Η Τζένη κι ο επιστάτης

Δημοσιεύθηκε από Fantomias
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.29 (17 Votes)
Όταν η Τζένη μπήκε στην εφηβεία της και συνειδητοποίησε τις αλλαγές στο σώμα της, άρχισαν παράλληλα και τα «μυστικά», οι εξομολογήσεις με τις φίλες της και το φυσικό ενδιαφέρον της για το άλλο φύλο. Απέκρουσε αρχικά με μεγάλη φιλαρέσκεια κάποιες αδέξιες προσπάθειες από αγόρια που προσπάθησαν να την πλησιάσουν, ενώ «τα έφτιαξε» με κάνα-δυό άλλα, με τα οποία όμως απλά περιορίστηκαν να κρύβονται από τα αδιάκριτα βλέμματα και να κρατιούνται χεράκι-χεράκι κοιτώντας ο ένας τον άλλο στα μάτια και λέγοντας τις χαζομάρες και τα γελάκια της ηλικίας, χωρίς τίποτα παραπάνω. Την εποχή αυτή η αυτοπεποίθησή της ήταν στα ουράνια, αφού διαπίστωσε ότι άρεσε κι έλκυε τ’ αγόρια κι ήταν ίσως έτοιμη και για το επόμενο βήμα. Όμως τελικά η τύχη τα έφερε έτσι ώστε μέχρι τα 18 της να περιοριστεί σε επιφανειακούς δεσμούς και αθώα χουφτώματα, αλλά να μείνει τελικά παρθένα.

Μέχρι ένα σημείο έφταιγε η ίδια, αφού εκείνη την εποχή οι έρωτες δεν αποτελούσαν μία απ’ τις προτεραιότητές της. Την ενδιέφερε μάλλον το σχολείο της κι η οικογένειά της που την υπεραγαπούσε. Όλα έδειχναν δηλαδή φυσιολογικά σ’ ένα φυσιολογικό ζωηρό κορίτσι δεκαοκτώ χρονών, μέχρι το μοιραίο εκείνο βράδυ που βρέθηκε μόνη της στον κήπο, έξω από τ’ αποδυτήρια των αγοριών πλάϊ στο γυμναστήριο. Υπήρχε εκεί μια μικρή αποθήκη χτισμένη κολλητά στον τοίχο, με ξεκλείδωτη πόρτα. Ένας απ’ τους εξαερισμούς των ντους περνούσε μέσα απ’ την αποθήκη, όμως ο σωλήνας είχε βγει απ’ τη θέση του (ή τον είχαν βγάλει επίτηδες) και μπορούσε κανείς να ανεβεί μέχρι εκεί πάνω εύκολα, αφού ο επιστάτης είχε αποθηκεύσει ακριβώς από κάτω ένα παλιό πάγκο κουζίνας. Ήταν η τέλεια κρυψώνα. Μπορούσε κανείς να δει μέσα στα ντους, πίσω από τις γρίλιες τελείως απαρατήρητος κι οι φίλες της που την πήραν ένα βράδυ μαζί τους στο «παρατηρητήριο» αυτό, φαίνεται ότι το χρησιμοποιούσαν κι οι ίδιες συχνά και το διασκέδαζαν παίρνοντας μάτι τ’ αγόρια και μαζεύοντας άφθονο υλικό για κατοπινό κουτσομπολιό με ατέλειωτα γέλια και ιστορίες που συνεχίζονταν μετά, κάνοντας τ’ αγόρια ν’ απορούν τι τα έχει πιάσει τα κορίτσια και κακαρίζουν έτσι.

Εκείνο το καλοκαιρινό βραδάκι λοιπόν, ήθελε και η Τζένη να παρατηρήσει με την ησυχία της τ’ αγόρια, να δει το γυμνό αρσενικό σώμα και τις κινήσεις του, χωρίς τα χαχανητά και τα πνιχτά σχόλια από τις φιλενάδες της, αλλά ούτε και τα σπρωξίματα «κατέβα εσύ ν’ ανέβω εγώ», που τελικά έκαναν την όλη φάση ένα παιχνίδι, έτσι για το χαβά. Η Τζένη παρακινούνταν σήμερα από μια φυσική περιέργεια και τίποτα παραπάνω. Για καλή της τύχη μέσα στα ντους ήταν τρία από τα μεγαλύτερα αγόρια, τους γνώριζε. Δεν αλληλοσυμπαθιώνταν, άλλωστε οι τρείς μάγκες εκεί πέρα ήταν γνωστό ότι ξημεροβραδυάζονταν στο γυμναστήριο κι ασχολούνταν μόνο με το σώμα τους, αρκετά βλάκες για τα γούστα της, πολύ γυμνασμένοι και πολύ όμορφοι όμως και οι τρείς σαν αρσενικά. Οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι είχαν φτιάξει και κάποια συμμορία, κυκλοφορώντας με σουγιάδες και τέτοια πράγματα, όμως αυτό καθόλου δεν την ενδιέφερε τώρα καθώς παρατηρούσε τα τρία γυμνά αντρικά κορμιά μετά τη γυμναστική τους.

Έβλεπε την αρσενική τους κίνηση, τους μύες που διαγράφονταν όπως λούζονταν κι άκουγε τα σχόλιά τους και το πώς κοκορεύονταν, πράγμα που επίσης δεν την ενδιέφερε. Είχε απορροφηθεί τελείως στην παρατήρησή της και δεν άκουσε ούτε είδε τον επιστάτη που περνώντας τυχαία απ’ έξω και βρίσκοντας μισάνοικτη την πορτούλα της αποθήκης έριξε ένα βλέμμα μέσα. Αν και σχετικά νεαρός στην ηλικία, ήταν άνθρωπος αγροίκος, χωριάτης με τα όλα του, με αδρά χαρακτηριστικά, μουστάκι κι αξυρισιά, ροζιασμένα χέρια με χοντροδάχτυλα, ικανός όμως στις χειρωνακτικές δουλειές και τις επισκευές που χρειαζόταν το σχολείο, φιλότιμος κι ακούραστος, που μπορούσε να δουλεύει όσο χρειαζόταν, αδιαφορώντας για ωράρια και τέτοια. Ό,τι έπρεπε να γίνει το τελείωνε πρώτα και μετά αποσυρόταν στο σπιτάκι του κοντά στην είσοδο της αυλής. Ήταν ανύπαντρος κι εκείνη τη μέρα πρέπει να θόλωσε το μυαλό του με το θέαμα που είδε και που το κατάλαβε αμέσως, αφού ήξερε ποιοί ήταν μέσα.

