Πέρα από το χρόνο

Δημοσιεύθηκε από Ιανός
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Σήμερα…

-    Η διαδοχή γινόταν πάντα με το θάνατο του προηγούμενου. Αυτό ισχύει για ισχυρές θέσεις στη θρησκεία ή στις ηγεμονίες. Βέβαια υπήρχαν περιπτώσεις που ο προηγούμενος συναντούσε πιο γρήγορα το θάνατο. Κι όλα αυτά μπορεί να συμβούν τη στιγμή που δεν το περιμένει κανείς. Δολοπλοκίες στήνονταν από παλιά για κατάληψη της εξουσίας. Βλέπεις αγαπητέ μου, ο κόσμος ποθούσε πάντοτε τη μέθη που προκαλεί η δύναμη του να διατάζεις και να σε υπακούν. Η πιο ισχυρή μορφή εξουσίας όμως δεν είναι να κυβερνάς, αλλά να ελέγχεις αυτόν που κυβερνάει. Να μη φαίνεσαι! Να δρας από το παρασκήνιο, ώστε οι εχθροί σου να μη μπορούν να σε βρουν.

-    Κάνεις λάθος! Εγώ πιστεύω πως η πιο ισχυρή εξουσία είναι να κατέχεις όλες τις γνώσεις και τις πληροφορίες. Ελέγχοντας αυτές πάντα θα αντιλαμβάνεσαι ποιοι θέλουν το κακό σου και επίσης θα μπορείς να ελέγχεις καλύτερα από το παρασκήνιο τα άτομα με πλασματική δύναμη.

-    Δεν πιστεύω αυτό που συζητάτε εσείς οι δύο. Η πιο ισχυρή δύναμη στον κόσμο είναι η καρδιά. Γιατί αν σε εξουσιάσει, θα χαθείς στη δίνη της.

-    Εγώ κυβερνάω από τις σκιές, είπε η πρώτη φωνή.

-    Εγώ κυβερνάω ελέγχοντας τις πληροφορίες, είπε η δεύτερη φωνή.

-    Εγώ πιστεύω ότι είστε και οι δύο ηλίθιοι…

απάντησε η τρίτη φωνή. Τα μάτια του άνοιξαν για μια ακόμη φορά. Οι φωνές που άκουγε στον ύπνο του δεν είχαν πρόσωπο, αλλά ήταν οικείες. Και οι τρεις. Η πρώτη ήταν αρχαία, ύπουλη και σκοτεινή. Η δεύτερη ήταν ήρεμη, σοφή και διαλλακτική. Η τελευταία ήταν γεμάτη πάθος για ζωή. Ποιοι ήταν αυτοί που στοίχειωναν τα όνειρα του; Γιατί η φύση του είχε αλλάξει; Θυμόταν ακόμα τη γυναίκα που νόμιζε ότι του είχε πιει όλο το αίμα και πως τον είχε σκοτώσει. Θυμόταν ακόμα πως με τρομερή δύναμη και ταχύτητα τη συνέθλιψε στον τοίχο και με μια δυνατή γροθιά την αποκεφάλισε. Θυμόταν ακόμα τις στάχτες της στο πάτωμα και την έκσταση της δύναμης που πήγαζε από το φόβο της. Θυμόταν ότι παλούκωσε τον εαυτό του και κάθισε να δει το ξημέρωμα μπροστά στην ανοιχτή βεράντα. Ο ήλιος είχε σηκωθεί στην ανατολή και είχε σφίξει τα δόντια του, θεωρώντας ότι θα νοιώσει πόνο. Αντίθετα ένοιωσε ένα απαλό γαργάλημα στο σώμα του. Περισσότερο σαν οι ακτίνες του ήλιου να του χάιδευαν το δέρμα και το πρόσωπο, παρά να τον έκαιγαν. Και εκείνη τη στιγμή, όλες οι γνώσεις της φύσης του, αναδύθηκαν μέσα στο μυαλό του.

