Το πρώτο αίμα

Δημοσιεύθηκε από Ιανός
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Παρατηρήσεις αποστολέα: H ιστορία είναι μυθοπλασία. Παρακαλώ τα σχόλια σας για να την συνεχίσω. Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων.
Αθήνα (κάπου στο κέντρο)...

Η κοπέλα που ήταν στο κρεβάτι κοίταξε προς το μέρος του άντρα. Εκείνος είχε σηκωθεί και φορούσε τα ρούχα του. Για πρώτη φορά παρατήρησε το μεγάλο τατουάζ που έπιανε όλη την πλάτη του. Η κοπέλα είχε και η ίδια δύο μικρά τατουάζ και γενικά της άρεσαν σαν στολίδια στο σώμα της. Σκέφτηκε ότι το τατουάζ του άντρα πρέπει να πήρε πολύ καιρό για να φτιαχτεί. Οι λεπτομέρειες και οι σκιές ήταν τέλειες. Αναπαριστούσε ένα κάστρο, με εξωτερικό τείχος, τάφρο και πυργίσκους. Σαν φόντο πίσω από το κάστρο, όλο το σώμα του ήταν γκρίζο και μια πανσέληνος απεικονιζόταν ψηλά στον αριστερό ώμο. Υπήρχαν επίσης δύο σύννεφα και κάποια πλάσματα πετούσαν. Μπορεί να ήταν αετοί, γεράκια ή και δράκοι. Στον κεντρικό πυργίσκο ανέμιζε ένα λάβαρο. Το φόντο του ήταν κόκκινο και στο κέντρο υπήρχε ένα αλλόκοτο πλάσμα με φτερά που κρατούσε ασπίδα και σπαθί. Προς στιγμήν η κοπέλα νόμισε ότι το πλάσμα κοιτούσε ίσια στα μάτια της. "Παιχνίδισμα του φωτός" σκέφτηκε.

-    Θα σε ξαναδώ; τον ρώτησε.

-    Μόνο ο χρόνος θα δείξει. Ξεκουράσου τώρα.

Η φωνή του ήταν βαθιά και γοητευτική. Του προσέδιδε κύρος. Η κοπέλα όταν την άκουγε ένοιωθε λες και της απευθυνόταν κάποιος σοφός βασιλιάς του παλιού καιρού. Κοίταξε τα τσαλακωμένα υγρά σεντόνια του κρεβατιού και άρχισε να γλαρώνει. Προσπάθησε χωρίς επιτυχία να θυμηθεί το πρόσωπό του, τα μάτια του, τα χείλη του, τα μαλλιά του. Δεν τα κατάφερε. Το μόνο που επανέφερε στη μνήμη της λίγο πριν την τυλίξει ο ύπνος, ήταν ότι είχε κάνει το πιο απίστευτο σεξ στη ζωή της. Ο άντρας την είχε νοικιάσει για δύο ώρες. Πήρε το χρόνο του μαζί της. Την ανέβασε σιγά-σιγά προς τα αστέρια και όταν εκείνη εκλιπαρούσε να μπει μέσα της, το έκανε. Οι οργασμοί της διαδέχονταν ο ένας τον άλλον. Ένοιωθε τον άντρα να τη γεμίζει και να την ολοκληρώνει όσο κανένας. Τον είχε αγκαλιάσει με χέρια και πόδια και παρακάλεσε κάποια στιγμή να μην τελειώσει ποτέ η ένωση τους. Οι αντοχές του ήταν καταπληκτικές. Ο ρυθμός του δε μειώθηκε καθόλου. Τα σεντόνια ήταν υγρά από τους σωματικούς της χυμούς. Ιδρώτας και χύσια! Αποκοιμήθηκε.

Ο άντρας βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο. Βρήκε τα κλειδιά του μικρού διαμερίσματος και κλείδωσε την πόρτα. Έκλεισε και σφάλισε τις μπαλκονόπορτες οσφραίνοντας τον αέρα του σπιτιού. Το σώμα του είχε ικανοποιηθεί προς το παρόν. Η ώρα ήταν δεύτερη πρωινή. Με μια νοητική διαταγή, έγινε γκρίζα ομίχλη και πέρασε κάτω από το πολύ λεπτό κενό της πόρτας.

