Συνέδριο που τελικά κατέληξε καλά (μέρος 1ο)

Δημοσιεύθηκε από Ιανός
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Μου συνέβη πριν μερικές ημέρες και αποφάσισα να το μοιραστώ.

Είχα πάει σε ένα συνέδριο στα Ιωάννινα το προηγούμενο σαββατοκύριακο. Τι συνέδριο δηλαδή; Εικοσιένα άτομα ήμασταν όλοι κι όλοι. Υποτίθεται ότι θα υπήρξαν πέντε τουλάχιστον ομιλητές, αλλά τελικά εμφανίστηκαν μόνο οι τρεις. Ένας εξ αυτών ήταν καθηγητής μου παλιά στην Πάντειο και είχα κρατήσει επαφή. Ήμουν ο μόνος που έδωσα το παρόν από το έτος μου, αλλά αναγνώρισα αμέσως τη Ν.

Η Ν. ήταν δύο ή τρία χρόνια μικρότερη από εμένα. Όσοι άντρες φοιτούσαν τότε στη σχολή θα την είχαν προσέξει. Ήταν πανέμορφη με κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά, μεγάλα γαλάζια μάτια, μια γαλλική μυτούλα, γύρω στο 1,70 ύψος και περίπου 60 κιλά. Το πρόσωπό της δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου από τότε και το σώμα της ήταν προφανώς γυμνασμένο και καλοδιατηρημένο. Το στήθος της μέτριο και στητό και απ’ ότι καταλάβαινα από το κολλητό τζιν παντελόνι που φορούσε, δεν πρέπει να είχε ίχνος από κυτταρίτιδα. Θυμόμουν πολύ καλά ότι άτομα της «χι» πολιτικής παράταξης την είχαν πλησιάσει και την είχαν «στρατολογήσει». Η ίδια από τότε ήταν ενεργή πολιτικά και βοήθησε την παράταξη. Πολλοί νεαροί φοιτητές, στέκονταν μπροστά από τον πάγκο να της μιλήσουν. Η Ν. τότε φορούσε προκλητικά ρούχα και τραβούσε την προσοχή. Και ο τρόπος «παρουσίασης» για την παράταξη απέδωσε καρπούς. Μιλάμε για μία άνοδο του 25% περίπου εκείνη την περίοδο στις ψήφους του κόμματος που υποστήριζε.

Η Ν. επίσης ήταν πολύ έξυπνη. Συγκέντρωσε μια παρέα από εξ’ ίσου όμορφες κοπέλες και στα πάρτι που έδινε η παράταξη γινόταν πανικός. Βλέπετε οι περισσότεροι φοιτητές που ψήφιζαν στις εκλογές, δεν επέλεγαν το κόμμα με τη λογική ή τα πιστεύω, αλλά με το μουνί. Και ήταν αδύνατο να μην προσέξεις τη Ν και τις φίλες της. Εμένα προσωπικά μου είχε κάνει εντύπωση ως παρουσία, αλλά δεν εμπλεκόμουν καθόλου με τα πολιτικά εκείνο τον καιρό, μιας και δούλευα τα βράδια, αλλά και γιατί είχε ξεκινήσει το ειδύλλιο μου με τον Χ όπως έχω περιγράψει σε μία από τις πρώτες ιστορίες μου. Τη συνάντησα στο χώρο της εισόδου του ξενοδοχείου. Ήξερε ότι τραβούσε τα αντρικά βλέμματα, αλλά δεν τους έδινε καθόλου σημασία. Τα μάτια μου εξέτασαν γρήγορα τα δάχτυλά της. Φορούσε δαχτυλίδι αρραβώνων και βέρα στον παράμεσο του αριστερού χεριού της. Αυτή τη φορά την είχα δει ως γυναίκα, αλλά τα δαχτυλίδια με αποθάρρυναν. Σχεδόν την ακολούθησα προς την αίθουσα που θα γινόταν η διάλεξη και εκείνη γύρισε και με κοίταξε. Για μια στιγμή το βλέμμα της χάθηκε και έπειτα είδα στο πρόσωπό της ένα χαμόγελο αναγνώρισης.

-    Είσαι ο Ιανός σωστά;

-    Σωστά. Πολύ καλή μνήμη. Ήσουν και εσύ στην Πάντειο, αλλά δύο ή τρία έτη μετά από εμένα. Δεν έχεις αλλάξει καθόλου! Συγχώρεσε με, αλλά έχουν περάσει τόσα χρόνια και δεν είμαι σίγουρος για το όνομα σου.

Λέγοντας αυτά τα λόγια έπιασα το κεφάλι μου με το δεξί χέρι ως ένδειξη αμηχανίας. Φυσικά είπα ψέματα, αλλά δεν το κατάλαβε. Το μυαλό μου άρχισε να σχηματίζει ένα σχέδιο προσέγγισης που δεν το είχα αντιληφθεί ούτε εγώ ο ίδιος για την ώρα.