Με τρεμάμενα χέρια έβγαλε το παλούκι από την καρδία του και είδε την πληγή να κλείνει και να καλύπτεται με δέρμα. Οι αισθήσεις του είχαν μεγιστοποιηθεί σε υπερθετικό βαθμό. Έβλεπε πράγματα που σα θνητός δε μπορούσε να αντιληφθεί. Και οι φωνές άρχισαν να μιλάνε όποτε κοιμόταν.


Προ Κατακλυσμού…


Ο θρόνος ήταν φτιαγμένος από οψιδιανό. Καθαρό λαξευμένο μαύρο. Ο άντρας που καθόταν βαριεστημένα στο θρόνο κοίταξε τους αυλικούς του. Μετά το βλέμμα του πλανήθηκε στις αντιπροσωπείες που είχαν έρθει. Τα δώρα είχαν στοιβαχτεί δίπλα από τα σκαλιά που οδηγούσαν στο θρόνο. Η δεξίωση γινόταν για να του ζητήσουν χάρες. Η δύναμη του ήταν ξακουστή και τα γειτονικά βασίλεια τον φοβόνταν. Εκείνος όμως είχε βαρεθεί τις λεηλασίες. Η δίψα του για μάχες και αίμα είχε κορεσθεί προ πολλού. Τα πολιτικά παιχνίδια εξουσίας είχαν πάψει να τον ενδιαφέρουν. Χωρίς κανείς να το γνωρίζει, έλεγχε όλους τους γείτονες του και αν κάποιος προσπαθούσε να εξελιχθεί προς τα πάνω, δημιουργούσε έναν τοπικό εμφύλιο ή τον κατέστρεφε χωρίς να υποψιαστεί κανείς ότι αυτός έκανε κάτι τέτοιο. Το μόνο που υπήρχε ήταν ο φόβος για αυτόν. Ο άντρας σηκώθηκε από το θρόνο και όλοι υποκλίθηκαν. Χόρεψε ως όφειλε με κάποιες κυρίες και δεσποσύνες, μίλησε με ανιαρά κατά τη γνώμη του άτομα και αποσύρθηκε στον ψηλότερο πύργο. Κοίταξε έξω από το μπαλκόνι τη χλωμή ημισέληνο και τα αστέρια.

-    Βαριέμαι!

Το παραδέχθηκε στον εαυτό του, εκφράζοντας τη σκέψη του μεγαλόφωνα. Ξαφνικά μια νυχτερίδα που φαινόταν να κάνει κύκλους έξω από το μπαλκόνι του έπεσε κάτω στο πάτωμα και μεταμορφώθηκε σε μια γυναίκα. Είχε ίσια μακριά μαύρα μαλλιά, που έφταναν λίγο πιο κάτω από τη μέση της. Τα μάτια της είχαν το χρώμα του αίματος, όπως και τα χείλη της. Ήταν ψηλή, πάνω από 1.85 και φορούσε ένα διάφανο μαύρο φόρεμα που τόνιζε τις καμπύλες της. Τίποτα δεν αφηνόταν στη φαντασία. Τα κάλλη της διαγράφονταν πίσω από το αραχνοΰφαντο φόρεμα. Η γυναίκα χτύπησε το τζάμι με ένα στραβό χαμόγελο στα χείλη. Ο άρχοντας του κάστρου της άνοιξε και της έγνεψε να μπει. Τα φτερά νυχτερίδας που βρίσκονταν στην πλάτη της, διπλώθηκαν και άρχισαν να εξαφανίζονται. Η γυναίκα προσκύνησε τον άρχοντα.

-    Τι θες;

-    Άρχοντα μου είναι η ημέρα του έτους που έχουμε συμφωνήσει να σε επισκέπτομαι.

-    Α ναι! Το είχα ξεχάσει.