Βατικανό (Κατακόμβες)...

-    Immortui creatura ιmmundus! Αd ted obtestor ignis foris! (Ακάθαρτο απέθαντο πνεύμα! Σε εξορκίζω στο πυρ το εξώτερο!)

-    Ti prego no monsignor! (Σας παρακαλώ σεβασμιότατε! Όχι!)

-    Silentium scornum infernum! (Σιωπή πόρνη της κολάσεως!)

Ο επίσκοπος Αντόνιο Φακέτι ράντισε με αγιασμό, για άλλη μια φορά με την καθολική κουδουνίστρα την αλυσοδεμένη γυναίκα. Όχι! Όχι γυναίκα! Πλάσμα! Ήταν από τους λίγους ιερείς που είχαν την άδεια και μπορούσαν να εκτελέσουν εξορκισμό. Το μέτωπό του είχε ιδρώσει και τα ιερατικά άμφια κόλλαγαν πάνω στο σώμα του. Σχεδόν μία ώρα προσπαθούσε να εκδιώξει το ακάθαρτο πνεύμα μέσα από την άτυχη κοπέλα. Όποτε έριχνε πάνω της τον αγιασμό, ήταν λες και έριχνε οξύ. Το σώμα της φουσκάλιαζε και καιγόταν. Παρόλα αυτά ο δαίμονας μέσα της το θεράπευε με κάποιο τρόπο. Δεν είχε ξανασυναντήσει τέτοια ισχυρή παρουσία. Πολλές φορές είχε ζητήσει να μάθει το όνομά του, αλλά ο δαίμονας πεισματικά ανέφερε το όνομα της κοπέλας. Ο Φακέτι είχε εκτελέσει δύο εξορκισμούς πάνω της και δεν είχε καταφέρει τίποτα ως τώρα. Το βλέμμα του έπεσε στον αρχαίο πάπυρο που βρισκόταν απλωμένος στο τραπέζι και μέσα σε ένα μουσαμά.

Ο συγγραφέας του παπύρου προειδοποιούσε το χρήστη να μην εκτελέσει αυτόν τον εξορκισμό, παρά μόνο αν δεν υπήρχε άλλη λύση. Ανέφερε δε, ότι πιθανότατα ο εξορκιστής θα πέθαινε με το πέρας της τελετής. Ο Φακέτι ήταν 68 χρονών. Η πίστη του μεγάλη. Μέσα σε δευτερόλεπτα αποφάσισε ότι τα χρόνια της ζωής του, που ήταν πολύ περισσότερα από αυτά της κοπέλας, δεν έπαιζαν ρόλο. Θα την έσωζε και ας χανόταν. Ο Θεός θα καταλάβαινε τη θυσία του. Θα τον υποδεχόταν στην αγκαλιά Του. Το πρόσωπο του ιερέα καθάρισε από τις σκοτούρες και χαμογέλασε. Πλησίασε στο τραπέζι και διάβασε με μια γρήγορη ματιά το κείμενο. Πίσω του οι αλυσίδες τεντώθηκαν για άλλη μια φορά. Δεν έδωσε σημασία. Και μετά οι αλυσίδες έσπασαν. Ρώμη (Παλάτσο Μαντάμα) Η αίθουσα της Γερουσίας της Ιταλίας ήταν απαλά φωτισμένη. Ένας υπάλληλος καθαριότητας σκούπιζε το πάτωμα με ηλεκτρική σκούπα και μια γυναίκα ξεσκόνιζε τα έδρανα. Είκοσι μέτρα από κάτω τους, εκεί που υπήρχαν ακόμα τα υπόγεια μυστικά λουτρά του Νέρωνα, εξελισσόταν ένας περίεργος διάλογος.

-    Πού είναι η κόρη μου; Έδωσα εντολή να παρουσιαστεί μπροστά μου στις δώδεκα το βράδυ ακριβώς.

-    Αρχόντισσα μου μην εκνευρίζεστε. Οι καλύτεροι μου πράκτορες την ψάχνουν αυτή τη στιγμή.

