Με τη 17άρα καυλιάρα στη Β.Ελλάδα

Δημοσιεύθηκε από kapapi04
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Η ιστορία είναι αληθινή και συνέβη πριν από 15 χρόνια.

Η ιστορία ξεκινάει ένα καλοκαίρι του 2001, όταν ήμουν 25 χρονών που μου ήρθε χαρτί για να πάω επίστρατος σε νομό της Β. Ελλάδας. Είχα ένα γνωστό που του είχα γνωρίσει μια πιτσιρίκα που μέναμε στην ίδια γειτονιά, η οποία μετακόμισε στην Β. Ελλάδα και συγκεκριμένα στον νομό που θα πήγαινα. Με τον συγκεκριμένο είχαμε να μιλήσουμε 2 χρόνια, αλλά όταν έμαθε από κοινό φίλο μας ότι θα πάω προς τα 'κει, σκίστηκε να με πάρει τηλέφωνο, για να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση, μιας και είχανε επαφές, ανέβαινε εκείνος όταν έπαιρνε άδεια της έριχνε κάνα πούτσο και έφευγε, αλλά δεν ήξερε τι γίνεται πίσω από την πλάτη του, μιας και μιλάμε για ένα πιπινάκι, τότε, ξανθό με γαλανά μάτια, γύρω στο 1.60, με πολύ μικρό βυζάκι, ωραίο αφράτο κωλαράκι κι αδύνατο κορμάκι. Από την αρχή της εφηβείας της είχε μπει στα βάσανα του σεξ, ένα πουτανάκι δηλαδή που δεν ήξερε από που και από ποιούς τον είχε πάρει.

Με το γνωστό μου βρεθήκαμε για καφέ και μου είπε πως θα μου δώσει το τηλέφωνο της όταν θα ανέβαινα στον νομό. Τον ψιλιάστηκα ότι ζήλευε και δεν ήθελε να μου το δώσει για να μην παιχτεί κάτι μεταξύ μας. Τέλος πάντων εγώ ανέβηκα, πέρασα 4 μέρες με λίγες ασκήσεις, πολύ χαλάρωση και πάρα πολύ διασκέδαση και την τελευταία μέρα που θα έφευγα με παίρνει ο γνωστός μου τηλέφωνο.

-    Αυτός: Έλα ρε όλα καλά;

-    Εγώ: Καλά ρε μαλάκα που χάθηκες; Περιμένω τηλέφωνο σου και παίρνεις τώρα που φεύγω;

-    Αυτός: Ξέρω… τι κάνω σε πήρα την κατάλληλη στιγμή.

-    Εγώ: Αν δεν προλάβω να τη δω έφυγα, να το ξέρεις.

Μου δίνει το τηλέφωνο και την παίρνω αμέσως.

-    Αυτή: Έλα τι κάνεις, χαθήκαμε (είχε επικοινωνήσει μαζί της και περίμενε να της τηλεφωνήσω).

-    Εγώ: Αφού μετακόμισες ρε ‘συ. Τέλος πάντων, θα σε δω σήμερα γιατί θα φύγω;

-    Αυτή: Τώρα δε μπορώ, μόνο το μεσημέρι.

-    Εγώ: Ένα καφέ τον προλαβαίνω. Απόγευμα φεύγει το τρένο.

Ήρθε το μεσημέρι, πάω στο καφέ που δώσαμε ραντεβού και την βλέπω να έρχεται, όχι πλέον ξανθιά, αλλά με κόκκινο μαλλάκι και αγορίστικα κομμένο με ένα καυτό μινάκι και τιραντέ μπλουζάκι. Κάβλωσα όταν την είδα έτσι ντυμένη. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε και κάτσαμε για καφέ.

-    Εγώ: Μια χαρά είσαι, δεν άλλαξες καθόλου, γι' αυτό φοβάται ο δικός σου μη φάει κέρατο.

-    Αυτή: Θέλει δε θέλει το έχει φάει. Δε μπορώ να περιμένω τις γιορτές και το καλοκαίρι να γαμάει και να φεύγει, γι' αυτό κι εγώ αρραβωνιάστηκα. Είναι 20 χρόνια μεγαλύτερος, αλλά τον ήθελε η μάνα μου, έχει και σταθερή δουλειά, οπότε καταλαβαίνεις.