Η Τζένη απορροφημένη στην παρατήρησή της, τον κατάλαβε μόνο όταν ένιωσε το χέρι του να την αρπάζει απ’ το πόδι και να την κατεβάζει βίαια. Τη γύρισε και την κόλλησε με την πλάτη της πάνω του, για να μπορέσει με το ένα του χοντρόχερο να της κλείσει το στόμα και με το άλλο να την ακινητοποιήσει.

-          Τι κάνεις εδώ παλιοκόριτσο; Ξέρεις τι σου αξίζει τώρα; Να σε πάω και να σε πετάξω έτσι όπως είσαι μέσα σ’ αυτούς, στα ντους και να τους πω τι έκανες.

Η Τζένη είχε μουδιάσει εντελώς, τέτοιο σοκ και τέτοιο τρόμο δεν είχε ξανανιώσει ποτέ στη ζωή της, ενώ ο χτύπος της καρδιάς της αντηχούσε στους τοίχους και σ’ όλο το δωματιάκι. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε τι θα πει «δε με κρατάν τα πόδια μου», αφού τα ένιωσε να εξαφανίζονται, μη παρέχοντας πια τη γνώριμη στήριξή τους. Θα σωριαζόταν κάτω, οπότε ο επιστάτης αναγκάστηκε να περάσει και το άλλο χέρι του στην κοιλιά της και να κρατήσει όρθια την ελαφριά έφηβη, πράγμα εύκολο για το δυνατό άντρα. Μέχρι τότε δεν του είχε περάσει κάτι άλλο πονηρό απ’ το μυαλό του. Όμως στη συνέχεια όπως αποδείχτηκε, αυτό που δεν ήταν καθόλου εύκολο και μάλιστα για έναν απαίδευτο άνθρωπο, ήταν να κυριαρχήσει στον πειρασμό που τον κατέκλυσε και στα πρωτόγονά του ένστικτα. Ήταν μόνος του σ’ ένα απομονωμένο δωματιάκι, κολλημένος πάνω σε μια όμορφη, νεαρή κοπέλα που ευωδίαζε νιότη και φρεσκάδα, σε πλήρη επαφή μαζί της, τα χέρια του γύρω της.

Κάπου εκεί υποχώρησαν όλες οι αναστολές του και το θηρίο βγήκε ασυγκράτητο από μέσα του. Της ψιθύρισε στ’ αυτί:

-          Αν βγάλεις τον παραμικρό ήχο, θα σε πνίξω εδώ μέσα ή θα σε πετάξω σ’ αυτούς, διάλεξε…

και κάπου εκεί ξεκίνησε ένας εφιάλτης που είχε όμως τελείως διαφορετική εξέλιξη. Η ασέλγεια του άξεστου επιστάτη στην αθώα μέχρι τότε έφηβη ξεκίνησε άμεσα κι άγρια και κράτησε αρκετή ώρα που φάνηκε αιώνας στη Τζένη. Εξελίχθηκε όμως σε μια εμπειρία που θα την ήθελαν πολλές νεαρές κυρίες στο ξεκίνημα της σεξουαλικής τους ζωής. Με το ένα του χέρι χούφτωσε τα νεανικά της στήθια της ενώ με τ’ άλλο άρχισε να διατρέχει το σώμα της. Η Τζένη ξαφνικά ένιωσε χιλιάδες χέρια παντού επάνω της. Η μιλιά της είχε εξαφανιστεί για πάντα, κι η θέλησή της το ίδιο. Απλά υπήρχε εκεί, υπήρχε σαν ένα θύμα στα χέρια του θύτη της. Το κορμί της είχε πάρει φωτιά απ’ το ενοχλητικό πασπάτεμα, ενώ τα χέρια του είχαν χωθεί πια μέσα απ’ όλα τα ρούχα της και σταματούσαν σε διάφορα σημεία της, προκαλώντας της αφόρητη δυσφορία και αναγκάζοντάς την να βγάζει μικρές, πνιχτές κραυγές πόνου, όταν εκείνος την τσίμπαγε, τη ζούλαγε ή προσπαθούσε να την παραβιάσει, όπως μπορούσε.

Το ένα του χέρι είχε χουφτώσει το δεξί της στήθος και το μάλαζε κανονικά, σφίγγοντάς τη. Συχνά τα ροζιασμένα του δάχτυλα τσίμπαγαν τη ρώγα της πονώντας τη. Τ’ αριστερό του χέρι είχε κατέβει προς τα κάτω, πίσω, στον πισινό της. Τη χούφτωσε με μανία, διέτρεξε όλο το γλουτό και μετά πέρασε μπροστά, κατεβάζοντας τελείως το σλιπάκι της. Το χοντρόχερο του χούφτωσε με λαχτάρα το νεανικό μουνάκι, τα δάχτυλά του έψαξαν τη σχισμή της. Η Τζένη ασυναίσθητα έσκυψε προς τα μπροστά, σε μια προσπάθεια να καλύψει λίγο το εκτεθειμένο της μουνάκι. Αυτό ήταν το σύνθημα γι αυτόν. Το άλλο του χέρι εγκατέλειψε άμεσα το στήθος της και προσγειώθηκε γρήγορα κι επιδέξια στη σχισμή του κώλου της που τώρα πια ήταν αυτή εκτεθειμένη. Η Τζένη ίσιωσε ξανά ενστικτωδώς, αλλά έτσι το μπροστινό του χέρι βρήκε πάλι την ευκαιρία να προχωρήσει. Η Τζένη κουνιόταν, μη ξέροντας πώς να σταματήσει αυτή την επίθεση, αλλά οι κινήσεις της αυτές έφερναν το αντίθετο αποτέλεσμα.

Με κάθε της κίνηση, τα δάχτυλα του αγροίκου προχωρούσαν όλο και πιο βαθιά στις παρθένες τρύπες της κι ήταν θέμα χρόνου πια το ξεπαρθένιασμα της απ’ τα χέρια του. Τα ρούχα της είχαν σχεδόν βγει και δεν αποτελούσαν πρόβλημα. Η Τζένη πονούσε καθώς αυτός, έχοντας χάσει τελείως τον έλεγχό του, συνέχιζε την εξερεύνηση του νεανικού κορμιού της, προσπαθώντας ν’ αντλήσει απ’ το νεανικό σφρίγος της. Ήταν φανερό απ’ τα πνιχτά μουγκρητά του ότι ήταν πια αλλού και το ευχαριστιόταν. Το ένα του δάχτυλο είχε φτάσει τώρα στον πρωκτό της, που δεν τον είχε ακουμπήσει ποτέ κανείς, ακόμα ούτε κι η ίδια καλά-καλά. Ευτυχώς, δεν προσπάθησε να μπει, αλλά τη χάιδεψε από πάνω, προκαλώντας ένα ξαφνικό ρίγος στο κορμί της. Το μπροστινό του δάχτυλο, αφού περιπλανήθηκε λίγο στην κλειτορίδα της, αποφάσισε να προχωρήσει προς τα κάτω. Το νεαρό κορίτσι άρχισε να μην ελέγχει πλέον το κορμί της. Από τη μια ένιωθε δυσαρέσκεια για την επίθεση αυτή, όμως απ’ την άλλη το νεαρό παρθένο κορμί της αντιδρούσε με τη δική του λογική, γεμίζοντας ξαφνικά με υγρά τα δάχτυλα του χωριάτη, παρά τη θέλησή της, ξαφνιάζοντας ακόμα και την ίδια.