Τα μάτια του άντρα στράφηκαν προς το θυρεό της αρχόντισσας που στόλιζε το πάνω μέρος του θρόνου που καθόταν. Η επιγραφή γύρω από τον θυρεό έγραφε "lacrymae hinc, hinc dolor". "Γι' αυτό τα δάκρυα". Το δορυφορικό του τηλέφωνο χτύπησε και το σήκωσε γρήγορα, για να μην εκνευρίσει την πανίσχυρη γυναίκα. Αφού μίλησε για δύο περίπου λεπτά, υποκλίθηκε στην αρχόντισσα.

-    Τη φέρνουν τώρα.

Η γυναίκα χτύπησε τα χέρια της στα μπράτσα του θρόνου εκνευρισμένη. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, δύο άντρες με κοστούμια ραμμένα στα μέτρα τους, εισήλθαν στο δωμάτιο, συνοδεύοντας μια αναμαλλιασμένη νεαρή κοπέλα. Το φόρεμα της ήταν σχισμένο σε διάφορα σημεία και έφερε κηλίδες αίματος.

-    Μητέρα, είπε η κοπέλα.

-    Αφήστε μας!

Διέταξε η γυναίκα στο θρόνο. Οι άντρες εξαφανίστηκαν από το δωμάτιο εν ριπή οφθαλμού. Η γυναίκα πλησίασε τη νεαρή. Την αγκάλιασε και τη φίλησε στοργικά. Κατόπιν την κοίταξε στα μάτια και ρώτησε απαλά:

-    Τι συνέβη κόρη μου;

Η κοπέλα της διηγήθηκε ότι είχε βγει για ένα νυκτερινό περίπατο, ότι ξαφνικά ένοιωσε έναν απίστευτο πόνο σα να πέθαινε, ότι άντρες με ιερατικά άμφια εμφανίστηκαν και την μετέφεραν κάπου. Δε μπορούσε να δει ή να κάνει τίποτα εξ' αιτίας του τρομερού πόνου σε όλο της το σώμα. Το μόνο που θυμόταν ήταν ένα αρχιεπίσκοπο να λέει κάτι σε μια γλώσσα που ακουγόταν σαν Ιταλικά και να την ραντίζει με αγιασμό. Θυμόταν αμυδρά ότι την είχαν δέσει με αλυσίδες. Με κάποιο τρόπο τις έσπασε και δραπέτευσε από εκείνα τα υπόγεια μέρη. Στο δρόμο της βρήκε δύο άντρες που της έκλειναν την έξοδο. Τους σκότωσε γρήγορα, αν και την πυροβόλησαν πάνω από δέκα φορές. Το αίμα στα ρούχα της ήταν δικό τους και δικό της.

-    Όταν σε είδα πριν από δώδεκα χρόνια στην Φοντάνα ντι Τρέβι, ήξερα ότι ήσουν άρρωστη με μια εκφυλιστική ασθένεια που έπασχε και ο γιος μου. Επίσης έμοιαζες απίστευτα με την αγαπημένη μου κόρη Κλαύδια. Αποφάσισα να σου χαρίσω ζωή. Πράγμα που δεν είχα κάνει εδώ και τριακόσια χρόνια. Ήθελα να ζήσεις. Πραγματικά η παρουσία σου μου χάρισε πολλές στιγμές ευτυχίας. Εν μέρει φταίω εγώ που δε σε προειδοποίησα για την επιρροή που έχει πάνω μας το καθαγιασμένο χώμα. Συγχώρα με!

-    Μητέρα δεν έκανες κάτι κακό... Μου έδωσες ζωή! Μου άνοιξες τα μάτια! Δεν υπάρχει τίποτα για να συγχωρέσω.

-    Σ' ευχαριστώ κόρη μου για τα λόγια σου. Και τώρα άκουσε με προσεκτικά...

Αθήνα (Νέος κόσμος)...