Η γυναίκα έκανε μια χαριτωμένη κίνηση, έσπασε λίγο τη μέση της και κούνησε με φορά προς τα πίσω τους ώμους της. Το φόρεμα της έπεσε κάτω. Στεκόταν γυμνή, μπροστά στον άρχοντα χωρίς να ντρέπεται και χαμογελούσε ηδονικά. Η μυρωδιά που έβγαζε το σώμα της, τύλιξε τα ευαίσθητα ρουθούνια του άντρα. Τα μάτια του γυάλισαν, και από σκούρα καστανά έγιναν μαύρα με κόκκινη ίριδα. Άρχισε να βγάζει αργά τα ρούχα του και αφού απέμεινε γυμνός, εκείνη κινήθηκε προς το μέρος του και γονάτισε μπροστά του. Τα χείλη της άνοιξαν και αγκάλιασαν την πούτσα του. Χωρίς να δυσκολευτεί κατάπιε ολόκληρο το μέγεθος της καυλωμένης ψωλής και με τη μεγάλη διχαλωτή γλώσσα, έγλειφε τα αρχίδια του. Στη συνέχεια άρχισε να εντείνει το ρυθμό της, ανεβοκατεβάζοντας το κεφάλι της με μεγάλη ταχύτητα και σαλιώνοντας όλη την πούτσα. Το δεξί χέρι της πίεσε την κλειτορίδα της με το δείκτη και τον μέσο. Το αριστερό χέρι της έκανε ψαλιδάκι και βύθισε τον αντίχειρα, το δείκτη και τον μέσο στο ξυρισμένο μουνί της και ο παράμεσος μαζί με το μικρό δαχτυλάκι χώθηκαν στην τρυπούλα του κώλου της. Συνέχισε για αρκετή ώρα το έργο της, καταπίνοντας στο λαρύγγι της την πούτσα του άντρα και ανεβοκατεβάζοντας το κεφάλι της, με απίστευτα γρήγορο ρυθμό. Όταν ένοιωσε τα πόδια του να τρέμουν, βύθισε όσο πιο βαθιά μέσα της μπορούσε τα δάχτυλα της και έδωσε νοητική εντολή να επιμηκυνθούν. Όταν το σπέρμα του άντρα τινάχτηκε στο λαιμό της, τα μάτια της πήραν μια άλικη απόχρωση και άρχισε να νοιώθει και η ίδια την έκσταση. Η ενέργεια του άντρα άρχισε να την τρέφει και τα δάχτυλα της να της χαρίζουν ανείπωτους οργασμούς. Μαζί του μπορούσε να συνδυάσει τροφή και ηδονή.

Έχασε τον εαυτό της από την καύλα και βρέθηκε να παίρνει παραπάνω ενέργεια από όσο της είχε επιτραπεί. Ένα τράνταγμα την έσπρωξε μακριά. Βρέθηκε κολλημένη στον τοίχο, να χαμογελάει εκστατικά χωρίς να βλέπει. Μια σκιά υλοποιήθηκε μπροστά της. Δόντια καρφώθηκαν στο λαιμό της βρίσκοντας τη σφαγίτιδα φλέβα. Ένοιωσε τη ζωική ενέργεια που μόλις είχε απορροφήσει να φεύγει από μέσα της. Από το αίμα της. Αλλά αυτό το δάγκωμα της χάριζε ηδονή. Ότι έχανε, το αναπλήρωνε σχεδόν αμέσως. Πλέον η σκιά έγινε καθαρότερη. Ο άρχοντας είχε βυθίσει τα δόντια του στο λαιμό της. Το χέρι της βρήκε την πούτσα του, ακόμα σηκωμένη και την οδήγησε βαθιά μέσα στο μουνί της.

-    Πιες με!

Του είπε τυλίγοντας σφιχτά τα πόδια της στη μέση και κινούμενη ρυθμικά πάνω στην πούτσα του. Ξαφνικά βρέθηκαν να αιωρούνται και στη συνέχεια η πλάτη της κόλλησε στο ταβάνι. Τα δόντια του βγήκαν από το λαιμό της και άρχισε να κινείται με τέτοια ταχύτητα μέσα της, που ούτε η ίδια η γυναίκα δε μπορούσε να αντιληφθεί με γυμνό μάτι. Όμως τα αρχέγονα ένστικτα της απολάμβαναν το καταιγιστικό σαρκικό σεξ που της έκανε. Και εκείνη, έχοντας γνωρίσει για πρώτη φορά την απόλυτη έκσταση που της χάριζε η ζωτική ενέργεια του και η ταχύτητα με την οποία τη γαμούσε, συνέχισε να τρέφεται από αυτόν.