Δεν ήξερε καν αν είναι τα υγρά της, δεν τα είχε ξαναδεί σε τέτοιες ποσότητες. Από συζητήσεις με τις φιλενάδες της ήξερε ότι τα κορίτσια «υγραίνονται» όταν «καυλώνουν» και τώρα το ένιωθε κι η ίδια από το άγγιγμα αυτού του αγροίκου, αλλά σε υπερβολικό βαθμό. Το σώμα της αντέδρασε πρωτόγονα κι άγρια στο παιχνίδι αυτό. Ένιωθε σαν από μέσα της να αναβλύζουν ολόκληρα ποτάμια, ενώ στην πραγματικότητα απλά υγράνθηκε πολύ, τόσο, όσο να επιτρέψει – και να δώσει θάρρος – στον επιστάτη να προχωρήσει. Αυτός, μουγκρίζοντας από ευχαρίστηση και έχοντας τη νεαρή έφηβη σχεδόν γυμνή κι απροστάτευτη στη μέγγενη της αγκαλιάς του, ετοιμάστηκε να κατασπαράξει το θήραμά του. Έσκυψε και πήρε τη μια ρόγα της στο στόμα του, πιπιλώντας τη με μανία και με το μουστάκι του να γαργαλάει τη νεανική της επιδερμίδα. Τα στηθάκια της Τζένης σχηματίζονταν ακόμα, όμως είχαν αρκετά μεγαλώσει κι ήταν εξαιρετικά σφιχτά και μεστά, ώστε να αποτελούν ένα παράδεισο για όποιον θα είχε την τύχη να φτάσει μέχρι εκεί.

Το πιπίλισμα της ρώγας της έκανε και την άλλη ρώγα της να φουσκώσει, παρά τη θέλησή της, οπότε αυτός άρχισε να πιπιλάει μια τη μία και μια την άλλη, με αποτέλεσμα τα υγρά της να κατακλύσουν τα χέρια του και να κάνουν πια την οποιαδήποτε διείσδυση παιχνιδάκι. Το είχε χάσει το παιχνίδι τελειωτικά, και το ήξερε. Πιπιλούσε και φιλούσε τις ρώγες της μεθοδικά. Δάγκωνε ελαφρά το εξόγκωμα, έγλειφε με τη γλώσσα του την άλω γύρω-γύρω, μετά κατέβαινε και διέτρεχε με τα δόντια του τη σάρκα της, σφιχτή και τεντωμένη. Στη συνέχεια ξανανέβαινε προς τη ρώγα, άνοιγε όσο πιο πολύ μπορούσε το στόμα του κι έπαιρνε όσο πιο πολύ απ’ το νεανικό βυζάκι μπορούσε στο στόμα του, σχεδόν το μισό χωρούσε εκεί μέσα. Δημιουργούσε ένα τρελό κενό ρουφώντας όσο δυνατότερα μπορούσε και ένιωθε τη ρώγα της να διογκώνεται στο στόμα του. Μετά πέρναγε στο άλλο στήθος, κάνοντας πάλι το ίδιο παιχνίδι κυκλικά με τη γλώσσα και τα δόντια του, και ρουφώντας δυνατά τη ζωντάνια των βυζιών της εναλλάξ κι απολαμβάνοντας τη φρέσκια μυρωδιά του νεανικού της δέρματος.

Η Τζένη άρχισε ν’ αναστενάζει, ενώ είχε πια ολοκληρωτικά παραδοθεί στα χέρια του. Σε κάποια στιγμή κοίταξε προς τα κάτω και δεν πίστευε στα μάτια της. Οι ρώγες της ήταν διπλάσιες κι ορθωμένες για να βγάλουν μάτι, τα στήθια της κόκκινα και φουσκωμένα, έτσι της φάνηκαν τουλάχιστον. Αυτός συγκεντρώθηκε τώρα πια στα δάχτυλά του, μη σταματώντας το παιχνίδι του με τα καυλωμένα στήθια της. Κουνούσε το μπροστινό του δάχτυλο πάνω κάτω, από την κλειτορίδα όπου έκανε κυκλικές κινήσεις, μέχρι κάτω, κατά μήκους όλης της ανέγγιχτης μέχρι τώρα χαράδρας, ανοίγοντας ίσα-ίσα τα μουσκεμένα μουνόχειλα της και προκαλώντας ρίγη στη ραχοκοκαλιά της. Κι ακόμα περισσότερα υγρά, που ακούγονταν πια χαρακτηριστικά. Αυτό διευκόλυνε όμως επίσης και το πίσω δάχτυλό του, το οποίο, υγραινόμενο συνεχώς από το μουνάκι της, που από πάνω πια, κυριολεκτικά έσταζε, εκβίαζε βήμα-βήμα τη διείσδυση στον παρθενικό πρωκτό της. Η Τζένη κουνήθηκε και σφίχτηκε ασυναίσθητα, αλλά ήταν μάταιος κόπος. Η λίπανση ήταν τόσο άφθονη και συνεχής που το δάχτυλο κέρδιζε συνεχώς έδαφος, σιγά-σιγά αλλά σταθερά.

Τελικά η πρώτη φάλαγγα του δάχτυλού του ήταν μέσα, μέσα σε μια στενή αλλά τρυφερή τρυπούλα, σφιγμένη με μανία γύρω του. Άρχισε να το στριφογυρίζει, όχι πια μέσα έξω, αλλά δεξιά αριστερά, μέχρι που ένιωσε το σφίξιμό της να χαλαρώνει κάπως. Τότε άλλαξε κίνηση, το έβγαλε, ανακουφίζοντάς την κάπως, αλλά πήρε καινούρια υγρά από το μουνάκι της και επανέλαβε τη διείσδυσή του, πιο αποφασιστικά αυτή τη φορά. Η Τζένη ξανασφίχτηκε, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Η πρώτη φάλαγγα ξαναχώθηκε εύκολα κι αυτή τη φορά της φάνηκε πιο υποφερτό. Πάλι απομάκρυνε το δάχτυλό του, το ξαναλίπανε και το ξανάχωσε ακόμα πιο εύκολα αυτή τη φορά. Τελικά η Τζένη παραδέχτηκε ότι πια της γαμούσε το παρθένο κωλαράκι της με το δάχτυλό του και δεν την πονούσε καθόλου. Το δάχτυλό του μπαινόβγαινε πλέον κανονικά και κάθε φορά πήγαινε πιο βαθιά, πότε ξαφνιάζοντάς τη, πότε πονώντας την και πότε προκαλώντας της ένα αίσθημα που δεν ήταν δυσάρεστο, αλλά που δεν το είχε ξανανιώσει.

