Η παντρεμένη γιατρίνα που μένει στον πάνω όροφο

Δημοσιεύθηκε από nolimits13
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Η ιστορία είναι μια φαντασίωση που έχω με τη γειτόνισσα μου...

Μένω σε μια πολυκατοικία στο κέντρο της Αθήνας με τη μητέρα μου και για πολλά χρόνια από πάνω μας δεν έμενε κανένας. Όταν πήγα στρατό, ήρθε να μείνει στο διαμέρισμα από πάνω μας ένα ζευγάρι γιατρών με τα δύο τους παιδιά. Όταν τελείωσα τη θητεία μου, για πολύ καιρό δεν είχα πετύχει κανέναν από τους νέους μας γείτονες. Άκουγα λίγη φασαρία από βήματα αρκετά συχνά αλλά από πρόσωπα τίποτα, σα να έμεναν φαντάσματα. Μέχρι που μία μέρα, είχα ανοίξει την εξώπορτα, κοίταζα την αλληλογραφία, άκουσα φασαρία από έξω, γυρίζω το κεφάλι μου και βλέπω μια κοντούλα καστανή κυρία να είναι φορτωμένη με κάτι τσάντες και ένα ΤΑΨΙ! Ναι, ένα ταψί! προσπαθούσε να ισορροπήσει, κι έψαχνε τα κλειδιά της. Προφανώς πήγα να τη βοηθήσω, της άνοιξα, της ρώτησα αν χρειάζεται βοήθεια, μου έδωσε κάποιες από τις τσάντες με τα ψώνια που κρατούσε και μου εξήγησε ότι περίμενε τα παιδιά της να κατέβουν να τη βοηθήσουν. Πριν προλάβουμε να συστηθούμε, εμφανίζονται τα παιδιά της, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, πήραν τα πράγματα, κι αυτά που κρατούσα εγώ, με ρώτησαν αν ήθελα ένα κομμάτι από το γλυκό που ήταν μέσα στο ταψί, το οποίο όσο λαχταριστό κι αν φαινόταν, το αρνήθηκα για να μη φανώ τελείως λιγούρης, τους άφησα να μπουν στο ασανσέρ γιατί δε χωρούσαμε και οι 4 κι έφυγαν.

Είχα μείνει με τις σκέψεις μου όσο ανέβαινα σπίτι και συμπέρανα ότι αυτοί ήταν μάλλον οι νέοι μας γείτονες. Λίγο αργότερα την ίδια μέρα, την ξαναπετυχαίνω να βγαίνει από το ασανσέρ στην είσοδο. Μου χαμογελάει καλοσυνάτα, με ευχαριστεί για πριν και συστηνόμαστε. Μου έκανε φοβερή εντύπωση ότι μου μιλούσε στον πληθυντικό. Αυτή τη φορά είχα την ευκαιρία να την προσέξω λίγο καλύτερα. Μικροκαμωμένη, γύρω στο 1,60, λεπτούλα, με καρέ καστανό μαλλί κι όμορφα σκούρα μάτια. Δεν είχε τίποτα το εντυπωσιακό στην εμφάνιση της, μόνο το χαμόγελο της και μία έμφυτη ευγένεια. Περνούσε ο καιρός και άρχισα να τη βλέπω πιο συχνά και να λέμε τα τυπικά στην εξώπορτα ή στο ασανσέρ. Μία φορά μάλιστα, είχα μόλις γυρίσει από τένις, κάθιδρος και την έπιασα οριακά να με τσεκάρει και να μου λέει με ένα χαμόγελο "γυμνάζεστε;" και της είπα για το τένις, μπλα, μπλα, μπλα. Το παιχνιδιάρικο βλέμμα της περισσότερο ήταν ιδέα μου και μία προσπάθεια να ανυψώσω την αυτοπεποίθηση μου που εκείνη την περίοδο ήταν στα τάρταρα παρά μια πραγματικότητα. Δεν είχε δώσει άλλωστε το παραμικρό δικαίωμα.