Εισήλθε στο σπίτι του ελαφροπατώντας. Η δίψα και η πείνα του είχαν κορεστεί για αρκετό καιρό. Κατευθύνθηκε στο μπάνιο και αφού έβγαλε τα ρούχα του, μπήκε κάτω από το ντους. Το νερό ήταν παγωμένο, αλλά φυσικά δεν τον πείραζε. Λίγη ώρα αργότερα σφάλισε τα στόρια και τράβηξε τις βαριές κουρτίνες, ώστε να μη μπει καθόλου ο ήλιος μέσα στο δωμάτιο του. Ξάπλωσε στο ημίδιπλο κρεβάτι, έπλεξε τα δάχτυλα των χεριών του πίσω από το κεφάλι και έκλεισε τα μάτια. Αμέσως τα όνειρα ξεκίνησαν. Θυμόταν καθαρά τη Φωτεινή. Τα είχαν φτιάξει για κάμποσο καιρό, αλλά τελικά αποφάσισαν από κοινού, να παραμείνουν φίλοι και να κάνουν περιστασιακό σεξ χωρίς δεσμεύσεις. Η Φωτεινή ήταν όμορφη κοπέλα. Γύρω στο 1,60 ύψος, 50 κιλά, μεγαλομεσαία στήθη, χρυσαφένια μακριά σπαστά μαλλιά και μεγάλα πράσινα μάτια. Έκανε εύκολα φίλους. Είχε ανοιχτό και καλοπροαίρετο χαρακτήρα. Έβλεπε το καλό σε όλους τους ανθρώπους. Σε αντίθεση με τον ίδιο που δεν εμπιστευόταν εύκολα ξένα άτομα.

Από μικρός έβλεπε το σκοτάδι που έκρυβε ο κόσμος μέσα του, αλλά δεν το φοβόταν. Είχε τύχει εκείνη την περίοδο η 28η Οκτωβρίου να πέσει Δευτέρα. Η Αθήνα είχε ψιλοαδειάσει. Ο κόσμος είχε λεφτά για να ξεφύγει ένα τριήμερο. Η Φωτεινή τον είχε παρακαλέσει να μείνει μαζί της στη διάρκεια αυτών των ημερών. Η ίδια θα φιλοξενούσε σπίτι της μια κοπέλα από την Ιταλία που είχαν γνωριστεί μέσω διαδικτύου. Η Φωτεινή μιλούσε άπταιστα Αγγλικά και Γαλλικά, αλλά από Ιταλικά δε σκάμπαζε καθόλου. Μπορεί να αντιλαμβανόταν μερικές λέξεις, αλλά ως εκεί. Ο άντρας ήξερε έξι γλώσσες και τρεις νεκρές. Η κοπέλα του είχε πει ότι θα ήταν καλό να υπάρχει και ένα άτομο που να μιλάει τη γλώσσα της Βαλέρια. Οι δύο φίλοι πήγαν στο αεροδρόμιο να υποδεχτούν την Ιταλίδα. Η Φωτεινή την αναγνώρισε αμέσως. Ήταν ψηλή, γύρω στο 1,75. Είχε μαύρα μακριά μαλλιά που τα είχε φτιάξει ράστα και μαύρα μάτια. Το δέρμα της είχε την απόχρωση του χαλκού. Ήταν λεπτή, αλλά καλλίγραμμη.

Κατόπιν ακολούθησαν οι συστάσεις και κατά την Ιταλική συνήθεια φιλιά στα μάγουλα. Οι τρεις μαζί μπήκαν στο αυτοκίνητο. Αφού γύρισαν σπίτι και τη βόλεψαν στα γρήγορα, ξεκίνησε η ξενάγηση στην Αθήνα και κατά το βραδάκι στη νυχτερινή ζωή της. Γύρισαν σπίτι λίγο μετά τις 3 τα ξημερώματα, μεθυσμένοι. Ο άντρας θα κοιμόταν στο δωμάτιο της Φωτεινής και η Βαλέρια στο σαλόνι, στον καναπέ-κρεβάτι. Μετά από τόσο χορό, ποτά και τριψίματα πάνω του, ήθελε να εκτονωθεί. Όταν η Φωτεινή ξάπλωσε δίπλα του, αυτός ξεκίνησε να χαϊδεύει τα ερωτογενή σημεία της.

