Άτακτη Ρεμπέκκα

Δημοσιεύθηκε από Arrogant
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.64 (18 Votes)
Η ζωή θα έλεγε κανείς πως είναι σαν ένα πιάτο φαΐ. Είτε θα στο σερβίρουν και θα σου αρέσει είτε θα στο σερβίρουν και στην αρχή δεν θα σου αρέσει αλλά μετά θα το συνηθίσεις και θα είναι το αγαπημένο σου.

Ας τα πάρουμε από την αρχή όμως. Η ιστορία μου ξεκινάει στα 17 μου. Είμαι η Ρεβέκκα.  Η θα έλεγα, ήμουν η Ρεβέκκα. Ένα ντροπαλό, αθώο κοριτσάκι με καστανά μακριά μαλλιά, καφέ μάτια και μεγάλα βυζιά, γύρω στο 1.75. Είχα 2 αγόρια μέχρι τα 17 μου και είχα κάνει μια φορά σεξ. Αν και ντροπαλή, είχα πολλά φλερτ στα σχολικά μου χρόνια. Κυρίως για τα βυζιά μου. Δεν ήταν δα και τεράστια, αλλά μεγάλα σε σχέση με των άλλων κοριτσιών. Τον πατέρα μου τον λένε Σταύρο. Ένας καστανομάλλης 45 χρονών με καφέ μάτια γύρω στο 1.80. Δουλεύει ως Δημόσιος Υπάλληλος. Τη μάνα μου την λένε Σούλα. Μια ξανθιά 42 χρονών με πράσινα μάτια, γύρω στο 1.80 και αυτή. Δουλεύει ως καμαριέρα σε Ξενοδοχείο. Τον αδερφό μου τον λένε Σπύρο. Ένας μελαχρινός 16 χρονών με καφέ μάτια γύρω στο 1.75 και με κάποια λίγα μούσια στο πηγούνι του.

Η οικογένεια μου ήταν ήσυχη. Η ζωή μου ήταν ήσυχη. Όλα κυλούσαν με ρυθμό. Εγώ άριστη μαθήτρια. Η καλύτερη στην τάξη μου. Μάλιστα ήμουν τόσο καλή που είχα ως στόχο να μπω στην νομική. Αλλά τα σχέδια άλλαξαν. Η Νομική ήταν μακριά από την πόλη μου για να σπουδάσω. Αν και οικονομικά ήμασταν σταθεροί, ήξερα πως τα λεφτά των γωνιών μου δε θα έφταναν για να περνάω καλά. Σίγουρα ήθελα παραπάνω λεφτά. Λεφτά που λόγο της κρίσης δεν θα τα είχα στα χέρια μου. Οπότε ένα πρωί, καθώς εγώ, ο αδερφός μου και οι γονείς μου  τρώγαμε το πρωινό μας στο τραπέζι της κουζίνας, πετάγομαι  και λέω.

-  Θέλω να βρω δουλειά.

-  Τι  δουλειά;

λέει ο πατέρας μου.

-  Ε...

-  Όχι

λέει η μάνα μου.

-  Είσαι πολύ μικρή ακόμα

-  Σιγά τη μικρή. Η Στέλλα των απέναντι είναι 2 μήνες μεγαλύτερη και δουλεύει ήδη σα σερβιτόρα.

-  Σίγα μην γίνεις σαν αυτή. Αυτό είναι ξέκωλο. Ο θεός ξέρει με ποιον γυρίζει σε αυτό το πορνείο που δουλεύει. Το καλοκαίρι θα δουλέψεις στην Ψαροταβέρνα του θείου σου του Αποστόλη.

-  Έχει δίκιο τώρα

συμπλήρωσε ο μπαμπάς.

Σίγα μην δούλευα στην Ταβέρνα του Θείου. Πρώτα απ όλα είναι τσιγκούνης και δε θα έπαιρνα τα λεφτά που μου άξιζαν. Και δεύτερον, ακόμα και κανονικό μισθό να έπαιρνα πάλι δεν θα με έφταναν. Ήξερα πως η μάνα μου είναι πεισματάρα οπότε δεν της ξανά άνοιξα αυτή τη συζήτηση. Αν έπρεπε να βρω δουλειά έπρεπε να το κάνω μόνη μου. Όποτε με το που τελείωσα το πρωινό, πήρα την τσάντα μου και έφυγα με τον Σπύρο για το σχολείο. Στα μισά του δρόμου του λέω.

-  Πήγαινε εσύ. Εγώ θα περιμένω την Ιωάννα να έρθει να πάμε μαζί.