Όμως τελικά της άρεσε κι έπιασε τον εαυτό της να παρακαλάει να μη σταματήσει, καθώς αυτό το αίσθημα φαινόταν να συσσωρεύεται και να κινδυνεύει να την κατακλύσει με κάτι που δεν ήξερε τι είναι, της ήταν όμως πολύ ευχάριστο, κάνοντας τις αντιστάσεις της να χαλαρώσουν κι άλλο. Το μπροστινό του δάχτυλο δεν είχε σταματήσει ούτε στιγμή το παιχνίδι του στην κλειτορίδα της και στη μουσκεμένη σχισμή του μουνιού της, πάντα χωρίς να μπαίνει βαθιά μέσα παρά μόνο ελαφρά, ίσα-ίσα να ανοίγει δρόμο ανάμεσα στα μουνόχειλα, ενώ το στόμα του πάντα ρουφούσε τις ρώγες της εναλλάξ. Το νεαρό κορίτσι ξαφνικά ένιωσε ένα κύμα να την κατακλύζει που την αιφνιδίασε. Οι αισθήσεις που ένιωθε και τα ερεθίσματα που της προκαλούσε αυτός ο άξεστος ήταν πάρα πολλά για την άμαθη έφηβη. Ένα δάχτυλο να μπαινοβγαίνει στον παρθένο πισινό της γαμώντας την ρυθμικά και κανονικά, οι ρώγες της να πονάνε ηδονικά απ’ το ρούφηγμα και το μουνάκι της να διατρέχεται από ένα εξερευνητικό δάχτυλο που πήγαινε κυριολεκτικά παντού, μένοντας όμως πάντα αρκετά σ’ ένα πολύ ευαίσθητο κουμπάκι στην πάνω πλευρά της χαράδρας της, που το χάϊδεμα του τη ζάλιζε. Όλα αυτά ήταν πάρα πολλά.

Με μια έκρηξη έχασε ξαφνικά τον κόσμο, κραυγές βγήκαν απ’ το στόμα της, η πλάτη της τεντώθηκε σε τόξο, άνοιξε ασυναίσθητα τα πόδια της καθώς το μουνί της έτρεχε πια σα βρύση κι άρχισε να τρέμει ολόκληρη, με ένα σεισμό που ξεκινώντας απ’ το «κουμπάκι» της κατέλαβε όλο το κάτω μέρος του παρθένου κορμιού της. Ένας σεισμός που κράτησε αρκετά, αιώνες της φάνηκαν. Συνερχόμενη σχεδόν αμέσως η Τζένη συνειδητοποίησε ότι μπροστά της υπήρχε εδώ και ώρα μια τεράστια σκληρή πίεση που κατάλαβε αμέσως τι ήταν. Είχε δει πριν από λίγα λεπτά τους νεαρούς στα ντους που κοκορεύονταν δείχνοντάς ο ένας στον άλλο τα όργανά τους σε διέγερση, συγκρίνοντάς τα. Μπορεί να ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε κάτι τέτοιο, όμως η σχηματιζόμενη πια αργά αλλά σταθερά η γυναικεία της διαίσθηση της ξεκαθάρισε αμέσως την κατάσταση. Αστραπιαία μ’ ένα φλασάρισμα κατάλαβε τι θα επακολουθούσε, και δεν ήταν ΚΑΘΟΛΟΥ έτοιμη γι’ αυτό! Τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Αυτός όμως την ξάπλωσε μαλακά κάτω σ’ ένα παλιό στρώμα που είχε αποθηκεύσει εκεί και προσεκτικά ήρθε ανάμεσα στα πόδια της. Η Τζένη, αδύναμη ν’ αμυνθεί ή ν’ αντιδράσει, κοιτούσε ανάμεσα στ’ ανοικτά της πόδια με τρόμο τ’ όργανό του, τεράστιο, περήφανο, στητό και με μια σταγόνα ηδονικής προσμονής στην άκρη του.

Ήξερε ότι είχε έρθει η ώρα του ξεπαρθενιάσματος της. Αυτός δεν περίμενε πολύ, ήταν πάρα πολύ ξαναμμένος από τον οργασμό της μικρής κι ήθελε τώρα, όσο τίποτα στον κόσμο να τη γαμήσει, να τη γαμήσει δυνατά και να χύσει σα γουρούνι, τόσο πιεστικά ένιωθε το σπέρμα του ν’ αναζητάει διέξοδο. Τοποθέτησε το κεφάλι του πέους του στο μουσκεμένο μουνάκι της έφηβης. Αυτό, μόνο αυτό, δε χρειαζόταν άλλη βοήθεια. Η Τζένη προσπάθησε ασυναίσθητα πάλι να σφιχτεί, αλλά αυτό απλά μεγάλωσε την ηδονή για το χωριάτη, την ηδονή της διείσδυσης σ’ ένα παρθενικό μουνάκι, ούτως ή άλλως πολύ σφιχτό. Χιλιοστό με χιλιοστό, μουγκρίζοντας σα ζώο, κέρδιζε έδαφος, ανοίγοντας τα ροζ χειλάκια της με τη σκληρή του πούτσα. Η Τζένη έπαιρνε βαθιές ανάσες και προσπαθούσε να σφιχτεί για να τον εμποδίσει, τα υγρά της όμως την πρόδωσαν πάλι. Κάθε πόντο που αυτός κέρδιζε σιγά-σιγά μέσα της, η Τζένη έπρεπε να παραδεχτεί ότι την γέμιζε με κύματα ευχαρίστησης. Ένιωθε να γεμίζει, να προσαρμόζεται στο μέγεθός του και κάθε ελαφρύ σπρώξιμό του προσέθετε συνέχεια κάτι σ’ εκείνο το κύμα που την είχε κατακλύσει πριν από λίγο και το ένιωθε τώρα να ξανάρχεται, αργά και σταθερά. Ένιωθε πια το μουνί της να έχει ανοίξει όσο δεν πάει άλλο, μ’ ένα παλούκι τεράστιο χωμένο μέσα της. Ένιωθε τόσο πλήρης όσο ποτέ στη ζωή της και στο βάθος της καρδιάς της δεν ήθελε να σταματήσει ποτέ αυτό.