-    Είμαι η Ν.

-    Α ναι! Η Ν. Η όμορφη κοπέλα στον πάγκο της παράταξης «χι».

Χαμογέλασα και έτεινα το χέρι μου κοιτώντας της στα μάτια. Εκείνη μου έδωσε το χέρι της και το έσφιξα εγκάρδια.

-    Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω. Αν δε γίνομαι αδιάκριτος, πώς και θυμάσαι το όνομά μου;

-    Κατ’ αρχήν έχεις παράξενο όνομα που μένει στη μνήμη. Μόνο έναν Ιανό ξέρω. Επίσης δεν έχεις αλλάξει πολύ, εκτός από τα γένια φυσικά.

Στο σημείο αυτό χάιδεψα τα περιποιημένα γένια μου και χαμογέλασα ζεστά, κάνοντάς της νόημα να συνεχίσει.

-    Δεύτερον, θυμάμαι ότι ήσουν πολύ καλός μπάρμαν και τρίτον, συγγνώμη για την έκφραση μου, δεν ήσουν λιγούρι. Αυτά τα προσόντα αποτυπώνονται εύκολα στη μνήμη μιας φοιτήτριας.

Χαμογελάσαμε και οι δύο. Κατόπιν βαδίσαμε δίπλα-δίπλα προς την αίθουσα και όταν μπήκαμε διαπιστώσαμε ότι δε θα γέμιζε ούτε υπό την απειλή όπλων. Δεν αναγνώρισα κανέναν άλλο από τη σχολή. Συνόδεψα τη Ν προς το μπουφέ και της σέρβιρα καφέ. Στη συνέχεια πιάσαμε ψιλή κουβέντα. Είπαμε τα νέα μας, πώς τα πάμε από δουλειά και άλλα άσχετα πράγματα, περιμένοντας να αρχίσει η διάλεξη.

-    Βλέπω ολόκληρο βράχο στο δάχτυλο σου…

της είπα κάποια στιγμή χαμογελώντας και εκείνη μου ανταπέδωσε το χαμόγελο.

-    Αρραβωνιάστηκα πρόσφατα.

Ήταν το μόνο που απάντησε. Το βλέμμα της χαμήλωσε προς τα κάτω και δεξιά. Το δεξί της πόδι κινήθηκε μισό βήμα πίσω για να στηρίξει τη θέση του σώματός της. Υποψιάστηκα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στον αρραβώνα της και το υποεγώ μου γέλασε σαρδόνια, ετοιμάζοντας ένα σχέδιο. Βέβαια δεν έδειξα τέτοια αντίδραση.

-    Συγχαρητήρια, της είπα. Ο άντρας σου φαίνεται πως τα πηγαίνει καλά οικονομικά.

Η έκφραση μου ακουγόταν τόσο ειλικρινής που για μια στιγμή την πίστεψα κι εγώ.

-    Ναι. Οι δουλειές του πάνε καλά δόξα τω θεώ.

Η φωνή της δεν έσπασε, αλλά αναγνώρισα μια υποψία δισταγμού. Αφού κλείδωσα καλά τη σκέψη αυτή στο μυαλό μου, γρήγορα γύρισα αλλού την κουβέντα. Της είπα ότι δεν πρόκειται να γεμίσει η αίθουσα και είναι κρίμα, ειδικά για τον καθηγητή μας. Μετά από λίγο ξεκίνησε η διάλεξη για τη διπολικότητα και απορροφήθηκα στην ομιλία. Το θέμα δεν ήταν καθόλου βαρετό και κράτησε την προσοχή μου. Βέβαια αμφιβάλλω αν όσοι άλλοι παρευρίσκονταν άκουσαν όλη τη διάλεξη. Ακολούθησαν ερωταπαντήσεις και σχόλια που τελικά κατέληξαν σε διάλογο μεταξύ του καθηγητή μου, εμένα και της Ν. Η ώρα είχε περάσει και ο ήλιος έδυε, όταν τελειώσαμε. Ο καθηγητής πλησίασε εμένα και τη Ν. πριν φύγουμε από την αίθουσα. Μας χαιρέτησε με τα ονόματά μας. Ήταν 55 περίπου χρονών, αλλά θυμόταν όπως μας είπε, τους φοιτητές που του έκαναν εντύπωση. Μας ευχαρίστησε που παρευρεθήκαμε και μας κάλεσε σε δείπνο. Κανονίσαμε να βρεθούμε σε μια ταβέρνα κοντά στη λίμνη των Ιωαννίνων, μετά από δύο ώρες.

