Η συνέχεια ενός δανεισμού

Δημοσιεύθηκε από Christylickme
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Η συνέχεια της ιστορίας μου για τη φορά που η Κυρία μου, με δάνεισε στον φίλο μας το Μάρκο.

Προηγούμενο μέρος: Ο δανεισμός

 

Ξύπνησα από το χέρι του που με ταρακουνούσε γλυκά. Εγώ, γυμνή στο καναπέ και εκείνος στο κρεβάτι του.

-    Άντε, σήκω...

μου είπε και κατάλαβα ότι και εκείνος είχε ξυπνήσει μόλις.

-    Καλημέρα Κύριε...

είπα ελπίζοντας πως ακουγόμουν φυσιολογικά ενώ γονάτισα μπροστά του στο πάτωμα.

-    Καλημέρα και σε εσένα σκλαβάκι...

είπε ο Μάρκος και έβαλε στο κολάρο μου την αλυσίδα του. Προχωρούσε μπροστά και εγώ από πίσω στα τέσσερα. Προφανώς όχι και το καλύτερο μου με το που είχα ξυπνήσει, άσε που το πρωινό σεξ δεν ήτανε και στα αγαπημένα μου. Αλλά εκείνος, δε με πήγε στη κρεβατοκάμαρα. Αντίθετα, μπήκαμε στο μπάνιο όπου με έπιασε από τα μαλλιά και μου έγειρε το κεφάλι πάνω από τη τουαλέτα έτσι ώστε να τον κοιτάω. Πριν προλάβω να καταλάβω τι γινότανε, έβγαλε το πούτσο του από το μποξεράκι του και με κοφτό τρόπο, που φυσικά, δεν σήκωνε αντίρρηση, μου είπε να ανοίξω το στόμα μου. Το κάτουρο του, ζεστό και ελαφρώς κίτρινο, έτρεχε απευθείας μέσα στο στόμα μου και όσο το στόμα μου γέμιζε, εκείνο έτρεχε από τις άκρες των χειλιών μου στο λαιμό μου, τα βυζιά μου και ως κάτω το μουνί και τα πόδια μου. Τόσο άνετος ήτανε με το όλο θέμα ο ίδιος του, που την τίναξε κανονικότατα μπρος στο πρόσωπο μου, την ξανά έβαλε μέσα και γύρισε να πλυθεί.

-    Άντε κατάπινε και κατούρα και εσύ να τελειώνουμε...

μου είπε όσο έπλενε τα δόντια του. Μην έχοντας άλλη επιλογή, τα κατάπια όπως μου είπε και κατούρησα.

-    Μην αργήσεις!

μου είπε και πήγε να κάνε καφέ όσο προσπαθούσα να μην κάνω εμετό και έπλενα τα δόντια μου μανιωδώς. Η Κυρία μου, συχνά με κατουρούσε ως τιμωρία αλλά δεν τα είχα πιει ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ήταν... σα στυφό, ζεστό νερό.

-    Ευχαριστώ Κύριε...

ψέλλισα όταν είδα πως είχε κάνει καφέ και σε εμένα.

-    Κάτσε στον καναπέ αν θες όσο θα κάνω λίγη δουλειά...

είπε χαλαρά και έκατσε στο γραφείο, άνοιξε το λάπτοπ και αφιερώθηκε εκεί. Κουλουριασμένη στον καναπέ, καπνίζοντας αφού είχα πάρει την άδεια του, άρχισα να σκέφτομαι τη χθεσινή ημέρα, τον τρόπο που είχε ξεκινήσει η σημερινή και τους χιλιάδες τρόπους που μπορεί να συνέχιζε, ένιωσα τη κλειτορίδα μου σιγά-σιγά να πρήζεται και τη τρύπα μου να χύνει υγρά. Έμεινα χαμένη στις ξύπνιες ονειρώξεις μου ώσπου μου είπε να σηκωθώ να μαγειρέψω γιατί περνούσε η ώρα.

-    Τι θα ήθελε σήμερα ο Κύριος μου;

-    Κάνε ένα πουρέ... και κάνε και τις μπριζόλες που έχω στο ψυγείο...

είπε αφού το σκέφτηκε λίγο και αμέσως ξεκίνησε να ετοιμάζω αυτά που μου είχε ζητήσει. Εκεί που έπλενα τις πατάτες, τον ένιωσα να κολλάει πίσω μου, με τον πούτσο του σκληρό και έτοιμο.

-    Συνέχισε...