Κοίταξε προς τα κάτω. Ο επιστάτης είχε αρχίσει να μπαινοβγαίνει ελαφρά κι η Τζένη διαπίστωσε με τρόμο ότι μόνο εκείνο το μανιτάρι στο πάνω μέρος του είχε ουσιαστικά τόση ώρα μπει μέσα της, αυτό μπαινόβγαινε τώρα και της προκαλούσε τόσα συναισθήματα. Δεν πίστευε ποτέ ότι μπορούσε να μπει και το υπόλοιπο παλούκι. Όμως ο αγροίκος άρχισε τώρα να μουγκρίζει πιο δυνατά και με κάθε του κίνηση έβαζε και λίγο παραπάνω μέσα της. Η Τζένη άνοιξε το στόμα της διάπλατα και ένα μακρόσυρτο «α..», πιο πολύ σαν ανάσα βγήκε από μέσα της, για να γίνει σύντομα ένα αχ, αχ, αχ, ανάλογα με το πώς αυτός συνέχιζε να τη σφυροκοπά λίγο πιο δυνατά, κερδίζοντας συνεχώς σε διείσδυση. Η Τζένη ένιωθε συνεχώς όλο και πιο παλουκωμένη. Δεν έβρισκε άλλη λέξη, ένιωθε σαν να έχει ανοίξει από μόνη της και να έχει δεχτεί ένα κορμό δέντρου μέσα της, αλλά πάντα κοιτώντας κάτω το πέος που μπαινόβγαινε, έβλεπε μια εικόνα που της άρεσε. Το χωριάτη να έχει χώσει πια σχεδόν το μισό πούτσο του μέσα της και να τη γαμάει κανονικά μέσα έξω, μέσα έξω, ενώ το μουνί της να τον αγκαλιάζει και να τον πλημμυρίζει με τα υγρά της, δεχόμενο ευχάριστα την ηδονή που αυτό το μέχρι χθες άγνωστο αρσενικό όργανο της πρόσφερε.

Κάπου εδώ όμως ένιωσε ξαφνικά κι ένα άλλο συναίσθημα. Σα να χτύπησε σ’ ένα τοίχο. Κάτι σα να σταμάτησε τη διείσδυση, κάτι σα λάστιχο να τεντώθηκε μέσα της. Δεν της άρεσε, δεν πόνεσε, απλά το ένιωσε σα μια ενόχληση, σαν ένα εμπόδιο που σταματούσε την ηδονή της. Ήταν πια περίεργη πόσο βαθιά μπορούσε να φτάσει το πέος του μέσα της και το ότι κάτι ελαστικό φάνηκε να σταματάει τη διείσδυση, τη θύμωσε. Δεν ήξερε τι είναι και τον κοίταξε ερωτηματικά. Αυτός χαμογέλασε και της απάντησε:

-          Η παρθενιά σου είναι. Ήρθε η ώρα σου να γίνεις γυναίκα.

Έριξε πίσω το κεφάλι της ξεψυχισμένα, αμέσως όμως το ξανασήκωσε αποφασισμένη, η ηδονή ήταν πολύ δυνατή για να την απαρνηθεί τώρα. Και εδώ που είχε φτάσει δεν μπορούσε να κάνει πίσω, ακόμα κι αν ήθελε.

-          Σε παρακαλώ, γάμησε με μέχρι το τέλος. Ξεπαρθένεψέ με εδώ και τώρα, έλα γαμιά μου, κάνε με την πουτάνα σου!

Ούτε η ίδια δεν πίστευε αυτά που ξεστόμιζε. Μέχρι πριν μια ώρα ήταν κυριολεκτικά μια σεμνή παρθένα που απλά ήθελε να δει κάτι γυμνά αγόρια που έκαναν ντους, με μια φυσική αθώα κοριτσίστικη περιέργεια και τώρα ξαφνικά είχε μεταμορφωθεί σε μια καυλωμένη γυναίκα, παλουκωμένη απ’ τον πούτσο του εραστή της και ξεπαρθενευτή της, έχοντας κάνει όλο τον κόσμο μούσκεμα, έχοντας βιώσει ήδη τον πρώτο οργασμό της ζωής της και μη θέλοντας για τίποτα στον κόσμο να σταματήσει! Αυτός το κατάλαβε. Ωραία λοιπόν, ας ικανοποιήσουμε την επιθυμία της.

-          Τώρα θα τα δεις όλα, μικρή καυλιάρα, μυξοπαρθένα, θα σε κάνω να με ψάχνεις σ’ όλο το σχολείο μέρα νύχτα.

Άλλαξε τακτική. Τώρα ό,τι και να έκανε, ήταν σίγουρο ότι η μικρή θα το ευχαριστιόταν, άρα ήταν η σειρά του πλέον να νιώσει την απόλυτη ηδονή του πώς γαμάς μια παρθένα και πώς την πνίγεις στα χύσια σου, κάνοντας την να τρέμει καθώς της έχεις πλήρως παλουκώσει, νιώθοντας το στενό μουνάκι της να σ’ έχει αγκαλιάσει και να σε σφίγγει τόσο που να έχεις την αίσθηση ότι ο πούτσος σου θα εκραγεί. Και, ναι, να αφήσεις τον πούτσο σου να εκραγεί! Μέσα της! Έσκυψε πάνω της. Την πλάκωσε, όχι βαριά, ήταν εύκολο για τον μυώδη άντρα. Έσκυψε πάνω της στην αρχέγονη στάση του αρσενικού που αιχμαλωτίζει και ακινητοποιεί το θηλυκό του για να το γαμήσει όπως αυτός θέλει. Η Τζένη μαρμάρωσε απ’ το πρωτόγνωρο αίσθημα. Ένιωσε τους μύες του να έρχονται και να κολλάνε πάνω της, ένιωσε τη ζέστη του, ένιωσε τα χέρια του να την αγκαλιάζουν πίσω από την πλάτη της, ένιωσε την ανάσα του, την αντρική βαριά του ανάσα στο αυτί της και στο σβέρκο της. Παρέλυσε στην κυριολεξία. Πολλοί άντρες δεν ξέρουν ότι έτσι παραλύει κάθε αντίσταση της γυναίκας, μια ανάσα στο αυτί της και μια ελαφριά δαγκωνιά στη βάση του λαιμού της πολλές φορές αρκεί, κι αυτός το ήξερε.