-    Μη! Θα μας ακούσει!

-    Τριβόσουν πάνω μου όλη νύχτα και με έκανες τούμπανο. Δεν έχει μη. Κι ας μας ακούσει.

Τη δάγκωσε απαλά στο λοβό του αυτιού. Το χέρι του πήγε κατευθείαν μέσα στο τάνγκα κιλοτάκι και άρχισε να εξερευνεί την κλειτορίδα της. Το μικρό δαχτυλάκι του χώθηκε εύκολα στο καυλωμένο μουνάκι της. Ήρθε από πάνω της και τη φίλησε στο στόμα με πάθος. Πλέον δεν μπορούσε να του αντισταθεί. Με μια απότομη κίνηση, της έβγαλε το τάνγκα και γονάτισε ανάμεσα στα σκέλια της. Ανασήκωσε τους μηρούς της και έφερε τα πόδια της πάνω στους ώμους του. Το σώμα της είχε σχηματίσει αψίδα και αυτός επιτέλους έβαλε τη γλώσσα του πάνω στην πρησμένη κλειτορίδα. Άρχισε να ρουφά, να γλείφει και να δαγκώνει απαλά. Για τουλάχιστον πέντε λεπτά τη βασάνιζε με αυτόν τον τρόπο. Όταν τα χέρια της Φωτεινής απελευθέρωσαν την πούτσα του από το μποξεράκι, άρχισε να γλείφει μόνο την κλειτορίδα της με μανία. Οι λαγόνες της άρχισαν να χορεύουν στο δικό τους ρυθμό. Αν δεν την κρατούσε γερά, θα έπεφτε. Η Φωτεινή άρχισε να αναστενάζει και να βογκάει δυνατά.

-    Χύνω καυλιάρη μου. Μόνο εσύ ξέρεις να με γλείφεις έτσι.

Πράγματι λίγη ώρα αργότερα ένας τρομερός οργασμός τη συγκλόνισε. Αν και τα πόδια της ακόμα έτρεμαν, τραβήχτηκε από τη θέση που βρισκόταν και έσκυψε προς την καυλωμένη πούτσα του. Έφτυσε πάνω στη βάλανο και χωρίς να χρησιμοποιήσει τα χέρια της κατάπιε τη σηκωμένη ψωλή μέχρι το φάρυγγα της. Ανεβοκατέβασε το κεφάλι της πέντε-έξι φορές χωρίς να πάρει ανάσα, αλλά σαλιώνοντας όλο το μήκος της πούτσας με τη γλώσσα της. Στη συνέχεια γύρισε στα τέσσερα και άνοιξε τα πόδια της, τουρλώνοντας τον κώλο της.

-    Γάμα με!

Ο άντρας βρήκε την τρύπα του μουνιού της με την πρώτη και βύθισε την πούτσα του μέσα της. Το σάλιο και τα υγρά της έκαναν εύκολη τη διείσδυση. Την έπιασε από τη μέση και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα άρχισε να την γαμάει με όση δύναμη είχε. Η Φωτεινή πλέον φώναζε δυνατά από την καύλα.

-    Δε θα αντέξω για πολύ, της είπε.

-    Μέσα μου, έχω πάρει χάπι εδώ και ώρα.

-    Πονηρούλα…

Ο ρυθμός του έγινε εντονότερος και σύντομα άρχισε να αδειάζει το σπέρμα του βαθιά μέσα στο μουνί της. Προσπαθώντας ακόμα να ανασάνουν σε αυτή τη στάση, η πόρτα του δωματίου άνοιξε. Ο άντρας βρέθηκε να κοιτάει ένα δωμάτιο που δεν είχε ξαναδεί. Είχε ένα τεράστιο κρεβάτι με ουρανό. Μαύρα σεντόνια και κόκκινες βαριές κουρτίνες υπήρχαν στα παράθυρα. Στη μέση του δωματίου, βρισκόταν ένας γυμνός μεσήλικας άντρας, δεμένος με σκοινιά που προέρχονταν από το ταβάνι. Από πίσω του μια πανέμορφη μελαχρινή κοπέλα, με τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά σε αλογοουρά, τον μαστίγωνε στην πλάτη. Φορούσε μαύρη δερμάτινη στολή και το μόνο που φαινόταν ήταν οι ρόγες της, το πρόσωπό της και το ξυρισμένο μουνάκι της που είχε ένα δονητή χωμένο μέσα. Μιλούσαν Ιταλικά και η κοπέλα ρωτούσε αν του αρέσει και πόσο το απολαμβάνει. Εκείνος απαντούσε θετικά. Η πούτσα του ήταν σηκωμένη και έσταζε υγρά.