Ο Σπύρος προχώρησε προς το σχολείο. Εγώ περίμενα 1 λεπτό να απομακρυνθεί και έστριψα το δρόμο. Πήγα σε ένα κοντινό περίπτερο και αγόρασα μια εφημερίδα, την έβαλα στην τσάντα μου και έφυγα για το σχολείο. Κατά τη διάρκεια του μαθήματος δεν πρόσεχα αλλά ασχολούμουν με την εφημερίδα. Κοιτούσα τις αγγελίες. Είχα σταμπάρει 3-4 αγγελίες για δουλειά. Έψαχνα να βρω κυρίως ως σερβιτόρα σε καφετέριες. Έκανα κοπάνα τις 2 τελευταίες ώρες και πήγα σε αυτές τις καφετέριες να δω τι θα μου πουν. Η απάντηση όμως ήταν αρνητική σε όλες. Λέγανε πως έπρεπε να κλείσω τα 18 πρώτα για να δουλέψω εκεί.

Δεν το έβαλα κάτω όμως. Κάθε μέρα έπαιρνα εφημερίδα και διάβαζα για νέες αγγελίες. Η ιστορία αυτή συνεχίστηκε για 2 βδομάδες. Είχα πάει σε περίπου 20 καφετέριες αλλά δεν με έπαιρναν. Λες και η μάνα μου είχε τηλεφωνήσει σε όλες και τους είχε πει να μην με πάρουν. Οπότε η επόμενη μου επιλογή ήταν να πάω να δουλέψω σε κλαμπ. Δεν ήθελα όμως. Ήμουν προκατειλημμένη. Φοβόμουν τα ναρκωτικά και τις επαφές με άγνωστους ανθρώπους. Όποτε συνέχιζα να ψάχνω σε καφετέριες για καμιά βδομάδα ακόμα αλλά δε βρήκα τίποτα. Οπότε είπα "ας τολμήσω να ψάξω μια δουλειά σε κλαμπ". Έψαξα τις αγγελίες. Όλες ζητούσαν σερβιτόρα 20-25 η με προϋπηρεσία. Εγώ ήμουν ακόμα ανήλικη και δεν είχα καθόλου γνώση στη δουλειά. Εκτός από μια αγγελία. Η αγγελία έγραφε ζητείται σερβιτόρα ή χορεύτρια σε υπόγειο κλαμπ.

Εγώ κατευθείαν δελεάστηκα.  Είδα την οδό και αποφάσισα να πάω το απόγευμα. Η ώρα πήγε 7. Είπα στη μάνα μου πως θα πάω σε μια φίλη μου και έφυγα. Δεν ήταν πολύ μακριά. Λίγα τετράγωνα πιο κάτω. Με τα πόδια πήγαινα εύκολα. Προχωρούσα τις οδούς και τα σπίτια γινόταν όλο και πιο παλιά και άσχημα. Μέχρι που έφτασα στην οδό. Το μαγαζί ήταν σε ένα στενό μεταξύ 2 άλλων παλιών κτηρίων. Μιας αποθήκης και ενός παλιού εργοστασίου πλυντηρίων. Μόλις είδα αυτό το στενό ξεροκατάπια. Μύριζε από χιλιόμετρα πως αυτό το μέρος είναι κακόφημο. Μπαίνω στο στενό και φτάνω σε κάτι σκάλες που οδηγούσαν υπόγεια. Κατεβαίνω τα σκαλοπάτια και φτάνω στην πόρτα. Εκεί στεκόταν ένας καραφλός ψηλός και γεροδεμένος. Μου χαμογελάει και μου ανοίγει την πόρτα.

-  Καινούργια;

Χαμογέλασα κι εγώ αμήχανα και κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου.

-  Καλή επιτυχία.

Μπήκα μέσα. Το μαγαζί άδειο. Κανείς υπάλληλος μέσα. Έκανα μερικά βήματα μπροστά και εξερεύνησα το χώρο. Στην αρχή του μαγαζιού στο δεξί σου χέρι υπήρχε το μπαρ και η καρέκλες. Μετά ευθεία κατέβαινες 5 σκαλοπάτια και έφτανες στο κυρίως μέρος του μαγαζιού. Μόλις το είδα φρίκαρα. Υπήρχε μια πασαρέλα  και 2 μπάρες στο τέλος της και από κάτω πολλές πολυθρόνες και καναπέδες. Αμέσως έκανα μεταβολή και πήγα να φύγω. Μια φωνή με σταμάτησε.

- Κοπελιά.

Ένας άντρας με μαύρο κοστούμι σαν του πορτιέρη ξεπρόβαλε από μια κόκκινη κουρτίνα. Εγώ γύρισα αλλά από την αμηχανία μου δεν μίλησα.