Ασυναίσθητα τα πόδια της Τζένης άνοιξαν όσο περισσότερο γινόταν, καλώντας το αρσενικό να της τον χώσει όσο πιο βαθιά μπορούσε, ενώ όλοι της οι μύες χαλάρωσαν και παραδόθηκαν. Με αυτές τις προϋποθέσεις η παρθενιά της πια δεν ήταν πρόβλημα, ούτε πόνεσε ούτε κατάλαβε πώς ξεπαρθενεύτηκε. Το μόνο που αντιλαμβανόταν πλέον ήταν το αρσενικό που ευχαριστιόταν πάνω της τραβώντας την μαζί του σε δρόμους ηδονής που πριν μια ώρα ούτε φανταζόταν ότι υπήρχαν. Αυτός, με τον πούτσο του πάντα ατσάλι άρχισε να τη σφυροκοπάει, όλο και πιο δυνατά. Η γυναίκα είχε ανοίξει πια τελείως, παραδομένη. Δεν πρόκειται εδώ πλέον για έρωτα, τώρα έπεφτε κανονικό κι άγριο γαμήσι. Όλο και πιο δυνατά την κάρφωνε κερδίζοντας, με κάποια βία είναι η αλήθεια, το δρόμο στο μουνάκι της, το στενό και ροζ μουνάκι της που τον αγκάλιαζε σφιχτά και γι’ αυτό δεν ήθελε να της τον χώσει με τη μία. Ήθελε να ευχαριστηθεί όλη τη διαδρομή μέχρι τον πάτο της, να τρυπήσει πόντο-πόντο αυτό το σφιχτό μουνάκι και να το γαμήσει με την ψυχή του πριν το πλημμυρίσει με το σπέρμα του.

Η Τζένη ένιωσε την ελαφριά βία. Κι αναγνώρισε με έκπληξή της ότι της άρεσε, αυτό ακριβώς ήθελε τώρα, ήθελε κι αυτή να τη γαμήσει χωρίς αύριο, ν’ αδιαφορήσει γι’ αυτή και να γαμήσει για την πάρτη του, βαθιά, γερά, χρησιμοποιώντας τη σαν μέσο για τη δικιά του ηδονή. Τα δύο σώματα ενώθηκαν σ’ ένα γαμήσι δυνατό, μεστό. Ο πούτσος του πάτωσε τελικά στο στενό μουνάκι της νεαρής προκαλώντας της κραυγές ηδονής που ευτυχώς δεν άκουσε κανείς και κάνοντάς τους, αυτόν μεν να σφυροκοπάει σαν τρελός και να τρυπάει με το σιδερένιο του πούτσο τη γυναίκα, κι αυτή να φωνάζει μ’ όλη τη δύναμη των νεανικών της πνευμονιών, με τα πόδια της διάπλατα ανοιχτά, παλουκωμένη, γεμάτη μέχρι εκεί που δεν πάει άλλο, με την ανάσα της να κόβεται σε κάθε του σφυροκόπημα και το κύμα του οργασμού να ετοιμάζεται να σκάσει σε κάτι που ένιωθε ότι θα ήταν μια ανθρώπινη έκρηξη που δεν ήξερε αν τελικά θα την αντέξει. Ξαφνικά αυτός έπεσε πάνω της κόβοντάς της την ανάσα και πλακώνοντάς την. Χωρίς να σταματήσει το σφυροκόπημά του αναζήτησε το στόμα της κι έχωσε βίαια μέσα τη γλώσσα του. Ήταν η πρώτη φορά που το έκανε αυτό και τη Τζένη τη χτύπησε πάλι κεραυνός.

Η γλώσσα του στο στόμα της, της φάνηκε σαν ένα ακόμα πέος, η επιθετικότητά της, την έκανε να αισθανθεί ότι της γαμούσε και το στόμα. Η αίσθηση ήταν τρομακτική, πλακωμένη και κατακτημένη πλήρως απ’ το αρσενικό που τη γαμούσε συγχρόνως στο μουνί και στο στόμα, με τίποτα δε μπορούσε πια να κρατηθεί κι ένιωσε τον οργασμό της να ξεπερνάει το σημείο χωρίς επιστροφή και να την κατακλύζει. Όμως αυτός δεν είχε ακόμα τελειώσει με τις εκπλήξεις του. Η Τζένη ένιωσε ξαφνικά το δάχτυλό του ξανά στον πισινό της, το ένιωσε ξαφνικά, όπως ξεκινούσε ο οργασμός της, να χώνεται εύκολα μέσα στον ανοιχτό και παραδομένο πια πρωκτό της, το ένιωσε να προχωράει αργά και συνεχώς χωρίς σταματημό, βαθιά, βαθιά, βαθιά, όσο δε φανταζότανε ότι μπορούσε να μπει ένα δάχτυλο στον πισινό της. Το βάρος του αρσενικού πάνω της δυσβάσταχτο, η γλώσσα του να έχει κατακτήσει το στόμα της και να κινιέται με τόση μανία μέσα του ώστε με δυσκολία μπορούσε να πάρει ανάσα απ’ αυτό το γλωσσόφιλο, το δάχτυλο του στον πισινό της να την έχει διατρυπήσει τελείως, ενώ η παλάμη του να έχει αγκαλιάσει όλο το γλουτό της τραβώντας τον και με το άλλο χέρι του απ’ την άλλη μεριά και καρφώνοντάς την στον σιδερένιο πούτσο του, που τον ένιωσε ξαφνικά να διπλασιάζεται σε μέγεθος μέσα της και να σκληραίνει κι άλλο – αν είναι δυνατόν! – ενώ η ανάσα του έγινε κι αυτουνού ένα μακρόσυρτο βογγητό.

Η γυναίκα κατάλαβε αμέσως τον επερχόμενο οργασμό του γαμιά της και κάπου εκεί έχασαν και οι δύο τον κόσμο. Ο επιστάτης έχυνε πίδακες από καυτό σπέρμα μέσα στη νεαρή έφηβη που τα ένιωθε σαν πίδακες φωτιάς να τη μαστιγώνουν μέσα στον ερμητικά παλουκωμένο κόλπο της από τον ακόμα πιο φουσκωμένο πούτσο που την είχε κατακτήσει εντελώς και τη γαμούσε ακόμα ασταμάτητα με την ίδια ένταση. Το κεφάλι της γύριζε ενώ οι σπασμοί της δεν περιορίστηκαν αυτή τη φορά στο κάτω μέρος του σώματός της. Ολόκληρο το κορμί της έτρεμε και σειόταν πια, χωρίς έλεγχο, ενώ ο επιστάτης συνέχιζε να χύνει μέσα στη νεαρή γυναίκα, έχοντάς την αρπάξει και με τα δυο του χέρια απ’ τους γλουτούς και έχοντάς την καρφώσει τόσο πάνω στον πούτσο του που έλεγε κανείς πως δε θα ξεκολλήσουν ποτέ. Ούτε χιλιοστό απ’ το σφριγηλό πούτσο του δεν είχε μείνει έξω απ’ το νεανικό μουνάκι της που είχε πια ανοίξει τόσο πολύ ώστε να προσφέρει μόνο ηδονή και καθόλου πόνο. Οι οργασμοί τους δεν έλεγαν να σταματήσουν. Η Τζένη είχε την εντύπωση ότι το σπέρμα του διαχεόταν σ’ όλο της το κορμί, σε λίγο θα το ένιωθε να ξεχειλίζει, ενώ συνεχώς καινούριο φαινόταν να χύνεται απ’ αυτόν τον ακάματο πούτσο, δίνοντας συνεχώς με κάθε ριπή συνέχεια στον ατέλειωτο έτσι κι αλλιώς δικό της οργασμό.

