Για την Αγγελική

Δημοσιεύθηκε από pantelisk
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.22 (9 Votes)
Την παρακολουθούσα να κάθεται στον καναπέ. Γλυκιά και όμορφη όπως πάντα. Τα καστανόξανθα μαλλιά της απλωνόταν μέχρι τους ώμους της. Το πρόσωπο της και το κορμί της εξέπεμπαν αυτήν την θηλυκότητα που σε λίγες γυναίκες συναντάς το σημερινό καιρό. Το σώμα της γεμάτο θελκτικές καμπύλες σε καλούσαν να χαθείς ανάμεσα τους όπως ένα καραβάνι στην έρημο. Την Αγγελική την ήξερα περίπου τρία χρόνια. Φοιτήτρια στο νησί, ενώ παράλληλα δούλευε και σε μια καφετέρια-μπαρ. Μέσω μιας κοινής παρέας γνωριστήκαμε. Ήταν ο τύπος της γυναίκας που με έλκυε. Εκτός από την εξωτερική ομορφιά και το ζουμερό κορμί της, ήταν ευγενική γλυκιά και ναζιάρα.

Από την πρώτη στιγμή που την είδα μου άρεσε, αλλά αφενός εγώ εκείνο τον καιρό ήμουν ερωτευμένος με άλλη και αφετέρου είχαμε μπει και οι δύο στο τρυπάκι ότι ήμασταν φίλοι οπότε κανείς δεν έκανε κίνηση. Πάντα όμως υπήρχε ένας ερωτισμός, ένα μικρό φλερτ όταν βρισκόμαστε μαζί. Με τον καιρό μου άρεσε όλο και περισσότερο μέχρι που κατάλαβα ότι ήμουν ερωτευμένος μαζί της. Τη σκεφτόμουν παντού. Προσπαθούσα να έρθω πιο κοντά της, αλλά δεν έβρισκα ανταπόκριση. Λες και με απέφευγε. Καθώς δεν ήθελα να χαλάσω την σχέση μας άρχισα να απομακρύνομαι. Για εμένα προφανώς, να σταματήσω να νιώθω αυτά που ένιωθα. Οι συναντήσεις μας αραίωσαν μέχρι που κόπηκαν.

Ένα βράδυ βγήκα με παρέα για ποτό και επέμεναν κατά τύχη να πάμε στο μαγαζί που δούλευε εκείνη. Πήγα με βαριά καρδιά, καθώς ήξερα ότι αν την ξαναέβλεπα η παλιά φωτιά θα αναζωπυρωνόταν. Δούλευε στο μπαρ. Περνώντας χαιρετιστήκαμε φευγαλέα.  Κάθισα σε ένα σταντ και παρήγγειλα ποτό. Οι φίλοι μου γελούσαν και περνούσα καλά αλλά εμένα η όρεξη μου είχε φύγει. Την παρατηρούσα συνεχώς. Το πρόσωπό της, τις αέρινες κινήσεις της, το χαμόγελό της. Η ώρα πέρασε γρήγορα, οι φίλοι μου μεθυσμένοι πια ετοιμάστηκαν να φύγουν. Τους είπα ότι θα κάτσω λίγο ακόμα. Το μαγαζί είχε αδειάσει σχεδόν όλο. Δύο τρεις πελάτες καθόταν διάσπαρτοι. Τότε βγήκε από το μπαρ και με πλησίασε.

-    Να κάτσω να τα πούμε;…

ρώτησε. Δεν ήταν δυνατόν να της αρνηθώ. Κάθισε δίπλα μου.

-    Πώς πάει η δουλειά, η σχολή;… ρώτησα.

-    Μια χαρά.

Η συζήτηση ήταν τυπική σαν δύο φίλων που έχουν χαθεί. Ένιωθα άβολα και μάλλον το ίδιο κι αυτή. Συζητούσαμε θέματα που δεν μας ένοιαζαν καθόλου.

-    Να σε ρωτήσω κάτι, με κοίταξε αποφασιστικά, γιατί σταματήσαμε να κάνουμε παρέα; Μήπως σου έκανα κάτι που δεν το κατάλαβα;

Τώρα τι να της πεις. Την κοίταξα στα καστανοπράσινα της μάτια φευγαλέα.

-    Είναι μεγάλη ιστορία της είπα, δεν γίνεται να το συζητήσουμε εδώ στο μαγαζί.

-    Ωραία θέλεις όταν τελειώσω να το συζητήσουμε;

-    Ok… είπα ξερά.

Έφυγε και πήγε να συνεχίσει τη δουλειά της. Το είχα πάρει απόφαση, θα της μιλούσα. Σε μισή ώρα ήταν έτοιμη να φύγει. Ήρθε κοντά μου.

-    Πάμε να κάτσουμε στην παραλία που θα έχει ησυχία, της είπα.

Υπήρχε μια μικρή παραλία κοντά, πέντε λεπτά με τα πόδια. Στο δρόμο δεν μιλούσε κανένας. Κάτσαμε στην άμμο.