-    Χύνω και τρέφομαι!

Ούρλιαξε η γυναίκα γελώντας σατανικά. Όμως ο άντρας καταλάβαινε απόλυτα τι του συνέβαινε. Εκείνος της είχε επιτρέψει να παρασυρθεί. Έτσι θα είχε τη δικαιολογία στο να πράξει, αυτό που είχε αποφασίσει. Οι κυνόδοντες του επιμηκύνθηκαν πιο πολύ και τους έμπηξε κατευθείαν στην καρδιά της. Μισή ανάσα αργότερα, άρχισε να τρέφεται με το αίμα της κατευθείαν από τη ζωτική πηγή. Η γυναίκα δεν κατάλαβε ότι η μάχη ήταν άνιση. Πάνω στη μανία της για περισσότερη ηδονή και ενέργεια, δεν κατάλαβε τι της συνέβαινε μέχρι την ώρα που ήταν πολύ αργά. Τα μάτια της γούρλωσαν με απορία.

-    Γιατί; Ούρλιαξε ρωτώντας.

-    Γιατί μπορώ!

Ο ήχος της φωνής του ήταν εντελώς ουδέτερος. Δεν υπήρχε ψύχρα, μίσος, οργή. Και αυτό την φόβισε περισσότερο. Δύο δευτερόλεπτα αργότερα ήταν νεκρή.


Σήμερα…


Ο νεαρός άνοιξε τα μάτια του και προσπάθησε να ανασάνει. Για μισό χιλιοστό του δευτερολέπτου τρόμαξε, όταν διαπίστωσε ότι δε μπορεί. Και στη συνέχεια θυμήθηκε το λόγο που δε μπορεί να ανασάνει. Τα σεντόνια στο κρεβάτι ήταν ανάστατα. Η δίψα του είχε αρχίσει να μεγαλώνει, αλλά βρισκόταν σε ελεγχόμενα επίπεδα. Ο ήλιος δεν είχε δύσει ακόμα. Προσπάθησε να κοιμηθεί ξανά…


Προ Κατακλυσμού…


Η μάχη είχε κερδηθεί και οι άντρες του άρχοντα λεηλατούσαν την πόλη. Είχαν διαταγή να μη σκοτώσουν κανέναν άμαχο πολίτη και να μη βιάσουν οτιδήποτε. Όμως το αίμα των αντρών βράζει μετά τη μάχη και το κτήνος που κρύβουν μέσα τους ξυπνά. Δύο άντρες τραυματισμένοι, αλλά που θα επιβίωναν επειδή οι πληγές τους ήταν ελαφριές, είχαν στριμώξει μια πενηντάρα γυναίκα σε έναν αχυρώνα. Της είχαν σκίσει ήδη τα ρούχα και έπαιζαν μαζί της. Μια στάμνα με κρασί άλλαζε χέρια ενώ η γυναίκα ούρλιαζε και παρακαλούσε. Μια γροθιά της είχε ήδη βουλώσει το ένα μάτι και αίμα έσταζε από τα χείλη της. Ο ένας άντρας έσυρε το ξίφος του και το ακούμπησε στο λαιμό, καθώς ο άλλος έπαιρνε θέση πάνω της. Η πούτσα του προσπαθούσε να εισβάλει στο μουνί της, αλλά ήταν πολύ σφιχτό από τον τρόμο. Εκείνος έφτυσε τα χέρια του και έβαλε δύο δάχτυλα μέσα της για να την ανοίξει. Ξαφνικά ένοιωσε έναν οξύ πόνο να προέρχεται από την πλάτη του και είδε με φόβο τα άκρα μιας τσουγκράνας να έχουν διαπεράσει τους πνεύμονες και το θώρακά του. Έβηξε μια φυσαλίδα αίματος και προσπάθησε να ουρλιάξει, αλλά δεν τα κατάφερε.