-  Έλα μαζί μου.

Δεν ήξερα αν έπρεπε να κάνω αυτά τα βήματα εκείνη την στιγμή. Ήτανε λες και δεν κουνήθηκα εγώ. Λες και τα πόδια μου κουνήθηκαν μόνα τους δια μαγείας. Ακολούθησα αυτόν τον άντρα πίσω από την κουρτίνα. Το δωμάτιο πίσω από την κουρτίνα ήταν σκοτεινό. Υπήρχε μια λάμπα στο κέντρο του δωματίου αλλά ήταν σβησμένη. Σε αυτό το δωμάτιο υπήρχαν πολλά μικρά άλλα δωματιάκια. Γύρα στα 10 απέναντι από το καθένα και αντί για πόρτα είχε μια κουρτίνα. Ήξερα φυσικά τι ήταν αυτά τα δωμάτια. Ήταν για τα πριβέ στριπτίζ.  Μέσα στα δωμάτια υπήρχαν μεγάλοι καναπέδες. Προσπάθησα να μην τα κοιτάω και συνέχισα ευθεία. Στο τέλος του διαδρόμου υπήρχαν 2 στροφές. Η αριστερή σε έβγαζε σε μια πόρτα. Η δεξιά σε έβγαζε σε μια μαύρη στριφογυριστή σκάλα. Ανεβήκαμε τη σκάλα. Στον πάνω όροφο υπήρχαν στοιβαγμένες κούτες και καφάσια με μπουκάλια. Και μια πόρτα. Πήγαμε προς την πόρτα. Την άνοιξε και με άφησε να περάσω. Εγώ έτρεμα ολόκληρη.

Μέσα καθόταν ένας άντρας πίσω από ένα γραφείο. Ένας σαραντάρης μελαχρινός με λίγο κοιλίτσα. Σηκώνεται, μου χαμογελάει και μου δίνει το χέρι του.

-  Γεια σου, Στέφανος.

-  Ε... Ρεβέκκα.

-  Χάρηκα. Κάθισε.

Μου υπέδειξε  μια από τις 2 καρέκλες μπροστά από το γραφείο του. Κάθισα, κάθισε και αυτός.

-  Λοιπόν. Γιατί είσαι εδώ Ρεβέκκα;

-  Θα ήθελα... ε…

-  Ηρέμησε καλέ, δε δαγκώνουμε…

είπε χαμογελαστά με γεμάτο αυτοπεποίθηση.

-  Θα ήθελα να δουλέψω ως σερβιτόρα.

-  Έξοχα. Μπορείς να ξεκινήσεις από αύριο. Ρεβέκκα ε; Χμ. Τι θα έλεγες για Ρεμπέκκα;

Εγώ απόρησα.

-  Ναι, το Ρεμπέκκα είναι καλό. Έτσι θα συστήνεσαι στους πελάτες. Θα παίρνεις 25 ευρώ τη βραδιά καθαρά. Στο τέλος κάθε βραδιάς θα παίρνεις το μεροκάματο σου. Το ωράριο σου θα ξεκινάει από της 12. Λοιπόν; Δέχεσαι;

Είχα χαθεί στα λόγια του. Πέρασαν 5 δευτερόλεπτα για να το πω. Δεν ξέρω καν αν το σκέφτηκα η αν έφυγε η απάντηση μόνη της.

-  Ναι.

-  Πολύ ωραία.

Σηκώθηκε από την καρέκλα του. Σηκώθηκα κι εγώ. Μου έδωσε το χέρι του για χειραψία και μου είπε καλή αρχή.

-  Έλα αύριο και θα στα πει η Αγγελική τα υπόλοιπα.

Έφυγα από το γραφείο του μόνη μου με ανοιχτό το στόμα. Ούτε που κατάλαβα πως βγήκα από το μαγαζί. Το μυαλό μου είχε σταματήσει να λειτουργεί. Μετά από 5 λεπτά, στάθηκα σε ένα παγκάκι στο δρόμο να συλλογιστώ τι συνέβηκε. Το σκέφτηκα και το ξανά σκέφτηκα. Γύρισα σπίτι σκεπτόμενη αυτό το πράγμα. Το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου.  Σκεφτόμουν αν έπρεπε να πάω η όχι. Την επόμενη μέρα με βασάνισε αυτή η σκέψη. Στριπτιζάδικο. Έλεγα και ξανά έλεγα. Στριπτιτζάδικο... στριπτιτζάδικο... εγώ; Από τα λίγα που ήξερα από τις ταινίες, γιατί τσόντες δεν έβλεπα είναι πως ήταν πολύ κακόφημα μαγαζιά. Από την άλλη είναι και τα λεφτά. Συν τα tips που θα παίρνω άμα είμαι καλή. 8 η ώρα το απόγευμα. Τελική απόφαση. Καθόμουν στο κρεβάτι και συλλογιζόμουν.