μου ψιθύρισε όταν κατάλαβε πως είχα σταματήσει τη δουλειά μου και προσπάθησα να χαλαρώσω και να κάνω σα να μην έτρεχε τίποτα. Όμως ο Μάρκος, μου χούφτωσε δυνατά το αριστερό βυζί και έπειτα τσίμπησε τη ρώγα μου τόσο δυνατά που δαγκώθηκε για να μην φωνάξω. Εκείνος γέλασε και το χέρι του τραβήχτηκε από το βυζί μου για να ανοίξει τα κωλομάγουλα μου. Σκέφτηκα πως, επιτέλους θα με πάρει από πίσω, αφού είχα καιρό να γαμηθώ από εκεί όπως είχε ζητήσει πριν με πάρει, αλλά έκανα λάθος. Εκείνος έτριβε το πουτσοκέφαλο του πάνω κάτω στη τρύπα μου χωρίς να κάνει τίποτα. Όταν είχα κόψει πια τις πατάτες και τις έβαλα στη κατσαρόλα, έφυγε γελώντας και έκατσε πάλι στο λάπτοπ με τον πούτσο του πρησμένο από τη καύλα.

-    Έτοιμο το φαγητό Master...

του ανακοίνωσα μετά από περίπου ένα μισάωρο.

-    Βάλε μου να φάω, κόψε λίγο ψωμί, κάνε σαλάτα, βάλε μου μια μπύρα και έρχομαι.

Έκατσε στο τραπέζι κοιτώντας τα πάντα προσεκτικά για να δει αν ήταν ή όχι, της αρεσκείας του και ένιωσα πολύ περήφανη όταν μου είπε μπράβο. Δοκίμασε από τη σαλάτα, το πουρέ και το κρέας και ξανά είπε μπράβο. Όση ώρα έτρωγε, στεκόμουν σιωπηλή δίπλα του, με μεταλλικά κλιπς που είχε βάλει στις ρώγες μου πριν καθίσει. Όταν τελείωσε, άναψε τσιγάρο και μου ζήτησε να μπω κάτω από το τραπέζι. Όταν γονάτισα μπροστά του, κάτω από το τραπέζι είδα πως ήταν ακόμη καυλωμένος και έτοιμος.

-    Άντε πουτανίτσα, ρούφα...

και έκανα όπως μου είπε. Πρώτα το κεφαλάκι με την άκρη της υγρής μου γλώσσας και έπειτα τα αρχίδια του. Μα όπως και εχθές, όσο κι αν προσπαθούσα, όσο κι αν τον ρουφούσα, τον έγλειφα ή τον πιπιλούσα εκείνος δεν αντιδρούσε. Και τότε το χέρι του, μπήκε κάτω από το τραπέζι και έσπρωξε το κεφάλι μου, ως τη βάση. Για άλλη μια φορά, με έπνιγε με το πέος του. Για άλλη μια φορά ήθελα όσο τίποτε να πάρω μια ανάσα αλλά εκείνος δεν με άφηνε στιγμή. Μου ανεβοκατέβαζε το κεφάλι τόσο γρήγορα που ο σβέρκος μου πονούσε, και τα μάτια μου, ήταν θολά από τα δάκρυα. Πρώτο αναγούλιασμα, δεύτερο, τρίτο και για άλλη μια φορά δεν κατάφερα να κρατήσω τίποτα μέσα μου. Αυτή τη φορά όμως δεν τον έσπρωξα μακριά όσο ξερνούσα και εκείνος δεν σταμάτησε να κουνάει το κεφάλι μου πάνω κάτω μέχρι που σταμάτησα να ξερνάω και με άφησε ελεύθερη.

-    Μείνε...

είπε λες και μιλούσε σε σκύλο με φωνή βαριά από τη καύλα και σηκώθηκε. Τον άκουσα να ανασαίνει βαριά και κατάλαβε ότι έχυσε χωρίς εμένα. Μετά από λίγο άκουσα πιάτα και μαχαιροπίρουνα και μου είπε να βγω. Φορούσε πάλι μποξεράκι και είχε στρώσει το τραπέζι για να φάω εγώ τώρα. Με κοίταξε χαμογελαστός από πάνω ως κάτω.

-    Πλάκα έχεις μες στα σάλια και τα ξερατά μικρή. Φάε τώρα.

Το βράδυ, κι ενώ όλο το απόγευμα δεν με είχε ασχοληθεί καθόλου μου είπε να πάω στη κρεβατοκάμαρα του. Με περίμενε γυμνός και έτοιμος.

-    Δεν θέλω να σε ακούσω καθόλου...

είπε στεγνά και μου έχωσε στο στόμα ένα μπαλάκι που έδεσε πίσω από το κεφάλι μου. Έσκυψε μπροστά μου και με κοίταξε στα μάτια. Πέρασε το δάχτυλο του πάνω από τη κλειτορίδα μου και αναρίγησα.

-    Δεν σου επιτρέπω να την αγγίξεις καθόλου.