Έμεινα κάγκελο για λίγο, αλλά σκέφτηκα να τα παίξω όλα για όλα, σκέφτηκα πως το φίλο μου τον παίζει, τον μεγάλο τον έχει για τα φράγκα, άρα πηδιέται σαν τρελή με όποιον βρει (το άθλημα δεν ξεχνιέται). Περνάω το χέρι μου από τον λαιμό της και της δίνω ένα φιλί, εκείνη με τράβηξε κοντά της και με φίλαγε παθιασμένα. Γυρνάει και μου λέει.

-    Αυτή: Κάτσε εδώ, μη φύγεις.

-    Εγώ: Δε γίνεται, έχω εισιτήριο.

-    Αυτή: Άλλαξε το και φύγε αύριο. Θα πάμε στο σπίτι του πατέρα μου λείπει για δουλειές και θα είμαστε μόνοι.

Τέτοια τύχη δε φανταζόμουνα, οπότε δεν το πολυσκέφτηκα. Κατεβαίνουμε στο σταθμό, αλλάζω το εισιτήριο και παίρνουμε λεωφορείο να πάμε στο χωριό της. Η καύλα μου είχε χτυπήσει κόκκινο. Καθόμασταν γαλαρία μόνοι και της χούφτωνα το κωλαράκι μέσα από το μίνι.

-    Αυτή: Ηρέμησε αχόρταγε, θα φτάσουμε σπίτι και θα είμαστε πιο άνετα.

Έτσι κι έγινε. Φτάσαμε σπίτι, καθόμαστε στον καναπέ και αρχίζω το χούφτωμα. Την αρπάζω και πάμε στην κρεβατοκάμαρα, την ξαπλώνω, σηκώνω το μινάκι και της δαγκώνω απαλά το μουνάκι πάνω από το κιλοτάκι της, βγάζοντας μια κραυγούλα καύλας κι ευχαρίστησης.

-    Αυτή: Πήγαινε, κάνε ένα μπανάκι να χαλαρώσεις και συνεχίζουμε.

Γδύνομαι, πάω στο ντους και εκεί που πλένομαι έρχεται και μου λέει.

-    Αυτή: Αχ εδώ είναι ο άντρας μου; Πλένεται;

και πιάνει τον καυλωμένο μου πούτσο που δεν έλεγε να πέσει. Βγαίνω, σκουπίζομαι και πάω στο δωμάτιο. Με βλέπει και μου λέει.

-    Αυτή: Δε λέει να πέσει ε; Και που να σε ακουμπήσω κιόλας.

-    Εγώ: Μωρό μου 4 μέρες εδώ και δεν έχω κάνει τίποτα.

Ξαπλώνω πάνω της, αρχίζω να τη φιλάω παντού, ανεβαίνω καθιστός στο στήθος της και κάνει να πιάσει τον πούτσο μου.

-    Εγώ: Θέλω να τον ρουφήξεις, όχι να τον αγγίξεις.

-    Αυτή: Α δεν κάνω τέτοια δεν μ’ αρέσει.

-    Εγώ: Άλλα μου έχουν πει, ότι τσιμπουκώνεις και τα πίνεις.

-    Αυτή: Λάθος στα είπανε, αν έχεις προφυλακτικό ίσως.

Εκεί κατάλαβα πως δεν ήθελε πολλά-πολλά και πως από τους πολλούς γκόμενους που είχε έπαιρνε προφυλάξεις οπότε συνεννοηθήκαμε να μη χύσω μέσα της. Της σηκώνω τα πόδια στους ώμους και μπαίνω μέσα της. Περιέργως ήταν στενή και έβγαλε έναν αναστεναγμό γεμάτο καύλα.

-    Αυτή: Τέλειο δεν είναι το μουνάκι μου; Δεν είναι στενό; Κάθε 3 μήνες πάω και κάνω καθαρισμό στον γυναικολόγο.