Ο επιστάτης κοιτώντας το σφαδασμό της νεαρής έφηβης έχυνε όλο και περισσότερο. Είχε αρπάξει τώρα στο στόμα του το ένα της βυζί και το ρουφούσε μαλακά, πιο πολύ παίζοντας τη ρώγα της με τη γλώσσα του ενώ το δάχτυλό του στην κωλοτρυπίδα της συνέχιζε να παραμένει όσο πιο βαθιά γινόταν. Ο οργασμός της Τζένης δεν έλεγε να τελειώσει. Ο επιστάτης σταμάτησε πρώτος και κοιτούσε χαμογελώντας ικανοποιημένος τη γυναίκα που είχε οργασμό ακόμα. Η Τζένη κινδύνευε να πάθει αποπληξία. Η ανάσα της είχε σχεδόν κοπεί. Με μια απότομη κίνηση τον έσπρωξε και τον έβγαλε από μέσα της. Ένιωσε σα να έφυγε μια τάπα από κάτω της και το σπέρμα άρχισε να τρέχει από το κόκκινο πια απ’ το γαμήσι, αλλά πάντα τρυφερό μουνάκι της. Ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από πάνω της, και να συνέρχεται. Οι σπασμοί συνεχίζονταν, ήταν πιο απαλοί τώρα και καθαρά ηδονικοί κι η Τζένη δεν ήθελε να σταματήσουν. Αυτός σηκώθηκε. Υπήρχε κάτι που δεν το είχαν κάνει ακόμα κι ίσως μπορούσε να παρατείνει για λίγο ακόμα την ηδονή της. Σηκώθηκε κι έφερε το μισοσηκωμένο ακόμα πούτσο του μπροστά στο στόμα της. Αυτό αρκούσε. Η μυρωδιά και μόνο της καύλας έκανε το γυναικείο ένστικτο της νεαρής, που μέσα σε μισή ώρα είχε γίνει γυναίκα, να σημάνει συναγερμό.

Χωρίς δισταγμό, τον άρπαξε απ’ τους γοφούς και τον τράβηξε προς το μέρος της, ρουφώντας τ’ όργανό του που έσταζε χύσια και μουνόχυμα με τη μία, όσο πιο βαθιά μπορούσε. Ήταν η πρώτη φορά και δεν ήξερε πώς να τον βάλει βαθύτερα, το ένστικτό της την οδηγούσε, όμως έκανε φιλότιμες προσπάθειες και δεν ήθελε να τον αφήσει με τίποτα. Τον κρατούσε μέσα στο στόμα της, έβγαζε κάνα δύο εκατοστά όσο να μπορεί να ρουφάει και να γλείφει τους χυμούς του και τον ξανάβαζε λαίμαργα μέσα της. Η γεύση την είχε τρελάνει, δεν την περίμενε τόσο ηδονική, ούτε την ανάμειξη των υγρών τους τόσο νόστιμη. Με μανία ρουφούσε προσπαθώντας να βρει και την τελευταία σταγόνα. Όμως και για τον επιστάτη η φάση ήταν τόσο καυλωτική. Η όλη φούρια της νεαρής με τα πόδια ανοικτά τόσο διεγερτική, που δεν του έπεφτε κι αυτουνού με τίποτα. Η επόμενη κίνησή του ήταν ακόμα μια έκπληξη για τη Τζένη. Έφερε τον πούτσο του ξανά μπροστά στο ανοιγμένο πια μουνί της και τον έχωσε με τη μία ξανά μέσα της, όσο πιο βαθιά γινόταν. Αυτή τη φορά χώρεσε όλος εύκολα. Ένας μακρόσυρτος αναστεναγμός ξέφυγε από τη Τζένη, όμως εκείνος δεν ήθελε αυτή τη φορά να τη γαμήσει. Έβγαλε το πέος του που έσταζε απ’ το μουνάκι της και το πλησίασε ξανά στο στόμα της. Τα μάτια της έλαμψαν. Το έπιασε το παιχνίδι! Με λαχτάρα κι αρκετό θόρυβο σχεδόν κατάπιε το πουλί του, το έγλειψε όλο καθαρίζοντάς το και ξανάνοιξε διάπλατα τα πόδια της δείχνοντας σ’ όλο του το μεγαλείο το φρεσκογαμημένο και φρεσκοχυμένο νεανικό μουνάκι της που έσταζε τους χυμούς του έρωτα.

Αυτός της το ξανάχωσε κι έτσι όπως έσταζε ξανά απ’ τα υγρά τους, της το ξανάφερε στο στόμα. Μετά από μερικές επαναλήψεις, κανείς από τους δύο δε μπορούσε πια να συγκρατηθεί. Η Τζένη ένιωθε να πλησιάζει στον επόμενό της οργασμό, πνιγμένη απ’ τα χύσια του και το μουνόχυμα της στο στόμα και νιώθοντας κάθε φορά τον πούτσο του να της γαμάει με μερικές κοφτές κινήσεις μια το μουνάκι της και μια το στόμα της (πράγμα που παραδέχτηκε ότι ήταν καλύτερο απ’ τη γλώσσα του) πριν απομακρυνθεί, κι αυτός με αυτό το πηγαινέλα και βλέποντας πόσο η νεαρή απολάμβανε αυτή την πίπα με γεύση μουνοψωλόχυμα που την τάϊζε, ξανακάβλωσε τόσο που στο τέλος βρέθηκε με τον πούτσο του ξανασηκωμένο και σκληρό, να της γαμάει το στόμα κανονικά, όσο μπορούσε αυτή να πάρει μέσα, ενώ η Τζένη είχε ξεσπάσει σε κραυγές, όσο της επέτρεπε η διακοπτόμενη ανάσα της που πρόδιδε ότι ο επόμενος οργασμός της πλησίαζε. Αυτό που δεν καταλάβαινε όμως, καθώς είχε χάσει πάλι τον κόσμο από μπροστά της, ήταν ότι ο επιστάτης είχε βάλει ξανά το θαυματουργό του δάχτυλο στο θεσπέσιο και μουσκεμένο της μουνάκι που τόση ηδονή του είχε χαρίσει κι έπαιζε με την κλειτορίδα της, βοηθώντας τη.