-  Ναι.

Κατευθείαν πετάγομαι από το κρεβάτι και ανοίγω την ντουλάπα. Παίρνω εσώρουχα και πιτζάμες και πάω στο μπάνιο. Πλένομαι. Κατεβαίνω κάτω στην κουζίνα δήθεν για να πιω νερό. Η Μαμά, ο μπαμπάς και ο Σπύρος έβλεπαν τηλεόραση στο σαλόνι.

-  Είμαι κουρασμένη, πάω για ύπνο.

-  Καληνύχτα.

Ακούστηκε η βαριεστημένη φωνή της μάνας μου καθώς ήταν απορροφημένη σε μια σαπουνόπερα που έπαιζε. Γρήγορα ανεβαίνω τις σκάλες και κλείνω την πόρτα μου. Έβγαλα όσα ρούχα είχα και προσπάθησε να επιλέξω. Εν τέλη έβαλα μια μαύρη αμάνικη μπλούζα με μια μαύρη μακριά φούστα συνοδευμένα με μαύρα τακούνια. Βάφτηκα και ίσιωσα το μαλλί. Η ώρα 23:40. Το σπίτι χωρίς φωνή. Όλοι κοιμόντουσαν. Σιγά-σιγά βγήκα ξυπόλητη. Κατέβηκα τα σκαλοπάτια. Βγήκα στο χολ της εισόδου και άνοιξα σιγά-σιγά την πόρτα. Κοίταξα για 2 δευτερόλεπτα πίσω στο σπίτι, έβαλα τα τακούνια μου και έφυγα. Έφτασα στο μαγαζί γεμάτη άγχος. Έτρεμα ολόκληρη. Στην πόρτα ο ίδιος καραφλός που ήταν και χθες.

-  Καλησπέρα

είπε χαμογελώντας.

-  Καλησπέρα

είπα κάπως αμήχανα.

-  Στέλιος

-  Ρεβέκκα.

Δώσαμε τα χέρια, μου άνοιξε την πόρτα και μπήκα μέσα. Το μέρος ήταν πιο σκοτεινό από χθες το απόγευμα. Η έτσι μου φάνηκε. Υπήρχαν λάμπες σε κάθε τραπεζάκι κοντά στην πίστα. Μερικές λάμπες στο μπαρ και 2 ντισκόμπαλες πάνω από την πίστα να στριφογυρνάνε και να αλλάζουν συνεχώς χρώμα. Ένας άντρας, 30αρης, μελαχρινός με μούσια καθόταν πίσω απ το μπαρ και έφτιαχνε ποτά. Μπροστά απ' το μπαρ καθόταν μια ψηλή μελαχρινή (κοντό μαλλί μέχρι τους ώμους) με γαλάζια μάτια. Είχε μεγάλα βυζιά. Φορούσε ένα μεγάλο φόρεμα-κουρτίνα μαύρου χρώμα τους. Αναδείκνυε πολύ το ντεκολτέ της. Σηκώθηκε και ήρθε κοντά μου και μου χαμογέλασε.

-  Εσύ θα είσαι η Ρεβέκκα ε;

-  Ναι

είπα ντροπαλά.

-  Εγώ είμαι η Αγγελική. Καλή αρχή.

-  Ευχαριστώ.

-  Έλα μαζί μου.

Την ακολούθησα. Μπήκαμε μέσα από την κουρτίνα που πέρασα και χθες και κάνουν τα πριβέ. Συνεχίσαμε ευθεία αλλά αντί για δεξιά που βγαίνει στο γραφείο του ιδιοκτήτη, πήγαμε αριστερά. Άνοιξε την πόρτα και μπήκαμε μέσα. Το δωμάτιο αυτό ήταν τα καμαρίνια. Υπήρχαν πολλοί καθρέφτες και καρέκλες και φυσικά κρεμάστρες για τα ρούχα. Για την ακρίβεια όχι ρούχα αλλά εσώρουχα. Κάποια κορίτσια ήταν όρθια και κάποια καθόταν και φτιανόντουσαν.


-  Κορίτσια, από εδώ η καινούργια η Ρεβέκκα η αλλιώς Ρεμπέκκα Θα είναι σερβιτόρα.