Εγώ και η Ν είχαμε κλείσει δωμάτια στο ξενοδοχείο που γινόταν η διάλεξη και της πρότεινα να βρεθούμε σε μία ώρα στη ρεσεψιόν και να πάμε μαζί στην ταβέρνα περπατώντας και να χαζέψουμε λίγο στο δρόμο. Η απόσταση για τη λίμνη ήταν περίπου μισή ώρα με τα πόδια. Βέβαια δεν ήξερα που ακριβώς ήταν η ταβέρνα, αλλά όλο και κάποιος περαστικός θα μας έδειχνε το δρόμο. Η Ν συμφώνησε. Ανέβηκα στο δωμάτιο μου και έκανα ένα καυτό μπάνιο. Σκούπισα με το χέρι μου τους ατμούς που είχαν σχηματιστεί στον καθρέφτη και κοίταξα τον εαυτό μου ίσια στα μάτια. "Ρε μαλάκα; Τι έχεις στο μυαλό σου; Είναι αρραβωνιασμένη!". Το καθρέφτισμα μου με κοίταξε. Είδα ένα λοξό χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη μου. Βγήκα γρήγορα από το μπάνιο και έβγαλα από τη βαλίτσα την ξυριστική μηχανή. Σε δύο λεπτά, τα γένια που είχα αφήσει και περιποιηθεί εδώ και περίπου έξι μήνες εξαφανίστηκαν και με ένα ξυραφάκι έκανα τα μάγουλα μου «φράπα». Φόρεσα ένα τζιν γαλάζιο παντελόνι και ένα ανάλογο πουκάμισο, με γαλάζια φανέλα από μέσα. Δεν έβαλα αποσμητικό, ούτε after-shave. Κοιτάχτηκα μόνο μια φορά στον καθρέφτη και το παρουσιαστικό μου πλέον θύμιζε εκείνο το παλικάρι που δούλευε ως μπάρμαν πριν χρόνια.

Δεν ήξερα γιατί είχα πάρει μαζί μου αυτά τα ρούχα ή το ξυραφάκι. Όταν ταξίδευα πάντα τα κουβαλούσα, αλλά σπάνια τα φορούσα. Κατέβηκα γρήγορα στη ρεσεψιόν και κατευθύνθηκα προς το μπαράκι του ξενοδοχείου. Παρήγγειλα ένα διπλό ουίσκι και κατέβασα το μισό με μια γουλιά. Ο υπάλληλος στο μπαρ μου έβαλε ένα τασάκι δίπλα μου, όταν έβγαλα τα τσιγάρα από την τσέπη μου. Δεν υπήρχε άλλο άτομο στο χώρο για να ενοχληθεί από τον καπνό. Του έγνεψα μια ευχαριστία. Μέχρι να κατέβει η Ν. είχα τελειώσει το ποτό και είχα καπνίσει τρία τσιγάρα. Την είδα να βγαίνει από το θάλαμο του ασανσέρ. Είχε φτιάξει τα κοντά μαλλιά της καρφάκια. Είχε βάλει διακριτικό make-up που τόνιζε την τελειότητα του προσώπου της και μια ελαφριά σκιά στα μάτια της. Φορούσε μια μαύρη σχεδόν κολλητή φούστα μέχρι το ύψος των μηρών της, καλσόν και μαύρες δερμάτινες μπότες με πεντάποντο τακούνι που αγκάλιαζαν τις γάμπες της. Από πάνω φορούσε μία μαύρη μακό φανέλα που κάλυπτε μεν το στήθος της και δε μπορούσες να «ζουμάρεις» καν στη χαράδρα, αλλά άφηνε γυμνή την κοιλιά της. Οι κοιλιακοί της μύες διαγράφονταν καλαίσθητα και ένα σκουλαρίκι σκορπιός κοσμούσε τον αφαλό της. Στο λαιμό της κρεμόταν ένα ασημένιο σταυρουδάκι και είχε από ένα μικρό καρφάκι-σκουλαρίκι σε κάθε αυτί. Στον ώμο της είχε μια μαύρη δερμάτινη τσάντα και ένα μαύρο, κοντό, ελαφρύ μπουφάν ήταν στερεωμένο πάνω της. Την πλησίασα με αργά βήματα σαν υπνωτισμένος. Έβλεπα μπροστά μου τη Ν. από τα παλιά. Όταν με πρόσεξε χαμογέλασε και βάδισε προς το μέρος μου.

-    Είσαι πανέμορφη! Είναι λες και δεν έχει περάσει ούτε μια ημέρα από τότε που σε είχα δει στη σχολή.

-    Βλέπω ξυρίστηκες και φόρεσες τα τζιν πάλι, μου απάντησε.