Ήξερε ότι οι παρθένες έχουν ακόμα πολύ ευαίσθητες κλειτορίδες κι απέφευγε, όπως και πριν, να την ακουμπήσει απ’ ευθείας πάνω, γι αυτό κι η Τζένη δεν το κατάλαβε άμεσα. Έφερνε βόλτες με τα δάχτυλά του στο ευαίσθητο δέρμα δεξιά κι αριστερά απ’ το κουμπάκι της προκαλώντας της ρίγη στη ραχοκοκαλιά, ενώ η σκληρή πούτσα του στο στόμα της ετοιμαζόταν για ένα ακόμα βομβαρδισμό. Είχε πολλά χρόνια να του συμβεί αυτό! Το γαμήσι απ’ το στόμα της άρεσε τελικά τόσο πολύ της Τζένης, που όταν ξαφνικά ένιωσε τον πούτσο του να σκληραίνει και να μεγαλώνει ξανά κι απ’ το στόμα του άρχισαν να ξαναβγαίνουν οι άναρθρες οργασμικές κραυγές, δε δίστασε ούτε στιγμή. Σηκώθηκε στα γόνατα μπροστά του και τον πήρε ξανά όσο μπορούσε πιο βαθιά στο στόμα της. Πνιγόταν, αναγούλιαζε, τα μάτια της δάκρυζαν, αλλά ήταν αποφασισμένη να φτάσει μέχρι το τέλος, να τον πάρει βαθιά μέσα της, όσο βαθιά τον πήρε πριν από λίγη ώρα με το μουνάκι της. Τον άρπαξε με το ένα χέρι απ’ τους γλουτούς και τον τράβηξε με μανία προς το μέρος της για να χωθεί βαθιά στο στόμα της, ενώ με τ’ άλλο χέρι της έκανε πάλι κάτι για πρώτη φορά. Το πλησίασε στο μουσκεμένο και καλοχυμένο της μουνάκι κι άρχισε να το παίζει μόνη της, προσπαθώντας να φτάσει μαζί του στον επόμενο οργασμό.

Δε χρειάστηκε τελικά, καθώς αυτός δε μπόρεσε να κρατηθεί άλλο. Για άνθρωπο που είχε χύσει πριν από λίγο έβγαλε πάλι απίθανες ποσότητες σπέρματος, πνίγοντάς τη, αναγκάζοντάς την ν’ αρχίσει να καταπίνει λαίμαργα το σπέρμα του και κάνοντας όσο σπέρμα δεν προλάβαινε να καταπιεί να ξεχειλίζει απ’ τις γωνίες του στόματός της, ενώ μια ποσότητα βγήκε κι από τη μύτη της, αφού αυτή πεισματικά κρατούσε τον πούτσο του όσο πιο βαθιά καρφωμένο μπορούσε στο στόμα της και δεν τον άφηνε με τίποτα. Το γαμήσι αυτό του στόματός της, αλλά και η μεθυστική γεύση και μυρωδιά του φρέσκου σπέρματος του εραστή της που εκτοξεύονταν σε ριπές και χτυπούσε τον ουρανίσκο της κατακλύζοντάς την, οδήγησαν τη Τζένη στον επόμενο τρανταχτό της οργασμό και την έκαναν τελικά να σωριαστεί στο πάτωμα, όπου συνέχισε να σφαδάζει προσπαθώντας να ξαναβρεί την ανάσα της με το νεανικό της στήθος να ανεβοκατεβαίνει, με τα χέρια και τα πόδια της διάπλατα ανοικτά, με τα χύσια να τρέχουν από το στόμα της και τη μύτη της, με όλο της το κορμί να γυαλίζει χυμένο και σαλιωμένο απ’ τα δικά της σάλια απ’ το τρομερό πρώτο της τσιμπούκι, ενώ το μουνί της πρησμένο κι ανοιχτό πια, γυάλιζε κι αυτό στο λιγοστό φώς πλημμυρισμένο με τα υγρά της κι όσα χύσια είχαν απομείνει εκεί.

Μια εικόνα για φωτογράφηση δηλαδή, μιας καλογαμημένης και καλοχυμένης γυναίκας. Αποκαμωμένος έπεσε πλάϊ της κι ο επιστάτης για να ξαναβρεί κι αυτός την ανάσα του, την πήρε αγκαλιά κι άρχισε να τη χαϊδεύει τρυφερά. Αυτή κούρνιασε στην αγκαλιά του και γουργούριζε σα γάτα. Έκανε αρκετή ώρα να συνέλθει και να ξαναβρεί τον εαυτό της.

-          Πονάω ολόκληρη, είπε τελικά. Το μουνί μου έχει πιάσει φωτιά, ο κώλος μου πονάει, οι ρώγες μου τσούζουν και το σαγόνι μου νιώθω σα να έχει φύγει, άσε που είμαι χυμένη από πάνω μέχρι κάτω και κολλάω. Όμως είναι η πρώτη φορά που ένιωσα τόσο καλά, μήπως είμαι μαζοχίστρια; Δε μου λες, πότε θα με ξαναβιάσεις; ε;

Αυτός γέλασε και σηκώθηκε. Εμφάνισε κάποιες όχι και τόσο καθαρές κουβέρτες που είχε αποθηκευμένες στο δωματιάκι, τυλίχτηκαν έτσι γυμνοί που ήταν κι έφυγαν αγκαλιά, μέσα από μονοπάτια που μόνο αυτοί γνώριζαν σαν τους κλέφτες προς το σπιτάκι του επιστάτη για να κάνουν το μπάνιο τους, και ποιός ξέρει; Ίσως να συνεχίσουν και το βιασμό της αθώας κι άβγαλτης αυτής παρθένας, της Τζένης.

Σας εύχομαι κι εσάς να σας συμβεί κάποτε μια τέτοια ιστορία, είτε άντρες είσαστε είτε γυναίκες. Να ευχαριστηθείτε τον έρωτα και το σεξ. Μην ακούτε που λένε ότι σεξ χωρίς έρωτα δε λέει. Η σεξουαλική συνεύρεση δύο ανθρώπων εμπεριέχει de facto και την αγάπη μέσα της, την αγάπη προς τον άλλο που θα μοιραστείτε το χρόνο σας, το κορμί σας, τους χυμούς σας, την ηδονή σας, την ένωσή σας. Τ’ άλλα τα λένε κάτι κομπλεξικοί κι ουσιαστικά αγάμητοι που δεν ξέρουν να δίνουν στον έρωτα, αλλά μόνο να παίρνουν.



(Copyright protected OW ref: 94089)