Σήκωσα το χέρι μου και χαιρέτησα αμήχανα. Τα κορίτσια μου χαμογέλασαν. Κάποιες ήταν γυμνές και φορούσαν μόνο string. Άλλες φορούσαν δικτυωτά εσώρουχα, κορμάκια κτλπ. Μου σύστησε τις κοπέλες. Άλλες ξανθιές και άλλες μελαχρινές. Ψηλές κοντές. Οι περισσότερες Ελληνίδες. Τα ονόματα της σκηνής τους όμως ξένα. Π.χ την Μαρία την λέγανε Angel και την Ελένη την λέγανε Romina. Την Αγγελική την λέγανε Sylvia. Και εμένα με λέγανε Ρεμπέκκα. Τα κορίτσια μου φάνηκαν καλοσυνάτα. Μου έφυγε λίγο το άγχος.

-  Και αυτή είναι η Στεφανία η αλλιώς Jessica.

Η Στεφανία ήταν μια κοκκινομάλλα (με κοντό μαλλί όπως της Αγγελικής).  Δούλευε σα σερβιτόρα κι αυτή. Οπότε ήμασταν 2 σερβιτόρες και οι υπόλοιπες χορεύτριες εκτός από την Αγγελική που μανατζάρε το μαγαζί.

-  Στεφανία… φέρε της τα ρούχα.

Τι δεν θα είμαι με αυτά που ήρθα; Είπα από μέσα μου. Η Στεφανία μου δώσε τα ίδια ρούχα που φορούσε και αυτή. Ένα πολύ κοντό σορτς και ένα μαύρο τοπάκι λίγο πιο πάνω από τον αφαλό. Η μόνη διαφορά στα ρούχα μας ήταν πως εγώ φορούσα μαύρα τακούνια και αυτή κόκκινα. Μου έδωσε επίσης και 2 κρίκους σκουλαρίκια. Ήμουν έτοιμη. Μια βαθιά ανάσα. Και ακολούθησα την Αγγελική και βγήκα στη δουλειά. Γνωρίστηκα με τον Barman τον Ηλία, καλό παιδί φάνηκε και άρχισα να σερβίρω. Δεν κοιτούσα τους πελάτες. Απλά άφηνα τα ποτά στα τραπέζια και έφευγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα.

Και κάπως έτσι κύλισε η πρώτη μου βραδιά. Η ώρα 4. Το μαγαζί με 2 άντρες σε ένα τραπέζι να χαζεύουν μια ξανθιά στριπτιζέζ. Την Anna (Ρωσίδα) η αλλιώς Monica για το επάγγελμα. Ευτυχώς δε μου μίλησε κανένας πελάτης. Η Στεφανία έπαιρνε τις παραγγελίες και εγώ απλά σέρβιρα. Η Αγγελική ήταν μόνη με τον Ηλία στο μπαρ και συζητούσαν. Με φώναξε και πήγα κοντά της. Μου έδωσε 40 ευρώ. Εγώ τα κοίταξα και απόρησα.

-  Για την αρχή σου στο μαγαζί…

είπε η Αγγελική και χαμογέλασε.

-  Ε… ευχαριστώ πολύ.

Πήγα στα καμαρίνια, άλλαξα και έφυγα. Η ώρα 5 παρά. Πίσα σκοτάδι. Σιγά-σιγά ανέβηκα τις σκάλες και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου κουρασμένη. Έκλεισα τα μάτια μου για 2 δευτερόλεπτα και άκουσα τη μάνα μου να μου χτυπάει την πόρτα και να φωνάζει.

-  Άντε. Τι έπαθες σήμερα; 8 η ώρα είναι. Σήκω! Θα χάσεις την πρώτη ώρα.

Οι επόμενες 4 μέρες ήταν σαν την πρώτη. Απλά πήγαινα τα ποτά και έφευγα. Είχα ακόμα πάρα πολύ άγχος. Σκηνικά δεν είχαν δημιουργηθεί. Παρατηρούσα την Στεφανία τι κάνει στους πελάτες. Πήγαινε με χαμόγελο στους πελάτες. Καθόταν στα πόδια τους και έπαιρνε παραγγελία. Βέβαια δεν ήταν μόνο αυτό. Έπαιζε μαζί τους. Μάλιστα όπως καθόταν στο πόδι του πελάτη του χάιδευε τον πούτσο και αυτός βέβαια την χούφτωνε. Για πληρωμή, της έβαζαν πουρμπουάρ στα βυζιά η στο σορτσάκι 5-10 ευρώ και αυτή τους έδινε ένα φιλί στο μάγουλο. Είπα και εγώ από μέσα μου. Γιατί να μην παίρνω κι εγώ κάτι παραπάνω; Αποφάσισα λοιπόν να παίξω το ίδιο παιχνίδι. Ο Ηλίας ετοίμασε τα ποτά και πήρα το δίσκο. Πλησίασα 2 άντρες σε ένα τραπέζι, άφησα τα ποτά τους και με τα χίλια ζόρια επειδή ήμουν αγχωμένη, μίλησα.