Εκεί κατάλαβα πως το είχε κάνει επάγγελμα μιας και σχολείο δεν είχε βγάλει, βοηθός κομμώτριας δούλευε, γαμιόταν από τα 12 και η ζωντοχήρα μάνα της ήταν μεγάλη πουτάνα που γαμιόταν για τα λεφτά και συζούσε με παντρεμένους φραγκάτους. Τη σφυροκοπώ για 5 λεπτά ιεραποστολικά. Ήταν τόσο στενή που βάρεσα κόκκινο. Της έλεγα διάφορα... «σε θέλω, σε λατρεύω, με τρελαίνεις…», εκείνη είχε τρελαθεί και μου λέει:

-    Τώρα θα το κάνουμε όπως μ’ αρέσει…

και ανεβαίνει απάνω μου. Χάθηκε το καυλί μου μέσα της και άρχισε να κουνάει την λεκάνη της κάνοντας μορφασμούς καύλας κι ευχαρίστησης. Από το πρήξιμο δεν έλεγα να χύσω αν και δε θα το έκανα μέσα στο μουνάκι της. Πίπα δεν ήθελε να μου κάνει. Όταν ήρθε σε οργασμό και έχυσε, βγήκε και την έβαλα να μου τον παίξει. Η καύλα και το πρήξιμο συνεχιζόταν όποτε ανέλαβα δράση. Τον πιάνω, τον παίζω και χύνω στα μικρά βυζάκια της και την κοιλίτσα της. Τρελάθηκε με την ποσότητα σπέρματος και τις υπενθύμισα πως έχω μέρες να κάνω κάτι. Σηκωθήκαμε, ντυθήκαμε, πήγαμε για καφέ και γυρίσαμε σπίτι να φάμε κάτι. Όταν φάγαμε, κάναμε ένα τσιγάρο κι όπως χαλάρωσα, την παίρνω από το χέρι και την ξαναπάω στο δωμάτιο.

-    Σταμάτα αχόρταγε πριν 2 ώρες το κάναμε.

-    Μωρό μου θέλω κι άλλο. Αύριο φεύγω και δε θα σε ξαναδώ.

Της βγάζω το μπλουζάκι, γλείφω τις ρωγίτσες της και βλέπω πως έχει μείνει με το μίνι της. Το βγάζω βίαια.

-    Αστό τι ενοχλεί;

-    Σε θέλω ολόγυμνη να σε καμαρώσω καύλα μου…

μπαίνω μέσα της και αρχίζω να τη γαμάω κανονικά. Μετά τη γυρνάω στα 4.

-    Ετσι σε θέλω, να βλέπω το κωλαράκι σου.

Την γαμάω σε αυτή τη στάση 5 λεπτά και με ξενερώνει.

-    Βαριέμαι… μου λέει.

-    Έλα ρε, πλάκα μου κάνεις;

-    Μα που την βρίσκεις τόση όρεξη; Πρώτη φορά μου τυχαίνει κάποιος σαν εσένα.

-    Μανάρι μάλλον μεταξύ μας έπρεπε να μπλέξουμε κι όχι εγώ με την φίλη σου κι εσύ με το φίλο μου. Θα περνάγαμε γαμάτα.

-    Ναι όντως, αλλά τι μας εμποδίζει να κάνουμε κάτι τώρα;

-    Η απόσταση μωρό, εγώ φεύγω για Αθήνα εσύ είσαι εδώ κι αρραβωνιασμένη, άστο καλύτερα…

και το τελειώσαμε εκεί. Αυτή έφυγε πήγε στου αρραβωνιαστικού της εγώ έμεινα στο σπίτι μέχρι την άλλη μέρα που έφυγα, αλλά για πάρτη της βάρεσα μια μαλακία τα ξημερώματα. Οι κάβλες ήταν πολλές βλέπετε και αν έμενε το βράδυ θα κάναμε πάρτι. Αλλά όλα τα γαμήσια έχουν ένα τέλος. Στο γνωστό μου δεν είπα τίποτα, τα έμαθε μόνος του από εκείνη με τον καιρό.



(Copyright protected OW ref: 87074)