-    Δε σου κρύβω ότι ήθελα να θυμηθώ τα παλιά. Ή μάλλον καλύτερα να τα ξαναζήσω έστω και για λίγο. Είναι αστείο αυτό που λέω…

-    Δεν είναι καθόλου αστείο! Σκεφτόμουν ακριβώς το ίδιο. Δεν ξέρω γιατί κουβάλησα μαζί μου αυτά τα ρούχα. Ίσως πίστευα πως θα βρω παλιούς συμφοιτητές στη διάλεξη. Ίσως νόμιζα πως θα κανονίζαμε κάποια έξοδο όλοι μαζί.

Πρόσεξα ότι από το δάχτυλο της έλειπε η βέρα και το δαχτυλίδι αρραβώνων. Άκουσα στον απόηχο της φωνής την ίδια νοσταλγία που είχα δώσει και στο δικό μου τόνο. Γελάσαμε και οι δύο αμήχανα.

-    Λοιπόν το μούσι δε σου πήγαινε καθόλου. Φάνηκε το πρόσωπό σου. Καλύτερα που το ξύρισες.

-    Ευχαριστώ. Μου πήρε μισή ώρα να το ξυρίσω. Χάλασα δύο ξυραφάκια. Χαλάλι όμως για να ακούσω ένα τέτοιο κομπλιμέντο. Αν δε σε πειράζει κοπελιά, απόψε θα σε συνοδέψω.

Η χροιά της φωνής μου είχε πάρει ξανά εκείνο το νοσταλγικό τόνο αναμεμειγμένο με τα λόγια που χρησιμοποιούσαμε ως φοιτητές. Το χαμόγελό μου ήταν ειλικρινές. Η Ν. έγνεψε και πέρασε το μπράτσο της γύρω από το δικό μου. Βγήκαμε μαζί από το ξενοδοχείο. Στη διαδρομή μιλούσαμε λες και δεν είχαν περάσει τα χρόνια. Μου ανέλυσε τα πιστεύω της παράταξης. Της αντέτεινα ότι δεν ενδιαφέρομαι για τέτοιες μπούρδες. Γελάσαμε και οι δύο. Αν κάποιος μας άκουγε, θα μας περνούσε για ζευγάρι φοιτητών. Νοιώθαμε ωραία. Περπατήσαμε στους δρόμους της πόλης. Είχα επισκεφθεί τα Ιωάννινα παλιότερα και πάνω κάτω θυμόμουν τη γεωγραφία. Κατευθυνθήκαμε προς τη λίμνη. Αφού εντοπίσαμε την ταβέρνα και διαπιστώσαμε ότι είχαμε φτάσει νωρίς, κάναμε μια βόλτα στην παραλία. Καθίσαμε σε ένα παγκάκι. Μιλήσαμε για τους ποιους καθηγητές γουστάραμε ή όχι. Για λίγο ζούσαμε στο παρελθόν και μας έκανε χαρούμενους. Τέλος γυρίσαμε πίσω ακριβώς την ώρα που είχαμε συμφωνήσει. Εντοπίσαμε τον καθηγητή μας να κάθεται σε ένα τραπέζι για έξι άτομα με μια γυναίκα στο πλάι του γύρω στα 45.

Ήταν ξανθιά με μακρύ, σπαστό μαλλί και φορούσε ένα μαύρο φόρεμα. Ο καθηγητής μας ήταν ντυμένος με ελαφρύ κουστούμι, πουκάμισο και γραβάτα. Όταν πλησιάσαμε μας κοίταξε με έκπληξη για λίγο.

-    Αναπολούσατε τα παλιά;

Μας ρώτησε χαμογελώντας και του γνέψαμε θετικά. Μας συνέστησε τη γυναίκα του Σ και βολευτήκαμε απέναντι τους. Ο καθηγητής παρήγγειλε διάφορα απ’ όλα και ροζέ κρασί. Μας είπε ότι κερνάει αυτός και ότι ήμασταν εκεί για να διασκεδάσουμε. Το μαγαζί μετά από μία ώρα ήταν γεμάτο και μια ορχήστρα άρχισε να κουρδίζει τα όργανα. Ήταν δύο νεαροί, ο ένας με κιθάρα και ο άλλος με ακορντεόν, ένας σαραντάρης με μπουζούκι και μια κοπέλα με μαύρο φόρεμα. Σύντομα ξεκίνησαν να παίζουν παλιά ρεμπέτικη μουσική. Ο καθηγητής μας έπινε σε αναλογία δύο προς ένα, σε σχέση με εμάς, αλλά φαινόταν να το σηκώνει. Πλέον απολαμβάναμε περισσότερο την παράσταση παρά την κουβέντα. Δύο ώρες αργότερα πληρώσαμε και φύγαμε. Πήραμε ένα ταξί από κοινού, αν και είχα άλλα σχέδια στο νου μου. Είχα ήδη ψιθυρίσει στη Ν. να συνεχίσουμε την έξοδό μας, αφού γυρίσουμε τον καθηγητή στο ξενοδοχείο και είχε συμφωνήσει. Ο καθηγητής δεν παραπατούσε, αλλά ήταν ήδη αρκετά αναψοκοκκινισμένος. Η γυναίκα του μας ευχαρίστησε και ρώτησε αν θα το συνεχίζαμε. Ο τόνος της φωνής της ήταν λιγάκι πονηρός. Χωρίς δεύτερη σκέψη της ανέφερα ένα ροκάδικο στο κέντρο. Κατόπιν φύγαμε με τη Ν από το ξενοδοχείο και το κόψαμε με τα πόδια για να μας χτυπήσει λίγο ο αέρας. Πλέον είχε φορέσει το μπουφάν της.