-  Καλησπέρα αγόρια.

-  Ωπ καλησπέρα. Καινούργια εδώ;

είπε ο ένας.

-  Ναι. Μπορώ να καθίσω (πέρασαν 3 δευτερόλεπτα να βρω το θάρρος να το πω)

-  Βέβαια

είπε με ένα χαμόγελο. Κάθισα στα πόδια του.

-  Αποστόλης

-  Ρεμπέκκα

Δώσαμε τα χέρια. Σε ένα άλλο τραπέζι καθόταν η Στεφανία στα πόδια ενός άλλου άντρα. Προσπάθησα να μυηθώ τις κινήσεις της. Έβαλα το χέρι μου πίσω από τον λαιμό του και τον πήρα αγκαλιά. Αυτός με είχε πιάσει από τη μέση.

-  Να σε κεράσουμε κάτι

-  Ευχαρ...

Πήγα να πω ευχαριστώ αλλά όχι. Αν όμως το μάθαινε αυτό το αφεντικό σίγουρα θα με είχε απολύσει.

-  Βέβαια

Συμπλήρωσα. Ο Αποστόλης μου παράγγειλε ένα ουίσκι.  Η Στεφανία το έφερε και μου έκλεισε το μάτι χαμογελώντας καθώς το άφηνε. Συζητήσαμε για 2-3 λεπτά. Στο τέλος του χάιδεψα τον πούτσο και αυτός έβγαλε από την τσέπη του ένα 10αρικο. Μου το έβαλε στο δεξί βυζί. Εγώ τον ευχαρίστησα και έφυγα. Γύρισα στο μπαρ. Η Στεφανία με τον Ηλία γελούσαν.

-  Τι; (είπα)

-  Έμαθες λοιπόν εε;…

είπε η Στεφανία και μου έκλεισε το μάτι. Τις επόμενες μέρες προσπάθησα να βελτιώσω την επικοινωνία μου με τους άλλους. Αλλά βέβαια υπήρχαν και προβλήματα. Κάποια μου την έπεφταν πιο πολύ από ότι έπρεπε με αποτέλεσμα να τους διώξει η ασφάλεια του μαγαζιού. Τα παιδιά στο κλαμπ από ότι φαίνεται ήταν πολύ ξηγημένα. Και οι στριπτιζέζ και οι υπόλοιποι υπάλληλοι ήταν μια χαρά άτομα. Έγινα φίλη με την Αγγελική και τη Στεφανία. Αν και μεγαλύτερες από μένα (η Αγγελική 35 και η Στεφανία 23), είχαμε κάνει μια καλή χημεία μεταξύ μας. Μιλούσαμε ακόμα και για γκομενικά. Μάλιστα η Αγγελική μου είπε πως είναι bi αλλά προτιμάει γυναίκες και ότι η Στεφανία έχει 2 χρόνια σχέση.

4 μήνες πέρασαν. Οι γονείς ευτυχώς δεν είχαν ψυλλιαστεί τίποτα για τις νυχτερινές ασχολίες μου. Η Στεφανία έφυγε απ το μαγαζί. Πήγε Θεσσαλονίκη και έγινα πρώτη σερβιτόρα εγώ. Στην παλιά μου θέση ήρθε μια κοπέλα από την Πολωνία, η Nina.  Είχα μαζέψει στο σύνολο 3.245 ευρώ. Τα λεφτά μου έφταναν για να περάσω καλά. Όμως κάτι είχε αλλάξει σε μένα. Η απόδοση στο σχολείο μου έπεσε ραγδαία. Δεν με ένοιαζαν πια τα μαθήματα. Είχα αρχίσει να περνάω καλά. Ο Ηλίας από το μπαρ, η Αγγελική η μάνατζερ του μαγαζιού και ο Στέλιος από την πόρτα ήταν φίλοι μου και τους εμπιστευόμουν. Βέβαια είχα καλές φιλίες και με τις στριπτιζέζ. Οπότε αποφάσισα να μείνω. Και ποιος ξέρει για το μέλλον.