Αυτό που με έκανε να αλλάξω τελείως γνώμη ήταν μία φορά που συμπέσαμε να γυρίζουμε το βράδυ από έξοδο. Δεν ήταν αργά, γύρω στη 1 και τη βλέπω να παρκάρει απ' έξω από την πολυκατοικία ενώ εγώ ξεκλείδωνα την εξώπορτα. Μπαίνω στην πολυκατοικία, περίμενα το ασανσέρ κι άκουσα βήματα από τακούνια πίσω μου και μια ομιλία σιγανή. Περπατούσε προς το ασανσέρ και μιλούσε στο τηλέφωνο, όταν με είδε το έκλεισε βιαστικά αλλά πρόλαβα να ακούσω την αντρική φωνή στην άλλη πλευρά της γραμμής. Άρχισε να παίρνει στροφές το μυαλό μου. Μετά την κοίταξα προσεκτικά και ήταν ντυμένη στην τρίχα. Ήταν αρχές καλοκαιριού και φορούσε ένα απλό λευκό φορεματάκι μέχρι το γόνατο και πανέμορφα λευκά ψηλοτάκουνα πέδιλα. Μάλλον θα κατάλαβε ότι τη σκάναρα και όταν μου μίλησε είχε αυτό το γεμάτο ευγένεια χαμόγελο που έχει συνέχεια αλλά με λίγη περιπαικτική διάθεση αυτή τη φορά, σα να λέει "εντάξει αγοράκι; κόζαρες αρκετά;". Είπαμε τα κλασικά, καλησπέρα κλπ, τυπικότητες όπως πάντα. Μπαίνω σπίτι και με λούζει κρύος ιδρώτας, είχε καταφέρει να με καυλώσει με όλο αυτό το σκηνικό! Άρχισα να κάνω σενάρια στο μυαλό μου για το με ποιον θα μπορούσε να μιλάει στο τηλέφωνο στη 1 το βράδυ και κατέληξα να τελειώσω δυνατά 3 φορές εκείνο το βράδυ.

Από εκείνη τη μέρα άρχισα να τη φαντασιώνομαι συχνά. Βοήθησε και το επάγγελμά της σε αυτό (γιατρός) κι έβαζα στο μυαλό μου διάφορα σενάρια. Από εκείνη τη μέρα την ξαναπέτυχα κάποια βράδια να γυρίζει στην πολυκατοικία μόνη της. Άλλες φορές καλοντυμένη κι άλλες χύμα. Πολλές φορές την έβλεπα να ανεβαίνει με το αυτοκίνητο της ενώ ανέβαινα κι εγώ πεζός και καθυστερούσα στην εξώπορτα με την αλληλογραφία για να ροκανίσω χρόνο και να ανέβουμε με το ασανσέρ. Το σκηνικό γνώριμο, πολύ ευγένεια, που και που καμιά πονηρή ματιά, αλλά μέχρι εκεί. Μέχρι το προηγούμενο καλοκαίρι. Είχα ξεμείνει στην Αθήνα Αύγουστο μήνα γιατί είχα μόλις χωρίσει και δεν είχα κανονίσει διακοπές. Η παρέα ήταν στις 4 γωνίες της γης, κάποιοι ήταν στρατό, άλλοι δούλευαν, οπότε στην Αθήνα δεν θα ήμουν και τελείως μόνος μου. Ένα ζεστό βράδυ λοιπόν, γυρίζω από το σούπερ μάρκετ και ενώ νομίζω ότι στην πολυκατοικία είμαι μόνος μου, εμφανίζεται το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου.

Φορούσε μια κοντή τζιν φούστα, μία απλή μπλούζα και τα σανδαλάκια της. Απλή καθημερινή εμφάνιση δηλαδή, όμως εγώ για κάποιο λόγο ένιωσα ότι ήταν η στιγμή μου. Πιάνουμε την κουβέντα περιμένοντας το ασανσέρ, μου λέει ότι είναι μόνη της στην Αθήνα λόγω δουλειάς και νιώθω την καρδιά μου έτοιμη να σπάσει. Μπαίνουμε στο ασανσέρ, συνεχίζουμε να μιλάμε και σε αυτό το σημείο ήταν σα να σταμάτησε ο χρόνος. Από αφηρημάδα ή αδυναμία της στιγμής, μου πέφτουν τα κλειδιά από τα χέρια, σκύβω να τα πιάσω και τελείως φυσιολογικά, αντί να πιάσω τα κλειδιά, πιάνω τη γάμπα της γειτόνισσας κι αρχίζω να τη φιλάω. Αύτη σαστίζει στην αρχή, μετά χαμογελάει νευρικά αλλά τα μάτια της με ενθαρρύνουν να συνεχίσω. Όταν καταλαβαίνω τι κάνω, σχεδόν καταρρέω και πέφτω πίσω. Προφανώς είχαμε φτάσει από ώρα στον όροφο μου κι εγώ ήμουν κάτω κατακόκκινος από ντροπή (και καύλα). Εκείνη ακόμα χαμογελούσε, με πατάει ελαφριά στο μπούτι (για να δει αν έχω μουδιάσει κάπου, όπως είπε) και με βοηθάει να σηκωθώ. Βγαίνοντας εγώ, με κατεβασμένο το κεφάλι την ακούω να μου λέει…