Ο άλλος άντρας δεν είχε καταλάβει τι γινόταν. Φωνές ακούστηκαν απ’ έξω. Κόσμος μπήκε στον αχυρώνα και είδαν μια νεαρή κοπέλα να έχει χρησιμοποιήσει την τσουγκράνα σαν δόρυ και να έχει σκοτώσει έναν από αυτούς. Αμέσως έγιναν έξαλλοι και τράβηξαν τα σπαθιά τους. Η νεαρή κοπέλα όταν στράφηκε περήφανα να τους αντιμετωπίσει είδε μόνο το αίμα και αμέσως έκανε εμετό. Κεφάλια, χέρια και πόδια είχαν διαμελιστεί. Στο κέντρο του σωρού στεκόταν ένας άντρας ψηλός με λευκά μαλλιά να φαίνονται κάτω από την περικεφαλαία. Η πανοπλία του ήταν ποτισμένη με το φρέσκο αίμα των επιτιθέμενων. Στα χέρια του κρατούσε δύο καρδιές. Στη θέα της κοπέλας που έκανε εμετό, τις πέταξε μακριά και με απόκοσμη ταχύτητα βρέθηκε δίπλα της κρατώντας της απαλά. Της έδωσε ένα φλασκί με φρέσκο νερό να πιεί. Ο άντρας που απειλούσε την πενηντάρα με το σπαθί του, είχε γονατίσει και ικέτευε μια συγγνώμη. Το κεφάλι του ξεκόλλησε από το λαιμό του, αλλά η νεαρή κοπέλα που έπινε το φρέσκο νερό, δεν αντιλήφθηκε την κίνηση του άντρα με την πανοπλία και την περικεφαλαία που σκέπαζε το πρόσωπο.

-    Είσαι καλά;

Η φωνή του άντρα ήταν ευγενική και ανέδιδε ειλικρίνεια για την ευημερία της κοπέλας. Εκείνη στράφηκε προς το μέρος της πενηντάρας. Το βλέμμα του άντρα έπεσε πάνω της, ίσως για πρώτη φορά. Με μια κίνηση τράβηξε το μανδύα του και σκέπασε τη γύμνια της.

-    Οι άντρες μου έπρεπε να ξέρουν καλύτερα, είπε κουνώντας το κεφάλι του. Είχα δώσει εντολή να μην πειράξουν κανέναν άμαχο και να μη βιάσουν μετά τη μάχη. Έχω ολόκληρο στρατό από νοικιασμένες γυναίκες που θα τους εξυπηρετούσαν.

Η νεαρή κοπέλα αγκάλιασε τη μητέρα της και την είδε να σκύβει το κεφάλι προς το μέρος του άντρα. Δεν είχε ακούσει τα λόγια του. Σκεφτόταν τη μητέρα της. Άκουσε θόρυβο από μέταλλο και γύρισε προς αυτόν. Εκείνος είχε βγάλει την περικεφαλαία του. Το πρόσωπό του ήταν πραγματικά αρρενωπό. Τα μάτια του θολά και τα άσπρα μαλλιά που ανέμιζαν δεν τον έκαναν γέρο, αλλά του προσέδιδαν κάτι εξωτικό. Η κοπέλα για μισή στιγμή θαύμασε την ομορφιά του και κοκκίνισε, στέλνοντας τις τολμηρές σκέψεις στα βάθη του μυαλού της. Ο άντρας της χαμογέλασε και υποκλίθηκε. Και τότε η νεαρή κατάλαβε ποιος ήταν. Ο αρχηγός του αντίπαλου στρατού. Ο κατακτητής της πόλης. Ο λυτρωτής της πόλης κατά την άποψη της, γιατί ο πρώην αρχηγός της πόλης που έμενε, ήταν τύραννος, σκληρόκαρδος και κακός όσο οι δαίμονες της Βαλντούζ.