-    Ρε συ Ιανέ; Γιατί της είπες ότι θα το συνεχίσουμε; Μπορεί να σκεφτεί διάφορα.

-    Καλά δεν πρόσεξες τίποτα πάνω της; Τη συμπεριφορά της;

Η Ν. με κοίταξε με απορία και είδε το χαμόγελο μου.

-    Θέλει πούτσα, έτσι δεν είναι;

Με ρώτησε η Ν. και έγνεψα καταφατικά. Το κρασί που κυλούσε στις φλέβες της, είχε ρίξει λίγο ακόμα τις αναστολές της και πλέον εκφραζόταν πιο ελεύθερα.

-    Σε είδα που κοιτούσες τις βυζάρες της. Το ντεκολτέ της δεν έκρυβε και πολλά.

-    Ν γίνεσαι άτακτη. Εντάξει σαν άντρας παρατήρησα τα βυζιά της. Και ο καθηγητής μου έκανε νόημα. Είναι περήφανος για τη γυναίκα του και γουστάρει οι άντρες να τη χαζεύουν. Αλλά δεν παύει να είναι γυναίκα του.

Σταμάτησα για λίγο και πήρα μια βαθιά ανάσα λοξοκοιτώντας την. Κατάφερα ακόμα να κάνω τα μάγουλα μου να κοκκινίσουν και είδα που το πρόσεξε.

-    Το μάτι μπορεί να πηγαίνει εκεί για λίγο μιας και την είχα απέναντι μου, συνέχισα το λογύδριο μου, αλλά με εσένα δίπλα μου γιατί να μου περάσει από το μυαλό η ιδέα να κάνω κάτι μαζί της.

Στο σημείο αυτό σταμάτησα να μιλάω και άναψα τσιγάρο. Με κοίταξε στα μάτια και έστρεψα το βλέμμα μου κάτω. Πήρα μια γερή τζούρα και ξεφύσησα γρήγορα τον καπνό κουνώντας το κεφάλι μου αρνητικά και γελώντας σιγανά.

-    Γιατί γελάς;

Με ρώτησε η Ν. με απορία.

-    Εάν το βράδυ που θα γυρίσω στο δωμάτιο μου, έχω ακόμα το κουράγιο να τελέσω την πιο αρχαία χειρωνακτική άσκηση, σίγουρα δε θα σκέφτομαι εκείνη, αλλά εσένα.

Γέλασα για να καλύψω το δισταγμό της φωνής μου και το κενό που μπλόκαρε προσωρινά τη Ν από το να απαντήσει. Με κοίταξε και την είδα επιτέλους να χαμογελάει ξανά.

-    Άντε να χαθείς μαλάκα…

μου είπε σχεδόν περιπαικτικά, αλλά αντιλήφθηκα τον τόνο της φωνής της που έκρυβε κάτι. Έγνεψα το κεφάλι μου και απάντησα.

-    Μαλάκας… και λίγα λες.

Βάλαμε και οι δύο τα γέλια. Είχαμε χαλαρώσει. Το αεράκι μας έκανε καλό. Όταν φτάσαμε στο ροκάδικο η διάθεση μας είχε ανέβει. Η Ν. τράβηξε τα βλέμματα των αντρών του μαγαζιού. Το ήξερε και η ίδια. Παραδόξως υπήρχαν μόνο πέντε γυναίκες και οι δύο από αυτές εργάζονταν εκεί. Πιάσαμε μια γωνία που είχε ένα μικρό ράφι με σταχτοδοχείο και τρία σκαμπό ελεύθερα. Παραγγείλαμε ουίσκι και μαρτίνι αντίστοιχα. Για κάνα δεκάλεπτο απολαμβάναμε τη μουσική. Την εξέλιξη του ρεμπέτικου κατά τη γνώμη μου. Καθόμασταν πλάι-πλάι χωρίς να ακουμπάμε ο ένας τον άλλο.

-    Το μισό μαγαζί κοιτάει προς το μέρος μας που και που.

-    Όχι το μισό Ν. Όλο! Πιστεύουν πλέον ότι είμαστε φίλοι και δυο-τρεις σκέφτονται να πλησιάσουν προς τα εδώ.