-    να ανέβεις πάνω σε καμιά ώρα;…

με ένα σατανικό γελάκι. Μπαίνω στο σπίτι και πάω καρφί για το μπάνιο. Ανάβω το παγωμένο νερό και το αφήνω να τρέξει πάνω μου σκεπτόμενος τι έχει γίνει. Πως έγινε αυτό; πως το τόλμησα εγώ; που είμαι έτσι κι αλλιώς μια μεγάλη κότα στα πεσίματα; Το νερό διακόπτει το συλλογισμό μου και θυμάμαι ότι με κάλεσε πάνω. Εκείνη τη στιγμή δε μπορώ να φανταστώ τι θέλει και τι θα γίνει. Αρχίζω να ετοιμάζομαι νωχελικά, βάζω ένα τζιν και ένα μπλουζάκι, παίρνω ένα μπουκάλι κρασί κι ανεβαίνω. Χτυπάω το κουδούνι κι εκείνη τη στιγμή σκέφτομαι για κάποια δευτερόλεπτα τα παιχνίδια που παίζαμε μικρά, χτυπούσαμε κουδούνια κι εξαφανιζόμασταν. "Μεγάλωσες για τέτοιο" σκέφτομαι κι ανοίγει η πόρτα.

-    Καλώς τον…

ακούω τη φωνή της και μετά παρατηρώ την εμφάνιση της. Φορούσε μια μαύρη φούστα ως το γόνατο κι από πάνω ένα αμάνικο ριγέ μπλουζάκι και τα σανδαλάκια που είχα δει και νωρίτερα. Πέρασα μέσα και μου έβαλε ένα κρασί. Έκατσε απέναντι μου σε έναν καναπέ κι αρχίσαμε να μιλάμε περί ανέμων και υδάτων. Για τις διακοπές που δεν πήγαμε αυτό το καλοκαίρι, για τις σπουδές μου, για τα παιδιά της, για τη δουλειά της για, για, για... Η ώρα περνούσε πολύ ευχάριστα κι είχα ξεχάσει τελείως το περιστατικό του ασανσέρ. Όταν σηκώθηκε να πάει να γεμίσει τα ποτήρια μας με κρασί, γυρίζοντας δεν έκατσε απέναντι μου αλλά δίπλα μου κι έβαλε τα πόδια της πάνω στα πόδια μου. Ενώ συνεχίσαμε να μιλάμε κι είχα χαλαρώσει από το κρασί και από τη συζήτηση, θεώρησα απόλυτα λογικό να αρχίσω να τα χαϊδεύω διστακτικά. Δεν υπήρξε καμιά απολύτως αντίδραση, έτσι κι εγώ άφησα το κρασί μου στο τραπέζι κι άρχισα να χαϊδεύω με τα δυο μου χέρια τις απαλές γάμπες της. Κάποια στιγμή, αντιλαμβάνομαι ότι έχει σταματήσει να μιλάει και γυρίζω να την κοιτάξω. Είχε γύρει πίσω και είχε παραδοθεί πλήρως στα χέρια μου ανασαίνοντας βαριά.

Δεν ήθελα δεύτερο σήμα. Άρχισα να φιλάω τις γάμπες της με πάθος, όπως έκανα και στο ασανσέρ. Της έβγαλα απαλά τα σανδαλάκια της κι επικεντρώθηκα στα δαχτυλάκια της. Είναι το φετίχ μου! είχα στο στόμα μου, δέκα πανέμορφα δαχτυλάκια των οποίων τα νυχάκια ήταν βαμμένα μαύρα. Δε χόρταινα να τα γλείφω και όταν κοίταξα προς τα πάνω, την είδα να έχει ανοίξει τελείως τα πόδια της. Αναστέναζε με ευχαρίστηση και δαγκωνόταν ελαφριά για να μη φωνάξει, με προκαλούσε με το βλέμμα της κι εγώ δεν ήθελα να σταματήσω με τίποτα.