Μετά, έγλειψε για λίγο τις ρώγες μου ώσπου φούσκωσαν και ανατρίχιασα ολόκληρη. Έπιασε τη κάθε μια με ένα κλιπ, τα οποία ένωσε με μια αλυσίδα.

-    Ανέβα στο κρεβάτι και γύρνα.

Σηκώθηκα και έκανα αυτό μου με είχε διατάξει. Τούρλωσα τον κώλο μου στηριζόμενη στα χέρια μου προσπαθώντας να αγνοήσω τις πονεμένες μου ρώγες. Ανέβηκε από πίσω μου και χωρίς περιστροφές ή κάποια προετοιμασία, αρπάζοντας με γερά από το κώλο με τα δυνατά του χέρια, μπήκε όλος μέσα στον κλειστό μου κώλο και μούγκρισε από ευχαρίστηση. Ήμουν τόσο στενή που ένιωθα τη τρύπα μου να φλέγεται καθώς προσπαθούσα να τεντωθεί για να χωρέσει το παλαμάρι του. Δάκρυα έτρεχαν ήδη στα μάτια μου και προσπαθούσα να ουρλιάξω από πόνο αλλά το μόνο που έβγαζα ήτανε κάτι πνιγμένες κραυγές και σάλια. Βγήκε, όσο απότομα είχε μπει και ξανά, μπήκε. Θα είχα τιναχθεί μπροστά, αν δε με κρατούσε ακίνητη με τα χέρια του. Ο πόνος μεγάλωνε στιγμή τη στιγμή και τα σωθικά μου καίγονταν από την απάνθρωπη μεταχείριση. Και εκείνος γελώντας, άρχισε να με γαμάει. Να με σκίζει στα δύο. Ήμουν σίγουρη πως μετά από αυτό, δεν θα μπορούσα να κάτσω, να πάω τουαλέτα, να γαμηθώ. Αχ, να μην χρειαστούν ράμματα... ήλπιζα. Και ο Μάρκος, να βγαίνει από μέσα μου, να με ρίχνει στο πλάι και να με γυρνάει ξανά, για να με κοιτάει. Να σηκώνει το ένα μου πόδι ψηλά και χαμογελαστός να μπαίνει μέσα στον κώλο μου, με τον ίδιο, απότομο τρόπο και εγώ να κλαίω και να πονάω.

-    Αχ, πόσο στενή είσαι μωρό μου, πόσο μ' αρέσουν τα στενά κωλαράκια, αχ πουτάνα μου, θα σε σκίσω, αν δεν σε σκίσω στα δύο δεν θα σηκωθείς από εδώ...

μουρμούριζε ανάμεσα στο γαμήσι μας εκείνος και εγώ να είμαι σίγουρη, πως πράγματι, αυτό θα έκανε. Και σαν να μην έφτανε ο πόνος της τρύπας μου, καρφωμένος όλος μέσα μου, έσκυψε από πάνω μου και πήρε την αλυσίδα που ένωνε τα μανταλάκια στα βυζιά μου, στα δόντια του και άρχισε να τη τραντάζει μαζί με το γαμήσι που μου έριχνε. Τόσο άγριο ήτανε, που στο τέλος η αλυσίδα του έμεινε στο στόμα ενώ τα χέρια μου είχαν αρπαχτεί από το στρώμα, και παρά το μπαλάκι που μου έφραζε στο στόμα, άρχισα να ουρλιάζω. Δεν ξέρω πραγματικά να πω, πόση ώρα με έσκιζε. Όταν όμως επιτέλους βγήκε από μέσα μου, τα πόδια μου έτρεμαν, ήθελα να τρέξω στη τουαλέτα και να κλάψω κάπου. Σκαρφάλωσε πάνω μου, τράβηξε το μπαλάκι από το στόμα μου και με έχυσε στο πρόσωπο, ακόμα χαμογελαστός.

Ο Μάρκος έπεσε βαρύς δίπλα μου, επιτέλους ήρεμος.

-    Master, σε παρακαλώ... Θ... θέλω... πρέπει να πάω...

Προσπαθούσα να του εξηγήσω αλλά τα δάκρυα δεν με άφηναν. Εκείνος γέλασε, με βοήθησε να ανακαθίσω και με έσπρωξε δυνατά από το κρεβάτι στο πάτωμα.

-    Τρέχα στην τουαλέτα μαλακισμένο, τελείωσα μαζί σου για απόψε. Α, και πριν φύγεις, να ξέρεις, ότι το μεσημέρι, τελείωσα στον πουρέ που σου σερβίρισα.

Έτρεξα πράγματι.  Ένιωθα ένα τίποτα. Ήμουν ένα τίποτα. Ένα ευτυχισμένο, τίποτα.

 

(Copyright protected OW ref: 86599)