-    Πώς σε λένε νεαρή;

-    Χάθα κύριε και από δω η μητέρα μου η Ακορέττα. Σας ευχαριστώ που μας προστατεύσατε.

-    Χάσατε συγγενείς στη μάχη; Αδέρφια; Πατέρα;

-    Δε γνωρίζω. Ελπίζω και παρακαλώ τους θεούς πως όχι.

-    Αρκετοί παραδόθηκαν. Δεν τους πειράξαμε. Ελπίζω να είσαι τυχερή Χάθα.

Φωνές ακούστηκαν απ’ έξω και αξιωματικοί του στρατού μπήκαν στον αχυρώνα. Αμέσως γονάτισαν μπροστά στον άρχοντα.

-    Βρείτε μου αν είναι ζωντανοί ανάμεσα στους στρατιώτες του εχθρού οι…

Είπε ο άρχοντας και στράφηκε προς την κοπέλα, αλλά πριν της κάνει νόημα να μιλήσει εκείνη του χαμογέλασε και συμπλήρωσε τα λεγόμενα του.

-    Ρίκον, Φρέμις και Λόθαρ Γκαρθέλ. 18, 20 και 56 ετών αντίστοιχα.

-    Κανείς δε θα πειράξει τα σώματα των πεσόντων, συνέχισε ο άρχοντας, μέχρι να αναγνωριστούν όλοι οι νεκροί.

Η κοπέλα χλόμιασε στο άκουσμα των λόγων του και εκείνος στη στιγμή βρέθηκε δίπλα της να την πιάνει για να μην παραπατήσει.


Σήμερα…


-    Χάθα;

Είπε ο νεαρός άντρας ανοίγοντας τα μάτια του. Ο ήλιος είχε δύσει προ πολλού, αλλά το όνειρο τον κράτησε κοιμισμένο. Τινάχτηκε γρήγορα και άνοιξε τη μπαλκονόπορτα. Η γειτόνισσα απέναντι, για άλλη μια φορά είχε αφήσει το δικό της μπαλκόνι ανοιχτό και κυκλοφορούσε γυμνή στο σπίτι προκαλώντας τον. Μάλιστα όταν τον είδε να στέκεται στο δικό του μπαλκόνι, πήρε ένα δονητή και άρχισε να τον γλείφει σαν πούτσα ξεδιάντροπα μπροστά του. Στη συνέχεια τον κάρφωσε στο μουνί της και άρχισε να γαμάει τον εαυτό της. Δύο λεπτά αργότερα το κουδούνι της χτύπησε. Εκείνη παραξενεμένη κοίταξε από το ματάκι και είδε το νεαρό που ζαχάρωνε να είναι έξω. Άνοιξε την πόρτα και είπε:

-    Επιτέλους, έλα μέσα να με γαμήσεις.

Δεν αντιλήφθηκε πόσο γρήγορα βγήκε από τα ρούχα του. Το σώμα του νεαρού ήταν γραμμωμένο και παράξενα τατουάζ το στόλιζαν, αλλά δεν τους έδωσε σημασία γιατί εκείνος μπήκε μέσα της, παρασύροντας της στον καναπέ του σαλονιού. Άρχισε να τη γαμάει γρήγορα και δυνατά και η γυναίκα αφέθηκε.