-    Ας τους το ξεκόψουμε τότε.

Η Ν σηκώθηκε και έτσι όπως καθόμουν στο σκαμπό έβαλε τα χέρια της γύρω από το λαιμό μου και κόλλησε το σώμα της πάνω μου. Άρωμα αμυγδάλου πλημμύρισε τα ρουθούνια μου. Μισή ανάσα αργότερα κόλλησε τα χείλη της στα δικά μου. Η γλώσσα της μπήκε στο στόμα μου και άρχισε να παίζει με τη δική μου. Την άφησα να πάρει την πρωτοβουλία. Το αριστερό χέρι της, πήρε το δεξί δικό μου και το έβαλε πίσω στον κώλο της. Τη χούφτωσα σφιχτά και το φιλί μας έγινε πιο παθιασμένο. Δύο λεπτά αργότερα προσπαθούσαμε να ανασάνουμε. Με την άκρη του ματιού μου έπιασα κεφάλια να σκύβουν απογοητευμένα.

-    Τα καταφέραμε!

-    Ναι, αλλά ας κρατήσουμε τα προσχήματα, μου απάντησε. Θα μου κρατάς το χέρι και θα με φιλάς έτσι σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Με τη δήλωση της βάλαμε και οι δυο τα γέλια. Η πόρτα του μαγαζιού άνοιξε και μια ξανθιά φιγούρα με δερμάτινο παντελόνι και πουκάμισο, μπήκε. Αφού γύρισε το κεφάλι της ψάχνοντας για κάποιον ή κάτι, στράφηκε προς τα εμάς.

-    Δε θα το πιστέψεις Ν, αλλά η Σ. μόλις μπήκε στο μαγαζί με ροκ leather αμφίεση.

Η Ν. γύρισε και κοίταξε τη Σ. που πλησίαζε προς τα εμάς. Γρήγορα έσκυψε προς το μέρος μου και μου είπε πάλι με πονηρό τόνο.

-    Σίγουρα ψάχνει για πούτσα.

-    Ωραία αλλαγή εμφάνισης, είπα στη Σ. μόλις μας πλησίασε. Δεν ήξερα ότι ήσουν ροκού.

-    Μπα! Δεν έχεις ιδέα, απάντησε η Σ.

Η σερβιτόρα ήρθε και πήρε παραγγελία. Ένα ακόμα ουίσκι με πάγο ήρθε σύντομα και η Σ βολεύτηκε δίπλα στη Ν. Έβγαλε τσιγάρο και της προσέφερα φωτιά με τον αναπτήρα μου.

-    Ο καθηγητής είναι καλά; ρώτησε η Ν.

-    Μια χαρά! Ροχαλίζει μακάρια. Θα ξυπνήσει αύριο αργά.

-    Εσύ πώς και βγήκες έξω μόνη, τη ρώτησα.

-    Δεν είμαι μόνη, έχω εσάς, απάντησε χαμογελώντας πονηρά και συνέχισε. Τα τεκνά στο μαγαζί ακόμα χαζεύουν;

Εγώ και Ν. γνέψαμε θετικά. Η Σ. είχε αυτοπεποίθηση. Το ανοιχτό δερμάτινο πουκάμισο και τα βυζιά που ασφυκτιούσαν θα χάριζαν σίγουρα απολαυστικές μαλακίες σε κάποιους από αυτούς.

-    Παριστάνω την κοπέλα του Ιανού, είπε η Ν. Πολλοί κοιτάγανε κατά δω.

-    Ντρέπεσαι μωρέ; Μια χαρά, δυο μέτρα κουκλάρα, είπε η Σ.

-    Δεν είναι αυτό, αλλά βγήκαμε μαζί με τον Ιανό και δεν ήθελα οι πέφτουλες να του χαλάσουν τη διασκέδαση.

Η Σ. έγνεψε πάλι πονηρά και ήπιε λίγο από το ποτό της. Κοίταξε προς το μέρος μας και μας έκλεισε το μάτι. Ένοιωσα αμέσως ότι κάτι ήθελε να μας πει.

-    O K. (εννοούσε τον καθηγητή), γουστάρει που η γυναίκα του είναι μουνάρα. Φτιάχνεται όταν του περιγράφω πως με χαλβαδιάζουν διάφοροι. Όταν πήγαμε στο δωμάτιο είχε ορεξούλες. Είχε προσέξει που κοιτούσες τα βυζιά μου και είχε φουντώσει. Ήθελε να με γαμήσει, αλλά του πήρα μια πίπα και τον τελείωσα μέσα σε δύο λεπτά. Μετά ξεράθηκε.

-    Σα δε ντρέπεσαι, της είπα και καλά περιπαικτικά.