Στον 6ο μήνα της δουλειάς είχαμε ένα πάρτι. Ένας πλούσιος μικρός σε ηλικία (25-30) έφερε ένα τσούρμο πελάτες και όλοι άντρες. Ήταν γύρω στους 50 άντρες εκείνη τη βραδιά και 25 στριπτιζεζ, εγώ και η Nina και η Αγγελική. Ήτανε από τις πιο τρελές βραδιές τις ζωής μου. Όλοι, μα όλοι, ακόμα και η Αγγελική είχαμε ξεσαλώσει και είχαμε γίνει πίτα από το μεθύσι. Γενικά δεν έπινα πολύ στη ζωή μου αλλά αυτή τη βραδιά δεν ξέρω πόσο αλκοόλ καταναλώθηκε. Το πάρτι κατά της 2 είχε πάρει φωτιά. Είχε γίνει κανονική παρτούζα. Όλοι χορεύανε. Η Αγγελική με την Ελένη έκαναν στριπτίζ πάνω στην πίστα. Πρώτη φορά έβλεπα την Αγγελική να κάνει στριπτίζ. Ήταν καλή. Εγώ χόρευα με έναν άκυρο φίλο του πλούσιου  που έκανε το πάρτι. Ήμουν η μόνη που φορούσε ακόμα ρούχα (μπλε τζιν κοντό σορτσάκι, κόκκινα τακούνια, άσπρο ελαφρύ τοπ λίγο πιο πάνω από τον αφαλό).

Ο πλούσιος (δεν θυμάμαι το όνομα του), είχε πιάσει τη Μαρία και τη γαμούσε πάνω στην πίστα. Κάποιοι χόρευαν τύφλα στο μεθύσι. Κάποιοι άλλοι καθόντουσαν στις πολυθρόνες και γαμούσαν τις στριπτιζέζ (τους καβαλούσαν). Έρχεται σε μια στιγμή ο πλούσιος. Ανεβαίνει στον πάγκο του μπαρ και λέει κάτι, δε θυμάμαι τι και λέει να μαζευτούμε όλα τα κορίτσια. Μαζευτήκαμε όλες, εγώ, η Αγγελική, η Nina και όλες οι στριπτιζέζ, πιαστήκαμε από τις μέσες μας και βγάλαμε μια φωτογραφία. Ο πλούσιος ήταν ακόμα ανεβασμένος στον πάγκο και άνοιξε μια σαμπάνια. Παρότι ήταν μεθυσμένος, μας πιτσίλισε όλες με την σαμπάνια και μας έλουσε τα βυζιά. Εγώ έβγαλα το βρεγμένο τοπάκι μου, έβγαλα και το σορτς μου, τα πέταξα στον αέρα και έμεινα μόνο με το μαύρο στρινγκ μου.

Ο πλούσιος κατέβηκε από τον πάγκο και παραπατούσε. Πήγα κοντά του και του είπα στο αυτί.

-  Έλα μαζί μου.

Αυτός μπορεί και να μην κατάλαβε καν τι του πα αλλά εγώ τον έπιασα από το χέρι και τον οδήγησα πίσω από την κόκκινη κουρτίνα. Τα περισσότερα δωμάτια ήταν γεμάτα. Οι κουρτίνες ανοιχτές και έβλεπες να γαμιούνται. Άλλοτε μια στριπτιζέζ με έναν άντρα η άλλοτε με 2. Βρήκα ένα δωματιάκι και τον πέταξα στον καναπέ. Έπεσα στα γόνατα και του ξεκούμπωσα το παντελόνι. Τον έβγαλα έξω. Ήταν μεγάλος. Βέβαια δεν είχα δει και πολλές ψωλές στην ζωή μου να κρίνω ποιος ήταν μεγάλος αλλά αυτός ήταν. Και πάρα που ήταν φουλ μεθυσμένος, ήταν πέτρα. Άρχισα να τον γλείφω. Στην αρχή σαν παγωτό. Πάνω κάτω με την γλώσσα μου και από τις 2 πλευρές. Μετά τον πήρα στο στόμα μου και σιγά-σιγά τον πίπωνα και κατέβαινα και πιο κάτω.

Αυτός με είχε πιάσει από τα μαλλιά καθώς του τσιμπούκωνα τα αρχίδια. Δεν είχα και πολύ εμπειρία στον έρωτα αλλά αυτή τη φορά μιλούσε το ποτό και όχι εγώ. Μετά από 3-4 λεπτά σταμάτησα και ανέβηκα και κάθισα στα πόδια του. Αυτός έπιασε τα βυζιά μου και άρχισε να τα γλείφει και να τα δαγκώνει. Εγώ του χάιδευα την πλάτη με το ένα χέρι και το άλλο του έπαιζα μαλακία. Με μια απότομη κίνηση  με πιάνει και με αναποδογυρίζει στον καναπέ. Ήρθε από πάνω μου. Εγώ έβγαλα μια χαριτωμένη τσιρίδα και γέλασα. Βλέπετε ήμουν στον ουρανό. Άνοιξα τα πόδια μου και μπήκε σιγά-σιγά μέσα μου. Μπορεί να ήταν μεθυσμένος αλλά ήταν κύριος. Σιγά-σιγά αύξανε ρυθμούς.