-    Χύνω, χύνω, χύνω…

ήταν το μόνο που κατάφερνε να πει μέσα από κοφτές ανάσες. Η πούτσα του νεαρού ήταν σκληρή και έφτανε μέχρι τη μήτρα της. Ούτε καν ο τεράστιος δονητής που είχε δίπλα στο κομοδίνο του κρεβατιού της, δεν έφτανε τόσο βαθιά. Τα υγρά της έτρεχαν από μέσα της σαν καταρράκτες και εκείνη πλέον ούρλιαζε από καύλα. Βρέθηκε να είναι κολλημένη στον τοίχο. Τα μάτια της ήταν κλειστά και απολάμβανε τις δυνατές διεισδύσεις μέσα της, χωρίς να καταλάβει πότε την είχε σηκώσει. Τα χείλη του πλέον ήταν στο λαιμό της και όταν επιτέλους άνοιξε τα βλέφαρά της, διαπίστωσε με τρόμο πως κοιτούσε από ψηλά το σαλόνι της. Το βλέμμα της κινήθηκε αριστερά και δεξιά και κατάλαβε ότι με κάποιο τρόπο η πλάτη της ακουμπούσε το ταβάνι και όχι τον τοίχο. Και ξαφνικά το μουνί της και το σώμα της ολόκληρο άρχισε να συσπάται από τον πιο δυνατό οργασμό που είχε νοιώσει ποτέ στη ζωή της. Τα δόντια του νεαρού είχαν καρφωθεί και δάγκωναν το λαιμό της, αλλά δεν ένοιωσε καθόλου πόνο. Ένα λεπτό αργότερα είχε λιποθυμήσει.

Ο νεαρός αφού τελείωσε μέσα της και τράφηκε, την πήγε στο κρεβάτι της και τη σκέπασε απαλά με τα σεντόνια. Έβαλε τον τεράστιο δονητή, ανάμεσα στα πόδια της και είπε.

-    Θα θυμάσαι μόνο ότι τελείωσες τόσο δυνατά με το δονητή σου.

Μισή ανάσα αργότερα βρέθηκε πέντε τετράγωνα μακριά, ντυμένος και χτενισμένος. Περίμενε υπομονετικά να ανάψει το φανάρι πράσινο, αν και μπορούσε φυσικά να κινηθεί με ταχύτητα ανάμεσα από τα αυτοκίνητα χωρίς να τον αντιληφθούν. Καθώς διέσχιζε το φανάρι κάποια κοπέλα τον σκούντηξε, περνώντας βιαστικά από δίπλα του.

-    Πρόσεχε, της είπε και στράφηκε προς το μέρος της.

-    Συγγνώμη αλλά βιάζομαι.

Η φωνή της ήταν χαριτωμένη και πραγματικά ειλικρινής. Η κοπέλα δεν του έριξε δεύτερη ματιά, αλλά αυτός βρέθηκε σαστισμένος στη μέση του δρόμου και το φανάρι άλλαξε σε κόκκινο. Τα κορναρίσματα και οι φωνές των εξαγριωμένων οδηγών, τον έβγαλαν από το παραλήρημα του.

-    Χάθα;

Ρώτησε και διέσχισε γρήγορα το δρόμο. Ακολούθησε με τις υπερφυσικές αισθήσεις του το άρωμα της και τη βρήκε ένα τετράγωνο πιο πέρα. Την έπιασε από τον ώμο και την έκανε να στραφεί προς το μέρος του.

-    Χάθα;

Ξαναρώτησε κοιτώντας την με απορία. Η κοπέλα διέκρινε την απορία του. Τα μάτια της έδειχναν υψηλή ευφυΐα.

-    Νομίζω ότι κάνεις λάθος. Λέγομαι Αγγέλικα. Της μοιάζω τόσο πολύ;

Ο νεαρός την κοιτούσε ακόμα σαστισμένος. Κούνησε το κεφάλι του.

-    Χίλια συγγνώμη. Σε πέρασα για κάποια άλλη. Ειλικρινά θα ορκιζόμουν ότι είσαι αυτή. Συγγνώμη και πάλι.

Η κοπέλα κοίταξε προς το κινητό της τηλέφωνο που χτυπούσε και μετά στράφηκε προς το νεαρό άντρα, αλλά εκείνος είχε εξαφανιστεί. Σε ένα σκοτεινό μπαλκόνι του τέταρτου ορόφου της πολυκατοικίας απέναντι από την κοπέλα, ο νεαρός κάθισε και παρατηρούσε.

-    Χάθα!



(Copyright protected OW ref: 88330)