-    Γλείψε με σε παρακαλώ!

φώναξε σε κάποια στιγμή. Δε μπορούσα να μην υπακούσω. Ανέβηκα με φιλάκια στο εσωτερικό των μηρών της κι έφτασα στο κόκκινο εσώρουχο της. Το παραμέρισα κι ακούμπησα τη γλώσσα μου στο υγρό και ξυρισμένο μουνάκι της. Την έγλειφα απαλά και σε κάθε επαφή την ένιωθα να ανατριχιάζει. Μου έσπρωξε το κεφάλι με δύναμη στο μουνάκι της και μου έκοψε την ανάσα. Κατάλαβα ότι ήθελε να βάλω όλη μου τη γλώσσα μέσα της κι άρχισα να τη γαμάω ρυθμικά. Τα βογγητά της δυνάμωσαν, τα χέρια της ήταν στο πρόσωπο της και τα πόδια της ήταν σε συνεχή κίνηση από την ένταση. Ένιωθα ότι έφτανε στην κορύφωση και ήθελα να την επιτείνω λίγο. Άρχισα να της πιπιλάω την κλειτορίδα της με δύναμη κι εκεί ξέφυγε πραγματικά. Άρχισε να ουρλιάζει και την ένιωσα να τρέμει, ένιωσα τις συσπάσεις του κορμιού της να με τραντάζουν κι ένα μακρόσυρτο "χύνω…" γέμισε την ατμόσφαιρα. Συνέχισα να της γλείφω τα υγρά αλλά με έσπρωξε γιατί ήθελε να ηρεμήσει λίγο. Τη βοήθησα να βγάλει τη φούστα της και τη γύρισα μπρούμυτα για να δω το κωλαράκι της. Το κόκκινο μπραζίλ εσώρουχο αγκάλιαζε τέλεια το στητό και γεμάτο κωλαράκι της. Την έγδυσα τελείως κι εγώ έμεινα με το μποξεράκι μου. Ξάπλωσα δίπλα της κι είχε αρχίσει να συνέρχεται, αρχίσαμε να φιλιόμαστε απαλά στο στόμα με λίγη γλώσσα. Ξαφνικά νιώθω την πατούσα της στο μποξεράκι μου και παραλύω από καύλα.

-    Έμαθα το μυστικό σου…

μου ψιθυρίζει και μου κατεβάζει το μποξεράκι με μία κίνηση. Πετάγεται έξω ο πούτσος μου κι εκείνη αρχίζει να τον παίζει με τα πόδια της. Νιώθω ότι θα πεθάνω από ηδονή, ουρλιάζω και της δίνω οδηγίες. Το κάνει από μόνη της υπέροχα. Την προειδοποιώ ότι θα τελειώσω και δυναμώνει το τέμπο μέχρι που τη γεμίζω με το σπέρμα μου. Σηκώνεται, μου δίνει ένα φιλί και μου λέει ότι πάει για ένα σύντομο μπανάκι και να την ακολουθήσω όταν με φωνάξει. Παραμένω ξαπλωμένος και σκέφτομαι τι έχει συμβεί και λέω, δε γίνεται, πλάκα μου κάνουν. Μέχρι που ακούω το όνομα μου και επανέρχομαι στην πραγματικότητα. Σηκώνομαι κι ακολουθώ τη φωνή της. Φτάνω στην κρεβατοκάμαρα, τη βλέπω να χαϊδεύει το μουνάκι της ενώ έχει ακόμα νερά παντού πάνω της και με ρωτάει αν θέλω να κάνω μπάνιο. Για απάντηση, χώνομαι ανάμεσα στα μπούτια της κι αρχίζω ένα γλειφομούνι γεμάτο πάθος. Εκείνη τραβάει σεντόνια και φωνάζει. Λίγο πριν παραδοθεί τελείως, με σταματάει και με βάζει στο στόμα της. Είμαι ξανά καυλωμένος και το πουτσοκέφαλο κατακόκκινο από καύλα, έτοιμο να σπάσει.