-  Αχ, αχ... έτσι.

Αυτός δεν απάνταγε. Αμφιβάλω αν μπορούσε να μιλήσει. Εγώ είχα φτάσει στον έβδομο ουρανό. Την μια φορά που είχα κάνε σεξ στην ζωή μου δεν μου άρεσε καθόλου αλλά τώρα ήταν το καλύτερο συναίσθημα που είχα νιώσει. Παρά το δυνατό της μουσικής, άκουγες τους αναστεναγμούς και τις κραυγές άλλων γυναικών στα γύρω δωματιάκια.

-  Γάμα με ρε καργιόλη. Πιο δυνατά.

Αυτός κατάλαβε τι του πα. Άρχισε να μου παίζει δυνατά. Ακουγόταν το πλατς-πλατς όταν ο πούτσος του έσκαγε στα μουνόχειλα μου. Όλο το γαμήσι κράτησε γύρω στα 15 λεπτά αλλά εμένα μου φάνηκε σαν ώρα. Όταν τελείωνε βγήκε από μέσα μου και έμεινε όρθιος. Κατευθείαν σηκώνομαι από τον καναπέ και πέφτω στα γόνατα. Την έπαιζε με μανία. Έχυσε πάρα πολύ σπέρμα. Κάλυψε τα βυζιά μου με χύσι. Δεν είχα ξανά δει αντρικό χύσι στην ζωή μου.  Άλειψα 2 από τα δάκτυλα μου με χύσι  και το περιεργαζόμουν. Αυτός πήρε το παντελόνι του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και μου πέταξε 2 πεντακοσάρικα . Έφυγε από το δωματιάκι. Εγώ έμεινα πίσω και έγλειφα τα βυζιά μου και γευόμουν τα χύσια του. Τα λεφτά δεν τα είχα προσέξει λόγο της μέθης. Παρόλα αυτά, φόρεσα το στρινκ μου και έβαλα τα φράγκα στο διχτάκι του βρακιού μου. Βγήκα έξω. Ακόμα γαμιόντουσαν κάποιοι. Παραπατώντας πήγα στην κυρίως αίθουσα.

Η ώρα 4. Ακόμα όμως υπήρχαν πολλά άτομα. Άλλοι χόρευαν, άλλο πηδιόντουσαν και άλλη ξερνούσαν στο πάτωμα. Η Αγγελική σε μια στιγμή ξεπροβάλει απ το πλήθος εντελώς γυμνή. Με βλέπει.

-  Πως περνάς; (λέει)

-  Τέλεια!!

Γελάσαμε και οι 2. Με πιάνει από τη μέση. Σκύβει στα βυζιά μου και με γλείφει από τη ρώγα μέχρι πάνω. Εγώ αναστέναξα και κοίταξα τον ουρανό. Μόλις τελείωσε αυτό το αργό γλείψιμο που έκανε, άφησε την γλώσσα της ανοικτή σαν το σκύλο να μου δείξει τα χύσια και μετά την έβαλε πίσω στο στόμα της και τα κατάπιε. Εγώ κόλλησα τα χείλη μου στα δικά της και αρχίσαμε να γλωσοφιλιόμαστε για κάνα 5λεπτο. Από  εκεί και μετά αρχίσαμε να χορεύουμε και μετά δε θυμάμαι τι έγινε. Αυτή ήταν η τελευταία ανάμνηση μου από αυτό το βράδυ.

Η ώρα 6:45 τα ξημερώματα. Είχε ξημερώσει. Το μυαλό μου ξανά γύρισε πίσω αλλά δεν σκεφτόμουν. Σύρθηκα μέχρι το σπίτι και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Πάλι καλά που είχα φορέσει τα ρούχα μου και δεν κυκλοφορούσα στο δρόμο γυμνή. Ευτυχώς δε με πήραν χαμπάρι οι δικοί μου. Στης 8 με ξύπνησε η μάνα μου. Με τα βίας της είπα πως ήμουν άρρωστη και με άφησε να κοιμηθώ. Ξύπνησα στης 7 το απόγευμα μετά από ένα τρελό Hangover...

Συνεχίζεται...

( Πολύ θα ήθελα να ακούσω την γνώμη σας για την ιστορία μου. Ελπίζω να μην σας καύλωσα απλά αλλά να σας πώρωσα. Αφήστε ένα σχόλιο από κάτω η στείλτε μου προσωπικό μήνυμα)





Copyright protected OW ref: 97223