-    Καθόλου, μου απάντησε. Είμαστε όλοι ενήλικοι εδώ και εγώ προσωπικά κάνω τα πάντα για να ευχαριστήσω το σύζυγο μου. Εφόσον εκείνος γουστάρει έτσι, εμένα δε με χαλάει.

-    Μα καλά ρε Σ. Τα λες μπροστά σε ξένο κόσμο;… ρώτησε η Ν.

-    Εσείς δεν είστε ξένοι. Φάγαμε μαζί. Άσε που κι εγώ φτιάχνομαι να τα περιγράφω και ξέρω ότι δε θα με παρεξηγήσετε.

Στο σημείο αυτό στράφηκε στη Ν. και την κοίταξε με νόημα.

-    Η βέρα σου λείπει, της είπε. Μη μου πεις ότι δεν έχεις σχεδιάσει κάτι με το μυαλό σου. Ο Ιανός μια χαρά παλικάρι είναι και καλή παρέα κάνετε. Χώρια ότι μου είπες ότι παριστάνεις την κοπέλα του.

Η Ν. πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά η Σ τη σταμάτησε με ένα βλέμμα και ένα σήκωμα του χεριού της.

-    Κοίτα! Μου αρέσουν οι ντόμπρες κουβέντες και ο Κ μου είπε να σας εμπιστευθώ. Είχα σκοπό να σας ζητήσω να παίρνω μάτι. Καυλώνω απίστευτα στο ζωντανό σεξ και το μουνάκι μου κατεβάζει ποτάμια. Αν δε σκοπεύετε να κάνετε κάτι μεταξύ σας και το πάτε σε χαλαρό φλερτ πείτε το από τώρα για να ξέρω τι να κάνω. Υπάρχουν τόσα τεκνά εδώ μέσα. Απόψε θα τελειώσω οπωσδήποτε.

Η Ν. με κοίταξε με ελαφρά κοκκινισμένο πρόσωπο και εγώ ανασήκωσα τους ώμους μου λέγοντας.

-    «Συ είπας», ότι θέλει πούτσα η Σ. Αλλά ούτε εγώ δεν περίμενα τέτοια εξέλιξη.

Η Σ. έβαλε τα γέλια.

-    Άρα συζητήσατε για μένα παλιοκουτσομπόληδες.

Πλέον γελούσαμε όλοι μαζί. Έκανα νόημα στη σερβιτόρα και παρήγγειλα νέα ποτά και σφηνάκια. Η κουβέντα έγινε πιο χαλαρή. Η Ν. έσκυψε και με φίλησε απότομα τονίζοντας ότι είχαμε ξεχαστεί. Όταν η Σ. κάποια στιγμή πήγε στην τουαλέτα και μείναμε μόνοι η Ν. με κοίταξε στα μάτια και προσπάθησε να μου πει κάτι.

-    Ν. Δε χρειάζεται να κάνουμε τίποτα. Και μόνο που με φίλησες έτσι παραλίγο να τελειώσω.

-    Ένοιωσα την πούτσα σου να σκληραίνει όταν τριβόμουν απάνω σου, μου είπε. Ήθελα να κάνουμε κάτι, αλλά κόμπλαρα με τη Σ. Και μετά άρχισα να σκέφτομαι αυτά που έλεγε και ένοιωσα να υγραίνομαι. Απόψε θα τελειώσω οπωσδήποτε (είπε στο τέλος μιμούμενη τη φωνή της Σ.). Τι λες;

-    Θα ήμουν ηλίθιος αν έλεγα όχι. Αλλά θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι που ελπίζω να μη σε πειράξει. Από τη στιγμή που σε είδα στο ξενοδοχείο να κατεβαίνεις με αυτή την αμφίεση, ήλπιζα μέσα μου να καταλήξουν κάπως έτσι τα πράγματα.

-    Από τη στιγμή που σε είδα ξυρισμένο, ήξερα ότι ψαχνόσουν κι εσύ. Ένοιωσα πιο ελεύθερη στο να αφεθώ και ομολογώ ότι ήσουν πολύ κύριος. Οπότε εδώ μέσα αποφάσισα να κάνω το πρώτο βήμα.

-    Αν δεν το έκανες, δε θα τολμούσα. Σίγουρα όμως το βράδυ θα κυριαρχούσες στα όνειρα μου και θα τον έπαιζα για πάρτι σου.

Φιληθήκαμε ξανά με πάθος. Ακουμπώντας το σκαμπό μου στον τοίχο της σήκωσα τα πόδια και εκείνη τα τύλιξε γύρω από εμένα και το σκαμπό. Τα χέρια μου πλέον χούφτωναν το σμιλεμένο κωλαράκι της. Ήμασταν αλλού. Δεν ήξερα πόση ώρα οι γλώσσες μας χόρευαν στα στόματά μας. Η Σ. μας διέκοψε.

-    Σορόπια!