-    Λοιπόν για πες… τι έκανα και με αποφεύγεις;

-    Δεν μου έκανες τίποτα, απλά  εγώ δεν είμαι καλά τελευταία.

-    Τι έχεις; ρώτησε. Οι φίλοι γι’ αυτό είναι,  για να σε βοηθάνε στις δύσκολες στιγμές.

Το πήρα απόφαση.

-    Το θέμα είναι ότι μου αρέσεις. Και δεν εννοώ σαν φίλοι αλλά μου αρέσεις ερωτικά. Ξέρεις πόσες φορές ήθελα να ορμήσω και να σε φιλήσω;

Έκατσε ακίνητη με το κεφάλι κάτω. Ένιωθα ξαλαφρωμένος κοίταζα την θάλασσα που την φώτιζε ο πορτοκαλής ήλιος της αυγής. Σηκώθηκε με πλησίασε. Κοιταχτήκαμε στα μάτια για μια στιγμή. Έσκυψε και ένωσε τα χείλη της με τα δικά μου. Την έφερα κοντά μου και την αγκάλιασα ενώ οι γλώσσες μας μπερδευόταν μαζί.

-    Σε θέλω, ψιθύρισε. Την ξαναφίλησα ενώ τα χέρια μου της χάιδευαν τη μέση, την πλάτη, όλο της το κορμί. Έτρεμε ολόκληρη.

Το χέρι μου γλίστρησε κάτω από το φόρεμά της, της χάιδεψε τα μπούτια και ανέβηκε προς τα πάνω. Χάδευα το μουνί της πάνω από το εσώρουχο. Οι ανάσες και των δύο είχαν γίνει βαριές. Το χέρι μου μπήκε μέσα στο εσώρουχο και ακούμπησε τη σχισμή που τόσο ποθούσα. Τα δάχτυλά μου ακούμπησαν το μπαλάκι της κλειτορίδας της. Αναστεναγμοί βγήκαν από το στόμα της. Της ρούφηξα το λαιμό ενώ τα δάχτυλα μου είχαν βρει τον ρυθμό τους. Ο δείκτης μου εισχώρησε στο μουνί της ενώ οι αναστεναγμοί της γινόταν δυνατότεροι.

-    Αγάπη μου… γλυκιά μου αγάπη…

Είπα και της δάγκωσα το αυτί. Το δικό της χέρι ξεκούμπωσε το φερμουάρ από το τζιν μου και έβγαλε έξω το πυρωμένο μου εργαλείο. Ξάπλωσε μπρούμυτα ανάμεσα στα πόδια μου. Το ένα χέρι της αγκάλιαζε τον πούτσο μου ενώ το άλλο χάιδευε τα αρχίδια μου. Σιγά-σιγά έσκυψε και ακούμπησε τα χείλη της στην κορυφή. Η γλώσσα της άρχισε να γλείφει το πουτσοκέφαλο και την ουρήθρα. Ύστερα άρχισε να τον χώνει αργά-αργά μέσα στο στόμα της. Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει από την καύλα. Άρχισε να μου παίρνει πίπα γλιστρώντας αργά τα σαρκώδη χείλη της κατά μήκος του καυλωμένου μου σωλήνα, ενώ της χάιδευα τα μαλλιά. Προσπαθούσε να τον βάλει όσο περισσότερο γινόταν βαθιά στο λαρύγγι της. Δεν άντεχα άλλο.

-    Θα χύσω αγγελική…

είπα ξεψυχισμένα. Σηκώθηκε και με φίλησε και έβγαλε το εσώρουχό της. Όπως ήμουν καθισμένος έκατσε πάνω πρόσωπο με πρόσωπο. Δεν χόρταινα να την φιλάω, να εξερευνώ τη στοματική της κοιλότητα με τη γλώσσα μου. Με το χέρι μου οδήγησα τον ερεθισμένο μου πούτσο στο υγρό μουνί της και μπήκα μέσα της. Ξεκίνησε να κουνιέται πάνω κάτω. Έβλεπα τα μεγάλα της στήθη να χοροπηδάνε καθώς γαμιόμασταν. Κατέβασα της τιράντες του φορέματος της και άνοιξα το σουτιέν της. Ξεχύθηκαν έξω, μεγάλα και λαχταριστά, με δύο ερεθισμένες ρώγες που σε προσκαλούσαν να τις πιπιλίσεις όπως και έκανα. Της δάγκωνα της πιπιλούσα και δε χόρταινα. Δεν άργησε να τελειώσει ενώ έτρεμε όλο της κορμί. Συνέχισα να γαμάω το μουνάκι της με πάθος μέχρι που δεν άντεξα άλλο. Την αγκάλιασα σφιχτά και το σπέρμα μου πλημμύρισε το μουνί της. Μείναμε εκεί σφιχταγκαλιασμένοι με τα κορμιά μας ενωμένα στην ησυχία του πρωινού.



Copyright protected OW ref: 97877