχολίασα και χούφτωσα το κωλαράκι της Μαίρης. Μπήκαμε σπίτι όταν τελικά έφτασαν τα παιδιά, η Μαίρη πέταξε το ριζοσπάστη που είχε στην κωλότσεπη στον καναπέ και στο καπάκι πέταξε εμένα. Αμέσως με καβάλησε κι άρχισε να με φιλάει λαίμαργα.

-    Εμείς πάμε μέσα…

είπε ο Γιώργος και τράβηξε την Λεσβία προς την κρεβατοκάμαρα. Για λίγα κλάσματα ήθελα να πεταχτώ και να πω «Μα δεν είσαι λεσβία εσύ;», αλλά η Μαίρη μου τον είχε ήδη βάλει στο στόμα της και το μόνο που μπόρεσα να βγάλω απ’ τα χείλη μου ήταν ένα «Αβββδ…», πίπωνε καταπληκτικά το πουτανάκι. Χάιδευα τα μαλλιά της ενώ τον ρούφαγε. Γενικά δε μ’ αρέσουν πολύ οι πίπες, αλλά εκείνη το έκανε καταπληκτικά. Άμα ήταν 60 χρονών θα έλεγα ότι δεν έχει δόντια αυτή η κοπέλα, αλλά άμα ήταν 60 χρονών δε θα της καθόμουν. Ξαλάφρωσα το σπέρμα μου στο στόμα της. Από το διπλανό δωμάτιο ακούγονταν βογκητά. Άρχισα να γλείφω τη Μαίρη και λίγα λεπτά αργότερα είχε τελειώσει στο στόμα μου κι αυτή, αλλά εγώ, κάτι το μουνί που είχα μπροστά μου, κάτι το γαμήσι που έριχνε ο Γιώργος στη λεσβία δίπλα, είχα ξανακαβλώσει εξίσου έντονα με την πρώτη φορά.

-    Κιόλας;…

ψέλλισε η Μαίρη.

-    Ναι κάβλα μου, στήσου…

της είπα αλλά δεν περίμενα να το κάνει. Τη γύρισα εγώ στα τέσσερα, έστησα σωστά το κωλαράκι της και μπήκα μέσα στο μουνί της, εγώ χτυπιόμουν μέσα της κι αυτή ούρλιαζε, αλλά κι εγώ δεν είχα ακριβώς συναίσθηση του που βρίσκομαι από ένα σημείο και μετά. Πότε της τράβαγα το μαλλί, πότε της έβαζα ένα ή δύο δάχτυλα στην κωλότρυπα της, είχαμε χάσει και οι 2 μας την αίσθηση του χωροχρόνου, μα κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι θα έχυνα και την κόλλησα πάνω μου. Ψιθύρισα στο αυτί της ότι θέλω να χύσω μέσα της.

-    ΧΥΣΕ ΜΕ…

μου είπε και οι λέξεις της πνίχτηκαν από το σπέρμα που εκτόξευσα μέσα της. Έμεινα για λίγη ώρα ακίνητος εκεί, έπειτα φασώθηκαμε λίγο και έπεσε ο καθένας σε μια γωνιά του καναπέ. Από δίπλα ακούγονταν ακόμα βογγητά. Παρ’ όλα αυτά κοιμηθήκαμε. Το πρωί ξύπνησα και η Μαίρη και ο Γιώργος λείπανε. Πήγα στην κουζίνα έφτιαξα έναν ελληνικό μονό και άραξα. Όταν άνοιξε το μάτι μου σκέφτηκα να πάω να επιθεωρήσω την κρεβατοκάμαρα. Εκεί βρήκα την Λεσβία να μισοκοιμάται γυμνή στα παπλώματα. Με κατάλαβε.

-    Μ…

έκανε. Ήταν πρωί και είχα κάβλες. Η επόμενη μου κίνηση μου φάνηκε αυτονόητη. Την πλησίασα, έβγαλα έξω την πούτσα μου και την ακούμπησα στα χείλη της. Με κοίταξε στα μάτια σα να ήθελε να μάθει τι κάνω.

-    Άντε τέλειωνε, της είπα.

-    Δε θα  γαμηθούμε όμως, απάντησε.

Ποιός ξέρει. Ίσως να μην ήθελε να ξαναγαμηθεί με άντρα, να ήταν κάτι περιστασιακό για αυτή, δεν με ένοιαζε και πολύ, της την έχωσα βαθιά στο στοματάκι της και αυτή άρχισε να με ρουφάει. Μέτρια πίπα. Δεν κάνουν οι πιο ωραίες γκόμενες τις καλύτερες, όπως οι πιο ωραίοι άντρες φιλάνε επιεικώς σκατά, αλλά δε με ένοιαζε ιδιαίτερα. Με ρούφαγε κι εγώ κοίταζα απέναντι στον καθρέφτη τον κώλο της. Κρίμα που δε θα μου τον έδινε. Έχυσα και σκουπίστηκα στα σεντόνια.

-    Θα αράξεις εδώ εσύ;… τη ρώτησα.

-    Ναι λέω να κοιμηθώ καμιά ώρα ακόμα.

-    Εντάξει, την κάνω εγώ, θα τα πούμε, της είπα.

Ντύθηκα, σκέφτηκα ότι όλοι ήταν ευχαριστημένοι με την εξέλιξη της ιστορίας και βγήκα απ’ το σπίτι. Αγόρασα ένα μικρό πουράκι με 50 λεπτά και το κάπνισα στη στάση. Ο Ριζοσπάστης που διάβαζα έγραφε κάτι για την ανάγκη επανάστασης του λαού ενάντια στην φτώχεια.

-    Δεν τα λένε και άσχημα ε;…

είπα σε ένα γέρο που με χάζευε.

-    Ναι αλλά ποιος τους ακούει παλικάρι μου;… απάντησε.

Κανείς δεν άκουγε κανέναν μερικούς αιώνες τώρα σκέφτηκα. Ε δεν είχε και μεγάλη σημασία. Και γαμήσαμε… και η Λεσβία θα έμενε στην ΚΝΕ πιθανότατα. Μπήκα στο λεωφορείο χαρούμενος.



Copyright protected OW ref: 100130