Είναι πολύ καλή στην πίπα! Μου γλείφει το πουτσοκέφαλο και μετά βάζει όλη την πούτσα μου στο στόμα της μέχρι τα αρχίδια. Της λέω ότι θέλω να τη σκίσω και δεν περιμένει δεύτερη κουβέντα. Πετάγεται στο κομοδίνο, βγάζει ένα προφυλακτικό, μου το φοράει και με καβαλάει. Οι κινήσεις της είναι σίγουρες και γεμάτες πάθος. Δεν ανεβοκατεβαίνει άγαρμπα ούτε πολύ απαλά. Γαμιέται πάνω μου όπως μου αρέσει κι εμένα. Εγώ χαμένος από την καύλα το μόνο που κάνω είναι να βάζω τα βυζάκια της στο στόμα μου. Κάποια στιγμή μου ζητάει να έρθω από πάνω της. Την ξαπλώνω ανάσκελα και πριν μπω της χαϊδεύω απαλά την κλειτορίδα, με τραβάει με δύναμη μέσα της, δε μπορώ να αντισταθώ. Μπαίνω με δύναμη στην αρχή, όμως μετά τη γαμάω λίγο πιο αργά για να το νιώθει μέχρι τέρμα.

-    Έτσι αγόρι μου, σκίσε με, γάμησε με, είμαι ένα μήνα αγάμητη, σκίσε μου το μουνάκι…

φωνάζει σα να τη σφάζουν. Όταν την ακούω, αρχίζω πιο γρήγορα και πιο γρήγορα. Βάζω όλη μου τη δύναμη και πονάω από την επαφή, γίνομαι σχεδόν βίαιος και κάθε φορά που τα αρχίδια μου χτυπάνε στα κωλομέρια της με τσούζουν. Δε μπορώ να σταματήσω όμως, θέλω να την κάνω να φωνάξει κι άλλο, να ουρλιάξει, να την ακούσει όλη η γειτονιά. Χαμηλώνω λίγο και της δίνω γλωσσόφιλα. Ξαφνιάζεται λίγο αλλά ανταποκρίνεται. Της ψιθυρίζω ότι θέλω να τη γαμήσω στα 4. Αυτόματα, σηκώνεται και στήνεται κάνοντας μια αρκετά καλή καμπύλη και βάζοντας το κεφάλι της στο μαξιλάρι. Μπαίνω χωρίς προειδοποίηση κι αρχίζει να σκούζει. Τη γαμάω πραγματικά χωρίς αύριο. Της ρίχνω και χαστούκια στα κωλομέρια της και της φωνάζω:

-    Για να μάθεις πουτάνα, να τριγυρνάς βραδιάτικα με τα φορεματάκια σου από τους γκόμενους και να καυλώνεις όλη την πολυκατοικία. Το παίζεις κυρία κι ευγενική όμως τώρα σε ξεσκίζω στο κρεβάτι σου ενώ ο αντρούλης σου κάνει διακοπές με τα παιδιά σας.

-    Σκίσε με την τσούλα αγόρι μου, σκίσε με, δυνατά, έτσι, έτσι, κι άλλο, πιο δυνατά, δε μπορείς πιο δυνατά;

Εκεί με τρέλανε, άρχισα να χοροπηδάω σχεδόν πάνω της, πονούσα ολόκληρος, αλλά συνέχιζα γιατί το θεώρησα πρόκληση από μέρους της. Μέχρι που την άκουσα να σκούζει:

-    Χύνω…

ένιωσα τα υγρά της να γεμίζουν το μουνάκι της και δεν άντεχα άλλο, ήμουν έτοιμος κι εγώ, απλά ήθελα να συγχρονιστούμε. Μετά από κάποιες συσπάσεις της, ένιωσα να αδειάζω κι εγώ μέσα της.

-    Σε χύνω πουτάνα, σε χύνω ξεσκισμένη καριόλα που το παίζεις σοβαρή και καθώς πρέπει.

Έχυνα, έχυνα και δε σταματούσα. Εκείνη είχε ακόμα συσπάσεις και δε μπορούσε να κουνηθεί. Όταν άδειασα τελείως, βγήκα από μέσα της κι έπεσα μισολιπόθυμος δίπλα της. Με φίλησε γλυκά κι αποκοιμηθήκαμε.



(Copyright protected OW ref: 87534)