Μισή ανάσα αργότερα από την πόρτα μπήκε μια μαύρη κοπέλα περίπου 20 χρονών με σχεδόν ξυρισμένο μαλλί και με τρεις λευκές τελίτσες ζωγραφισμένες σε κάθε μάγουλο. Ήταν γύρω στο 1,65 και 55 κιλά. Δε φορούσε κανένα ρούχο, αλλά στην πλάτη της υπήρχαν εμφανή σημάδια από μαστίγωμα. Το πρόσωπο της ήταν κατεβασμένο προς το πάτωμα. Υπάκουσε αμέσως στις εντολές της αφέντρας με το μαστίγιο και έσκυψε μπροστά στο δεμένο άντρα. Έπιασε την πούτσα του και άρχισε να την γλείφει, όσο η άλλη τον μαστίγωνε. Σύντομα το στόμα της είχε πλημμυρίσει με τα πηχτά χύσια του. Η πόρτα του δωματίου άνοιξε. Ο άντρας βρέθηκε σε έναν υπόγειο χώρο που έμοιαζε με μπουντρούμι. Ένοιωσε στα ρουθούνια του τη μυρωδιά της αποσύνθεσης. Ένας καθολικός ιερέας με επίσημα άμφια κατέβηκε από τα ξύλινα σκαλιά δεξιά του και πέρασε από δίπλα του χωρίς να τον δει. Πλησίασε σε ένα φέρετρο που βρισκόταν στη γωνία και αφού το άνοιξε μπήκε μέσα σε αυτό και έκλεισε το καπάκι. Δύο πτώματα ανδρών που φορούσαν μια περίεργη στολή και κρατούσαν μεγάλες λόγχες, σύρθηκαν δίπλα στο φέρετρο και στράφηκαν προς τις σκάλες.

Κάποια πόρτα άνοιξε κάπου… Ο άντρας βρέθηκε σε ένα δωμάτιο που είχε διάφορες αφίσες από gothic συγκροτήματα. Ένας υπολογιστής ήταν ανοιχτός πάνω σε ένα γραφείο και έπαιζε μέσα από τα ηχεία ανάλογη μουσική. Στο κρεβάτι δίπλα στο γραφείο, ήταν ξαπλωμένη μια νεαρή κοπέλα με μαύρα μαλλιά που είχαν βαθυκόκκινες ανταύγειες. Το πρόσωπο της ήταν βαμμένο με το χλωμό make-up και στα μάτια της υπήρχε έντονο μαύρο μολύβι. Φορούσε ένα μακό φανελάκι, αλλά το εσώρουχό της ήταν κατεβασμένο. Δύο δάχτυλα της ήταν βυθισμένα μέσα στο μουνάκι της και μπαινόβγαιναν γοργά. Το άλλο χέρι της έτριβε με αργές κυκλικές κινήσεις την κλειτορίδα της. Η κοπέλα αναστέναζε και βογκούσε. Σύντομα η κορύφωση της ολοκληρώθηκε και όταν άνοιξε στα μάτια, για μια ελάχιστη στιγμή, της φάνηκε ότι είδε ένα χλωμό άντρα στο δωμάτιο της. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα της και ο άντρας δεν ήταν πια εκεί. Αφέθηκε στη χαρά του οργασμού. Ο άντρας άνοιξε τα μάτια του και τινάχτηκε από το ημίδιπλο κρεβάτι.

-    Με είδε!

Το μόνο που είπε.



(Copyright protected OW ref: 86835)