Βάλαμε τα γέλια. Κοίταξα το ρολόι μου. Είχε περάσει κοντά ένα μισάωρο. Στράφηκα προς τη Σ. Χαμογελούσε πονηρά και έσκυψε να πει κάτι στη Ν. Ύστερα την είδα να γυρίζει πλάτη και η Ν. της τακτοποίησε το σουτιέν. Το βλέμμα μου πλανήθηκε στο μαγαζί. Σε μια παρέα πιτσιρικάδων εντόπισα αυτό που έψαχνα. Ένας από αυτούς έπινε νερό και οι άλλοι των χτυπούσαν στην πλάτη.

-    Τι έκανες;…

ρώτησα τη Σ. πονηρά. Μας έκανε νόημα να σκύψουμε προς το μέρος της.

-    Πήγα στην τουαλέτα και όταν βγήκα σας είδα να φιλιέστε. Είπα να μη σας διακόψω. Μετά είδα το τεκνό να μπαίνει και μιας και είχα κάψες τον ακολούθησα και περίμενα να τελειώσει. Είδα ότι έπλυνε τα χέρια του και σκέφτηκα ότι ήταν καλός. Του είπα αν μπορεί να έρθει μια στιγμούλα στις γυναικείες τουαλέτες να με βοηθήσει να κουμπώσω το σουτιέν μου και να μη ντρέπεται. Φυσικά το έπιασε το υπονοούμενο. Στα γρήγορα τον έκλεισα σε ένα θάλαμο και πέρασα το συρτάκι. Έβγαλα τις βυζάρες μου έξω και τον έβαλα να ρουφήξει τις ρόγες. Του έπιασα τον πούτσο πάνω από το παντελόνι. Είχε γίνει Τούρκος και μόνο που με έγλειφε. Του έβγαλα τη ζώνη χωρίς καν να το καταλάβει και του κατέβασα παντελόνι και εσώρουχο. Του έπαιξα λίγο την πούτσα και είδα τα προσπερματικά του. Αυτός με δάγκωσε και εγώ την έσφιξα δυνατά. Το χέρι του μπήκε μέσα στο παντελόνι μου και βρήκε το υγρό μουνάκι μου με τη μία. Ζαλίστηκα! Του έπαιξα την πούτσα πιο γρήγορα. Το τεκνό πήγε να με προειδοποιήσει, αλλά γρήγορα έσκυψα και τα κατάπια όλα. Συνέχισα να τον τσιμπουκώνω και να τον σαλιώνω. Δεν του έπεφτε με τίποτα. Κατέβασα το παντελόνι μου και του είπα να με γαμήσει γρήγορα και δυνατά. Μου κάρφωσε το καυλί μέσα στο μουνί και άρχισε όντως να το κάνει. Στήθηκα στα τέσσερα και έβαλα το πόδι μου στη λεκάνη. Με έβριζε χυδαία. Μου έλεγε πόσο πουτάνα είμαι και πώς τα βυζόμπαλα μου ήταν η κουβέντα της παρέας του. Μου έλεγε ότι ήθελα γαμήσι. Άρχισα να το βρίζω κι εγώ το μαλακισμένο. Του είπα να αδειάσει τα χύσια του μέσα μου. Μου έβαλε δάχτυλο στον κώλο και χωρίς να το καταλάβει του το ανταπέδωσα. Με το που του κάρφωσα το δάχτυλο μου στην κωλότρυπα του έχυσε δυνατά. Συνέχισε όμως να με γαμάει. Μαλάκωσε για λίγο αλλά σύντομα η πούτσα του έγινε σκληρή. Μου έβαλε και δεύτερο δάχτυλο πίσω και άρχισα να χύνω. Πήγαινε να μου βάλει την πούτσα πίσω, αλλά του έσφιξα τα αρχίδια. Γύρισα και έβαλα την πούτσα του στα βυζιά μου, χαρίζοντας του μια αξέχαστη ισπανική μαλακία. Με έχυσε τρίτη φορά στα μούτρα. Καθαριστήκαμε και τον έδιωξα. Εσείς ακόμα το χαβά σας. Φιλιόσασταν λες και δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Και τώρα που σας είπα την περιπέτεια μου, θέλω να σας ρωτήσω κάτι. Καυλώσατε σκατόπαιδα;

-    Ήμασταν καυλωμένοι πριν μας την πεις πουτανάκι…

της απάντησα σε ανάλογο τόνο.

-    Αλλά η ιστορία σου ήταν όντως καυλωτική, συμπλήρωσε η Ν.

-    Δεν πάτε μια βόλτα στο μπάνιο να του αδειάσεις λίγο τα αρχίδια να συνέλθει;…

ρώτησε η Σ. τη Ν.

-    Δε χρειάζεται, τη διέκοψα. Είμαι μια χαρά.

Συνεχίζεται...



(Copyright protected OW ref: 86647)